Language of document : ECLI:EU:F:2012:197

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα)

της 13ης Δεκεμβρίου 2012

Υπόθεση F‑101/11

Tzena Mileva

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Γενικός διαγωνισμός — Προκήρυξη διαγωνισμού EPSO/AD/188/10 — Μη εγγραφή στον πίνακα επιτυχόντων — Σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής — Μόνιμα και μη μόνιμα μέλη»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία η Τ. Mileva ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/188/10 να μην την περιλάβει στον πίνακα επιτυχόντων του εν λόγω διαγωνισμού.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Η προσφεύγουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Εξεταστική επιτροπή — Απόρριψη υποψηφιότητας — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο — Τήρηση του απορρήτου των εργασιών

(Άρθρο 296 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25, εδ. 2· παράρτημα III, άρθρο 6)

2.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Αξιολόγηση των δεξιοτήτων των υποψηφίων — Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής — Απόφαση περί μη εγγραφής στον πίνακα επιτυχόντων — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III)

3.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Αξιολόγηση των δεξιοτήτων των υποψηφίων — Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III, άρθρο 5)

4.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Τρόπος διεξαγωγής και περιεχόμενο των δοκιμασιών — Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III)

5.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Εξεταστική επιτροπή — Σύνθεση — Ικανότητα των μελών να αξιολογήσουν αντικειμενικά τις δοκιμασίες

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III, άρθρο 3)

1.      Δυνάμει του άρθρου 296 ΕΚ και του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, κάθε βλαπτική ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογήν του ΚΥΚ πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Ωστόσο, όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνει μια εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού, η εν λόγω υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να συμβιβάζεται με την τήρηση του απορρήτου που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής δυνάμει του άρθρου 6 του παραρτήματος III του ΚΥΚ.

Δεδομένου ότι το απόρρητο αυτό θεσμοθετήθηκε προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας των εξεταστικών επιτροπών των διαγωνισμών και της αντικειμενικότητας των εργασιών τους, προκειμένου αυτές να προστατεύονται από εξωτερικές παρεμβάσεις και πιέσεις προερχόμενες είτε από τις ίδιες τις διοικητικές αρχές της Ένωσης είτε από τους υποψηφίους είτε από τρίτους, η τήρηση του εν λόγω απορρήτου αντιτίθεται, ως εκ τούτου, στη δημοσιοποίηση τόσο της στάσεως των επιμέρους μελών των εξεταστικών επιτροπών, όσο και όλων των στοιχείων που έχουν σχέση με εκτιμήσεις προσωπικού ή συγκριτικού χαρακτήρα σχετικά με τους υποψηφίους.

Λαμβανομένου υπόψη του απορρήτου που πρέπει να περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, η γνωστοποίηση των βαθμών που έλαβε ο υποψήφιος στις διάφορες δοκιμασίες συνιστά επαρκή αιτιολογία των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής. Μια τέτοια αιτιολογία δεν θίγει τα δικαιώματα των υποψηφίων, καθόσον τους παρέχεται η δυνατότητα να πληροφορηθούν την αξιολόγηση των επιδόσεών τους και να εξακριβώσουν, ενδεχομένως, ότι πράγματι δεν έλαβαν τον βαθμό που απαιτείτο από την προκήρυξη του διαγωνισμού προκειμένου να τους επιτραπεί η συμμετοχή σε ορισμένες εξετάσεις ή στο σύνολο των εξετάσεων.

Πράγματι, η υποχρέωση αιτιολογήσεως συνεπάγεται απλώς και μόνον ότι παρέχεται στον αποδέκτη μιας βλαπτικής αποφάσεως η δυνατότητα να αντιληφθεί, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, το σκεπτικό βάσει του οποίου η Διοίκηση έλαβε την οικεία απόφαση. Αντιθέτως, τυχόν εσφαλμένη τέτοια αιτιολογία, εφόσον αποδειχθεί, ενδέχεται να συνιστά πλάνη περί το δίκαιο ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

(βλ. σκέψεις 27 έως 29 και 34)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 4 Ιουλίου 1996, C‑254/95 P, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, σκέψη 24

ΓΔΕΕ: 19 Φεβρουαρίου 2004, T‑19/03, Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, σκέψεις 27, 32 και 33· 4 Μαΐου 2005, T‑30/04, Sena κατά ΕΟΑΑ, σκέψη 62

2.      Λαμβάνοντας υπόψη την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού για να αποτιμήσει τα αποτελέσματα των δοκιμασιών του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή δεν υποχρεούται, κατά την αιτιολόγηση αποφάσεως για μη εγγραφή υποψηφίου στον πίνακα επιτυχόντων, να διευκρινίζει ποιες απαντήσεις του εν λόγω υποψηφίου κρίθηκαν ανεπαρκείς ή να εξηγεί γιατί οι απαντήσεις αυτές κρίθηκαν ανεπαρκείς.

(βλ. σκέψη 30)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 34

3.      Όταν εξετάζει τη νομιμότητα αποφάσεως με την οποία η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού αρνείται να περιλάβει έναν υποψήφιο στον πίνακα επιτυχόντων, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξακριβώνει αν τηρήθηκαν οι εφαρμοστέοι κανόνες δικαίου, δηλαδή οι κανόνες, διαδικαστικής ιδίως φύσεως, που περιλαμβάνονται στον ΚΥΚ και στην προκήρυξη του διαγωνισμού και εκείνοι που διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, και ειδικότερα αν τηρήθηκε το καθήκον αμεροληψίας της εξεταστικής επιτροπής, αν η εξεταστική επιτροπή επιφύλαξε ίση μεταχείριση στους υποψηφίους και αν δεν υπήρξε κατάχρηση εξουσίας.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες η εξεταστική επιτροπή δεν έχει περιθώριο εκτιμήσεως, ειδικότερα όταν κάθε ερώτηση που τίθεται σε υποψήφιο από την εξεταστική επιτροπή απαιτεί μία και μόνη απάντηση, ο έλεγχος αυτός δύναται να αφορά το αν είναι ακριβή τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η εξεταστική επιτροπή για να λάβει την απόφασή της. Τέλος, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξετάζει αν υφίσταται επουσιώδης πλάνη, καθώς και αν αντιστοιχεί ο βαθμός με το γράμμα των εκτιμήσεων της εξεταστικής επιτροπής, υπό την προϋπόθεση ότι ο έλεγχος της αντιστοιχίας περιορίζεται στο να εξακριβωθεί η έλλειψη πρόδηλης ανακολουθίας.

Αντιθέτως, οι εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή ενός διαγωνισμού όταν αξιολογεί τις γνώσεις και τις δεξιότητες των υποψηφίων δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Ο έλεγχος του τελευταίου δεν μπορεί να αφορά την ύπαρξη ανακολουθίας μεταξύ των αξιολογήσεων κατά τις επιμέρους δοκιμασίες, δεδομένου ότι ένας τέτοιος έλεγχος θα ισοδυναμούσε με εξακρίβωση των αξιολογήσεων στις οποίες προέβη η εξεταστική επιτροπή ενός διαγωνισμού ως προς τις γνώσεις και δεξιότητες των υποψηφίων.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είναι αρμόδιο να προβεί σε τέτοιον έλεγχο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ των αξιολογήσεων δύο διαφορετικών δοκιμασιών δεν αποδεικνύει πλάνη εκτιμήσεως. Πράγματι, εφόσον ένας διαγωνισμός προβλέπει διάφορες δοκιμασίες και εφόσον καλούνται να τις διορθώσουν διάφορα πρόσωπα, είναι αναπόφευκτες ενδεχόμενες αντιφατικές αξιολογήσεις.

(βλ. σκέψεις 40 έως 45)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 9 Οκτωβρίου 1974, 112/73, 144/73 και 145/73, Campogrande κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 53

ΓΔΕΕ: 27 Μαρτίου 2003, T‑33/00, Martínez Páramo κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 62 έως 64· 26 Ιανουαρίου 2005, T‑267/03, Roccato κατά Επιτροπής, σκέψεις 42, 50 και 51· 12 Μαρτίου 2008, T‑100/04, Giannini κατά Επιτροπής, σκέψεις 277 και 278

ΔΔΔΕΕ: 11 Σεπτεμβρίου 2008, F‑127/07, Coto Moreno κατά Επιτροπής, σκέψεις 32 και 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

4.      Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως προς καθορισμό των λεπτομερειών διεξαγωγής ενός διαγωνισμού και ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος να ελέγχει τις λεπτομέρειες αυτές μόνον στην περίπτωση που δεν συνδέονται με τους σκοπούς του διαγωνισμού.

Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή των καλύτερων υποψηφίων σημαίνει, για τη Διοίκηση, αναζήτηση εκείνων που συνδυάζουν σημαντικές γνώσεις και τη διανοητική ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των γνώσεων αυτών σε ένα δυνητικώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο, οπότε η οργάνωση δοκιμασιών για την αξιολόγηση των γενικών δεξιοτήτων των υποψηφίων συνδέεται προφανώς με τον σκοπό του διαγωνισμού. Ακόμα και αν οι δοκιμασίες για την αξιολόγηση των γενικών δεξιοτήτων συνίστανται σε ψυχολογικής φύσεως εξέταση των υποψηφίων, αυτό δεν σημαίνει ότι η αξιολόγηση των εν λόγω δοκιμασιών είναι σε τέτοιο σημείο υποκειμενική, ώστε να μην διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αντικειμενικότητας της βαθμολογήσεως.

(βλ. σκέψεις 51, 54 και 55)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 6 Νοεμβρίου 1997, T‑71/96, Berlingieri Vinzek κατά Επιτροπής, σκέψη 36· 26 Οκτωβρίου 2004, T‑207/02, Falcone κατά Επιτροπής, σκέψη 31· 30 Νοεμβρίου 2005, T‑361/03, Vanlangendonck κατά Επιτροπής, σκέψη 38

ΔΔΔΕΕ: 29 Σεπτεμβρίου 2009, F‑20/08, F‑34/08 και F‑75/08, Aparicio κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 53

5.      Καίτοι μια εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για την αξιολόγηση των υποψηφίων σε έναν διαγωνισμό, οφείλει, ως αντάλλαγμα, να διεξάγει το έργο της τηρώντας αυστηρώς τους κανόνες που διέπουν τη διοργάνωση των δοκιμασιών και την επιλογή της συνθέσεως της επιτροπής η οποία αναλαμβάνει να εξετάσει τις επιδόσεις του υποψηφίου.

Συναφώς, για να είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του ΚΥΚ και του άρθρου 3 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ, η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής ενός διαγωνισμού πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εξασφαλίζει την αντικειμενική εκτίμηση των επιδόσεων των εξεταζομένων με κριτήριο τις απαιτούμενες επαγγελματικές ικανότητες. Επιπλέον, δεδομένου ότι η αξιολόγηση των υποψηφίων ενός διαγωνισμού γίνεται μέσω συγκρίσεων, ένας υποψήφιος μπορεί να προβάλει παρατυπία που διαπράχθηκε εις όφελος άλλου υποψηφίου προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της αποφάσεως περί μη εγγραφής του στον πίνακα επιτυχόντων.

(βλ. σκέψεις 61 και 63)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 23 Μαρτίου 2000, T‑95/98, Γκόγκος κατά Επιτροπής, σκέψεις 37 και 41 έως 56· 24 Σεπτεμβρίου 2002, T‑92/01, Girardot κατά Επιτροπής, σκέψη 24· 10 Νοεμβρίου 2004, T‑165/03, Vonier κατά Επιτροπής, σκέψη 39

ΔΔΔΕΕ: 4 Σεπτεμβρίου 2008, F‑147/06, Dragoman κατά Επιτροπής, σκέψη 49