Language of document : ECLI:EU:F:2012:178

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 11ης Δεκεμβρίου 2012

Υπόθεση F‑65/10

José Manuel Mata Blanco

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Εσωτερικός διαγωνισμός COM/INT/OLAF/09/AD 10 — Καταπολέμηση της απάτης — Αρμοδιότητες της ΕPSO και της εξεταστικής επιτροπής — Προκριματικές δοκιμασίες επιτηρούμενες από την εξεταστική επιτροπή — Προφορική δοκιμασία — Παράβαση της προκηρύξεως του διαγωνισμού — Απόκλιση των βαθμολογιών — Κριτήρια αξιολογήσεως — Ίση μεταχείριση των υποψηφίων— Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως — Αρχές της διαφάνειας και της χρηστής διοικήσεως — Υποχρέωση αιτιολογήσεως»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο Mata Blanco ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού COM/INT/OLAF/09/AD 10 της 11ης Μαΐου 2010, που επιβεβαιώνει, κατόπιν επανεξετάσεως, την από 9 Μαρτίου 2010 απόφασή της περί μη εγγραφής του στον πίνακα επιτυχόντων.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Ο προσφεύγων φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Διεξαγωγή του διαγωνισμού — Κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) και της εξεταστικής επιτροπής — Προκριματική δοκιμασία — Προληπτικός έλεγχος επιλεξιμότητας των υποψηφίων από την εξεταστική επιτροπή

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 30, εδ. 1· παράρτημα III, άρθρα 5 και 7)

2.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων — Περιεχόμενο των εξετάσεων και εφαρμογή των κριτηρίων βαθμολογήσεως και της σταθμίσεώς τους — Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III)

3.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Εξεταστική επιτροπή — Τήρηση του απορρήτου των εργασιών — Πεδίο εφαρμογής — Κριτήρια διορθώσεως των γραπτών δοκιμασιών και παράμετροι αξιολογήσεως των προφορικών δοκιμασιών — Περιλαμβάνονται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III, άρθρο 6)

4.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων — Διεξαγωγή των δοκιμασιών — Διαφορετικές ημερομηνίες και διαφορετικό περιεχόμενο των προφορικών δοκιμασιών — Παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως — Δεν υφίσταται

5.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων — Αξιολόγηση των ικανοτήτων των υποψηφίων — Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III)

6.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Εξεταστική επιτροπή — Απόρριψη υποψηφιότητας — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο — Τήρηση του απορρήτου των εργασιών

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25· παράρτημα III, άρθρο 6)

1.      Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το πρώτο στάδιο ενός διαγωνισμού, ήτοι αυτό της προεπιλογής βάσει προκριματικών δοκιμασιών, οργανώθηκε μόνον από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού και με πλήρη απουσία της εξεταστικής επιτροπής, καθόσον κλήθηκαν στις προκριματικές δοκιμασίες όλοι οι υποψήφιοι, οι οποίοι, κατόπιν προληπτικού ελέγχου επιλεξιμότητας από την εξεταστική επιτροπή, ανταποκρίνονταν στις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Πράγματι, διενεργώντας τον προληπτικό έλεγχο επιλεξιμότητας των υποψηφίων που μπορούσαν να γίνουν δεκτοί στις προκριματικές δοκιμασίες, η εξεταστική επιτροπή ήταν σε θέση να εποπτεύει, ήδη από την αρχή της διαδικασίας επιλογής, την αρτιότητα των εξετάσεων του διαγωνισμού.

(βλ. σκέψη 31)

2.      Η εξεταστική επιτροπή, η οποία διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις λεπτομέρειες διεξαγωγής και το αναλυτικό περιεχόμενο των προβλεπομένων στο πλαίσιο του διαγωνισμού δοκιμασιών, δεσμεύεται, ωστόσο, από τη διατύπωση της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Ο κοινοτικός δικαστής μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο των εξετάσεων μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το περιεχόμενο αυτό εξέρχεται του πλαισίου που μνημονεύεται στην προκήρυξη διαγωνισμού ή βρίσκεται σε δυσαναλογία προς τους σκοπούς των δοκιμασιών του διαγωνισμού. Κατά συνέπεια, η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά το ζήτημα αν τα κριτήρια αξιολογήσεως που περιέχονται στην προκήρυξη διαγωνισμού είναι επαρκώς σαφή για να της καθιστούν δυνατή την εκπλήρωση της αποστολής της ή αν είναι αναγκαίο να καθορίσει, πριν από τις δοκιμασίες, λεπτομερέστερα κριτήρια. Εξάλλου, μπορεί επίσης, όταν η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν προβλέπει κριτήρια βαθμολογήσεως, να καθορίσει τέτοια κριτήρια ή να προβεί σε στάθμισή τους, όταν η προκήρυξη προβλέπει μεν τα εν λόγω κριτήρια χωρίς, εντούτοις, να καθορίζει τον τρόπο σταθμίσεώς τους. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να ελέγξει απόφαση ληφθείσα από εξεταστική επιτροπή στο πλαίσιο της ασκήσεως αυτής της εξουσίας εκτιμήσεως μόνο στο αναγκαίο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων μέτρο.

(βλ. σκέψεις 46, 47 και 55)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 14 Ιουλίου 1995, T‑291/94, Pimley-Smith κατά Επιτροπής, σκέψη 48· 5 Απριλίου 2005, T‑336/02, Christensen κατά Επιτροπής, σκέψεις 85 και 94

ΔΔΔΕΕ: 8 Ιουλίου 2010, F‑17/08, Wybranowski κατά Επιτροπής, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

3.      Τα κριτήρια διορθώσεως των γραπτών δοκιμασιών, που έχει καθορίσει η εξεταστική επιτροπή πριν από τις εν λόγω δοκιμασίες, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συγκριτικών εκτιμήσεων, στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή ως προς τα αντίστοιχα προσόντα των υποψηφίων. Τα κριτήρια αυτά σκοπό έχουν να διασφαλίζεται, προς το συμφέρον των υποψηφίων, κάποια ομοιογένεια στις εκτιμήσεις της εξεταστικής επιτροπής, ιδίως όταν ο αριθμός των υποψηφίων είναι υψηλός, και καλύπτονται από το απόρρητο των συσκέψεων, όπως ακριβώς και οι εκτιμήσεις της εξεταστικής επιτροπής. Η ίδια συλλογιστική πρέπει να ισχύει ως προς τις παραμέτρους που καθορίζει η εξεταστική επιτροπή, πριν από την προφορική εξέταση, προκειμένου να της δίνεται η δυνατότητα να εκτιμά τα διάφορα κριτήρια αξιολογήσεως, που καθορίζονται με την προκήρυξη διαγωνισμού, της εν λόγω δοκιμασίας.

Κατά συνέπεια, οι παράμετροι αξιολογήσεως, τις οποίες καθορίζει η εξεταστική επιτροπή για την εκτίμηση των απαντήσεων που δίνονται κατά την προφορική εξέταση, όπως η εσωτερική συνοχή των εν λόγω απαντήσεων ή η δόμηση της επιχειρηματολογίας, δεν μπορούν, προδήλως, να περιέχονται στην προκήρυξη διαγωνισμού.

(βλ. σκέψεις 68 και 69)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 4 Ιουλίου 1996, C‑254/95 P, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, σκέψη 29

4.      Μολονότι η αρχή της ισότητας επιβάλλει οι γραπτές δοκιμασίες να διεξάγονται την ίδια ημέρα για όλους τους υποψηφίους, μια τέτοια προϋπόθεση δεν μπορεί να επιβάλλεται για τις προφορικές δοκιμασίες, οι οποίες, από τη φύση τους, δεν μπορούν να πραγματοποιούνται στο ίδιο χρονικό σημείο για όλους τους υποψηφίους και οι οποίες, εξάλλου, δεν έχουν κατ’ ανάγκη το ίδιο περιεχόμενο ως προς όλους τους υποψηφίους.

Συναφώς, το γεγονός ότι η διεξαγωγή των προφορικών δοκιμασιών κάλυψε χρονικό διάστημα δέκα εργασίμων ημερών και ότι επί τέσσερις εργάσιμες ημέρες δεν πραγματοποιήθηκε καμία προφορική δοκιμασία δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων. Πράγματι, μια διαφορά τεσσάρων ημερών για την προετοιμασία της προφορικής δοκιμασίας σε διαγωνισμό που είχε δημοσιευθεί δέκα περίπου μήνες πριν από τις προφορικές δοκιμασίες και απευθυνόταν σε πρόσωπα που έπρεπε να έχουν επαγγελματική πείρα τουλάχιστον δέκα πέντε ετών σε σχέση με τα καθήκοντα για τα οποία επρόκειτο είναι αμελητέα. Επομένως, το γεγονός ότι ένας υποψήφιος κλήθηκε να συμμετάσχει στην προφορική δοκιμασία τις πρώτες ημέρες και διέθετε μερικές ημέρες προετοιμασίας λιγότερο από τους υποψηφίους που κλήθηκαν μεταγενέστερα δεν είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να τον θέτει σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με αυτούς τους άλλους υποψηφίους κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

(βλ. σκέψεις 83 και 85)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 16 Οκτωβρίου 1990, T‑132/89, Gallone κατά Συμβουλίου, σκέψη 36

5.      Οι εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού, όταν αξιολογεί τις γνώσεις και τις δεξιότητες των υποψηφίων, έχουν χαρακτήρα συγκρίσεως. Οι εκτιμήσεις όμως αυτές, καθώς και οι αποφάσεις με τις οποίες η εξεταστική επιτροπή διαπιστώνει την αποτυχία ενός υποψηφίου σε μια εξέταση, συνιστούν αξιολογική κρίση ως προς την επίδοση του υποψηφίου κατά την εξέταση, εντάσσονται στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή και μόνο στην περίπτωση παραβάσεως των κανόνων που διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής μπορούν να υπόκεινται στον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης.

Επομένως, όσον αφορά διαδικασία προσλήψεων βάσει διαγωνισμού, ο έλεγχος του δικαστή της Ένωσης περιορίζεται στην εξέταση του νομότυπου των διαδικασιών που χρησιμοποίησε η Διοίκηση, στην επαλήθευση της ουσιαστικής ακρίβειας των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η Διοίκηση για να λάβει την απόφασή της και, τέλος, στη διαπίστωση ότι δεν υπήρξε πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο και κατάχρηση εξουσίας, που θα μπορούσαν να καταστήσουν ελαττωματική τη διοικητική απόφαση.

(βλ. σκέψεις 93 και 94)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 23 Ιανουαρίου 2003, T‑53/00, Angioli κατά Επιτροπής, σκέψεις 91 και 92

6.      Η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας βλαπτικής αποφάσεως αποσκοπεί, αφενός, στο να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τις αναγκαίες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι ή δεν είναι βάσιμη και, αφετέρου, στο να καταστήσει δυνατό τον δικαστικό έλεγχο. Όσον αφορά τις αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού, αυτή η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει, πάντως, να συμβιβάζεται με την τήρηση του απορρήτου που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής βάσει του άρθρου 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ. Η τήρηση του απορρήτου αυτού αντιτίθεται τόσο στη γνωστοποίηση της στάσεως οποιουδήποτε μέλους των εξεταστικών επιτροπών όσο και στην αποκάλυψη κάθε στοιχείου που έχει σχέση με εκτιμήσεις προσωπικού ή συγκριτικού χαρακτήρα και το οποίο αφορά τους υποψηφίους. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού πρέπει, υπό τις συνθήκες αυτές, να λαμβάνει υπόψη τη φύση των εν λόγω εργασιών, οι οποίες, κατά κανόνα, περιλαμβάνουν δύο τουλάχιστον διακεκριμένα στάδια, ήτοι, στο πρώτο στάδιο, την εξέταση των αιτήσεων συμμετοχής, προκειμένου να επιλεγούν οι υποψήφιοι στους οποίους θα επιτραπεί να μετάσχουν στον διαγωνισμό, και, στο δεύτερο στάδιο, την εξέταση των δεξιοτήτων των υποψηφίων σε σχέση με την προς πλήρωση θέση, ώστε να καταρτιστεί πίνακας επιτυχόντων.

Το δεύτερο στάδιο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού είναι πρωτίστως συγκριτικής φύσεως και, ως εκ τούτου, καλύπτεται από το απόρρητο που είναι σύμφυτο με τις εργασίες αυτές. Οι παράμετροι αξιολογήσεως που καθορίζει η εξεταστική επιτροπή πριν από τις δοκιμασίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συγκριτικής φύσεως εκτιμήσεων στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή ως προς τα αντίστοιχα προσόντα των υποψηφίων. Επομένως, αυτές οι παράμετροι αξιολογήσεως καλύπτονται από το απόρρητο των συσκέψεων, όπως ακριβώς και οι εκτιμήσεις της εξεταστικής επιτροπής. Οι συγκριτικής φύσεως εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή αντικατοπτρίζονται στους βαθμούς που δίνει στους υποψηφίους. Οι βαθμοί αυτοί αποτελούν έκφραση των αξιολογικών κρίσεων που διατυπώνονται για κάθε έναν από τους υποψηφίους. Λαμβανομένου υπόψη του απορρήτου που πρέπει να περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, η γνωστοποίηση των βαθμών που έλαβε ο υποψήφιος στις διάφορες εξετάσεις συνιστά επαρκή αιτιολογία των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής. Μια τέτοια αιτιολογία δεν θίγει τα δικαιώματα των υποψηφίων.

Εξάλλου, λαμβάνοντας υπόψη την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού για να αποτιμήσει τα αποτελέσματα των δοκιμασιών του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή δεν υποχρεούται, κατά την αιτιολόγηση της αποτυχίας ενός υποψηφίου σε μια δοκιμασία, να διευκρινίζει ποιες απαντήσεις του υποψηφίου κρίθηκαν ανεπαρκείς ή να εξηγεί γιατί οι απαντήσεις αυτές κρίθηκαν ανεπαρκείς. Αιτιολόγηση μέχρι αυτού του σημείου δεν είναι αναγκαία, προκειμένου να μπορεί ο δικαστής να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο και, κατά συνέπεια, να μπορεί ο υποψήφιος να εκτιμά τη σκοπιμότητα υποβολής διοικητικής ενστάσεως ή, ενδεχομένως, ασκήσεως προσφυγής.

(βλ. σκέψεις 106 έως 109)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: Κοινοβούλιο κατά Innamorati, προπαρατεθείσα, σκέψεις 23 έως 29 και 32

ΓΔΕΕ: Pimley-Smith κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 63 και 64· 19 Φεβρουαρίου 2004, T‑19/03, Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, σκέψη 34

ΔΔΔΕΕ: 30 Απριλίου 2008, F‑16/07, Dragoman κατά Επιτροπής, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία