Language of document : ECLI:EU:C:2014:2185

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 10ης Σεπτεμβρίου 2014 (*)

«Προδικαστική παραπομπή — Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων — Άρθρο 45, παράγραφοι 1 και 4, ΣΛΕΕ — Έννοια του εργαζομένου —Θέσεις εργασίας στη δημόσια διοίκηση — Ιδιότητα του προέδρου λιμενικής αρχής — Συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας — Προϋπόθεση ιθαγένειας»

Στην υπόθεση C‑270/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Ιταλία) με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Μαΐου 2013, στο πλαίσιο της δίκης

Ηρακλής Χαραλαμπίδης

κατά

Calogero Casilli,

παρισταμένων των:

Autorità Portuale di Brindisi,

Ministero delle Infrastrutture e dei Trasporti,

Regione Puglia,

Provincia di Brindisi,

Comune di Brindisi,

Camera di Commercio Industria Artigianato ed Agricoltura di Brindisi,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, J. L. da Cruz Vilaça (εισηγητή), Γ. Αρέστη, J.-C. Bonichot και A. Arabadjiev, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Μαρτίου 2014,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο Η. Χαραλαμπίδης, εκπροσωπούμενος από τους G. Giacomini, R. Damonte, επικουρούμενους από τις Γ. Σκούρα και G. Demartini, avvocati,

–        ο C. Casilli, εκπροσωπούμενος από τον R. Russo, avvocato,

–        η Autorità Portuale di Brindisi, εκπροσωπούμενη από τους G. Giacomini και R. Damonte, avvocati,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον S. Fiorentino, avvocato dello Stato,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. García-Valdecasas Dorrego,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις B. Koopman και M. Bulterman,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Gattinara και D. Martin, καθώς και από την Ε. Τσερέπα-Lacombe,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 45 ΣΛΕΕ, 49 ΣΛΕΕ, 51 ΣΛΕΕ, της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L 376, σ. 36), καθώς και των άρθρων 15 και 21, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Η. Χαραλαμπίδη, Έλληνα υπηκόου, και του C. Casilli, με αντικείμενο τον διορισμό του πρώτου στη θέση του προέδρου της Autorità Portuale di Brindisi (λιμενικής αρχής του Brindisi).

 Το ιταλικό δίκαιο

3        Το άρθρο 51 του ιταλικού Συντάγματος ορίζει ότι «όλοι οι πολίτες, αμφοτέρων των φύλων, μπορούν να αναλαμβάνουν δημόσια λειτουργήματα και αιρετά αξιώματα επί ίσοις όροις, βάσει των νομοθετικώς προβλεπομένων προϋποθέσεων» και ότι «για την ανάληψη δημοσίου λειτουργήματος και αιρετού αξιώματος, οι Ιταλοί που δεν ανήκουν στην Ιταλική Δημοκρατία δύνανται να εξομοιώνονται διά νόμου με πολίτες».

4        Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η φράση «οι Ιταλοί που δεν ανήκουν στην Ιταλική Δημοκρατία» αναφέρεται στους πολίτες ιταλικής ιθαγένειας οι οποίοι διαμένουν στην αλλοδαπή.

5        Το άρθρο 38, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 165, σχετικά με τους γενικούς κανόνες για την οργάνωση της εργασίας στη δημόσια διοίκηση (decreto legislativo n. 165, Norme generalli sull’ordinamento del lavoro alle dipendenze delle amministrazioni pubbliche), της 30ής Μαρτίου 2001 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 106, της 9ης Μαΐου 2001, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 165/01), έχει ως εξής:

«1.      Οι υπήκοοι των κρατών μελών της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] μπορούν να διορίζονται σε θέσεις της δημοσίας διοικήσεως οι οποίες δεν συνεπάγονται την άμεση ή έμμεση άσκηση δημοσίας εξουσίας, ούτε άπτονται της προστασίας του εθνικού συμφέροντος.

2.      Με απόφαση του προέδρου του Υπουργικού συμβουλίου […] καθορίζονται οι θέσεις και τα καθήκοντα για τα οποία απαιτείται η ιταλική ιθαγένεια, καθώς και οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την πρόσβαση των πολιτών τους οποίους αφορά η παράγραφος 1.»

6        Με την απόφαση 174 του προέδρου του Υπουργικού συμβουλίου, για τον καθορισμό των κανόνων προσβάσεως των πολιτών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις θέσεις στη δημόσια διοίκηση (Decreto del Presidente del Consiglio dei Ministri, Regolamento recante norme sull’accesso dei cittadini degli Stati membri dell’Unione europea ai posti di lavoro presso le amministrazioni pubbliche), της 7ης Φεβρουαρίου 1994 (GURI αριθ. 61, της 15ης Μαρτίου 1994), προσδιορίστηκαν οι θέσεις και τα καθήκοντα για τα οποία απαιτείται η ιταλική ιθαγένεια. Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του διατάγματος που ίσχυε πριν από το νομοθετικό διάταγμα 165/01, ήτοι του νομοθετικού διατάγματος 29, της 3ης Φεβρουαρίου 1993 (GURI αριθ. 30, της 6ης Φεβρουαρίου 1993), το οποίο δεν είχε, από πλευράς διατυπώσεως, σημαντικές διαφορές σε σχέση με το μεταγενέστερο νομοθετικό διάταγμα 165/01.

7        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της αποφάσεως 174/94 προβλέπει τα ακόλουθα:

«Όσον αφορά τη δημόσια διοίκηση, οι θέσεις στις οποίες η πρόσβαση είναι αδύνατη αν ο ενδιαφερόμενος δεν έχει την ιταλική ιθαγένεια είναι οι εξής:

[…]

b)       οι ανώτατες διοικητικές θέσεις στα περιφερεικά όργανα της δημόσιας διοικήσεως του Κράτους, περιλαμβανομένων των αυτόνομων, στους δημόσιους φορείς που δεν έχουν οικονομικό χαρακτήρα, στις επαρχίες και στους δήμους, καθώς επίσης στις περιφέρειες και στην Τράπεζα της Ιταλίας».

8        Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι λιμενικές αρχές είναι δημόσιοι οργανισμοί οι οποίοι συστάθηκαν με τον νόμο 84 σχετικά με την αναμόρφωση της λιμενικής νομοθεσίας (legge n° 84, Riordino della legislazione in materia portuale), της 28ης Ιανουαρίου 1994 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 28, της 4ης Φεβρουαρίου 1994, στο εξής: νόμος 84/94).

9        Το άρθρο 6 του νόμου 84/94 ορίζει τα κάτωθι:

«1.      […] ιδρύεται στους λιμένες του Brindisi […] λιμενική αρχή στην οποία ανατίθενται:

a)      Η διεύθυνση, ο προγραμματισμός, ο συντονισμός, η προώθηση και ο έλεγχος των λιμενικών εργασιών και των λοιπών εμπορικών και βιομηχανικών δραστηριοτήτων εντός των λιμένων, με ρυθμιστική εξουσία και εξουσία εκδόσεως διαταγών όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια έναντι των κινδύνων ή ατυχημάτων που συνδέονται με τέτοιες δραστηριότητες, και τις υγειονομικές συνθήκες εργασίας […]·

b)      Η τακτική και έκτακτη συντήρηση των κοινόχρηστων χώρων της λιμενικής ζώνης […]·

c)      Η ανάθεση και ο έλεγχος των δραστηριοτήτων οι οποίες έχουν ως σκοπό την εξ επαχθούς αιτίας παροχή υπηρεσιών γενικού συμφέροντος στους χρήστες του λιμένα και δεν συμπίπτουν με τις επιμέρους λιμενικές λειτουργίες που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού [Μεταφορών και Ναυτιλίας], ούτε συνδέονται στενά με αυτές.

2.      Η λιμενική αρχή είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και χαίρει διοικητικής αυτοτέλειας, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, καθώς και δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής αυτοτέλειας εντός των ορίων που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο. Δεν εφαρμόζονται επί της λιμενικής αρχής οι διατάξεις του νόμου 70 της 20ής Μαρτίου 1975, όπως έχουν τροποποιηθεί, ούτε οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 29 της 3ης Φεβρουαρίου 1993, όπως έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί, εκτός των περιπτώσεων για τις οποίες ορίζεται συγκεκριμένα κάτι διαφορετικό στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του παρόντος νόμου.

3.      Η διαχείριση της περιουσίας και των οικονομικών της λιμενικής αρχής ρυθμίζεται από λογιστικό κανονισμό ο οποίος εγκρίνεται από τον Υπουργό Μεταφορών και Ναυτιλίας, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπουργού Οικονομικών. Ο ισολογισμός των λιμενικών αρχών προσαρτάται στην προσωρινή Κατάσταση Δαπανών και Εσόδων του Υπουργείου Μεταφορών και Ναυτιλίας για το οικονομικό έτος που έπεται εκείνου στη διάρκεια του οποίου εγκρίθηκε.

4. Η απόδοση λογαριασμών της χρηματοοικονομικής διαχειρίσεως της λιμενικής αρχής υπόκειται στον έλεγχο του [ιταλικού] Ελεγκτικού Συνεδρίου. […]»

10      Το άρθρο 7 του νόμου 84/94 προβλέπει ότι:

«[…]

2.      Η αμοιβή του προέδρου […] βαρύνει τον προϋπολογισμό της λιμενικής αρχής και καθορίζεται από τη λιμενική επιτροπή εντός των ανωτάτων ορίων που ορίζονται […] με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Ναυτιλίας […].

3.      Ο Υπουργός Μεταφορών και Ναυτιλίας μπορεί με απόφασή του να ανακαλέσει την εντολή του προέδρου και να διαλύσει τη λιμενική επιτροπή σε περίπτωση που:

a)       κατόπιν της λήξεως προθεσμίας του άρθρου 9, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, το τριετές επιχειρησιακό σχέδιο δεν εγκριθεί εντός των επόμενων τριάντα ημερών·

[…]

c)       ο ισολογισμός εμφανίζει έλλειμμα.»

11      Το άρθρο 8 του νόμου 84/94 έχει ως εξής:

«1.      Ως πρόεδρος ορίζεται, με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Ναυτιλίας και κατόπιν σύμφωνης γνώμης της οικείας περιφέρειας, ένας από τρεις άριστα καταρτισμένους εμπειρογνώμονες με αναγνωρισμένα προσόντα στους τομείς της οικονομίας, των μεταφορών και της οικονομικής των λιμένων […].

2.      Ο πρόεδρος εκπροσωπεί τη λιμενική αρχή, η δε θητεία του είναι τετραετής και μπορεί να ανανεωθεί άπαξ […].

3.      Ο πρόεδρος της λιμενικής αρχής:

a)       προεδρεύει της λιμενικής αρχής·

b)       καταθέτει στη λιμενική επιτροπή τριετές επιχειρησιακό σχέδιο προς έγκριση·

c)       καταθέτει στη λιμενική επιτροπή ρυθμιστικό λιμενικό σχέδιο προς έγκριση·

d)       καταθέτει στη λιμενική επιτροπή εισηγητικά σχέδια όσον αφορά τον προϋπολογισμό και τις τροποποιήσεις του, τον ισολογισμό και την αμοιβή του γενικού γραμματέα, καθώς και την εκτέλεση των συμφωνιών σχετικά με το προσωπικό της τεχνικής και επιχειρησιακής γραμματείας·

e)       προτείνει στη λιμενική επιτροπή εισηγητικά σχέδια όσον αφορά τις συμβάσεις παραχωρήσεως στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 6, παράγραφος 5·

f)       διασφαλίζει τον συντονισμό των δραστηριοτήτων που ασκούνται στον λιμένα από τους διάφορους δημόσιους φορείς, καθώς και τον συντονισμό και έλεγχο τόσο των δραστηριοτήτων που υπόκεινται σε αδειοδότηση και παραχώρηση όσο και των λιμενικών υπηρεσιών· […]

h)      διαχειρίζεται, σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία, τις ζώνες και τα αγαθά του ναυτιλιακού τομέα στην περιοχή στην οποία ασκεί τις αρμοδιότητές του κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 7, ασκώντας, αφού ακούσει τη λιμενική επιτροπή, τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 36 έως 55 και 68 του Κώδικα Ναυσιπλοΐας και των εκτελεστικών κανόνων των ως άνω διατάξεων·

i)      ασκεί τις εξουσίες που αναθέτουν στη λιμενική αρχή τα άρθρα 16 και 18 και χορηγεί, αφού ακούσει τη γνώμη της λιμενικής επιτροπής, τις άδειες παραχωρήσεως και τις λοιπές άδειες που προβλέπονται από τα άρθρα αυτά, εφόσον η διάρκειά τους δεν υπερβαίνει τα τέσσερα έτη, καθορίζοντας και το ποσό των αντίστοιχων τελών·

l)       προάγει την οργάνωση της συνδικαλιστικής ενώσεως των εργαζομένων στον λιμένα […]·

m)       είναι υπεύθυνος για την εξασφάλιση της πλοϊμότητας στη λιμενική ζώνη […]. Για την εκτέλεση εργασιών εκσκαφής και βυθοκορήσεως μπορεί να οργανώσει, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την προεδρία, συνέλευση των υπηρεσιών και των ενδιαφερόμενων φορέων, εντός εξήντα ημερών. Εφόσον συντρέχει περίπτωση άμεσης κι επείγουσας ανάγκης, δύναται να εκδώσει αποφάσεις δεσμευτικού χαρακτήρα […].

n)      καταθέτει προτάσεις σχετικά με την οριοθέτηση ελεύθερων ζωνών, αφού ακούσει τη γνώμη της ναυτιλιακής αρχής και των οικείων τοπικών οργάνων·

n-bis) ασκεί κάθε άλλη εξουσία που δεν ανατίθεται από τον παρόντα νόμο στα λοιπά διευθυντικά όργανα της λιμενικής αρχής.»

12      Κατά το άρθρο 12 του νόμου 84/94, το οποίο επιγράφεται «Εποπτεία της λιμενικής αρχής»:

«1.      Η λιμενική αρχή τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Μεταφορών και Ναυτιλίας.

2.      Υπόκεινται σε έγκριση της εποπτικής αρχής τα σχέδια αποφάσεων του προέδρου και της λιμενικής αρχής τα οποία αφορούν:

a)       την έγκριση του προϋπολογισμού, τυχόν τροποποιήσεών του, και του ισολογισμού·

b)       την πρόσληψη του προσωπικού της τεχνικής και επιχειρησιακής γραμματείας· […]».

13      Το άρθρο 18 του νόμου 84/94, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο i, του νόμου αυτού, έχει ως αντικείμενο την «παραχώρηση ζωνών και προβλητών» και προβλέπει ότι απόκειται στη λιμενική αρχή να αναθέτει, με συμβάσεις παραχωρήσεως, την εκτέλεση πράξεων και/ή την παροχή υπηρεσιών σχετικών με τη λειτουργία του λιμένα σε επιχειρήσεις που έχουν αδειοδοτηθεί προς τούτο. Το ίδιο άρθρο ορίζει, επιπλέον, ότι η λιμενική αρχή είναι αρμόδια να χορηγεί άδειες παραχωρήσεως για την υλοποίηση, εντός του λιμένα, και τη διαχείριση έργων που συνδέονται με ναυτιλιακές και λιμενικές δραστηριότητες.

14      Από την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο πρόεδρος της λιμενικής αρχής είναι η αρμόδια διοικητική αρχή για την άσκηση των καθηκόντων του άρθρου 54 του Κώδικα Ναυσιπλοΐας (Codice della Navigazione, όπως εγκρίθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 30ής Μαρτίου 1942, αριθ. 327, Parte aggiornata alla l. 7 marzo 2001, n. 51), ήτοι για την έκδοση διοικητικής πράξεως με την οποία διατάσσεται όποιος νέμεται καταχρηστικώς ναυτιλιακές ζώνες εντός του λιμένα να τις επαναφέρει στην προτέρα κατάσταση, με την παράλληλη ευχέρεια, αν η διαταγή δεν εκτελεστεί, να προχωρήσει αυτεπαγγέλτως στην επαναφορά, με έξοδα του ενδιαφερομένου.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15      Στις 6 Απριλίου 2010, ημερομηνία λήξεως της θητείας του προέδρου της λιμενικής αρχής του Brindisi, ο Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών (πρώην Υπουργός Μεταφορών και Ναυτιλίας, στο εξής: Υπουργός) κίνησε διαδικασία διορισμού νέου προέδρου.

16      Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η Provincia di Brindisi (Περιφέρεια του Brindisi), ο Comune di Brindisi (Δήμος του Brindisi) και το Camera di Commercio, Industria, Artigianato ed Agricoltura di Brindisi (εμπορικό, βιομηχανικό, βιοτεχνικό και γεωργικό επιμελητήριο του Brindisi) όρισαν, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του νόμου 84/94, τρεις εμπειρογνώμονες στους τομείς της οικονομίας, των μεταφορών και της οικονομικής των λιμένων, μεταξύ των οποίων οι Η. Χαραλαμπίδης και C. Casilli.

17      Με απόφαση της 7ης Ιουνίου 2011, ο Υπουργός διόρισε τον Η. Χαραλαμπίδη πρόεδρο της λιμενικής αρχής του Brindisi.

18      Ο C. Casilli άσκησε προσφυγή ενώπιον του περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου της Απουλίας (Tribunale amnistrativo regionale per la Puglia) με αίτημα την ακύρωση της ως άνω αποφάσεως. Στο πλαίσιο του αιτήματος αυτού, ο C. Casilli υποστήριξε ότι δεν επιτρεπόταν να διοριστεί ο Η. Χαραλαμπίδης πρόεδρος της οικείας αρχής εφόσον δεν είχε την ιταλική ιθαγένεια.

19      Κατόπιν εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία η προσφυγή έγινε δεκτή βάσει του άρθρου 51 του ιταλικού Συντάγματος, ο Η. Χαραλαμπίδης άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

20      Το Consiglio di Stato επισημαίνει, με την απόφαση περί παραπομπής, ότι το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού των λιμενικών αρχών κατά το ιταλικό δίκαιο έχει ανακύψει επανειλημμένως από την ίδρυσή τους και εντεύθεν, καθώς και ότι στη νομολογία —περιλαμβανομένης εκείνης του ίδιου του Consiglio di Stato— χαρακτηρίζονται είτε ως «δημόσιοι φορείς» είτε ως «δημόσιοι οικονομικοί φορείς».

21      Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί συναφώς ότι είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί η νομική φύση της λιμενικής αρχής για την περίπτωση όπου φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την ιταλική ιθαγένεια διοριστεί πρόεδρός της, δεδομένου ότι, αν η αρχή αυτή θεωρηθεί ως δημόσιος οικονομικός φορέας του οποίου η δραστηριότητα διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, δεν θα συνέτρεχε λόγος να μη γίνει δεκτός ο διορισμός. Αντιθέτως, δεν θα ίσχυε το ίδιο αν η εν λόγω αρχή θεωρηθεί ως δημόσιος φορέας ο οποίος διέπεται από το διοικητικό δίκαιο και έχει, κατά συνέπεια, αυτοδικαίως τα χαρακτηριστικά «οργάνου της δημόσιας διοικήσεως».

22      Πάντως, κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν αμφισβητείται ότι οι αρμοδιότητες του προέδρου λιμενικής αρχής, όπως προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 84/94, είναι δημόσιου χαρακτήρα. Το δικαστήριο αυτό υπενθυμίζει ότι ο πρόεδρος εξασφαλίζει την πλοϊμότητα στη λιμενική ζώνη και εκπονεί τόσο το ρυθμιστικό λιμενικό σχέδιο όσο και το τριετές επιχειρησιακό σχέδιο.

23      Επιπλέον, το Consiglio di Stato εκτιμά ότι τα καθήκοντα του προέδρου λιμενικής αρχής δεν προσιδιάζουν, κατά τα φαινόμενα, σε μια σχέση εξαρτημένης εργασίας στη δημόσια διοίκηση, αλλά σε μια αποστολή που ανατίθεται από κυβερνητική αρχή του Ιταλικού Κράτους, έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια και εκπληρώνεται υπό την ιδιότητα του προέδρου ενός νομικού προσώπου το οποίο, κατά το δίκαιο της Ένωσης, εξομοιώνεται με οργανισμό δημοσίου δικαίου.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Consiglio di Stato αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)       Λαμβανομένου υπόψη ότι, από τη μια πλευρά, δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση [διορισμός πολίτη άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προέδρου λιμενικής αρχής, δηλαδή νομικού προσώπου το οποίο δύναται να χαρακτηριστεί ως οργανισμός δημοσίου δικαίου] ο προβλεπόμενος στο άρθρο 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ αποκλεισμός, στο μέτρο που αυτός αφορά [...] την παροχή εξαρτημένης εργασίας στη δημόσια διοίκηση ([...] εν προκειμένω, δεν υπάρχει τέτοια εργασία) και ότι, από την άλλη πλευρά, —ούτως ή άλλως— τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στον πρόεδρο της [λιμενικής αρχής του Brindisi] μπορούν να χαρακτηριστούν ως “εργασιακή δραστηριότητα” υπό ευρεία έννοια, [...] μήπως η ρήτρα που προβλέπει την εκτέλεση της αποστολής αυτής μόνον από ημεδαπούς συνιστά διάκριση λόγω ιθαγενείας, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ;

2)       Δύναται η άσκηση των καθηκόντων προέδρου ιταλικής λιμενικής αρχής από πολίτη άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο [κατοχυρωμένο] από τα άρθρα 49 επ. ΣΛΕΕ δικαίωμα εγκαταστάσεως, και, αν όχι, συνιστά διάκριση λόγω ιθαγενείας η προβλεπόμενη από το εσωτερικό δίκαιο απαγόρευση αναθέσεως των καθηκόντων αυτών σε πρόσωπο που δεν έχει την ιταλική ιθαγένεια, ή μήπως μπορεί να θεωρηθεί ότι η περίσταση αυτή αποκλείεται από το άρθρο 51 ΣΛΕΕ;

3)       Επικουρικά, σε περίπτωση κατά την οποία η άσκηση των καθηκόντων προέδρου ιταλικής λιμενικής αρχής από πολίτη άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύναται να αποτελέσει παροχή “υπηρεσίας” κατά την έννοια της οδηγίας 2006/123/ΕΚ, ασκεί ο αποκλεισμός της εφαρμογής της ανωτέρω οδηγίας επί των λιμενικών υπηρεσιών επιρροή για τους σκοπούς που μας ενδιαφέρουν και —αν όχι— συνιστά η προβλεπόμενη από το εσωτερικό δίκαιο απαγόρευση ασκήσεως των εν λόγω καθηκόντων διάκριση λόγω ιθαγενείας;

4)       Επικουρικότερα, […] η άσκηση καθηκόντων προέδρου ιταλικής λιμενικής αρχής από πολίτη άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν θεωρηθεί ότι δεν εμπίπτει στις ανωτέρω διατάξεις, δύναται παρά ταύτα να θεωρηθεί, γενικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του [Χάρτη], προνόμιο που συναρτάται με το δικαίωμα κάθε πολίτη [της Ένωσης] “να εργάζεται, να εγκαθίσταται ή να παρέχει υπηρεσίες σε κάθε κράτος μέλος”, ακόμη και ανεξάρτητα από τις “τομεακές” διατάξεις των άρθρων 45 και 49 επ. ΣΛΕΕ καθώς και της οδηγίας 2006/123 […], και κατά συνέπεια είναι η προβλεπόμενη από το εσωτερικό δίκαιο απαγόρευση ασκήσεως των εν λόγω καθηκόντων αντίθετη προς την —επίσης γενική— απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 2, του Χάρτη;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

25      Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν, εφόσον το άρθρο 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ έχει πράγματι εφαρμογή στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να επιφυλάσσει μόνο σε όσους έχουν την ιθαγένειά του την άσκηση των καθηκόντων προέδρου λιμενικής αρχής.

 Επί της έννοιας «εργαζόμενος» όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ

26      Σημειωτέον εισαγωγικώς ότι από την απόφαση περί παραπομπής, και πιο συγκεκριμένα από τη διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, συνάγεται ότι το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ακριβή φύση των καθηκόντων που ασκεί ο πρόεδρος λιμενικής αρχής. Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα οικεία καθήκοντα δεν προσιδιάζουν, εκ πρώτης όψεως, σε σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 45 ΣΛΕΕ.

27      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η έννοια «εργαζόμενος», κατά το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, έχει αυτοτελές περιεχόμενο στο δίκαιο της Ένωσης και δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά (βλ., ιδίως, απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C-542/09, EU:C:2012:346, σκέψη 68).

28      Έτσι, ως «εργαζόμενος» νοείται κάθε άτομο το οποίο ασκεί πραγματικές και ουσιαστικού χαρακτήρα δραστηριότητες, και όχι δραστηριότητες τόσο περιορισμένες ώστε να εμφανίζονται ως αμιγώς περιθωριακές και επουσιώδεις. Το χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας έγκειται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, στη διάρκεια ορισμένου χρόνου, για λογαριασμό άλλου και υπό τη διεύθυνση του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (βλ. αποφάσεις Lawrie-Blum, 66/85, EU:C:1986:284, σκέψη 17, και Petersen, C‑544/11, EU:C:2013:124, σκέψη 30).

29      Επομένως, η σχέση εξαρτήσεως και η καταβολή αμοιβής αποτελούν τα συστατικά στοιχεία κάθε σχέσεως μισθωτής εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι η οικεία επαγγελματική δραστηριότητα έχει πραγματικό και ουσιαστικό χαρακτήρα.

30      Όσον αφορά τη σχέση εξαρτήσεως, από τον νόμο 84/94 προκύπτει ότι ο πρόεδρος λιμενικής αρχής τελεί υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο του Υπουργού, ο οποίος, πέραν των εξουσιών αυτών, μπορεί να του επιβάλει ενδεχομένως και πειθαρχικές κυρώσεις.

31      Συγκεκριμένα, ο Υπουργός διορίζει τον πρόεδρο λιμενικής αρχής για τετραετή θητεία η οποία είναι ανανεώσιμη άπαξ (άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου 84/94) και μπορεί να τον παύσει αν δεν εγκριθεί το τριετές επιχειρησιακό σχέδιο ή αν ο ισολογισμός εμφανίζει έλλειμμα, ήτοι σε περίπτωση κακοδιαχειρίσεως (άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχεία a και c, του νόμου 84/94). Από την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η ανάκληση προέδρου λιμενικής αρχής από τον Υπουργό «μπορεί να διαταχθεί σε περίπτωση που διαπιστώνονται σημαντικές παρατυπίες από πλευράς διαχειρίσεως, με συνέπεια να θίγεται η καλή λειτουργία του οργανισμού. Στο πλαίσιο της ίδιας πάντοτε εξουσίας, ανάκληση χωρεί και στην περίπτωση που η συμπεριφορά του προέδρου δεν συνάδει με τις αρχές της εντιμότητας και της αμοιβαίας συνεργασίας».

32      Επιπλέον, ο Υπουργός διαθέτει εξουσία ελέγχου στον βαθμό που εγκρίνει τα σχέδια αποφάσεων του προέδρου και της λιμενικής επιτροπής τα οποία αφορούν, συγκεκριμένα, την έγκριση του προϋπολογισμού, τυχόν τροποποιήσεών του και του ισολογισμού, καθώς και την πρόσληψη του προσωπικού της τεχνικής και επιχειρησιακής γραμματείας (άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχεία a και b, του νόμου 84/94).

33      Αντιθέτως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 32 των προτάσεών του, η θέση του προέδρου λιμενικής αρχής δεν χαρακτηρίζεται από κάποια στοιχεία τα οποία συνδέονται γενικώς με τις δραστηριότητες ενός ανεξάρτητου παρόχου υπηρεσιών, όπως η μεγαλύτερη ευελιξία ως προς την επιλογή του είδους της εργασίας και των προς εκπλήρωση καθηκόντων, του τρόπου εκτελέσεως αυτών των καθηκόντων ή εργασιών, των ωραρίων και του τόπου ασκήσεως των σχετικών δραστηριοτήτων, καθώς και η ύπαρξη περισσότερης ελευθερίας κατά την πρόσληψη των δικών του συνεργατών.

34      Κατά συνέπεια, οι δραστηριότητες του προέδρου λιμενικής αρχής ασκούνται υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο του Υπουργού, όπερ σημαίνει ότι υφίσταται σχέση εξαρτήσεως κατά την έννοια της νομολογίας που προεκτέθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως.

35      Όσον αφορά την αμοιβή του προέδρου λιμενικής αρχής, από την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αμοιβή καθορίζεται βάσει σχετικής αποφάσεως που εξέδωσε ο Υπουργός στις 31 Μαρτίου 2003. Σύμφωνα με την υπουργική αυτή απόφαση, σημείο αναφοράς για την αμοιβή είναι οι βασικές αποδοχές που προβλέπονται για τους γενικούς διευθυντές του Υπουργείου. Ως εκ τούτου, βάση υπολογισμού είναι η αμοιβή ενός ανώτερου υπαλλήλου της δημόσιας διοίκησης.

36      Η αμοιβή αυτή καταβάλλεται στον πρόεδρο λιμενικής αρχής σε αντιστάθμισμα για την εκπλήρωση της αποστολής την οποία του αναθέτει ο νόμος. Ομοιάζει επομένως με τις προβλέψιμες και τακτικές αποδοχές που αποτελούν εγγενές στοιχείο της εξαρτημένης σχέσεως εργασίας.

37      Τέλος, υπογραμμίζεται ότι, όπως συνάγεται από την απόφαση περί παραπομπής, στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι τα καθήκοντα που ασκεί ο πρόεδρος λιμενικής αρχής είναι πραγματικά και ουσιαστικά (βλ. απόφαση Lawrie-Blum, EU:C:1986:284, σκέψη 21, τελευταία περίοδος).

38      Κατόπιν τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, ο πρόεδρος λιμενικής αρχής πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

39      Το ως άνω συμπέρασμα επ’ ουδενί αναιρείται από τη διαπίστωση του αιτούντος δικαστηρίου ότι ο διορισμός του προέδρου λιμενικής αρχής δεν προσιδιάζει σε σχέση εργασίας η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της «δημόσιας διοικήσεως», αλλά σε «θέση εμπιστοσύνης» με καθήκοντα που ανατίθενται από κυβερνητική αρχή εμπλεκόμενη στην άσκηση δημόσιας αποστολής.

40      Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, είναι αδιάφορο για την εφαρμογή του άρθρου 45 ΣΛΕΕ αν η σχέση εργασίας είναι, από πλευράς νομικής φύσεως, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (βλ. αποφάσεις Sotgiu, 152/73, EU:C:1974:13, σκέψη 5, και Bettray, 344/87, EU:C:1989:226, σκέψη 16).

41      Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, στο πλαίσιο της εξετάσεως του είδους του δεσμού που υφίσταται μεταξύ ενός μέλους διοικητικού συμβουλίου κεφαλαιουχικής εταιρίας και της εν λόγω εταιρίας, ότι όταν μέλος διοικητικού συμβουλίου παρέχει έναντι αμοιβής υπηρεσίες στην εταιρία που το διόρισε και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, ασκεί τη δραστηριότητά του υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο άλλου οργάνου της εταιρίας αυτής και μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να παυθεί από τα καθήκοντά του χωρίς περιορισμό, τότε πληρούνται οι προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί το πρόσωπο αυτό ως εργαζόμενος κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (απόφαση Danosa, C‑232/09, EU:C:2010:674, σκέψη 51).

 Επί της «απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση» κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ

42      Το άρθρο 45, παράγραφοι 1 έως 3, ΣΛΕΕ καθιερώνει τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών. Το άρθρο 45, παράγραφος 4, ΕΚ προβλέπει, ωστόσο, ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση.

43      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο όρος «δημόσια διοίκηση» κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ομοιόμορφα στο σύνολο της Ένωσης και δεν μπορεί, συνεπώς, να αφήνεται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Sotgiu, EU:C:1974:13, σκέψη 5, και Colegio de Oficiales de la Marina Mercante Española, C‑405/01, EU:C:2003:515, σκέψη 38). Επιπλέον, η ως άνω εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε η έκταση της εφαρμογής της να περιορίζεται σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για την προάσπιση των συμφερόντων που επιτρέπει στα κράτη μέλη να προστατεύουν (βλ. απόφαση Colegio de Oficiales de la Marina Mercante Española, EU:C:2003:515, σκέψη 41).

44      Το Δικαστήριο έχει κρίνει συναφώς ότι η έννοια «δημόσια διοίκηση», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, αφορά τις θέσεις εργασίας που συνεπάγονται άμεση ή έμμεση συμμετοχή στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας και σε καθήκοντα σχετικά με την προάσπιση των γενικών συμφερόντων του κράτους ή των άλλων δημόσιων φορέων και προϋποθέτουν, ως εκ τούτου, την ύπαρξη ειδικής σχέσεως αλληλεγγύης των κατόχων τους προς το οικείο κράτος, καθώς και την αμοιβαιότητα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν το θεμέλιο του δεσμού της ιθαγένειας (βλ., μεταξύ άλλων, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑290/94, EU:C:1996:265, σκέψη 2, και Colegio de Oficiales de la Marina Mercante Española, EU:C:2003:515, σκέψη 39).

45      Αντιθέτως, η εξαίρεση του άρθρου 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ δεν εφαρμόζεται ως προς θέσεις εργασίας οι οποίες, ενώ υπάγονται στο κράτος ή σε άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, δεν συνεπάγονται καμία συμμετοχή σε καθήκοντα που ανάγονται στην κατά κυριολεξία δημόσια διοίκηση (αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας, EU:C:1996:265, σκέψη 2, και Colegio de Oficiales de la Marina Mercante Española, EU:C:2003:515, σκέψη 40).

46      Πρέπει επομένως να εξεταστεί κατά πόσον τα καθήκοντα του προέδρου λιμενικής αρχής ενέχουν προνομίες δημόσιας εξουσίας και αφορούν την προάσπιση των γενικών συμφερόντων του κράτους, όπερ θα δικαιολογούσε την ανάθεσή τους αποκλειστικώς και μόνο σε Ιταλούς πολίτες.

47      Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 84/94 απαριθμεί τα καθήκοντα που ανατίθενται στον πρόεδρο λιμενικής αρχής.

48      Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται ότι, πέραν της προεδρίας της λιμενικής επιτροπής, οι δραστηριότητες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχεία a έως e και n, του νόμου αυτού περιορίζονται σε εισηγήσεις του προέδρου λιμενικής αρχής προς τη λιμενική επιτροπή ως προς ορισμένα μέτρα σχετικά με την τρέχουσα διαχείριση του οικείου λιμένα.

49      Τέτοιες δραστηριότητες δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, κατά μείζονα δε λόγο εφόσον ο πρόεδρος λιμενικής αρχής δεν διαθέτει εξουσία λήψεως αποφάσεων, η οποία ανήκει στη λιμενική επιτροπή.

50      Ομοίως, ούτε οι αρμοδιότητες οι οποίες περιγράφονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχεία f και l, του νόμου 84/94, στον βαθμό που σχετίζονται με τον συντονισμό και την προώθηση των δραστηριοτήτων άλλων φορέων, μπορεί να γίνει δεκτό ότι άπτονται της ασκήσεως είτε δημόσιας εξουσίας είτε καθηκόντων που έχουν ως αντικείμενο την προάσπιση των γενικών συμφερόντων του κράτους.

51      Σημειωτέον συναφώς ότι από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο επ’ ουδενί προκύπτει ότι οι φορείς των οποίων η δράση συντονίζεται ή προωθείται από τον πρόεδρο λιμενικής αρχής είναι οι ίδιοι επιφορτισμένοι με καθήκοντα που άπτονται της δημόσιας διοικήσεως κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ.

52      Εξάλλου, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο i, του νόμου 84/94, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του νόμου αυτού, ο πρόεδρος λιμενικής αρχής ασκεί τις αρμοδιότητες που ανατίθενται στη λιμενική αρχή και χορηγεί άδειες, περιλαμβανομένων των αδειών παραχωρήσεως ζωνών και προβλητών, σε επιχειρήσεις οι οποίες προτίθενται να εκτελέσουν πράξεις ή να παράσχουν υπηρεσίες σχετικές με τη λειτουργία του λιμένα.

53      Εντούτοις, αντιθέτως προς τα όσα υποστηρίζουν η Ισπανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ούτε η χορήγηση αυτών των αδειών παραχωρήσεως και των λοιπών αδειών μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, στον βαθμό που αφορά διαχειριστικές πράξεις οι οποίες υπόκεινται σε οικονομική κυρίως λογική.

54      Τέλος, σε ορισμένες περιστάσεις, ο πρόεδρος λιμενικής αρχής μπορεί, ασκώντας την εξουσία του να λαμβάνει μέτρα υπό τη μορφή διαταγών, να εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις με σκοπό την προάσπιση των γενικών συμφερόντων του κράτους, συγκεκριμένα δε την προστασία δημόσιων αγαθών.

55      Στο πλαίσιο της εξουσίας αυτής εντάσσεται, αφενός, σε σχέση με τα καθήκοντα διοικήσεως και διαχειρίσεως αγαθών και ζωνών του ναυτιλιακού τομέα, η έκδοση διαταγής προς όποιον νέμεται καταχρηστικώς ζώνες του τομέα αυτού, εντός του λιμένα, να τις επαναφέρει στην προτέρα κατάσταση, με παράλληλη ευχέρεια του προέδρου, αν η διαταγή δεν εκτελεστεί, να προχωρήσει αυτεπαγγέλτως στην επαναφορά, με έξοδα του ενδιαφερομένου (άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο h, του νόμου 84/94, σε συνδυασμό με το άρθρο 54 του Κώδικα Ναυσιπλοΐας).

56      Αφετέρου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο m, του νόμου 84/94, ο πρόεδρος λιμενικής αρχής είναι υπεύθυνος για την εξασφάλιση της πλοϊμότητας στη λιμενική ζώνη, καθώς και για την εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών εκσκαφής και βυθοκορήσεως. Προς τούτο, και εφόσον συντρέχει περίπτωση άμεσης και επείγουσας ανάγκης, ο πρόεδρος έχει εξουσία εκδόσεως δεσμευτικών αποφάσεων.

57      Η έκδοση τέτοιων πράξεων, στον βαθμό που συνδέεται με την άσκηση προνομιών δημόσιας εξουσίας, ενδέχεται πράγματι να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προβλεπόμενης από το άρθρο 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ εξαιρέσεως από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.

58      Εντούτοις, η επίκληση της ως άνω εξαιρέσεως δεν δικαιολογείται από το γεγονός και μόνον ότι το εθνικό δίκαιο απονέμει στον πρόεδρο λιμενικής αρχής προνομίες δημόσιας εξουσίας. Πρέπει επιπλέον οι προνομίες αυτές να ασκούνται στην πράξη τακτικά από τον κάτοχό τους και να μην αντιπροσωπεύουν πολύ περιορισμένο τμήμα των δραστηριοτήτων του.

59      Πράγματι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, η εν λόγω εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε η έκταση της εφαρμογής της να περιορίζεται σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για την προάσπιση των γενικών συμφερόντων του οικείου κράτους, τα οποία επ’ ουδενί διακυβεύονται όταν προνομίες δημόσιας εξουσίας ασκούνται σποραδικά, ή και όλως κατ’ εξαίρεση, από υπηκόους άλλων κρατών μελών (βλ. αποφάσεις Colegio de Oficiales de la Marina Mercante Española, EU:C:2003:515, σκέψη 44, Anker κ.λπ., C‑47/02, EU:C:2003:516, σκέψη 63, καθώς και Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑89/07, EU:C:2008:154, σκέψη 14).

60      Εν προκειμένω, από τις πληροφορίες που παρέσχε η Ιταλική Κυβέρνηση προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες εξουσίες του προέδρου λιμενικής αρχής συνιστούν αμελητέο μόνον τμήμα της δραστηριότητάς του, η οποία έχει γενικώς τεχνικό και διαχειριστικό χαρακτήρα που δεν μεταβάλλεται από την άσκηση των εξουσιών αυτών. Εξάλλου, πάντοτε κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η φύση των εν λόγω εξουσιών είναι τέτοια ώστε να ασκούνται εντελώς ευκαιριακά ή σε εξαιρετικές περιστάσεις.

61      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο γενικός αποκλεισμός των υπηκόων άλλων κρατών μελών από την πρόσβαση στη θέση του προέδρου ιταλικής λιμενικής αρχής συνιστά διάκριση λόγω ιθαγένειας, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 45, παράγραφοι 1 έως 3, ΣΛΕΕ.

62      Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, το άρθρο 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται σε κράτος μέλος να επιφυλάσσει μόνο στους υπηκόους του την άσκηση των καθηκόντων του προέδρου λιμενικής αρχής.

 Επί του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου ερωτήματος

63      Το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα τέθηκαν επικουρικώς και μόνο για την περίπτωση όπου το άρθρο 45 ΣΛΕΕ δεν θα είχε εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.

64      Δεδομένης της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στα λοιπά ερωτήματα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

65      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, το άρθρο 45, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται σε κράτος μέλος να επιφυλάσσει μόνο στους υπηκόους του την άσκηση των καθηκόντων του προέδρου λιμενικής αρχής.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.