Language of document : ECLI:EU:F:2014:215

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (τρίτο τμήμα)

της 17ης Σεπτεμβρίου 2014 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Προσωπικό του Frontex – Έκτακτος υπάλληλος – Μη ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου – Διαδικασία ανανεώσεως – Άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα ακροάσεως – Προσβολή – Επίδραση στο περιεχόμενο της αποφάσεως»

Στην υπόθεση F‑117/13,

με αντικείμενο προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ,

Kari Wahlström, πρώην έκτακτος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτοικος Espoo (Φινλανδία), εκπροσωπούμενος από τον Σ. Παππά, δικηγόρο,

προσφεύγων,

κατά

Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Frontex), εκπροσωπούμενου από τους S. Vuorensola και H. Caniard, επικουρούμενους από τους D. Waelbroeck και A. Duron, δικηγόρους,

καθού,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Van Raepenbusch (εισηγητή), Πρόεδρο, R. Barents και K. Bradley, δικαστές,

γραμματέας: P. Cullen, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 18ης Ιουνίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 30 Νοεμβρίου 2013, ο K. Wahlström ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση του εκτελεστικού διευθυντή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Frontex), της 19ης Φεβρουαρίου 2013, περί μη ανανεώσεως της συμβάσεώς του ως έκτακτου υπαλλήλου.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΚ) 2007/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 349, σ. 1), ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) και το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ), εφαρμόζονται στο προσωπικό του Frontex.

 Το ΚΛΠ

3        Κατά το άρθρο 2 του ΚΛΠ, ως είχε κατά τον χρόνο των ένδικων περιστατικών:

«Θεωρείται “έκτακτος υπάλληλος” κατά την έννοια του παρόντος καθεστώτος:

α)      [ο] υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται σε κάθε όργανο και στον οποίο οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές έχουν προσδώσει προσωρινό χαρακτήρα·

[…]».

4        Προκειμένου περί της λύσεως της συμβάσεως, το άρθρο 47 του ΚΛΠ, ως είχε κατά τον χρόνο των ένδικων περιστατικών, ορίζει τα εξής:

«Εκτός από την περίπτωση θανάτου, η υπαλληλική σχέση του εκτάκτου υπαλλήλου λύεται:

[…]

β)      όταν υφίσταται σύμβαση ορισμένου χρόνου:

i)      κατά την ημερομηνία που καθορίζεται στη σύμβαση,

ii)      στο τέλος της προθεσμίας καταγγελίας που καθορίζεται στη σύμβαση και παρέχει στον υπάλληλο ή στο όργανο την ευχέρεια να λύσει τη σύμβαση πριν από τη λήξη της. […]»

 Η διαδικασία ανανεώσεως των συμβάσεων έκτακτων υπαλλήλων του Frontex

5        Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η διαδικασία ανανεώσεως των συμβάσεων έκτακτων υπαλλήλων του Frontex ρυθμιζόταν με κατευθυντήριες γραμμές, κοινοποιηθείσες στο προσωπικό του Frontex στις 26 Ιουλίου 2010 με το υπηρεσιακό σημείωμα αριθ. 40, σκοπός των οποίων ήταν, μεταξύ άλλων, η διασφάλιση της συνοχής, της διαφάνειας και της ισότητας κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές). Σύμφωνα με το σημείο 2 των κατευθυντήριων γραμμών, η διαδικασία ανανεώσεως περιλαμβάνει τέσσερα στάδια:

–        αφού ο έκτακτος υπάλληλος εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την ανανέωση της συμβάσεώς του, ο αξιολογητής καταγράφει τα σχόλιά του και την πρότασή του για την ανανέωση σε ένα ad hoc έντυπο,

–        ο επικυρωτής εξετάζει την πρόταση του αξιολογητή και διατυπώνει στο ίδιο έντυπο τη σύμφωνη ή όχι γνώμη του, αιτιολογώντας την· σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του αξιολογητή και του επικυρωτή, ο δεύτερος εκθέτει γραπτώς τους λόγους της διαφωνίας του,

–        ο διευθυντής του οικείου τμήματος διατυπώνει μια σύσταση στο έντυπο,

–        ο εκτελεστικός διευθυντής λαμβάνει την τελική απόφαση.

6        Το σημείο 3, στοιχείο a, των κατευθυντηρίων γραμμών ορίζει τα εξής:

«Αν ο εκτελεστικός διευθυντής αποφασίσει να ανανεώσει τη σύμβαση για [πέντε] έτη, [το τμήμα ανθρωπίνων πόρων] συντάσσει έγγραφο με το οποίο προτείνεται στον έκτακτο υπάλληλο ανανέωση της συμβάσεως γι’ αυτό το χρονικό διάστημα […]

Αφού λάβει καταφατική απάντηση εκ μέρους του έκτακτου υπαλλήλου, [το τμήμα ανθρώπινων πόρων] καταρτίζει προσθήκη στη σύμβαση, η οποία θα πρέπει να είναι έτοιμη [δύο] μήνες πριν από τη λήξη της υφιστάμενης συμβάσεως, προς αποδοχή και υπογραφή από τον έκτακτο υπάλληλο […]».

7        Το σημείο 3, στοιχείο c, των κατευθυντηρίων γραμμών διευκρινίζει τα εξής:

«Αν ο εκτελεστικός διευθυντής αποφασίσει να μην ανανεώσει τη σύμβαση, [το τμήμα ανθρώπινων πόρων] συντάσσει έγγραφο στο οποίο μνημονεύονται τα επιχειρήματα που διατυπώνει ο αξιολογητής (λόγοι συνδεόμενοι με το συμφέρον της υπηρεσίας, με την απόδοση ή συνδυασμός των δύο). Το έγγραφο αυτό υπογράφεται από τον εκτελεστικό διευθυντή και διαβιβάζεται στον έκτακτο υπάλληλο [δώδεκα] μήνες πριν από τη λήξη της ισχύουσας συμβάσεως.»

 Το ιστορικό της διαφοράς

8        Την 1η Αυγούστου 2006, ο προσφεύγων ανέλαβε υπηρεσία στον Frontex ως έκτακτος υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α, του ΚΛΠ για περίοδο πέντε ετών με δυνατότητα ανανεώσεως. Αρχικώς διορίστηκε προϊστάμενος της μονάδας των διοικητικών υπηρεσιών του Frontex με κατάταξη στον βαθμό A*12, δεύτερο κλιμάκιο.

9        Στις αρχές του 2008, δημιουργήθηκε μεταξύ των τμημάτων και του εκτελεστικού διευθυντή ένα συμπληρωματικό διοικητικό επίπεδο, αποτελούμενο από «τμήματα», με επικεφαλής τους «διευθυντές τμημάτων». Την άνοιξη του 2008, κινήθηκε διαδικασία επιλογής για τις ενδιάμεσες διευθυντικές θέσεις των διευθυντών τμημάτων. Ο προσφεύγων, ενθαρρυνθείς τότε από τον εκτελεστικό διευθυντή να μετάσχει σ’ αυτήν τη διαδικασία, υπέβαλε την υποψηφιότητά του για τη θέση του διευθυντή του διοικητικού τμήματος, η οποία υποψηφιότητα δεν έγινε όμως δεκτή, για τη θέση δε αυτή επελέγη ο C.

10      Κατόπιν εσωτερικής διαδικασίας επιλογής και βάσει προσθήκης στη σύμβασή του, υπογραφείσας στις 22 Ιουνίου 2010, ο προσφεύγων τοποθετήθηκε, από 1ης Αυγούστου 2010, στη θέση του προϊσταμένου του επιχειρησιακού γραφείου του Frontex στον Πειραιά (Ελλάδα). Τα καθήκοντά του ως προϊσταμένου της μονάδας διοικητικών υπηρεσιών μεταφέρθηκαν από τον Ιούνιο του 2010 στον διευθυντή του διοικητικού τμήματος C, ο οποίος ήταν επίσης, ως εξ αυτής της ιδιότητάς του, ο ιεραρχικός του προϊστάμενος.

11      Όσον αφορά την αξιολόγηση των επαγγελματικών επιδόσεων του προσφεύγοντος, τον Νοέμβριο του 2009 ολοκληρώθηκε η έκθεση αξιολογήσεως για το έτος 2008. Στην έκθεση αυτή, ο διευθυντής του διοικητικού τμήματος C., άμεσος ιεραρχικός προϊστάμενος και, ως εξ αυτής της ιδιότητάς του, αξιολογητής του προσφεύγοντος, και ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής, υπό την ιδιότητα του επικυρωτή, εκτίμησαν ότι η επίδοση του προσφεύγοντος ήταν του επιπέδου III, εφόσον, κατ’ αυτούς, είχε εν μέρει «ανταποκριθεί στις προσδοκίες όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, την ικανότητα και την συμπεριφορά στην υπηρεσία». Αντιθέτως, στην επόμενη έκθεση αξιολογήσεως, που ολοκληρώθηκε στις 23 Ιουνίου 2010 για το έτος 2009, ο ίδιος αξιολογητής και ο ίδιος επικυρωτής κατέταξαν στο επίπεδο II τον βαθμό επιδόσεως του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι, κατ’ αυτούς, είχε «πλήρως ανταποκριθεί στις προσδοκίες όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, την ικανότητα και την συμπεριφορά στην υπηρεσία». Τέλος, στις 23 Φεβρουαρίου 2011, ανακοινώθηκε στον προσφεύγοντα σχέδιο εκθέσεως αξιολογήσεως για το έτος 2010, στο οποίο ο αξιολογητής και ο επικυρωτής, οι οποίοι είχαν αλλάξει και ήταν, αντιστοίχως, ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής και ο εκτελεστικός διευθυντής, εκτίμησαν ότι η επίδοση του προσφεύγοντος έπρεπε να καταταγεί στο επίπεδο III.

12      Στις 28 Απριλίου 2011, ο προσφεύγων άσκησε, ενώπιον της σύνθετης επιτροπής αξιολογήσεως που συστάθηκε με το άρθρο 13 της αποφάσεως του εκτελεστικού διευθυντή του Frontex της 27ης Αυγούστου 2009, με την οποία θεσπίσθηκε διαδικασία αξιολογήσεως του προσωπικού, διοικητική προσφυγή κατά του σχεδίου εκθέσεως αξιολογήσεως για το έτος 2010. Στις 13 Ιουνίου 2012, η επιτροπή αυτή εξέδωσε τη γνωμοδότησή της, στην οποία έκρινε ότι, «δεδομένου του μη καθορισμού στόχων στην έκθεση και της ανεπαρκούς τεκμηριώσεως ορισμένων από τις εκτιμήσεις της», ήταν αναγκαίο η έκθεση να «βελτιωθεί από απόψεως αμεροληψίας και αντικειμενικότητας» και ότι «[λ]όγω των μακρών περιόδων αναρρωτικής άδειας του προσφεύγοντος το 2011 και των συνακόλουθων δυσκολιών για την ολοκλήρωση των σταδίων της διαδικασίας αξιολογήσεως, […] αφενός, […] δεν ακολουθ[ήθηκε] η εφαρμοστέα διαδικασία, αφετέρου, όμως, η εξ αυτού ευθύνη δεν μπορ[ούσε] να αποδοθεί στον αξιολογητή και/ή στον επικυρωτή».

13      Με ηλεκτρονική επιστολή της 11ης Ιουλίου 2012, ο προσφεύγων πληροφορήθηκε ότι ο επικυρωτής αποφάσισε να επιβεβαιώσει την έκθεση αξιολογήσεως για το 2010 και να μην επιφέρει σ’ αυτήν καμία αλλαγή. Ο προσφεύγων προσέβαλε την εν λόγω έκθεση ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο, με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2013, Wahlström κατά Frontex (F‑116/12, EU:F:2013:143, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑653/13 P), απέρριψε την προσφυγή.

14      Εξάλλου, όσον αφορά την ανανέωση της συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου του προσφεύγοντος, που κατά τα συμβατικώς προβλεπόμενα έληγε στις 31 Ιουλίου 2011, το τμήμα ανθρωπίνων πόρων ρώτησε τον προσφεύγοντα, με ηλεκτρονική επιστολή της 22ας Ιουλίου 2010, αν ενδιαφερόταν για την ανανέωση της συμβάσεώς του, προκειμένου να γνωρίζει αν έπρεπε «να κινήσει τη διαδικασία ανανεώσεως δώδεκα μήνες εκ των προτέρων», όπως προβλεπόταν από τις κατευθυντήριες γραμμές. Ο προσφεύγων απάντησε αυθημερόν καταφατικά με ηλεκτρονική επιστολή, εκθέτοντας ότι «[…] τα παρόντα καθήκοντα, περιστάσεις και μελλοντικές προοπτικές [της θέσεως] του κινούσαν ενδιαφέρον μεγαλύτερο από ποτέ, πράγμα που θα [του] επ[έτρεπε] να παράσχει τις υπηρεσίες του στον Frontex, αξιοποιώντας την κατάρτισή του ως αξιωματικού ακτοφυλακής και τα 20 έτη [του] πείρας στον τομέα της διαχειρίσεως συνοριακών καταστάσεων». Το τμήμα ανθρώπινων πόρων απάντησε αμέσως με ηλεκτρονική επιστολή στον προσφεύγοντα ότι θα προέβαινε στην «έναρξη» της διαδικασίας ανανεώσεως της συμβάσεως και ότι θα μπορούσε να αναμένεται σχετική απόφαση έως τα τέλη Σεπτεμβρίου ή στις αρχές του Οκτωβρίου 2010.

15      Κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως της 9ης Δεκεμβρίου 2010, ο εκτελεστικός διευθυντής, υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής του Frontex (στο εξής: ΑΣΣΠΑ), πληροφόρησε τον προσφεύγοντα για την πρόθεσή του να μην ανανεώσει τη σύμβασή του. Την επομένη, σύμφωνα με τη σύσταση του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή, ο οποίος, ως αξιολογητής του προσφεύγοντος, είχε υπογραμμίσει, στο έντυπο ανανεώσεως της συμβάσεως, ότι η επαγγελματική απόδοση του προσφεύγοντος κατά τα τελευταία τέσσερα έτη δεν ήταν η αναμενόμενη, ο εκτελεστικός διευθυντής εξέδωσε επισήμως την απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως του προσφεύγοντος. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 16 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

16      Η απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2010 του εκτελεστικού διευθυντή του Frontex περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως του προσφεύγοντος αποτέλεσε αντικείμενο προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητικής διαδικασίας, κατόπιν δε προσβλήθηκε από τον προσφεύγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο, με την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2013, Wahlström κατά Frontex (F‑87/11, EU:F:2013:10), ακύρωσε την εν λόγω απόφαση λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου, καθόσον το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπίστωσε ότι η διαδικασία ανανεώσεως της συμβάσεως του προσφεύγοντος έπασχε λόγω αναρμοδιότητας του ερωτηθέντος αξιολογητή. Κατόπιν της ακυρώσεως αυτής, ο εκτελεστικός διευθυντής του Frontex, υπό την ιδιότητά του ως ΑΣΣΠΑ, έλαβε στις 19 Φεβρουαρίου 2013 νέα απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως του προσφεύγοντος (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 22 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, με το νέο έντυπο περί ανανεώσεως της συμβάσεώς του όπως είχε συμπληρωθεί από τον αξιολογητή και τον επικυρωτή.

17      Στις 23 Απριλίου 2013, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η διοικητική αυτή ένσταση απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΣΣΠΑ της 21ης Αυγούστου 2013.

 Αιτήματα των διαδίκων

18      Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,

–        να ασκήσει «την πλήρη δικαιοδοσία του, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της αποφάσεώς του»,

–        να καταδικάσει τον Frontex στα δικαστικά έξοδα.

19      Ο Frontex ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

–        να απορρίψει την προσφυγή,

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του ακυρωτικού αιτήματος

20      Προς στήριξη του ακυρωτικού του αιτήματος, ο προσφεύγων προβάλλει πέντε λόγους, αντλούμενους, ο πρώτος, από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, ο δεύτερος, από παράβαση του σημείου 3, στοιχείο c, των κατευθυντηρίων γραμμών, ο τρίτος, από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ο τέταρτος, από τη μη τήρηση του καθήκοντος αρωγής και, ο πέμπτος, από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

21      Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου του, ο προσφεύγων προσάπτει στον Frontex ότι δεν του παρέσχε τη δυνατότητα ακροάσεως πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία συνιστά βλαπτική πράξη, δυνάμενη να έχει σοβαρές συνέπειες για την επαγγελματική του κατάσταση, εφόσον, στηριζόμενη σε εκτίμηση των προσόντων και των δεξιοτήτων του, του στερεί τη δυνατότητα διατηρήσεως της εργασιακής του σχέσεως. Μια τέτοια απόφαση πρέπει επομένως να θεωρηθεί ως απόφαση ληφθείσα κατόπιν διαδικασίας που κινήθηκε κατά του προσφεύγοντος.

22      Ο προσφεύγων παρατηρεί επίσης ότι το δικαίωμα ακροάσεως συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, που υπερτερεί των κατευθυντηρίων γραμμών, οπότε, ακόμη κι αν αυτές δεν προβλέπουν τη δυνατότητα διαβουλεύσεως με τους οικείους υπαλλήλους, δεν μπορεί το γεγονός αυτό να παρεμποδίζει την εφαρμογή της εν λόγω αρχής. Μόνο σε πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις, όταν καταδεικνύεται ότι, πρακτικά, είναι αδύνατη ή ασυμβίβαστη προς το συμφέρον της υπηρεσίας η προηγούμενη διαβούλευση με τον ενδιαφερόμενο, μπορούν οι επιταγές που απορρέουν από την ανωτέρω αρχή να τηρούνται με ακρόαση το ταχύτερο δυνατόν μετά την έκδοση της βλαπτικής αποφάσεως. Εν προκειμένω, όμως, ο Frontex δεν διαβουλεύθηκε με τον προσφεύγοντα ούτε πριν ούτε με την πρώτη ευκαιρία μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

23      Ο Frontex δεν αμφισβητεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι βλαπτική για τον προσφεύγοντα, ούτε ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά ενός προσώπου και που είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική πράξη συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και ελλείψει οποιασδήποτε ρυθμίσεως σχετικά με την εν λόγω διαδικασία. Ο Frontex προβάλλει πάντως ότι το γεγονός και μόνον ότι μια απόφαση συνιστά, από απόψεως διαδικασίας, βλαπτική πράξη δεν αρκεί ώστε η Διοίκηση να έχει την υποχρέωση να παράσχει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο τη δυνατότητα λυσιτελούς ακροάσεως πριν από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως. Θα πρέπει ακόμη η διοικητική διαδικασία κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η βλαπτική απόφαση να έχει κινηθεί κατά του ενδιαφερομένου. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της διαδικασίας ανανεώσεως της συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου, η οποία εφαρμόζεται, βάσει των ίδιων κανόνων και των ίδιων κριτηρίων εκτιμήσεως, σε όλους τους εκτάκτους υπαλλήλους των οποίων οι συμβάσεις πρόκειται να λήξουν σύντομα και οι οποίοι ακριβώς επιθυμούν την ανανέωσή τους. Θα ήταν αντιφατικό υπ’ αυτές τις περιστάσεις να υποστηρίζεται ότι μια τέτοια διαδικασία κινήθηκε κατά του ενδιαφερομένου υπαλλήλου.

24      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο Frontex διατύπωσε επίσης την άποψη ότι ούτε το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον υποχρέωνε να παράσχει στον προσφεύγοντα δυνατότητα ακροάσεως για την ανανέωση της συμβάσεώς του, εφόσον μια τέτοια ανανέωση δεν μπορούσε να είναι βλαπτική γι’ αυτόν.

25      Συναφώς, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλεται ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου της Ένωσης σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά ενός προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι’ αυτό πράξη, η οποία πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και ελλείψει οποιασδήποτε ρυθμίσεως σχετικά με την εν λόγω διαδικασία (αποφάσεις Βέλγιο κατά Επιτροπής, 234/84, EU:C:1986:302, σκέψη 27, Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑288/96, EU:C:2000:537, σκέψη 99, και Επιτροπή κατά De Bry, C‑344/05 P, EU:C:2006:710, σκέψη 37).

26      Εν προκειμένω, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατόπιν διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον του, καθόσον ενέχει γι’ αυτόν ως κύρωση τη στέρηση της εργασιακής του σχέσεως με βάση την εκτίμηση των προσόντων και δεξιοτήτων του. Εντούτοις, όπως ορθώς παρατηρεί ο Frontex, η διαδικασία ανανεώσεως των συμβάσεων έκτακτων υπαλλήλων, όπως ρυθμίζεται από τις κατευθυντήριες γραμμές, σκοπό ακριβώς έχει να μπορεί η ΑΣΣΠΑ να εξετάζει, αφού οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι έχουν εκφράσει τη σχετική επιθυμία τους, αν πρέπει να ανανεωθούν οι συμβάσεις τους που πρόκειται σύντομα να λήξουν, βάσει κανόνων που τους εγγυώνται την ίδια μεταχείριση, σε τομέα στον οποίο η ΑΣΣΠΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαδικασία που είχε ως κατάληξη την προσβαλλόμενη απόφαση κινήθηκε κατά του προσφεύγοντος, ο οποίος, επομένως, δεν μπορεί να επικαλεσθεί, για τον λόγο αυτό, δικαιώματα άμυνας.

27      Καίτοι κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν αποδεικνύεται, εν προκειμένω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατόπιν διαδικασίας κινηθείσας κατά του προσφεύγοντος, γεγονός παραμένει ότι η απόφαση αυτή επηρεάζει δυσμενώς την κατάστασή του, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα να του στερεί τη δυνατότητα να συνεχίσει την εργασιακή του σχέση με τον Frontex. Τα δικαιώματα όμως άμυνας, όπως κατοχυρώνονται πλέον με το άρθρο 41 του Χάρτη, το οποίο, κατά τον δικαστή της Ένωσης, έχει γενική εφαρμογή (απόφαση L κατά Κοινοβουλίου, T‑317/10 P, EU:T:2013:413, σκέψη 81), συμπεριλαμβάνουν, ενώ συγχρόνως είναι ευρύτερα, το διαδικαστικό δικαίωμα, που προβλέπεται στην παράγραφο 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω άρθρου, κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του (βλ., σχετικώς, αποφάσεις Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran, C‑27/09 P, EU:C:2011:853, σκέψη 65· M., C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψεις 81 έως 83, και Επιτροπή κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψεις 98 και 99). Κατά συνέπεια, ο Frontex είχε την υποχρέωση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του Χάρτη, να επιτρέψει στον προσφεύγοντα να προβάλει λυσιτελώς τις παρατηρήσεις του, πριν εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Frontex όμως ουδόλως αμφισβητεί το γεγονός ότι δεν επέτρεψε στον προσφεύγοντα να ακουσθεί πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής.

28      Προκειμένου, πάντως, μια προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως να μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι ακόμη αναγκαίο, κατά πάγια νομολογία, να εξετάζεται αν, ελλείψει μιας τέτοιας παρατυπίας, η διαδικασία θα μπορούσε να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα (αποφάσεις G. και R., C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και CH κατά Κοινοβουλίου, F‑129/12, EU:F:2013:203, σκέψη 38).

29      Εν προκειμένω, από το νέο έντυπο ανανεώσεως της συμβάσεως προκύπτει ότι η σύσταση του αξιολογητή να μην ανανεωθεί η σύμβαση του προσφεύγοντος στηρίζεται στο επίπεδο της επαγγελματικής του αποδόσεως το 2009, όπως αυτή εκτιμήθηκε στην έκθεση αξιολογήσεως που ολοκληρώθηκε στις 23 Ιουνίου 2010. Πράγματι, οι εκτιμήσεις αυτές επανελήφθησαν, κατ’ ουσίαν, μάλιστα δε κατά μεγάλο μέρος αυτολεξεί, στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον ο αξιολογητής υπογράμμισε «το ανεπαρκές επίπεδο αποδόσεως (ικανότητες και συμπεριφορά) στους κρινόμενους ως ουσιώδεις τομείς, τομείς-κλειδιά και τομείς προτεραιότητας για τη θέση του ενδιαφερομένου», επισημαίνοντας συγκεκριμένα τους δύο στόχους που δεν επιτεύχθηκαν και μνημονεύονται στο τμήμα B (που επιγράφεται «Επίτευξη των στόχων κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς») της ανωτέρω εκθέσεως αξιολογήσεως. Ομοίως, οι δυσχέρειες διαπροσωπικών σχέσεων με ορισμένες μονάδες και η εμμονή στη λήψη ακατάλληλων αποφάσεων, υπογραμμιζόμενες στο τμήμα D «Δεξιότητες (ικανότητες και προσόντα) κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς» της εν λόγω εκθέσεως, επανελήφθησαν αυτολεξεί στην προσβαλλόμενη απόφαση κάτω από τα σχόλια του αξιολογητή. Δεν αμφισβητείται όμως ότι ο προσφεύγων έτυχε ακροάσεως στο πλαίσιο της περιόδου αξιολογήσεως του έτους 2009.

30      Παρά ταύτα, ο πραγματοποιηθείς μεταξύ του προσφεύγοντος και του αξιολογητή διάλογος στο πλαίσιο της ως άνω περιόδου αξιολογήσεως δεν μπορεί, αφεαυτού, να καταδείξει ότι, ακόμη και χωρίς τη διαδικαστική παρατυπία που διαπιστώθηκε στη σκέψη 27 ανωτέρω, δηλαδή ακόμη και σε περίπτωση που ο προσφεύγων είχε τύχει ακροάσεως πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ήταν έτσι σε θέση να προβάλει την άμυνά του μπροστά στον κίνδυνο να χάσει τη θέση του, η διαδικασία ανανεώσεως της συμβάσεως δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι εν λόγω δύο διαδικασίες, η μεν μία αφορώσα την κατάρτιση εκθέσεως αξιολογήσεως η δε άλλη την ανανέωση ή μη μιας συμβάσεως, έχουν αντικείμενα παραπλήσια μεν, πλην όμως διαφορετικά, τα οποία μπορούν να στηρίζονται σε διαφορετικά κριτήρια εκτιμήσεως. Ειδικότερα, το επίπεδο της αποδόσεως και των ικανοτήτων του οικείου υπαλλήλου συνιστά απλώς ένα από τα στοιχεία που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από την ΑΣΣΠΑ, όταν αυτή καλείται να αποφανθεί επί της ανανεώσεως μιας συμβάσεως.

31      Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο αναφορικά με τα σχόλια του επικυρωτή, ήτοι του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή, του οποίου επίσης ελήφθη η γνώμη στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας ανανεώσεως της συμβάσεως η οποία κινήθηκε μετά την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Τα σχόλια αυτά αφορούσαν την επαγγελματική απόδοση του προσφεύγοντος κατά το 2010, η οποία είχε ήδη εκτιμηθεί από αυτόν, υπό την ιδιότητά του ως αξιολογητή του προσφεύγοντος, στο πλαίσιο της περιόδου αξιολογήσεως 2011. Με την απόφασή του όμως Wahlström κατά Frontex (EU:F:2013:143, σκέψη 38), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, κρίνοντας την προσφυγή κατά της εκθέσεως αξιολογήσεως που καταρτίσθηκε στο πλαίσιο της περιόδου αξιολογήσεως 2011, διαπίστωσε ακριβώς ότι δεν υπήρξε κανένας διάλογος μεταξύ του αξιολογητή και του προσφεύγοντος στο πλαίσιο αυτής της περιόδου αξιολογήσεως.

32      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί ότι το συμπέρασμα της ΑΣΣΠΑ για μη ανανέωση της συμβάσεως του προσφεύγοντος θα μπορούσε να είναι διαφορετικό αν είχε δοθεί στον προσφεύγοντα η δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή του για το επίπεδο της επαγγελματικής του αποδόσεως τόσο το 2009 όσο και το 2010, τούτο δε σε σύνδεση με την προοπτική της συνεχίσεως της εργασιακής του σχέσεως με τον Frontex, και ότι, επομένως, ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως μπορούσε έτσι να έχει επιρροή στο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.

33      Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, το να θεωρηθεί ότι ο Frontex θα είχε εκδώσει πανομοιότυπη απόφαση ακόμη και μετά από ακρόαση του προσφεύγοντος δεν θα σήμαινε τίποτε άλλο από το ότι το θεμελιώδες δικαίωμα ακροάσεως που κατοχυρώνεται με το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του Χάρτη θα καθίστατο κενό περιεχομένου, καθώς από το ίδιο το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει την επίμαχη διαδικασία λήψεως αποφάσεων (απόφαση Marcuccio κατά Επιτροπής, T‑236/02, EU:T:2005:417, σκέψη 115).

34      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος και ότι, κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξετασθούν οι άλλοι λόγοι.

 Επί του αιτήματος να ασκήσει το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης την πλήρη δικαιοδοσία του

35      Ο προσφεύγων, εκτιμώντας ότι η προσφυγή του, καθόσον με αυτή ζητείται η ακύρωση αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου, έχει συνέπειες χρηματικής φύσεως, ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να ασκήσει την κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ πλήρη δικαιοδοσία του, υποχρεώνοντας τον Frontex να καταβάλει το ποσό που εκτιμά αναγκαίο κατά δίκαιη κρίση, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της αποφάσεώς του.

36      Ο Frontex εκτιμά ότι δεν συντρέχει λόγος να ασκήσει το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης την πλήρη δικαιοδοσία του και να τον υποχρεώσει σε καταβολή αποζημιώσεως.

37      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η ακύρωση πράξεως από τον δικαστή της Ένωσης έχει ως αποτέλεσμα να εξαλείφεται αναδρομικά αυτή η πράξη από την έννομη τάξη και ότι, όταν η ακυρωθείσα πράξη έχει ήδη εκτελεσθεί, η εκμηδένιση των αποτελεσμάτων της επιβάλλει την επαναφορά της νομικής καταστάσεως στην οποία βρισκόταν ο προσφεύγων πριν από την έκδοση της πράξεως αυτής (αποφάσεις Landgren κατά ETF, F‑1/05, EU:F:2006:112, σκέψη 92, και Kalmár κατά Ευρωπόλ, F‑83/09, EU:F:2011:66, σκέψη 88). Επιπλέον, κατά το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, το θεσμικό όργανο του οποίου η πράξη κηρύχθηκε άκυρη οφείλει «να λαμβάν[ει] τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

38      Έχει επίσης σημασία να υπογραμμισθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε διότι ο προσφεύγων δεν έτυχε λυσιτελώς ακροάσεως από την ΑΣΣΠΑ πριν από την έκδοσή της.

39      Στο πλαίσιο αυτό, δεν δύναται πάντως να αποκλεισθεί η δυνατότητα της ΑΣΣΠΑ να εκδώσει εκ νέου απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου του προσφεύγοντος, κατόπιν επανεξετάσεως του φακέλου και λαμβάνοντας υπόψη το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως.

40      Εξάλλου, έστω και αν το παρόν αίτημα έπρεπε να νοηθεί ως αίτημα περί αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης που προβάλλει ότι υπέστη ο προσφεύγων λόγω των παράνομων πράξεων οι οποίες προσάπτονται στην ΑΣΣΠΑ στο πλαίσιο του ακυρωτικού αιτήματος, επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι στο δικόγραφο της προσφυγής δεν υπάρχει το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο ως προς το ζήτημα αν η προβαλλόμενη ηθική βλάβη είναι ανεπίδεκτη πλήρους αποκαταστάσεως διά της ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία συνιστά την αιτία της.

41      Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εκτιμά ότι δεν παρίσταται ανάγκη να μεριμνήσει, ασκώντας την κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ πλήρη δικαιοδοσία του, για τη διαφύλαξη της πρακτικής αποτελεσματικότητας της παρούσας ακυρωτικής αποφάσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

42      Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα δικαστικά έξοδα ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί σε καταβολή δικαστικών εξόδων.

43      Από το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο Frontex ηττήθηκε. Εξάλλου, ο προσφεύγων, με τα αιτήματά του, ζήτησε ρητώς να καταδικασθεί ο Frontex στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο Frontex φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση του εκτελεστικού διευθυντή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 19ης Φεβρουαρίου 2013, περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου του K. Wahlström.

2)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

3)      Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του K. Wahlström.

Van Raepenbusch

Barents

Bradley

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Η Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

      S. Van Raepenbusch


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.