Language of document : ECLI:EU:C:2014:1857

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 3ης Απριλίου 2014 (*)

«Προστασία των καταναλωτών — Οδηγία 93/13/ΕΟΚ — Σύμβαση ενυπόθηκου δανείου συναφθείσα με τράπεζα — Ρήτρα προβλέπουσα την αποκλειστική αρμοδιότητα διαιτητικού δικαστηρίου — Πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία διαιτησίας παρασχεθείσες από την τράπεζα κατά τη σύναψη της συμβάσεως — Καταχρηστικές ρήτρες — Κριτήρια εκτιμήσεως»

Στην υπόθεση C‑342/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Szombathelyi Törvényszék (Ουγγαρία) με απόφαση της 16ης Μαΐου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιουνίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης

Katalin Sebestyén

κατά

Zsolt Csaba Kővári,

OTP Bank,

OTP Faktoring Követeléskezelő Zrt,

Raiffeisen Bank Zrt,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet, E. Levits, S. Rodin και F. Biltgen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: A. Calot Escobar

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (EE L 95, σ. 29).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της K. Sebestyén και, αφετέρου, των Zsolt Csaba Kővári, OTP Bank, OTP Faktoring Követeléskezelő Zrt και Raiffeisen Bank Zrt που αφορά την αγωγή της K. Sebestyén με την οποία ζήτησε να διαπιστωθεί η ακυρότητα των ρητρών διαιτησίας που περιλαμβάνονται σε σύμβαση η οποία συνήφθη με τη Raiffeisen Bank Zrt για τη χορήγηση ενυπόθηκου δανείου.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 έχει ως ακολούθως:

«εκτιμώντας [...] ότι, ιδίως, μόνον οι συμβατικές ρήτρες για τις οποίες δεν υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας οδηγίας [...]».

4        Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«1.      Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.

2.      Θεωρείται πάντοτε ότι η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δε μπόρεσε να [επηρεάσει] το περιεχόμενό της, ιδίως στα πλαίσια μιας σύμβασης προσχωρήσεως.

Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιας ρήτρας ή για μια μεμονωμένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, δεν αποκλείει την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στο υπόλοιπο μιας σύμβασης, εάν η συνολική αξιολόγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για σύμβαση προσχώρησης.

Εάν ο επαγγελματίας ισχυρίζεται ότι για μια τυποποιημένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, φέρει το βάρος της απόδειξης.

3.      Το παράρτημα περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές.»

5        Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.»

6        Το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:

«Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας ρήτρας, επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. […]»

7        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»

8        Το παράρτημα της ίδιας οδηγίας απαριθμεί τις ρήτρες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 3, αυτής. Το σημείο 1, στοιχείο π΄, του εν λόγω παραρτήματος έχει ως εξής:

«Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα:

[...]

π)      να καταργούν, ή να παρεμποδίζουν την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή την άσκηση ενδίκων μέσων από τον καταναλωτή, ιδίως με το να υποχρεώνουν τον καταναλωτή να καταφεύγει αποκλειστικά σε διαιτησία μη καλυπτόμενη από νομικές διατάξεις, [...]».

 Το ουγγρικό δίκαιο

9        Το άρθρο 209 του νόμου IV του 1959, περί θεσπίσεως του Αστικού Κώδικα (Polgári törvénykönyvről szóló 1959. évi IV. törvény), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση της κύριας δίκης χρόνο, έχει ως εξής:

«1.      Γενικός συμβατικός όρος ή ρήτρα συμβάσεως συναφθείσας με καταναλωτή που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως είναι καταχρηστικοί αν, κατ’ αντίθεση προς τις επιταγές της καλής πίστης και της ισότητας των συμβαλλομένων, ορίζουν μονομερώς και χωρίς δικαιολογητική βάση τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, όπως απορρέουν από τη σύμβαση, εις βάρος του συμβαλλομένου στον οποίο επιβλήθηκαν.

2.      Για να διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας ρήτρας, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις που υφίσταντο κατά τη σύναψη της συμβάσεως και που οδήγησαν στη σύναψη αυτή, καθώς και η φύση των προβλεπόμενων υπηρεσιών και οι σχέσεις της επίμαχης ρήτρας με άλλες διατάξεις της συμβάσεως ή με άλλες συμβάσεις.

3.      Με ειδική διάταξη μπορούν να προσδιοριστούν οι ρήτρες συμβάσεων με καταναλωτές οι οποίες έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα ή πρέπει να θεωρούνται καταχρηστικές μέχρις αποδείξεως του εναντίου.

4.      Οι διατάξεις που σχετίζονται με τις καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες δεν εφαρμόζονται στους όρους της συμβάσεως που ορίζουν την κύρια παροχή ούτε σε εκείνους που προσδιορίζουν την αντιστοιχία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής.

5.      Συμβατική ρήτρα δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική αν επιβάλλεται από τον νόμο ή περιλήφθηκε στη σύμβαση κατ’ εφαρμογή διατάξεως νόμου ή κανονιστικής πράξεως.»

10      Ο νόμος LXXI του 1994, περί διαιτησίας, προβλέπει στο άρθρο του 3, παράγραφος 1, ότι η διαφορά μπορεί να υπαχθεί προς επίλυση σε διαδικασία διαιτησίας αντί της ένδικης διαδικασίας όταν:

«a)      τουλάχιστον ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη ασκεί κατ’ επάγγελμα εμπορική δραστηριότητα και η διαφορά σχετίζεται με την εν λόγω δραστηριότητα,

b)      τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς και

c)      η διαδικασία διαιτησίας συμφωνήθηκε με ρήτρα διαιτησίας.»

11      Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου ορίζει ως σύμβαση διαιτησίας τη σύμβαση με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη υπάγουν σε διαιτητικό δικαστήριο τις διαφορές που έχουν ανακύψει ή ενδέχεται να ανακύψουν από συγκεκριμένες συμβατικές ή εξωσυμβατικές σχέσεις.

12      Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του νόμου LXXI του 1994, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αγωγή για ζήτημα το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως διαιτησίας υποχρεούται, εκτός αν η αγωγή αφορά το άρθρο 54 του νόμου αυτού, να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη χωρίς να προβεί σε κλήση των διαδίκων ή να περατώσει τη διαδικασία, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των διαδίκων, εκτός εάν θεωρήσει ότι η σύμβαση διαιτησίας είναι ανυπόστατη, άκυρη ή ανίσχυρη ή ότι είναι αδύνατον να εκπληρωθεί.

13      Σύμφωνα με το άρθρο 54 του νόμου LXXI του 1994, κατά της διαιτητικής αποφάσεως δεν χωρεί ένδικο μέσο. Εντούτοις, μπορεί να ζητηθεί από τα δικαστήρια η ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως για τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 55 του νόμου αυτού.

14      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του διατάγματος 18/1999, της 5ης Φεβρουαρίου 1999, για τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές [A fogyasztóval kötött szerződésben tisztességtelennek minősülő feltételekről szóló 18/1999. (II. 5.) Kormányrendelet], προβλέπει ότι στις δανειακές συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα οι συμβατικές ρήτρες οι οποίες:

«[...]

i)      αποκλείουν ή περιορίζουν τις δυνατότητες του καταναλωτή να χρησιμοποιήσει τα μέσα έννομης προστασίας τα οποία έχει εκ του νόμου ή βάσει των συμφωνηθέντων μεταξύ των μερών, εκτός εάν αντί των μέσων αυτών προβλέπουν συγχρόνως άλλες καθοριζόμενες από τον νόμο διαδικασίες επιλύσεως των διαφορών·

[...]».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15      Στις 15 Οκτωβρίου 2008, η K. Sebestyén συνήψε με τη Raiffeisen Bank Zrt σύμβαση ενυπόθηκου δανείου και σύμβαση συστάσεως υποθήκης. Με τις πράξεις αυτές, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ότι τυχόν διαφορές που θα ανέκυπταν μεταξύ τους από τις ως άνω συμβάσεις θα υπάγονταν, με την επιφύλαξη ορισμένων ειδικώς προβλεπομένων εξαιρέσεων, στην αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστηρίου αποτελούμενου από τρεις διαιτητές του Pénz- és Tőkepiaci Állandó Választottbíróság (Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου Κεφαλαιαγοράς).

16      Τα συμβαλλόμενα μέρη προέβλεψαν επίσης στις εν λόγω πράξεις την αποκλειστική αρμοδιότητα του Pesti Központi kerületi bíróság (Πρωτοδικείου του διαμερίσματος της Πέστης) ή του Fővárosi Bíróság (Εφετείου Βουδαπέστης), αναλόγως του ποσού της διαφοράς, για τη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής ή για την ενδεχομένως κινούμενη τακτική διαδικασία σε περίπτωση ανακοπής του οφειλέτη.

17      Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου και της συμβάσεως συστάσεως υποθήκης, η τράπεζα παρέσχε στην K. Sebestyén πληροφορίες σχετικά με τις διαφορές μεταξύ των κανόνων της διαδικασίας ενώπιον των διαιτητικών και ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων. Επιπλέον, κατά την υπογραφή των ως άνω συμβάσεων, η τράπεζα επέστησε μεταξύ άλλων την προσοχή της K. Sebestyén στο γεγονός ότι η διαδικασία διαιτησίας έχει ένα μόνο βαθμό και ότι δεν είναι δυνατή η άσκηση εφέσεως και της επισήμανε ότι τα έξοδα της κινήσεως και της διεκπεραιώσεως της διαιτητικής διαδικασίας είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα έξοδα της διαδικασίας ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων.

18      Ωστόσο, εκτιμώντας ότι οι διαιτητικές ρήτρες που περιέχονται στις εν λόγω συμβάσεις, αφενός, είχαν περιαγάγει τη Raiffeisen Bank Zrt σε πλεονεκτική θέση και, αφετέρου, είχαν περιορίσει αδικαιολόγητα το συνταγματικό δικαίωμά της να προσφεύγει ενώπιον δικαστηρίου, η K. Sebestyén ζήτησε από το Szombathelyi Törvényszék να διαπιστώσει την ακυρότητα των εν λόγω ρητρών.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Szombathelyi Törvényszék αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει να θεωρηθεί καταχρηστική, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της [οδηγίας 93/13], συμβατική ρήτρα η οποία υπάγει τις διαφορές από δανειακή σύμβαση μεταξύ του καταναλωτή και της τράπεζας στην αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστηρίου αποτελούμενου από τρεις διαιτητές του Pénz- és Tőkepiaci Állandó Választottbíróság;

2)      Πρέπει να θεωρηθεί καταχρηστική, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, συμβατική ρήτρα η οποία υπάγει τις διαφορές από τη δανειακή σύμβαση μεταξύ του καταναλωτή και της τράπεζας στην αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστηρίου αποτελούμενου από τρεις διαιτητές του Pénz- és Tőkepiaci Állandó Választottbíróság, με τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τη σύμβαση, παρά το γεγονός ότι στη δανειακή σύμβαση περιέχονται γενικές πληροφορίες για τις διαφορές μεταξύ της διαδικασίας του νόμου LXXI του 1994 […] και της τακτικής ένδικης διαδικασίας;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

20      Κατά το άρθρο 99 του Κανονισμού του Διαδικασίας, όταν η απάντηση σε ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή όταν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει στο υποβληθέν με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.

21      Η διάταξη αυτή πρέπει να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση.

22      Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι ρήτρα περιεχόμενη σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου συναφθείσα μεταξύ τράπεζας και καταναλωτή, η οποία υπάγει την επίλυση κάθε διαφοράς που θα ανακύψει στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής στην αποκλειστική αρμοδιότητα μόνιμου διαιτητικού δικαστηρίου, κατά των αποφάσεων του οποίου δεν χωρεί ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου, πρέπει να θεωρείται καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τούτο δε ακόμη και αν, πριν από την υπογραφή της εν λόγω συμβάσεως, ο καταναλωτής έλαβε γενικές πληροφορίες σχετικά με τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ της διαδικασίας διαιτησίας και της τακτικής ένδικης διαδικασίας.

23      Πρέπει εκ προοιμίου να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν μόνον οι ρήτρες συμβάσεως που συνάπτεται μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή και οι οποίες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως (απόφαση Constructora Principado, C‑226/12, EU:C:2014:10, σκέψη 18).

24      Συναφώς, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι συγκεκριμένη ρήτρα λογίζεται πάντοτε ως μη έχουσα αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής δεν μπόρεσε, ως εκ τούτου, να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ιδίως στο πλαίσιο συμβάσεως προσχωρήσεως (διάταξη Pohotovosť, C‑76/10, EU:C:2010:685, σκέψη 57).

25      Διευκρινίζεται επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σχετικώς αφορά τόσο την ερμηνεία της έννοιας «καταχρηστική ρήτρα», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και στο παράρτημά της, όσο και τα κριτήρια που το εθνικό δικαστήριο μπορεί ή πρέπει να εφαρμόζει κατά την εξέταση συμβατικής ρήτρας υπό το πρίσμα των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας, εξυπακουομένου ότι στο εν λόγω δικαστήριο απόκειται να αποφανθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια αυτά, επί του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού ορισμένης συμβατικής ρήτρας βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της κρινομένης υποθέσεως. Εντεύθεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο οφείλει να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο ενδεικτικά στοιχεία τα οποία το τελευταίο πρέπει να λάβει υπόψη κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της επίμαχης ρήτρας (απόφαση Aziz, C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

26      Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι, αναφερόμενο στις έννοιες της καλής πίστεως και της σημαντικής ανισορροπίας εις βάρος του καταναλωτή μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα τα στοιχεία που καθιστούν καταχρηστική μια συμβατική ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως (βλ. αποφάσεις Freiburger Kommunalbauten, C‑237/02, EU:C:2004:209, σκέψη 19, και Pannon GSM, C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 37).

27      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, για να καθοριστεί αν μια ρήτρα δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή «σημαντική ανισορροπία» μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών τα οποία απορρέουν από τη σύμβαση, πρέπει, μεταξύ άλλων, να ληφθούν υπόψη οι εφαρμοστέοι κατά το εθνικό δίκαιο κανόνες ελλείψει σχετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων. Μέσω της συγκριτικής αυτής αναλύσεως θα μπορέσει το εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν, και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό η σύμβαση θέτει τον καταναλωτή σε νομική κατάσταση λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη που προβλέπει η ισχύουσα εθνική νομοθεσία. Ομοίως, είναι χρήσιμη, προς τούτο, η εξέταση της νομικής καταστάσεως στην οποία βρίσκεται ο εν λόγω καταναλωτής, υπό το πρίσμα των μέσων που διαθέτει, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, για την παύση της χρήσεως καταχρηστικών ρητρών (βλ. απόφαση Aziz, EU:C:2013:164, σκέψη 68).

28      Όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε η εν λόγω ανισορροπία «παρά την απαίτηση καλής πίστης», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13, το εθνικό δικαστήριο πρέπει προς τούτο να εξακριβώσει αν ο επαγγελματίας, έχοντας συμπεριφερθεί κατά τρόπο έντιμο και δίκαιο έναντι του καταναλωτή, μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο καταναλωτής θα δεχθεί την οικεία ρήτρα κατόπιν ατομικής διαπραγματεύσεως (βλ. απόφαση Aziz, EU:C:2013:164, σκέψη 69).

29      Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, ο καταχρηστικός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο της συμβάσεως και με αναφορά, κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, σε όλες τις περιστάσεις που υφίστανται κατά τη σύναψή της (αποφάσεις Pannon GSM, EU:C:2009:350, σκέψη 39, και VB Pénzügyi Lízing, C‑137/08, EU:C:2010:659, σκέψη 42). Εντεύθεν προκύπτει ότι, υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει επίσης να εκτιμώνται οι συνέπειες που μπορεί να έχει η εν λόγω ρήτρα στο πλαίσιο του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου, εκτίμηση η οποία προϋποθέτει την εξέταση του εθνικού νομικού συστήματος (βλ. απόφαση Freiburger Kommunalbauten, EU:C:2004:209, σκέψη 21, και διάταξη Pohotovosť, EU:C:2010:685, σκέψη 59).

30      Με γνώμονα τα κριτήρια αυτά εναπόκειται στο Szombathelyi Törvényszék να εκτιμήσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της επίμαχης στο πλαίσιο της κύριας δίκης ρήτρας διαιτησίας.

31      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το παράρτημα της οδηγίας 93/13, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, αυτής, περιέχει ενδεικτικό και όχι εξαντλητικό κατάλογο των ρητρών που μπορούν να κριθούν καταχρηστικές (βλ. απόφαση Invitel, C‑472/10, EU:C:2012:242, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, στο σημείο 1, στοιχείο π΄, του εν λόγω παραρτήματος, ακριβώς οι ρήτρες που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να καταργούν ή να παρεμποδίζουν την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή την άσκηση ενδίκων μέσων από τον καταναλωτή, ιδίως με το να υποχρεώνουν τον καταναλωτή να καταφεύγει αποκλειστικά σε διαιτησία μη καλυπτόμενη από νομικές διατάξεις.

32      Το περιεχόμενο του εν λόγω παραρτήματος της οδηγίας 93/13 δεν αρκεί μεν από μόνο του για να διαπιστωθεί αυτομάτως ότι η επίμαχη ρήτρα είναι καταχρηστική, πλην όμως αποτελεί, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, βασικό στοιχείο στο οποίο το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας αυτής (απόφαση Invitel, EU:C:2012:242, σκέψη 26).

33      Επιπλέον, όσον αφορά το ζήτημα αν μια ρήτρα όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική παρά το γεγονός ότι ο καταναλωτής έλαβε πριν από τη σύναψη της συμβάσεως γενικές πληροφορίες σχετικά με τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ της διαδικασίας διαιτησίας και της τακτικής ένδικης διαδικασίας, πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, στο πλαίσιο του άρθρου 5 της οδηγίας 93/13, ότι η πληροφόρηση, πριν από τη σύναψη συμβάσεως, σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες της εν λόγω συνάψεως είναι ουσιώδους σημασίας για τον καταναλωτή. Βάσει ιδίως της πληροφορήσεως αυτής ο καταναλωτής αποφασίζει αν επιθυμεί να δεσμευθεί από τους όρους που έχει εκ των προτέρων διατυπώσει ο επαγγελματίας (απόφαση Constructora Principado, EU:C:2014:10, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34      Ωστόσο, και ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι γενικές πληροφορίες που έλαβε ο καταναλωτής πριν από τη σύναψη συμβάσεως ικανοποιούν τις απαιτήσεις σαφήνειας και διαφάνειας που απορρέουν από το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας, βάσει του γεγονότος αυτού και μόνον δεν μπορεί να αποκλειστεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας ρήτρας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.

35      Αν το οικείο εθνικό δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρήτρα πρέπει να θεωρηθεί καταχρηστική κατά την έννοια της οδηγίας 93/13, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, εναπόκειται στην περίπτωση αυτή στο εν λόγω δικαστήριο να συναγάγει όλες τις συνέπειες που απορρέουν από τον χαρακτηρισμό αυτό κατά το εθνικό δίκαιο προκειμένου να εξασφαλίσει ότι ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από την εν λόγω ρήτρα (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση Asturcom Telecomunicaciones, C‑40/08, EU:C:2009:615, σκέψη 59).

36      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 93/13 καθώς και το σημείο 1, στοιχείο π΄, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι εναπόκειται στο οικείο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν μια ρήτρα που περιέχεται σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου συναφθείσα μεταξύ τράπεζας και καταναλωτή, η οποία υπάγει στην αποκλειστική αρμοδιότητα μόνιμου διαιτητικού δικαστηρίου, κατά των αποφάσεων του οποίου δεν χωρεί ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου, την επίλυση κάθε διαφοράς που θα ανακύψει στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής, πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων που υφίσταντο κατά τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως, να θεωρηθεί καταχρηστική κατά την έννοια των διατάξεων αυτών. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, το οικείο εθνικό δικαστήριο πρέπει μεταξύ άλλων:

–        να εξακριβώσει αν η επίμαχη ρήτρα έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να καταργεί ή να παρεμποδίζει την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή την άσκηση ενδίκων μέσων από τον καταναλωτή, και

–        να λάβει υπόψη το γεγονός ότι από τη γνωστοποίηση και μόνον στον καταναλωτή, πριν από τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως, γενικών πληροφοριών σχετικά με τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ της διαδικασίας διαιτησίας και της τακτικής ένδικης διαδικασίας δεν μπορεί να αποκλειστεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας της ρήτρας αυτής.

Αν η ως άνω ρήτρα κριθεί καταχρηστική, εναπόκειται στο εν λόγω δικαστήριο να συναγάγει όλες τις συνέπειες που απορρέουν από τον χαρακτηρισμό αυτό κατά το εθνικό δίκαιο προκειμένου να εξασφαλίσει ότι ο καταναλωτής αυτός δεν δεσμεύεται από την εν λόγω ρήτρα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

37      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, καθώς και το σημείο 1, στοιχείο π΄, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής έχουν την έννοια ότι εναπόκειται στο οικείο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν μια ρήτρα που περιέχεται σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου συναφθείσα μεταξύ τράπεζας και καταναλωτή, η οποία υπάγει στην αποκλειστική αρμοδιότητα μόνιμου διαιτητικού δικαστηρίου, κατά των αποφάσεων του οποίου δεν χωρεί ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου, την επίλυση κάθε διαφοράς που θα ανακύψει στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής, πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων που υφίσταντο κατά τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως, να θεωρηθεί καταχρηστική κατά την έννοια των διατάξεων αυτών. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, το οικείο εθνικό δικαστήριο πρέπει μεταξύ άλλων:

–        να εξακριβώσει αν η επίμαχη ρήτρα έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να καταργεί ή να παρεμποδίζει την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή την άσκηση ενδίκων μέσων από τον καταναλωτή, και

–        να λάβει υπόψη το γεγονός ότι από τη γνωστοποίηση και μόνον στον καταναλωτή, πριν από τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως, γενικών πληροφοριών σχετικά με τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ της διαδικασίας διαιτησίας και της τακτικής ένδικης διαδικασίας δεν μπορεί να αποκλειστεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας της ρήτρας αυτής.

Αν η ως άνω ρήτρα κριθεί καταχρηστική, εναπόκειται στο εν λόγω δικαστήριο να συναγάγει όλες τις συνέπειες που απορρέουν από τον χαρακτηρισμό αυτό κατά το εθνικό δίκαιο προκειμένου να εξασφαλίσει ότι ο καταναλωτής αυτός δεν δεσμεύεται από την εν λόγω ρήτρα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.