Language of document : ECLI:EU:F:2012:194

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)

της 13ης Δεκεμβρίου 2012

Υπόθεση F‑2/11

BW

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Πρόσληψη — Δόκιμος υπάλληλος — Μη μονιμοποίηση κατά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας — Αιτιολόγηση της αποφάσεως περί απολύσεως δοκίμου υπαλλήλου — Δικαιώματα άμυνας»

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο BW ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2010, περί μη μονιμοποιήσεώς του.

Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Ο προσφεύγων-ενάγων φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Πρόσληψη — Δοκιμαστική υπηρεσία — Έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο — Υποχρέωση να τεκμηριώνονται οι αξιολογικές κρίσεις μέσω απτών παραδειγμάτων — Δεν υφίσταται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

2.      Υπαλληλικές προσφυγές — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Αντιστοιχία μεταξύ διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής — Ταυτότητα αντικειμένου και αιτίας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

3.      Υπάλληλοι — Πρόσληψη — Δοκιμαστική υπηρεσία — Αντικείμενο — Συνθήκες υπό τις οποίες διανύεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 34)

4.      Υπάλληλοι — Πρόσληψη — Δοκιμαστική υπηρεσία — Απόφαση περί μη μονιμοποιήσεως του δοκίμου υπαλλήλου — Απόφαση περί απολύσεως μονίμου υπαλλήλου — Νομική ποικιλομορφία — Αντίστοιχα στοιχεία εκτιμήσεως που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 34 § 2)

5.      Υπάλληλοι — Πρόσληψη — Δοκιμαστική υπηρεσία — Εκτίμηση των αποτελεσμάτων — Αξιολόγηση των ικανοτήτων του δοκίμου υπαλλήλου — Δικαστικός έλεγχος — Όρια — Πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως — Έννοια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 34)

6.      Υπάλληλοι — Καθήκον αρωγής που υπέχει η Διοίκηση — Αρχή της χρηστής διοικήσεως — Περιεχόμενο — Υποχρέωση αναθέσεως νέων καθηκόντων στον δόκιμο υπάλληλο σε περίπτωση παρατάσεως της δοκιμαστικής του υπηρεσίας — Δεν υφίσταται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 34 § 3)

7.      Υπάλληλοι — Βαθμολογία — Διάσταση απόψεων μεταξύ του υπαλλήλου και του ιεραρχικά ανώτερού του — Δεν ασκεί επιρροή στην ικανότητα του τελευταίου να αξιολογήσει τα προσόντα του οικείου υπαλλήλου

8.      Υπάλληλοι — Αρχές — Δικαιώματα άμυνας — Υποχρέωση ακροάσεως του ενδιαφερόμενου πριν από τη λήψη βλαπτικής για αυτόν πράξεως — Έκταση — Έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας — Δεν εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 34)

1.      Παρότι είναι αναγκαίος ο καθορισμός στόχων σε κάθε δόκιμο υπάλληλο κατά την έναρξη της δοκιμαστικής υπηρεσίας, τούτο δε ακόμη και ελλείψει σχετικών διατάξεων, προκειμένου να διαθέτει ο αξιολογητής μια βάση για την αξιολόγηση της αποδόσεως του οικείου δοκίμου υπαλλήλου, η υποχρέωση αιτιολογήσεως επιβάλλει στον αξιολογητή να αναφέρει αποκλειστικά και μόνον τα κύρια χαρακτηριστικά των επιδόσεων των δοκίμου υπαλλήλου όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ικανότητά του να εκπληρώνει τα καθήκοντα που του ανατίθενται, την απόδοσή του και τη συμπεριφορά στην υπηρεσία, και όχι να επισημαίνει τους καθορισθέντες στόχους που δεν επετεύχθησαν. Ομοίως, εφόσον πληρούται η υποχρέωση αιτιολογήσεως και εφόσον η αξιολόγηση είναι σαφώς εξατομικευμένη και όχι απρόσωπη, ο αξιολογητής δεν υποχρεούται να αιτιολογεί λεπτομερώς την αξιολόγησή του, παραθέτοντας απτά παραδείγματα προς τεκμηρίωση κάθε αξιολογικής κρίσεως που περιλαμβάνεται στην έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας.

Κατ’ αρχήν, η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας πρέπει να περιέχει μόνον αξιολογήσεις σχετικά με την περίοδο για την οποία καταρτίστηκε. Εντούτοις, οσάκις έχει παραταθεί η δοκιμαστική υπηρεσία του δοκίμου υπαλλήλου, ο αξιολογητής μπορεί να συμπεριλάβει στην αφορώσα την μετά την παράταση περίοδο έκθεση παρατηρήσεις που αφορούν την αρχική περίοδο της δοκιμαστικής υπηρεσίας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται πλημμέλεια της εκθέσεως, δεδομένου ότι σκοπός των παρατηρήσεων αυτών είναι να καταγραφεί η εξέλιξη των επιδόσεων του προσφεύγοντος.

Η τήρηση εκ μέρους της Διοικήσεως της υποχρεώσεως που υπέχει να αιτιολογεί κάθε έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας πρέπει να εκτιμάται μετά την κατάρτιση της τελικής μορφής της εν λόγω εκθέσεως. Κατά συνέπεια, ενόσω η εν λόγω έκθεση κρίσεως δεν έχει καταστεί οριστική, η τροποποίηση του περιεχομένου της δεν είναι δυνατόν να συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

(βλ. σκέψεις 43 έως 45)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 12 Σεπτεμβρίου 2007, T‑249/04, Combescot κατά Επιτροπής, σκέψη 86

2.      Ο κανόνας περί αντιστοιχίας μεταξύ της προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως και της προσφυγής ισχύει μόνο στην περίπτωση που η προσφυγή τροποποιεί το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως, τουτέστιν, οσάκις περιέχει έναν λόγο που αφορά την εξωτερική νομιμότητα, ενώ στη διοικητική ένσταση προβλήθηκαν μόνο λόγοι που αφορούν την εσωτερική νομιμότητα, ή αντιστρόφως, οσάκις περιέχει έναν λόγο που αφορά την εσωτερική νομιμότητα, ενώ στη διοικητική ένσταση προβλήθηκαν μόνο λόγοι που αφορούν την εξωτερική νομιμότητα. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων έκανε χρήση υπηρεσιών δικηγόρου για να υποβάλει τη διοικητική του ένσταση δεν επηρεάζει το ζήτημα κατά πόσον τροποποιήθηκε το αντικείμενο της διαφοράς.

(βλ. σκέψεις 46, 140 και 141)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 1 Ιουλίου 2010, F‑45/07, Mandt κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 119

3.      Καίτοι η περίοδος δοκιμαστικής υπηρεσίας, σκοπός της οποίας είναι να παρασχεθεί στη Διοίκηση η δυνατότητα να αξιολογήσει την ικανότητα του δοκίμου υπαλλήλου να εκπληρώνει τα καθήκοντα που του ανατίθενται, καθώς και την απόδοσή του και τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με περίοδο επιμορφώσεως, εντούτοις, κατά την περίοδο αυτή επιβάλλεται να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να αποδείξει τα προσόντα του. Τούτο σημαίνει, στην πράξη, ότι στον δόκιμο υπάλληλο πρέπει να παρέχονται όχι μόνον οι κατάλληλες υλικές συνθήκες, αλλά, επίσης, οι κατάλληλες οδηγίες και συμβουλές, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των καθηκόντων που ασκεί, προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να προσαρμοστεί στις συγκεκριμένες ανάγκες της θέσης την οποία κατέχει.

(βλ. σκέψη 104)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 15 Μαΐου 1985, 3/84, Πατρινός κατά ΟΚΕ, σκέψεις 20 και 21

ΓΔΕΕ: 5 Μαρτίου 1997, T‑96/95, Rozand-Lambiotte κατά Επιτροπής, σκέψη 95

ΔΔΔΕΕ: 16 Απριλίου 2008, F‑73/07, Doktor κατά Συμβουλίου, σκέψη 31

4.      Η απόφαση περί μη μονιμοποιήσεως έχει διαφορετική φύση από την κατά κυριολεξία «απόλυση» υπαλλήλου που έχει ήδη μονιμοποιηθεί. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση επιβάλλεται η λεπτομερής εξέταση των λόγων που δικαιολογούν την απόφαση περί λύσεως της υπάρχουσας σχέσεως εργασίας, στις αποφάσεις περί μονιμοποιήσεως δοκίμων υπαλλήλων η εξέταση πρέπει να είναι σφαιρική και να αφορά την ύπαρξη ή όχι ενός συνόλου θετικών στοιχείων που διαπιστώθηκαν κατά την περίοδο της δοκιμαστικής υπηρεσίας και εκ των οποίων προκύπτει ότι η μονιμοποίηση του δοκίμου υπαλλήλου είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

(βλ. σκέψη 78)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 17 Νοεμβρίου 1983, 290/82, Tréfois κατά Δικαστηρίου, σκέψεις 24 και 25

ΔΔΔΕΕ: 18 Οκτωβρίου 2007, F‑112/06, Krcova κατά Δικαστηρίου, σκέψεις 61 και 62

5.      Δεν εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να υποκαθιστά τα θεσμικά όργανα στην εκτίμησή τους όσον αφορά την έκβαση μιας περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας και τις ικανότητες ενός υποψηφίου προς οριστικό διορισμό στη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι ο έλεγχος τον οποίο ασκεί περιορίζεται, όσον αφορά την εσωτερική νομιμότητα μιας αποφάσεως, στην έλλειψη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας.

(βλ. σκέψη 78)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: Tréfois κατά Δικαστηρίου, προπαρατεθείσα, σκέψεις 24 και 25

ΔΔΔΕΕ: Krcova κατά Δικαστηρίου, προπαρατεθείσα, σκέψεις 61 και 62

6.      Το καθήκον αρωγής της Διοικήσεως έναντι των υπαλλήλων της αντανακλά την ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που έχει καθιερώσει ο ΚΥΚ στις σχέσεις μεταξύ της δημοσίας αρχής και των δημοσίων υπαλλήλων. Το καθήκον αυτό, καθώς και η αρχή της χρηστής διοικήσεως, επιβάλλει ιδίως στην οικεία αρχή, όταν αποφαίνεται σχετικά με την κατάσταση ενός υπαλλήλου, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφασή της και, στο πλαίσιο αυτό, να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά και το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου. Από το άρθρο 34, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ προκύπτει σαφώς ότι η Διοίκηση έχει την ευχέρεια, και όχι την υποχρέωση, να αναθέσει νέα καθήκοντα στον δόκιμο υπάλληλο του οποίου αποφασίζει να παρατείνει τη δοκιμαστική υπηρεσία. Εάν, όμως, το καθήκον αρωγής ή η αρχή της χρηστής διοικήσεως είχαν ως αποτέλεσμα να μετατραπεί η εν λόγω ευχέρεια σε υποχρέωση της Διοικήσεως, θα τροποποιούσαν την ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που καθιερώνει ο ΚΥΚ στις σχέσεις μεταξύ της δημοσίας αρχής και των δημοσίων υπαλλήλων.

(βλ. σκέψεις 112, 122 και 123)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 4 Φεβρουαρίου 1987, 417/85, Maurissen κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 12

ΔΔΔΕΕ: Doktor κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 42

7.      Μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να προκαλέσουν οι διαφωνίες μεταξύ ενός υπαλλήλου και του προϊσταμένου του κάποια ενόχληση στον προϊστάμενο, το ενδεχόμενο αυτό δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι ο τελευταίος δεν είναι πλέον σε θέση να εκτιμήσει αντικειμενικά τα προσόντα του οικείου υπαλλήλου.

(βλ. σκέψη 114)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 13 Δεκεμβρίου 2005, T‑155/03, T‑157/03 και T‑331/03, Cwik κατά Επιτροπής, σκέψη 150

8.      Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται εναντίον ενός προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι’ αυτό πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης. Η αρχή αυτή απαιτεί να είναι σε θέση ο ενδιαφερόμενος να προβάλει λυσιτελώς την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία που μπορεί να γίνουν δεκτά σε βάρος του στην επικείμενη πράξη.

Η έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας δεν συνιστά, όμως, βλαπτική πράξη, αλλά προπαρασκευαστική πράξη ενόψει αποφάσεως περί μονιμοποιήσεως ή περί απολύσεως του οικείου δοκίμου υπαλλήλου. Ως εκ τούτου, ελλείψει ειδικής διατάξεως, ο αξιολογητής δεν οφείλει να καλέσει σε ακρόαση τον προσφεύγοντα πριν την κατάρτιση της εκθέσεως αυτής. Επιπροσθέτως, ο αξιολογητής μπορεί να τροποποιήσει την εν λόγω έκθεση μετά την ακρόαση του οικείου υπαλλήλου.

(βλ. σκέψεις 136, 137 και 139)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 10 Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 27· 3 Οκτωβρίου 2000, C‑458/98 P, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, σκέψη 99· 9 Νοεμβρίου 2006, C‑344/05 P, Επιτροπή κατά De Bry, σκέψη 37

ΠΕΚ: 8 Μαρτίου 2005, T‑277/03, Βλαχάκη κατά Επιτροπής, σκέψη 64

ΓΔΕΕ: 2 Μαρτίου 2010, T‑248/08 P, Doktor κατά Συμβουλίου, σκέψη 81