Language of document : ECLI:EU:F:2014:1

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 16ης Ιανουαρίου 2014

Υπόθεση F‑107/12

Philippe Guinet

κατά

Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Προσωπικό της ΕΤΕπ — Συνταξιοδοτικό καθεστώς — Μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων — Αντιστάθμισμα για τα μειονεκτήματα που οφείλονται στην καθυστέρηση κατά τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων — Προϋπόθεση αποτελεσματικής μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν υπό καθεστώς διαφορετικό από αυτό της ΕΤΕπ — Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με την οποία ο P. Guinet ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) περί απορρίψεως της αιτήσεώς του για επανυπολογισμό των συνταξίμων ετών του.

Απόφαση:      Η προσφυγή απορρίπτεται. Ο P. Guinet φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων φέρει το ένα τέταρτο των δικαστικών εξόδων της.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Βλαπτική απόφαση — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25)

2.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Συντάξεις — Συνταξιοδοτικά δικαιώματα αποκτηθέντα πριν από την είσοδο στην υπηρεσία — Μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Τράπεζας — Μη ύπαρξη δυνατότητας, για μέλος του προσωπικού, να πραγματοποιήσει μεταφορά, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και του οικείου κράτους μέλους — Μη ύπαρξη δυνατότητας του εν λόγω μέλους του προσωπικού να εξαγοράσει συμπληρωματικά έτη ασφαλίσεως — Παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε σχέση προς τα μέλη του προσωπικού που έχουν τις εν λόγω δυνατότητες — Δεν υφίσταται

(Κανονισμός περί του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 21-1)

3.      Κοινωνική ασφάλιση — Διακινούμενοι εργαζόμενοι — Ασφάλιση γήρατος και θανάτου — Υπήκοος κράτους μέλους απασχολούμενος σε όργανο της Ένωσης — Συνταξιοδοτικά δικαιώματα αποκτηθέντα πριν από την είσοδο στην υπηρεσία του οργάνου της Ένωσης — Μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα του οργάνου της Ένωσης — Εθνική νομοθεσία μη προβλέπουσα τη δυνατότητα μεταφοράς — Παραβίαση του δικαίου της Ένωσης — Δεν υφίσταται — Ύπαρξη εμποδίου στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Δεν υφίσταται

(Άρθρα 45 ΣΛΕΕ και 48 ΣΛΕΕ)

4.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Καθήκον μέριμνας που υπέχει η Διοίκηση — Αρχή της χρηστής διοικήσεως — Περιεχόμενο — Υποχρέωση λήψεως μέτρων προς το συμφέρον της υπηρεσίας ελλείψει νομικής βάσεως — Δεν υφίσταται

5.      Ένδικη διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Επιβάρυνση με τα δικαστικά έξοδα — Συνεκτίμηση λόγων επιείκειας — Καταδίκη του νικήσαντος διαδίκου να φέρει μέρος των δικαστικών εξόδων του

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 88)

1.      Προκειμένου να κριθεί αν έχει τηρηθεί η υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπει ο ΚΥΚ, επιβάλλεται να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον τα έγγραφα με τα οποία κοινοποιήθηκε η απόφαση, αλλά και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ελήφθη και γνωστοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο. Συνεπώς, είναι δυνατόν να θεωρηθεί μια απόφαση ως επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον εκδόθηκε εντός πλαισίου που είναι γνωστό στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενό της. Εξάλλου, η εκ μέρους του ενδιαφερομένου γνώση του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η απόφαση μπορεί να αποτελέσει αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως.

(βλ. σκέψη 44)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 7 Ιουλίου 2011, T‑283/08 P, Λογγινίδης κατά Cedefop, σκέψη 68· 24 Οκτωβρίου 2011, T‑213/10 P, P κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΔΔΔΕΕ: 30 Νοεμβρίου 2010, F‑97/09, Taillard κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 33·15 Φεβρουαρίου 2011, F‑81/09, Marcuccio κατά Επιτροπής, σκέψη 40

2.      Υπάρχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μόνον όταν δύο κατηγορίες προσώπων των οποίων οι πραγματικές και νομικές καταστάσεις δεν παρουσιάζουν ουσιώδη διαφορά τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως ή όταν διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο.

Η αναδρομικότητα την οποία προβλέπει η εσωτερική κανονιστική ρύθμιση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ως μέρος του μηχανισμού που επιτρέπει την εξαγορά συμπληρωματικών συνταξίμων ετών αποτελεί απλώς ένα μέσο εξουδετερώσεως των δυσμενών συνεπειών τυχόν καθυστερήσεως, μη δυνάμενης να καταλογιστεί στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, κατά τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του σε σχέση προς την ημερομηνία της εισόδου του στην υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Οι αρνητικές αυτές συνέπειες απορρέουν, μεταξύ άλλων, από την αύξηση της ηλικίας του ενδιαφερομένου και την πρόοδο της σταδιοδρομίας του, που καθιστούν επαχθέστερο το κόστος εξαγοράς συμπληρωματικού έτους ασφαλίσεως. Τόσο το δικαίωμα χορηγήσεως της αναδρομικότητας όσο και το ύψος του ωφελήματος αυτού συνδέονται, συνεπώς, άρρηκτα με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου. Επομένως, η αναδρομική εφαρμογή δεν αποτελεί αυτοτελή επανυπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Τράπεζας τον οποίο μπορεί να ζητήσει υπάλληλος ο οποίος δεν μετέφερε τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχει αποκτήσει στο πλαίσιο εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος.

Κατά συνέπεια, από πλευράς αναδρομικότητας, η πραγματική και νομική κατάσταση προσώπου το οποίο δεν μετέφερε συνταξιοδοτικά δικαιώματα δεν είναι ίδια με την κατάσταση εκείνων των μελών του προσωπικού της Τράπεζας των οποίων τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που μεταφέρθηκαν στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Τράπεζας επηρεάστηκαν, ενδεχομένως, αρνητικά λόγω καθυστερήσεων, μη δυναμένων να καταλογιστούν στους εν λόγω υπαλλήλους, κατά τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.

(βλ. σκέψεις 57, 60, 62 και 63)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 15 Μαρτίου 1994, T‑100/92, La Pietra κατά Επιτροπής, σκέψη 50

ΔΔΔΕΕ: 26 Σεπτεμβρίου 2011, F‑29/06, Arnaldos Rosauro κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 157

3.      Όσον αφορά τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ των κρατών μελών, ούτε η Συνθήκη ΛΕΕ ούτε ο κανονισμός 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, ούτε ο κανονισμός που τον διαδέχθηκε, δηλαδή ο κανονισμός 883/2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, προέβλεψαν κανόνες αφορώντες τη μεταφορά του κεφαλαίου που αντιστοιχεί στα ήδη κτηθέντα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, αλλά στηρίζονται στις αρχές του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως και αναλογικής χορηγήσεως των παροχών, όπως προκύπτει από το άρθρο 48 ΣΛΕΕ όπως αυτό εφαρμόστηκε με τους εν λόγω κανονισμούς.

Επομένως, από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ δεν προκύπτει υποχρέωση κράτους μέλους να προβλέψει τη δυνατότητα ενός μέλους του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να μεταφέρει το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στα προηγουμένως κτηθέντα συνταξιοδοτικά δικαιώματά του προς το συνταξιοδοτικό σύστημα της Τράπεζας ούτε υποχρέωση συνάψεως συμφωνίας προς τούτο.

Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα για τα μέλη του προσωπικού της Τράπεζας δεν μπορεί να θεωρηθεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, υπό την έννοια του άρθρου 45 ΣΛΕΕ.

(βλ. σκέψεις 76 έως 78)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 4 Ιουλίου 2013, C‑233/12, Gardella, σκέψεις 33 και 35

4.      Το καθήκον μέριμνας, καθώς και η αρχή της χρηστής διοικήσεως συνεπάγονται ότι η αρμόδια αρχή, όταν αποφαίνεται επί της καταστάσεως μόνιμου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού, αυτό δε ακόμη και στο πλαίσιο της ασκήσεως ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που μπορούν να είναι καθοριστικά για την απόφασή της. Στο πλαίσιο αυτό, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά και αυτό του συγκεκριμένου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού. Ωστόσο, τα καθήκοντα μέριμνας, καλής πίστεως και χρηστής διοικήσεως δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την εκ μέρους της Διοικήσεως λήψη μέτρων προς το συμφέρον του προσφεύγοντος εν απουσία οποιασδήποτε νομικής βάσεως.

Επομένως, ελλείψει νομικής βάσεως που να επιτρέπει τη χορήγηση σε υπάλληλο πλεονεκτήματος συνδεόμενου με την εξαγορά συμπληρωματικών συνταξίμων ετών ή οποιαδήποτε νομικής υποχρεώσεως προς αντιστάθμιση του οικονομικού μειονεκτήματος που υφίσταται ο υπάλληλος αυτός εξαιτίας της ελλείψεως συμφωνίας περί μεταφοράς μεταξύ της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του κράτους μέλους εντός του οποίου ο υπάλληλος απέκτησε τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά του, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Τράπεζα ότι, παραβαίνοντας τα καθήκοντα μέριμνας, καλής πίστεως και χρηστής διοικήσεως, δεν του χορήγησε το εν λόγω πλεονέκτημα.

(βλ. σκέψεις 83 και 84)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 19 Φεβρουαρίου 2013, F‑17/11, BB κατά Επιτροπής, σκέψη 61

5.      Κατά το άρθρο 88 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, ο νικήσας διάδικος μπορεί να καταδικαστεί να αναλάβει εν μέρει ή στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα αν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του. Συντρέχει τέτοια περίπτωση όταν ο νικήσας διάδικος προέβαλε για πρώτη φορά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επιχειρήματα που θα είχαν επηρεάσει ουσιωδώς τη διαχείριση της υποθέσεως εφόσον κάποιο από τα επιχειρήματα αυτά ήταν βάσιμο, χωρίς να παράσχει εξήγηση σχετικά με την καθυστερημένη προβολή των επιχειρημάτων αυτών.

(βλ. σκέψεις 94 και 96)