Language of document : ECLI:EU:F:2013:215

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 12ης Δεκεμβρίου 2013

Υπόθεση F‑47/13

Pierre Debaty

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Προαγωγή — Περίοδος προαγωγών 2012 — Απόφαση περί μη προαγωγής του προσφεύγοντος — Μετάταξη σε άλλο θεσμικό όργανο εντός της περιόδου προαγωγών που προηγείται εκείνης κατά τη διάρκεια της οποίας θα άρχιζε να ισχύει τυχόν απόφαση προαγωγής — Θεσμικό όργανο αρμόδιο να αποφασίσει σχετικά με την προαγωγή του μεταταχθέντος υπαλλήλου»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106Α της Συνθήκης αυτής , με την οποία ο P. Debaty ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί μη προαγωγής του στον βαθμό AD 11 κατά την περίοδο προαγωγών 2012, καθώς και να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να αποκαταστήσει τη ζημία που φέρεται ως προκληθείσα από την απόφαση αυτή.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται ως προδήλως στερούμενη νομικού ερείσματος. Ο P. Debaty φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Προαγωγή — Συγκριτική εξέταση των προσόντων — Mετάταξη σε άλλο θεσμικό όργανο κατά τη διάρκεια του έτους που προηγείται της περιόδου προαγωγών — Αρμοδιότητα του οργάνου υποδοχής να αποφασίσει για την προαγωγή

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

2.      Υπάλληλοι — Προαγωγή — Συγκριτική εξέταση των προσόντων — Εξουσία εκτιμήσεως της Διοικήσεως — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

1.      Σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 45 του ΚΥΚ, εφόσον ένας υπάλληλος έχει τη δυνατότητα προαγωγής κατά το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου μετατάχθηκε από ένα θεσμικό όργανο σε άλλο, αρμόδια να αποφασίσει για την προαγωγή του αρχή είναι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οργάνου από το οποίο προέρχεται ο υπάλληλος. Πράγματι, για να αποφασίσει αν ένας υπάλληλος πρέπει να προαχθεί αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου του έτους N (και ακόμη γενικότερα εντός του έτους N), η εν λόγω αρχή πρέπει, στην πράξη, να προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων κατά το παρελθόν, ιδίως κατά το έτος N-1 και βάσει των εκθέσεων αξιολογήσεως των επιδόσεων των εν λόγω υπαλλήλων κατά τα έτη N-1 και προηγούμενα. Συναφώς, είναι πράγματι αναγκαίο να συγκριθούν τα προσόντα των μεταταχθέντων υπαλλήλων με εκείνα των υπαλλήλων που ήσαν ακόμη συνάδελφοί τους κατά το έτος που προηγήθηκε της μετατάξεώς τους, εκτίμηση η οποία είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνον από το θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχεται ο υπάλληλος.

Αντιθέτως, δεν ισχύει το ίδιο εάν η μετάταξη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε κατά το έτος που προηγήθηκε εκείνου εντός του οποίου ο υπάλληλος μπορούσε να προαχθεί από 1ης Ιανουαρίου. Στην περίπτωση αυτή, τα προσόντα του υπαλλήλου για το έτος N‑1 δεν μπορούν να συγκριθούν αποκλειστικά με τα προσόντα των πρώην συναδέλφων του από το όργανο προελεύσεώς του, καθόσον πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα προσόντα των συναδέλφων του στο νέο όργανο. Υπό τις συνθήκες αυτές, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οργάνου υποδοχής του υπαλλήλου απόκειται να αποφασίσει για την προαγωγή του. Η σύγκριση των προσόντων και των εκθέσεων αξιολογήσεως υπαλλήλου ο οποίος μόλις μετατάχθηκε από ένα θεσμικό όργανο σε άλλο είναι λιγότερο ευχερής από τη σύγκριση μεταξύ των υπαλλήλων του οργάνου υποδοχής και μόνο, αλλά δεν είναι, αφ’ εαυτής, αδύνατη ούτε εισάγει δυσμενείς διακρίσεις. Η σύγκριση αυτή απαιτεί επιπλέον πρόσθετη προσπάθεια προκειμένου να καταστούν συγκρίσιμες αξιολογήσεις οι οποίες, αρχικώς, δεν μπορούν κατ’ ανάγκη να συγκριθούν χωρίς πάντως η προσπάθεια αυτή να μπορεί να εξομοιωθεί με παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

(βλ. σκέψεις 22 έως 25)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 11 Ιουνίου 1998, T‑167/97, Σκρίκας κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 45

ΔΔΔΕΕ: 28 Ιουνίου 2011, F‑128/10, Mora Carrasco κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 35 και 39· 5 Ιουλίου 2011, F‑38/11, Alari κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 31

2.      Προκειμένου να εκτιμηθούν τα προσόντα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αποφάσεως περί προαγωγής δυνάμει του άρθρου 45 του ΚΥΚ, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και ο έλεγχος του δικαστή της Ένωσης πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν, λαμβανομένων υπόψη των μεθόδων και των μέσων που οδήγησαν τη Διοίκηση στην εκτίμησή της, αυτή παρέμεινε εντός μη επιλήψιμων ορίων και δεν χρησιμοποίησε την εξουσία της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο. Ένα σφάλμα είναι πρόδηλο οσάκις μπορεί να γίνει αντιληπτό ευχερώς και να εντοπιστεί βάσει των κριτηρίων από τα οποία ο νομοθέτης έχει εξαρτήσει τις αποφάσεις περί προαγωγής. Κατά συνέπεια, τα αποδεικτικά στοιχεία, το βάρος προσκομίσεως των οποίων φέρει ο προσφεύγων για να αποδείξει ότι η Διοίκηση υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ικανή να δικαιολογήσει την ακύρωση αποφάσεως, πρέπει να αρκούν για την ανατροπή των εκτιμήσεων της Διοικήσεως. Με άλλα λόγια, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από πρόδηλη πλάνη πρέπει να απορρίπτεται εάν, παρά τα στοιχεία που προσκομίζει ο προσφεύγων, η προσβαλλόμενη εκτίμηση μπορεί να γίνει δεκτή ως αληθής ή έγκυρη.

(βλ. σκέψεις 31 και 33)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 29 Φεβρουαρίου 1996, T‑547/93, Lopes κατά Δικαστηρίου, σκέψη 133 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΓΔΕΕ: 16 Μαΐου 2013, T‑281/11 P, Canga Fano κατά Συμβουλίου, σκέψη 41

ΔΔΔΕΕ: 24 Μαρτίου 2011, F‑104/09, Canga Fano κατά Συμβουλίου, σκέψη 35· 18 Απριλίου 2012, F‑50/11, Buxton κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία