Language of document : ECLI:EU:C:2013:114

Υπόθεση C‑483/10

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Βασιλείου της Ισπανίας

«Παράβαση κράτους μέλους — Ανάπτυξη των κοινοτικών σιδηροδρόμων — Οδηγία 2001/14/ΕΚ — Κατανομή της χωρητικότητας της σιδηροδρομικής υποδομής — Χρεώσεις — Τέλη — Διαχειριστική ανεξαρτησία»

Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα)
της 28ης Φεβρουαρίου 2013

1.        Μεταφορές — Σιδηροδρομικές μεταφορές — Οδηγία 2001/14 — Κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και χρεώσεις — Χρέωση για τη χρήση της υποδομής — Υποχρεώσεις των κρατών μελών — Περιεχόμενο — Καθορισμός του ύψους του τέλους χρήσης της υποδομής — Δεν εμπίπτει — Αρμοδιότητα του διαχειριστή της υποδομής

(Οδηγία 2001/14 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 1)

2.        Κράτη μέλη — Υποχρεώσεις — Εκτέλεση των οδηγιών — Παράβαση κράτους μέλους — Δικαιολογητικός λόγος αντλούμενος από την εσωτερική έννομη τάξη — Δεν επιτρέπεται

(Άρθρο 258 ΣΛΕΕ)

3.        Μεταφορές — Σιδηροδρομικές μεταφορές — Οδηγία 2001/14 — Κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και χρεώσεις — Χρέωση για τη χρήση της υποδομής — Υποχρεώσεις των κρατών μελών — Καθιέρωση ενός συστήματος βελτίωσης των επιδόσεων — Περιεχόμενο

(Οδηγία 2001/14 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 11 § 1)

4.        Μεταφορές — Σιδηροδρομικές μεταφορές — Οδηγία 2001/14 — Κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και χρεώσεις — Χωρητικότητα της υποδομής — Υποχρεώσεις των κρατών μελών — Θέσπιση συγκεκριμένων κανόνων για την κατανομή — Περιεχόμενο

(Οδηγία 2001/14 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 1)

5.        Μεταφορές — Σιδηροδρομικές μεταφορές — Οδηγία 2001/14 — Κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και χρεώσεις — Χωρητικότητα της υποδομής — Υποχρεώσεις των κρατών μελών — Διασφάλιση της δίκαιης και χωρίς διακρίσεις πρόσβασης των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων στο σιδηροδρομικό δίκτυο

(Οδηγία 2001/14 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, αιτιολογική σκέψη 11 και άρθρα 13 §§ 2, εδ. 1, και 2, 14 § 1 και 17)

1.        Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/14, σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταρτίσουν ένα πλαίσιο χρέωσης για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής και μπορούν επίσης να καθορίζουν συγκεκριμένους κανόνες χρέωσης, σεβόμενα παράλληλα τη διαχειριστική ανεξαρτησία του διαχειριστή της υποδομής. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο διαχειριστής αυτός έχει την υποχρέωση αφενός να καθορίζει το τέλος χρήσης της υποδομής και αφετέρου να προβαίνει στην είσπραξή του.

Για να διασφαλίζεται συναφώς η διαχειριστική ανεξαρτησία του διαχειριστή της υποδομής, ο διαχειριστής αυτός πρέπει να έχει, εντός του πλαισίου χρέωσης που καθορίζουν τα κράτη μέλη, ορισμένη διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό του ύψους των τελών, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τον καθορισμό αυτό ως μέσο διαχείρισης.

(βλ. σκέψεις 39, 49)

2.        Βλ. το κείμενο της απόφασης.

(βλ. σκέψη 51)

3.        Από το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/14, σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής, συνάγεται, πρώτον, ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να ενσωματώνουν στα συστήματα χρέωσης υποδομής που θεσπίζουν ένα σύστημα βελτίωσης των επιδόσεων που να λειτουργεί ως κίνητρο για την εκ μέρους των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και του διαχειριστή της υποδομής βελτίωση των επιδόσεων του δικτύου. Δεύτερον, όσον αφορά το είδος των μέτρων που μπορούν να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη για την παροχή κινήτρων, τα εν λόγω κράτη παραμένουν ελεύθερα να επιλέγουν τα συγκεκριμένα μέτρα που θα αποτελούν μέρος του συστήματος αυτού, εφόσον τα μέτρα αυτά συνιστούν ενιαίο σύνολο που εμφανίζει συνοχή και διαφάνεια και μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύστημα βελτίωσης των επιδόσεων.

Από την άποψη αυτή, το γεγονός ότι η εθνική νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει απλώς τη δυνατότητα καθιέρωσης ενός συστήματος βελτίωσης των επιδόσεων δεν αρκεί για την εφαρμογή του άρθρου 11 της οδηγίας 2001/14. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο απαιτεί από τα κράτη μέλη να ενσωματώνουν στο σύστημα χρέωσης και να εφαρμόζουν στην πράξη ένα σύστημα βελτίωσης των επιδόσεων.

(βλ. σκέψεις 64, 66)

4.        Οι συγκεκριμένοι κανόνες κατανομής χωρητικότητας, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/14, σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής, δεν έχουν την έννοια ότι παρέχουν στον ρυθμιστικό φορέα της αγοράς σιδηροδρομικών υπηρεσιών διακριτική ευχέρεια ενόψει της κατανομής της χωρητικότητας της υποδομής.

Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνο ότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα του εν λόγω ρυθμιστικού φορέα να καθορίζει, εφόσον είναι αναγκαίο, τις προτεραιότητες κατανομής για τους διαφόρους τύπους υπηρεσιών σε κάθε γραμμή, στην περίπτωση που για τον ίδιο χρονοδιάδρομο έχουν υποβληθεί περισσότερες από μία αιτήσεις ή που το δίκτυο είναι κορεσμένο, αποτελεί, καθαυτό, πηγή νομικής αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις και δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι σύμφωνο με την απαίτηση του άρθρου 14, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, κατά την οποία τα κράτη μέλη πρέπει να ορίζουν τους εκάστοτε κανόνες κατανομής χωρητικότητας.

(βλ. σκέψεις 87, 89, 90)

5.        Αν ληφθεί υπόψη ένας από τους σκοπούς της οδηγίας 2001/14, σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής, και συγκεκριμένα ο σκοπός διασφάλισης ισότιμης και χωρίς διακρίσεις πρόσβασης των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων στο σιδηροδρομικό δίκτυο, όπως ο σκοπός αυτός προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 11 της εν λόγω οδηγίας, συνάγεται ότι με την προβλεπόμενη στο άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής απαγόρευση χρήσης της χωρητικότητας της υποδομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από την περίοδο ισχύος του πίνακα δρομολογίων επιδιώκεται η αποφυγή του ενδεχομένου να έχει μια επιχείρηση το δικαίωμα χρήσης ενός χρονοδιαδρόμου επ’ αόριστο. Το δεύτερο εδάφιο της ίδιας αυτής παραγράφου επιτρέπει πάντως μια εξαίρεση από την απαγόρευση αυτή, εφόσον έχει συναφθεί μεταξύ του διαχειριστή της υποδομής και της σιδηροδρομικής επιχείρησης συμφωνία-πλαίσιο, σύμφωνα με το άρθρο 17 της ίδιας αυτής οδηγίας.

Από την άποψη αυτή, η νομοθεσία κράτους μέλους που ανάγει το κριτήριο της πραγματικής χρήσης του δικτύου σε κριτήριο για την κατανομή της χωρητικότητας της υποδομής στην περίπτωση που για τον ίδιο χρονοδιάδρομο έχουν υποβληθεί περισσότερες από μία αιτήσεις ή που το δίκτυο είναι κορεσμένο είναι αντίθετη προς το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/14, διότι το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη η πραγματική χρήση του δικτύου δεν προϋποθέτει τη σύναψη συμφωνίας-πλαισίου.

Επιπλέον, αυτό το κριτήριο κατανομής της χωρητικότητας δημιουργεί διακρίσεις, διότι οδηγεί στη διατήρηση των πλεονεκτημάτων που έχουν οι συνήθεις χρήστες και στην παρεμπόδιση της πρόσβασης των νεοεισερχόμενων στην αγορά επιχειρηματιών στους πιο ελκυστικούς χρονοδιαδρόμους. Το εν λόγω κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να προβάλλει ως δικαιολογητικό λόγο των διακρίσεων αυτών τον σκοπό διασφάλισης της αποδοτικότερης εκμετάλλευσης της υποδομής, καθόσον η οδηγία 2001/14 περιέχει ειδικές διατάξεις για την παροχή κινήτρων για την αποδοτική χρήση της χωρητικότητας της υποδομής, με παράλληλη διασφάλιση της δίκαιης και χωρίς διακρίσεις πρόσβασης στο σιδηροδρομικό δίκτυο.

(βλ. σκέψεις 92-93, 95, 96, 98)