Language of document : ECLI:EU:F:2013:193

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(τρίτο τμήμα)

της 11ης Δεκεμβρίου 2013

Υπόθεση F‑142/12

A

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Κοινωνική ασφάλιση — Aτύχημα ή επαγγελματική ασθένεια — Άρθρο 73 ΚΥΚ — Μόνιμη μερική αναπηρία — Αίτημα αποζημιώσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο Α ζητεί, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 11ης Ιανουαρίου 2012 με την οποία του αναγνωρίζεται ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας (στο εξής: ποσοστό ΜΜΑ) 20 % και καθορίζεται ως ημερομηνία κατά την οποία παγιώθηκαν οι συνέπειες της επαγγελματικής ασθένειάς του η 25η Φεβρουαρίου 2010 και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τον αποζημιώσει για διάφορες ζημίες που ισχυρίζεται ότι υπέστη, λόγω, αφενός, της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως της 11ης Ιανουαρίου 2012 και, αφετέρου, της επαγγελματικής ασθένειάς του.

Απόφαση:      Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 11ης Ιανουαρίου 2012, για την περάτωση της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν της επαγγελματικής ασθένειας του A, ακυρώνεται. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα καταβάλει στον Α το ποσόν των 3 500 ευρώ. Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο Α.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση κατά ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών — Ιατρική πραγματογνωμοσύνη — Περιθώριο εκτιμήσεως της ιατρικής επιτροπής — Δικαστικός έλεγχος — Όρια — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73)

2.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση κατά ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών — Ιατρική πραγματογνωμοσύνη — Υποχρέωση αιτιολογήσεως της ιατρικής επιτροπής — Περιεχόμενο — Ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολογία — Έννομες συνέπειες — Ακύρωση της αποφάσεως που στηρίζεται στη γνωμάτευση της ιατρικής επιτροπής

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73)

3.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση κατά ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών — Ιατρική πραγματογνωμοσύνη — Ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής να αποκλίνει από τη γνωμάτευση της ιατρικής επιτροπής — Δεν υφίσταται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73)

4.      Υπαλληλικές προσφυγές — Ακυρωτική απόφαση — Αποτελέσματα — Υποχρέωση λήψεως μέτρων εκτελέσεως — Παράταση της καταστάσεως αναμονής που προκλήθηκε από την έλλειψη νομιμότητας αποφάσεως θεσμικού οργάνου — Προσήκουσα ικανοποίηση της ηθικής βλάβης

(Άρθρο 266 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73)

5.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση κατά ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών — Κατ’ αποκοπήν αποζημίωση βάσει του προβλεπόμενου από τον ΚΥΚ συστήματος — Αίτημα συμπληρωματικής αποζημιώσεως στηριζόμενο σε πταίσμα ικανό να στοιχειοθετήσει την ευθύνη του θεσμικού οργάνου — Εκτίμηση του αιτήματος συμπληρωματικής αποζημιώσεως που καθιστά αναγκαία την προσφυγή σε ιατρική πραγματογνωμοσύνη — Απαράδεκτο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κινήθηκε βάσει του προβλεπόμενου από τον ΚΥΚ συστήματος

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73)

1.      Όσον αφορά την ιατρική επιτροπή του άρθρου 22 της κοινής ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι καθαυτό ιατρικές γνωματεύσεις της πρέπει να θεωρούνται οριστικές εφόσον εκδόθηκαν νομοτύπως. Ο δικαστής μπορεί μόνον να εξετάσει, αφενός, αν η εν λόγω επιτροπή συγκροτήθηκε και λειτούργησε νομοτύπως και, αφετέρου, αν η γνωμάτευσή της είναι νομότυπη, ιδίως αν περιέχει αιτιολογία που καθιστά δυνατή την εκτίμηση των λόγων επί των οποίων στηρίζεται και αν συναρτά λογικώς τις ιατρικές διαπιστώσεις που περιλαμβάνει και τα πορίσματα στα οποία καταλήγει. Η ιατρική επιτροπή, στην περίπτωση που αντιμετωπίζει περίπλοκα ζητήματα ιατρικής φύσεως τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, δύσκολη διάγνωση ή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των παθήσεων του ενδιαφερομένου και της ασκήσεως της επαγγελματικής του δραστηριότητας σε θεσμικό όργανο, οφείλει να αναφέρει στη γνωμάτευσή της τα στοιχεία του φακέλου στα οποία στηρίζεται και, σε περίπτωση σημαντικής αποκλίσεως, να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους δεν ακολουθεί παλαιότερες σχετικές ιατρικές εκθέσεις, ευνοϊκότερες για τον ενδιαφερόμενο.

(βλ. σκέψη 62)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 14 Σεπτεμβρίου 2010, F‑79/09, AE κατά Επιτροπής, σκέψεις 64 και 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

2.      Η έκθεση της ιατρικής επιτροπής του άρθρου 22 της κοινής ρυθμίσεως σχετικά με την κάλυψη των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να περιέχει αιτιολογία η οποία να παρέχει τη δυνατότητα αξιολογήσεως των εκτιμήσεων στις οποίες στηρίζεται και να τεκμηριώνει μια κατανοητή σχέση μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων που περιέχει και των πορισμάτων στα οποία καταλήγει.

Όταν η ιατρική επιτροπή, για να δικαιολογήσει την οριστική ημερομηνία κατά την οποία παγιώθηκαν οι συνέπειες της επαγγελματικής ασθένειας, περιορίζεται σε θεωρήσεις διοικητικής φύσεως και, ιδίως, όταν αναφέρει απλώς την ημερομηνία κατά την οποία συνεδρίασαν οι ιατροί και έλαβαν γνώση του ιατρικού φακέλου, η αιτιολογία πρέπει να θεωρηθεί ανεπαρκής.

Εξάλλου, όταν η ιατρική επιτροπή αποκλίνει, με την έκθεσή της, από τις δικές της προηγούμενες ιατρικές εκτιμήσεις χωρίς να διευκρινίσει περαιτέρω τους ιατρικής φύσεως λόγους για τους οποίους κατέληξε σε τέτοια πορίσματα, η αιτιολογία αποκτά αντιφατικό χαρακτήρα.

Λαμβανομένης υπόψη αυτής της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, η ιατρική επιτροπή δεν παρέσχε στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να κατανοήσει τη συνάφεια που επιδίωκε να τεκμηριώσει μεταξύ των ιατρικών εκτιμήσεών της και των πορισμάτων στα οποία κατέληξε ως προς την ημερομηνία κατά την οποία παγιώθηκαν οι δυσμενείς συνέπειες.

Πάντως, τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου όσον αφορά τον καθορισμό του ποσοστού μόνιμης μερικής αναπηρίας του και, κατά συνέπεια, το κεφάλαιο που προβλέπεται στο άρθρο 73, παράγραφος 2, του ΚΥΚ καθώς και τη συμπληρωματική αποζημίωση για τη μερική αναπηρία που προβλέπεται στο άρθρο 13 της ρυθμίσεως σχετικά με την κάλυψη των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου μπορούν να προσδιοριστούν μόνο βάσει της ημερομηνίας κατά την οποία παγιώθηκαν οι συνέπειες της επαγγελματικής ασθένειάς του, λαμβανομένης υπόψη, ιδίως, της ενάρξεως ισχύος, την 1η Ιανουαρίου 2006, του πίνακα, του οποίου η εφαρμογή στον ενδιαφερόμενο προϋποθέτει ότι οι δυσμενείς συνέπειες της ασθένειάς του παγιώθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω πίνακα, πράγμα που οφείλει να διευκρινίσει η ιατρική επιτροπή αιτιολογώντας επαρκώς κατά νόμο την εκτίμησή της.

Επομένως, η διαπίστωση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της γνωματεύσεως της ιατρικής επιτροπής όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία παγιώθηκαν οι συνέπειες της επαγγελματικής ασθένειας μπορεί να επιφέρει την ακύρωση αποφάσεως περί προσδιορισμού της ημερομηνίας αυτής.

(βλ. σκέψεις 70 έως 78)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: AE κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 13 Ιουνίου 2012, F‑31/10, Guittet κατά Επιτροπής, σκέψεις 54 και 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

3.      Ο σκοπός τον οποίο επιδιώκουν οι διατάξεις του ΚΥΚ σχετικά με την ιατρική επιτροπή που επιλαμβάνεται υποθέσεων στο πλαίσιο του άρθρου 73 είναι να ανατεθεί σε πραγματογνώμονες ιατρούς η οριστική εκτίμηση όλων των ζητημάτων ιατρικής φύσεως, στην οποία δεν θα μπορούσε να προβεί καμία αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, λόγω της ιδιότητας των μελών που τη συγκροτούν. Κατά συνέπεια, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, να αποκλίνει από τις ιατρικές εκτιμήσεις της ιατρικής επιτροπής, εκτός εάν αποδείξει ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν ασκούν επιρροή διότι δεν διατυπώθηκαν νομοτύπως. Ακόμη και στην περίπτωση που η ιατρική εκτίμηση της ιατρικής επιτροπής είναι εσφαλμένη, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν θα μπορούσε, χωρίς να ενεργήσει καθ' υπέρβαση των εξουσιών της, να υποκαταστήσει την επιτροπή αυτή, αποφαινόμενη η ίδια επί ιατρικής φύσεως ζητημάτων.

Προκειμένου περί του προσδιορισμού της ημερομηνίας κατά την οποία παγιώθηκαν οι συνέπειες του ατυχήματος ή της επαγγελματικής ασθένειας, αρκεί να υπομνησθεί ότι η παγίωση των δυσμενών συνεπειών είναι έννοια ιατρικής φύσεως που επαφίεται στην εκτίμηση της ιατρικής επιτροπής και δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βάση τη διάρκεια της καλύψεως των ιατρικών φροντίδων δυνάμει της κοινής ρυθμίσεως σχετικά με την κάλυψη των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων της Ένωσης.

Κατά συνέπεια, με τον προσδιορισμό ημερομηνίας παγιώσεως των συνεπειών της ασθένειας διαφορετικής από εκείνη που δέχθηκε η ιατρική επιτροπή, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή βαίνει πέρα των εξουσιών της και η απόφαση που εκδίδει πάσχει, ως προς το σημείο αυτό, πλάνη περί το δίκαιο.

(βλ. σκέψεις 81 έως 85)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 7 Μαΐου 2013, F‑86/11, McCoy κατά Επιτροπής των Περιφερειών, σκέψη 78

4.      Σε περίπτωση δικαστικής αποφάσεως με την οποία ακυρώνεται απόφαση θεσμικού οργάνου περί καθορισμού ορισμένου ποσοστού μόνιμης μερικής αναπηρίας, εναπόκειται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, στο οικείο θεσμικό όργανο να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως και, ιδίως, να εκδίδει, στο πλαίσιο της τηρήσεως της αρχής της νομιμότητας, κάθε πράξη ικανή να αντισταθμίσει δικαίως το μειονέκτημα που προέκυψε για τον προσφεύγοντα από τις ακυρωθείσες πράξεις, με την επιφύλαξη της δυνατότητας του προσφεύγοντος να ασκήσει, στη συνέχεια, προσφυγή κατά των μέτρων που έλαβε το θεσμικό όργανο προς εκτέλεση της ακυρωθείσας αποφάσεως.

Πάντως, στο μέτρο που δεν παγιώθηκαν ακόμη οι δυσμενείς συνέπειες, κατόπιν της ακυρωτικής αποφάσεως, δεν μπορεί να εκτιμηθεί, στο στάδιο αυτό, ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον η απόφαση περί οριστικού καθορισμού του ποσοστού αναπηρίας του προσφεύγοντος που θα ολοκληρώσει τη διαδικασία αυτή θα μπορεί να ληφθεί μόνον κατόπιν προσδιορισμού της ημερομηνίας οριστικής παγιώσεως των δυσμενών συνεπειών.

Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι, συνεπεία της ακυρωτικής αποφάσεως, ο προσφεύγων περιέρχεται εκ νέου σε κατάσταση αναμονής ως προς την οριστική περάτωση της διαδικασίας που κινήθηκε βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ, μια τέτοια παράταση της καταστάσεως αναμονής και αβεβαιότητας που προκαλείται λόγω του παράνομου χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστά ηθική βλάβη, με την αποκατάσταση της οποίας βαρύνεται το θεσμικό όργανο, το οποίο πρέπει να καταβάλει πρόσφορη χρηματική ικανοποίηση η οποία πρέπει να καθοριστεί κατά δίκαιη και εύλογη κρίση, στο πλαίσιο της ακυρωτικής αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 90 έως 92)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 15 Σεπτεμβρίου 2005, T‑132/03, Casini κατά Επιτροπής, σκέψη 98

ΔΔΔΕΕ: 24 Ιουνίου 2008, F‑15/05, Andres κ.λπ. κατά ΕΚΤ, σκέψη 132· 13 Ιουνίου 2012, F‑63/10, BL κατά Επιτροπής, σκέψη 108

5.      Ο υπάλληλος που εκδηλώνει επαγγελματική ασθένεια έχει απλώς δικαίωμα να ζητήσει συμπληρωματική αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο οσάκις δεν υπάρχει δυνατότητα χορηγήσεως κατάλληλης αποζημιώσεως στο πλαίσιο του συστήματος που θεσπίζει το άρθρο 73 του ΚΥΚ Αντιθέτως, αίτημα υπαλλήλου με αντικείμενο την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκαν από επαγγελματική ασθένεια δεν είναι κατά κανόνα παραδεκτό, εφόσον δεν έχει ακόμα περατωθεί η κινηθείσα δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ διαδικασία.

Πάντως, δεν μπορεί να συνάγεται συστηματικά από τη μη περάτωση της ιατρικής διαδικασίας ο πρόωρος χαρακτήρας αιτήματος για τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω υπηρεσιακού πταίσματος του θεσμικού οργάνου. Υπό το πρίσμα της οικονομίας της διαδικασίας, το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως του κοινού δικαίου εξαρτάται από την εξάντληση των μέσων της εκ του ΚΥΚ αποζημιώσεως.

Ωστόσο, όταν ο καθορισμός της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των όρων ασκήσεως των καθηκόντων του ενδιαφερομένου και της προβαλλόμενης βλάβης, καθώς και η εκτίμηση της εν λόγω βλάβης, απαιτούν προσφυγή σε ιατρική πραγματογνωμοσύνη, οπότε δεν είναι δυνατός ο καθορισμός της εν λόγω αιτιώδους συνάφειας και της ως άνω βλάβης πριν περατωθεί η κινηθείσα δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ διαδικασία, το αίτημα αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που προκάλεσε η επαγγελματική ασθένεια είναι πρόωρο.

(βλ. σκέψεις 95 έως 97)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 15 Δεκεμβρίου 1999, T‑300/97, Latino κατά Επιτροπής, σκέψη 94; 10 Δεκεμβρίου 2008, T‑57/99, Nardone κατά Επιτροπής, σκέψη 56

ΔΔΔΕΕ: 13 Ιανουαρίου 2010, F‑124/05 και F‑96/06, A και G κατά Επιτροπής, σκέψεις 151 και 152