Language of document : ECLI:EU:C:2013:43

Υπόθεση C‑12/11

Denise McDonagh

κατά

Ryanair Ltd

(αίτηση του Dublin Metropolitan District Court
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Αεροπορικές μεταφορές — Κανονισμός (ΕΚ) 261/2004 — Έννοια των “έκτακτων περιστάσεων” — Υποχρέωση παροχής βοήθειας στους επιβάτες σε περίπτωση ματαιώσεως πτήσεως λόγω “έκτακτων περιστάσεων” — Ηφαιστειακή έκρηξη συνεπαγόμενη απαγόρευση της εναέριας κυκλοφορίας — Έκρηξη του ισλανδικού ηφαιστείου Eyjafjallajökull»

Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα)
της 31ης Ιανουαρίου 2013

1.        Μεταφορές — Αεροπορικές μεταφορές — Κανονισμός 261/2004 — Κοινοί κανόνες αποζημιώσεως των επιβατών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση αρνήσεως επιβιβάσεως και ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως — Μη τήρηση από αερομεταφορέα της υποχρεώσεως παροχής φροντίδας προς τους επιβάτες — Δικαίωμα των επιβατών προς αποζημίωση — Περιεχόμενο

(Κανονισμός 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 5 § 1, στοιχείο β΄, και 9)

2.        Μεταφορές — Αεροπορικές μεταφορές — Κανονισμός 261/2004 — Κοινοί κανόνες αποζημιώσεως των επιβατών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση αρνήσεως επιβιβάσεως και ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως — Έκτακτες περιστάσεις — Έννοια — Απαγόρευση εναέριας κυκλοφορίας λόγω της εκρήξεως ηφαιστείου — Εμπίπτουν — Απαλλαγή των αερομεταφορέων από την υποχρέωση παροχής φροντίδας προς τους επιβάτες — Δεν υφίσταται

(Κανονισμός 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2, άρθρα 5 § 1, στοιχείο β΄, και 9)

3.        Μεταφορές — Αεροπορικές μεταφορές — Κανονισμός 261/2004 — Κοινοί κανόνες αποζημιώσεως των επιβατών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση αρνήσεως επιβιβάσεως και ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως — Υποχρέωση παροχής φροντίδας προς τους επιβάτες σε περίπτωση ματαιώσεως πτήσεως λόγω έκτακτων περιστάσεων — Περιεχόμενο — Χρονικός ή χρηματικός περιορισμός — Δεν υφίσταται

(Κανονισμός 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 5 § 3 και 9)

4.        Μεταφορές — Αεροπορικές μεταφορές — Κανονισμός 261/2004 — Κοινοί κανόνες αποζημιώσεως των επιβατών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση αρνήσεως επιβιβάσεως και ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως — Υποχρέωση παροχής φροντίδας προς τους επιβάτες σε περίπτωση ματαιώσεως πτήσεως λόγω έκτακτων περιστάσεων — Μη τήρηση — Δικαίωμα αποζημιώσεως — Περιεχόμενο

(Κανονισμός 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 5 § 1, στοιχείο β΄, και 9)

5.        Μεταφορές — Αεροπορικές μεταφορές — Κανονισμός 261/2004 — Μέτρα παροχής βοήθειας και αποζημίωσης των επιβατών σε περίπτωση ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης — Προϋποθέσεις ασκήσεως — Σύμβαση του Μόντρεαλ — Μη εφαρμογή

(Κανονισμός 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· Σύμβαση του Μόντρεαλ του 1999)

6.        Μεταφορές — Αεροπορικές μεταφορές — Κανονισμός 261/2004 — Μέτρα παροχής βοήθειας και αποζημίωσης των επιβατών σε περίπτωση ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης — Υποχρέωση παροχής φροντίδας προς τους επιβάτες σε περίπτωση ματαιώσεως πτήσεως λόγω έκτακτων περιστάσεων — Παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων — Δεν υφίσταται

(Κανονισμός 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 5 § 1, στοιχείο β΄, και 9)

1.        Ο επιβάτης αεροπορικής πτήσης μπορεί να επικαλεσθεί, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, τη μη τήρηση εκ μέρους του αερομεταφορέα της υποχρεώσεως παροχής φροντίδας που προβλέπεται στα άρθρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 9 του κανονισμού 261/2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης, προκειμένου ο αερομεταφορέας να του καταβάλει αποζημίωση για τις δαπάνες τις οποίες όφειλε να αναλάβει δυνάμει των εν λόγω διατάξεων.

(βλ. σκέψη 24)

2.        Το άρθρο 5 του κανονισμού 261/2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης, έχει την έννοια ότι περιστάσεις όπως αυτές της απαγόρευσης της εναέριας κυκλοφορίας σε τμήμα του ευρωπαϊκού εναέριου χώρου μετά την έκρηξη ενός ηφαιστείου αποτελούν «έκτακτες περιστάσεις» κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού, οι οποίες δεν απαλλάσσουν τους αερομεταφορείς από την υποχρέωση παροχής φροντίδας που προβλέπεται στα άρθρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 9 του κανονισμού 261/2004.

Συγκεκριμένα, ο προσδιορισμός της σημασίας και του περιεχομένου εκφράσεων ως προς τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο δεν παρέχει κανέναν ορισμό πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου αυτές χρησιμοποιούνται και τους σκοπούς που επιδιώκει η ρύθμιση της οποίας αποτελούν τμήμα. Συναφώς, στο πλαίσιο των αεροπορικών μεταφορών, ως «έκτακτες περιστάσεις» ορίζεται γεγονός το οποίο δεν συνδέεται αναπόσπαστα με την κανονική άσκηση της δραστηριότητας του οικείου αερομεταφορέα και διαφεύγει από τον αποτελεσματικό έλεγχό του, λόγω της φύσεως και των αιτίων του. Με άλλα λόγια, στις έκτακτες περιστάσεις περιλαμβάνονται όλες οι περιστάσεις που διαφεύγουν από τον έλεγχο του αερομεταφορέα, ανεξάρτητα από τη φύση των περιστάσεων αυτών και τη σοβαρότητά τους.

Η υποχρέωση παροχής φροντίδας βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού 261/2004 επιβάλλεται στον αερομεταφορέα ανεξάρτητα από το γεγονός που προκάλεσε τη ματαίωση της πτήσης. Συναφώς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι ο κανονισμός αυτός αποβλέπει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του επιβατικού κοινού και λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις προστασίας του καταναλωτή εν γένει, εφόσον η ματαίωση μιας πτήσεως προκαλεί σοβαρή αναστάτωση στους επιβάτες.

(βλ. σκέψεις 28, 29, 31, 34, διατακτ. 1)

3.        Από το γράμμα του εν λόγω κανονισμού, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης, δεν προκύπτει κανένας περιορισμός, χρονικός ή χρηματικός, της υποχρεώσεως παροχής φροντίδας προς τους επιβάτες υπό έκτακτες περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού.

Συγκεκριμένα, από το άρθρο 9 του κανονισμού 261/2004 συνάγεται ότι το σύνολο των υποχρεώσεων παροχής φροντίδας προς τους επιβάτες που υφίστανται τις συνέπειες από ματαίωση πτήσεως επιβάλλεται, εξ ολοκλήρου, στον αερομεταφορέα για όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι θιγόμενοι επιβάτες πρέπει να αναμένουν τη μεταφορά τους με άλλη πτήση.

Συναφώς, η φροντίδα των επιβατών αυτών αποδεικνύεται εξαιρετικά σημαντική στην περίπτωση που οι έκτακτες περιστάσεις εξακολουθούν να υφίστανται και είναι αναγκαίο, ακριβώς στην περίπτωση που η αναμονή λόγω της ματαιώσεως της πτήσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλη, να εξασφαλιστεί ότι ο επιβάτης της ματαιωθείσας πτήσεως μπορεί να έχει πρόσβαση στα προϊόντα και τις υπηρεσίες πρώτης ανάγκης, και τούτο καθ’ όλη τη διάρκεια της αναμονής.

(βλ. σκέψεις 40-42)

4.        Τα άρθρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 9 του κανονισμού 261/2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης, έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση ματαιώσεως πτήσεως λόγω «έκτακτων περιστάσεων» η διάρκεια των οποίων είναι ιδιαίτερα μεγάλη, η υποχρέωση παροχής φροντίδας προς τους επιβάτες αεροπορικών πτήσεων που προβλέπεται με τις διατάξεις αυτές πρέπει να τηρείται, χωρίς εκ του λόγου αυτού να κλονίζεται το κύρος των εν λόγω διατάξεων.

Συναφώς, το γεγονός ότι η υποχρέωση παροχής φροντίδας συνεπάγεται οικονομικές συνέπειες για τους αερομεταφορείς δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι οι συνέπειες αυτές δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπερβολικές σε σχέση με τον σκοπό της εξασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας των επιβατών. Συγκεκριμένα, η σημασία που έχει ο σκοπός προστασίας των καταναλωτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται βέβαια και οι επιβάτες των αεροσκαφών, μπορεί να δικαιολογήσει τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες που ενδέχεται να προκύπτουν για ορισμένους επιχειρηματίες, ακόμη και αν οι συνέπειες αυτές είναι σημαντικές. Εξάλλου, οι αερομεταφορείς οφείλουν, ως επιχειρηματίες που έχουν τη συνήθη ενημέρωση, να προβλέπουν τις δαπάνες που συνδέονται με την εκπλήρωση, ενδεχομένως, της υποχρεώσεώς τους παροχής φροντίδας και μπορούν, επιπλέον, να μετακυλίσουν τις δαπάνες που θα προκύψουν από την εν λόγω υποχρέωση στην τιμή του εισιτηρίου.

Ωστόσο, ο επιβάτης αεροπορικής πτήσεως μπορεί να λάβει, ως αποζημίωση λόγω μη συμμόρφωσης του αερομεταφορέα με την υποχρέωσή του παροχής φροντίδας που προβλέπεται στα άρθρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 9 του κανονισμού 261/2004, μόνον το ποσό που, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, ήταν απαραίτητο, κατάλληλο και εύλογο προκειμένου να αναπληρωθεί η παράλειψη του αερομεταφορέα να παρέχει φροντίδα στον εν λόγω επιβάτη, γεγονός που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει.

(βλ. σκέψεις 47-51, 66, διατακτ. 2)

5.        Τα τυποποιημένα και άμεσα μέτρα αποκαταστάσεως της ζημίας που προβλέπει ο κανονισμός 261/2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης, δεν συγκαταλέγονται στα μέτρα των οποίων τις προϋποθέσεις ρυθμίζει η Σύμβαση του Μόντρεαλ, για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές. Συνεπώς, παρέλκει η εξέταση του κύρους των εν λόγω διατάξεων υπό το πρίσμα της αρχής της θεμιτής ισορροπίας συμφερόντων της εν λόγω Σύμβασης.

(βλ. σκέψεις 52, 53)

6.        Τα άρθρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 9 του κανονισμού 261/2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης, τα οποία επιβάλλουν στους αερομεταφορείς την παροχή φροντίδας προς τους επιβάτες υπό έκτακτες περιστάσεις, δεν παραβιάζουν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

Συγκεκριμένα, η κατάσταση στην οποία τελούν οι επιχειρήσεις στον τομέα δραστηριότητας των διαφόρων μέσων μεταφοράς δεν είναι συγκρίσιμη στον βαθμό που, λαμβανομένων υπόψη του τρόπου λειτουργίας τους, των όρων προσβάσεώς τους και της κατανομής των δικτύων τους, οι διάφοροι αυτοί τρόποι μεταφοράς δεν είναι εναλλάξιμοι όσον αφορά τους όρους χρησιμοποιήσεώς τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε κανόνες που προβλέπουν διαφορετικό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, αναλόγως του οικείου τομέα μεταφορών.

(βλ. σκέψεις 56-58)