Language of document : ECLI:EU:F:2014:53

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα)

της 9ης Απριλίου 2014

Υπόθεση F‑87/13

Philippe Colart κ.λπ.

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Υπαλληλική υπόθεση — Εκπροσώπηση του προσωπικού — Συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ του Κοινοβουλίου και των συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων του θεσμικού οργάνου — Εκτελεστική επιτροπή συνδικαλιστικής οργανώσεως — Αμφισβήτηση εντός της συνδικαλιστικής οργανώσεως όσον αφορά τη νομιμοποίηση και την ταυτότητα των προσώπων που απαρτίζουν την εκτελεστική επιτροπή — Δικαιώματα προσβάσεως στην ηλεκτρονική θυρίδα που θέτει το όργανο στη διάθεση της συνδικαλιστικής οργανώσεως — Άρνηση του οργάνου να επανακαθορίσει τα δικαιώματα και/ή να καταργήσει κάθε δικαίωμα προσβάσεως στην ηλεκτρονική θυρίδα — Ενεργητική νομιμοποίηση — Προδήλως απαράδεκτο»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία οι P. Colart, J.‑M. Bras, S. Corthout, D. Decoutere, G. Dony, L. Garzone, Y. Kemmerling-Linssen, καθώς και οι G. Manzella και P. Vienne (στο εξής: προσφεύγοντες-ενάγοντες) ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως του γενικού γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2013 σχετικά με την εκ νέου παροχή δικαιωμάτων προσβάσεως στην ηλεκτρονική θυρίδα της συνδικαλιστικής οργανώσεως «Solidarité pour les agents et fonctionnaires européens» (στο εξής: SAFE) καθώς και την καταβολή αποζημιώσεως για ζημίες πάσης φύσεως που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από την απόφαση αυτή.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται ως προδήλως απαράδεκτη. Οι ως άνω προσφεύγοντες-ενάγοντες φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους και καταδικάζονται στα δικαστικά έξοδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Περίληψη

Υπαλληλικές προσφυγές — Έννομο συμφέρον — Προσφυγή ασκηθείσα από μέλος συνδικαλιστικής ή επαγγελματικής οργανώσεως κατά μέτρου που θίγει το συλλογικό συμφέρον το οποίο προασπίζει η εν λόγω οργάνωση — Έννομο συμφέρον αποκλειστικώς και μόνο σε περίπτωση στερήσεως από τα μέλη της οργανώσεως της δυνατότητας κανονικής ασκήσεως των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων τους

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 24β, 90 και 91)

Προκειμένου προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα βάσει του άρθρου 91 του ΚΥΚ να είναι παραδεκτή, πρέπει να αφορά διαφορά που ανακύπτει μεταξύ της Ένωσης και προσώπου εμπίπτοντος στον ΚΥΚ σχετικά με τη νομιμότητα πράξεως βλαπτικής για το πρόσωπο αυτό. Συναφώς, πράξεις δεκτικές προσφυγής συνιστούν μόνον τα μέτρα των οποίων τα έννομα αποτελέσματα είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν ευθέως και άμεσα τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του κατάσταση ως υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού. Σε σχέση με τη συνδικαλιστική ελευθερία, η οποία προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 24β του ΚΥΚ, βλαπτική πράξη την οποία υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει μεμονωμένα αποτελεί κάθε μέτρο που αφορά ευθέως και άμεσα τον εν λόγω υπάλληλο ή το μέλος του λοιπού προσωπικού κατά την ατομική άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων του, που απορρέουν από το άρθρο 24β του ΚΥΚ ή από συμφωνία μεταξύ του θεσμικού οργάνου και της συνδικαλιστικής ή επαγγελματικής οργανώσεως, και το οποίο εντάσσεται στη σφαίρα των ατομικών σχέσεων εργασίας μεταξύ του θεσμικού οργάνου και του υπαλλήλου. Αντιθέτως, μέτρο που θίγει ευθέως και άμεσα μόνο το συλλογικό συμφέρον το οποίο προασπίζει η οργάνωση αυτή στο πλαίσιο των σχέσεών της με το οικείο θεσμικό όργανο δεν αποτελεί πράξη δεκτική προσφυγής από μεμονωμένο υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού.

Συναφώς, το άρθρο 14 της συμφωνίας-πλαισίου μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων παρέχει στις εν λόγω οργανώσεις τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν, στο πλαίσιο των υφιστάμενων δυνατοτήτων των οικείων υπηρεσιών, τα οπτικοακουστικά μέσα διανομής και ενημερώσεως του γενικού γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μεταξύ των οποίων και η ηλεκτρονική θυρίδα, για την ενάσκηση δραστηριοτήτων σχετικών με την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου και για την ενημέρωση του προσωπικού όσον αφορά τις δραστηριότητες αυτές. Δεν παρέχεται στους υπαλλήλους ή στα μέλη του λοιπού προσωπικού των οργανώσεων αυτών, ακόμη και στην περίπτωση που μετέχουν στα εκτελεστικά όργανα τα οποία εκλέγονται από τη συνέλευση των μελών τους υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου, ατομικό δικαίωμα παροχής δικαιωμάτων προσβάσεως στα εν λόγω μέσα επικοινωνίας που τίθενται στη διάθεση των εν λόγω οργανώσεων. Συνεπώς, η απορριπτική απόφαση επί αιτήματος προσωρινής απαγορεύσεως της προσβάσεως στην ηλεκτρονική θυρίδα που τίθεται στη διάθεση οργανώσεως αφορά ευθέως και άμεσα τα δικαιώματα τα οποία η οργάνωση αυτή αντλεί από το εν λόγω άρθρο 14 σχετικά με τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως αυτής της ηλεκτρονικής θυρίδας. Επομένως, η εν λόγω οργάνωση μπορούσε να ασκήσει, μέσω των νομίμων εκπροσώπων της, προσφυγή ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, και μάλιστα εντός της προθεσμίας των δύο μηνών που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.

Εξάλλου, πέραν του γεγονότος ότι το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο για την εκδίκαση ενδεχόμενης προσφυγής της εν λόγω οργανώσεως, η αναγνώριση του παραδεκτού της προσφυγής αυτής θα είχε ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να πρέπει να εξετάσει τη νομιμότητα διαφόρων αποφάσεων που έλαβαν οι τακτικές ή έκτακτες γενικές συνελεύσεις της οργανώσεως αυτής προκειμένου να διαπιστώσει αν οι προσφεύγοντες πρέπει να αναγνωριστούν ως τα μοναδικά πρόσωπα τα οποία νομιμοποιούνται να ασκούν για λογαριασμό της τα δικαιώματα προσβάσεως στην ηλεκτρονική θυρίδα. Εντούτοις, μια τέτοια εκτίμηση, αφενός, θα συνεπαγόταν την επίλυση των εσωτερικών διαφορών της οργανώσεως αυτής, μολονότι το ζήτημα αυτό, το οποίο έγκειται στην τήρηση των καταστατικών κανόνων της από τα μέλη της, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων και, αφετέρου, θα είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να αποφανθεί όχι επί διαφοράς μεταξύ υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού και της Διοικήσεως, αλλά επί εσωτερικής διαφοράς μεταξύ μιας οργανώσεως και των μελών της.

Αφενός, το αν ενδεχομένως θίγονται τα συμφέροντα των προσφευγόντων-εναγόντων από την προσβαλλόμενη απόφαση εξαρτάται από την ιδιότητά τους, όχι ως υπαλλήλων, η οποία τους επιτρέπει να επικαλούνται τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 24β του ΚΥΚ, ιδίως το δικαίωμα συμμετοχής σε οργάνωση ως μέλος, αλλά από την προβαλλόμενη ιδιότητά τους ως μελών της εκτελεστικής επιτροπής της εν λόγω οργανώσεως. Αφετέρου, τα συμφέροντά τους ως υπαλλήλων ως εκ τούτου δεν θίγονται όσον αφορά τη σφαίρα των ατομικών σχέσεών τους εργασίας με το Κοινοβούλιο. Μόνον τα συμφέροντα της οργανώσεως θίγονται όσον αφορά τη σφαίρα του δικαιώματός της ενημερώσεως, στην οποία εντάσσονται οι προσφεύγοντες, των μελών της και του προσωπικού του Κοινοβουλίου.

(βλ. σκέψεις 38 έως 41, 50 και 53 έως 59)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 8 Οκτωβρίου 1974, 175/73, Union syndicale κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψεις 15 και 17· 11 Μαΐου 1989, 193/87 και 194/87, Maurissen και Union syndicale κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου· 10 Ιανουαρίου 2006, C‑373/04 P, Επιτροπή κατά Alvarez Moreno, σκέψη 42

ΓΔΕΕ: 31 Μαρτίου 2003, T‑227/02, Hecq κατά Επιτροπής, σκέψεις 15 έως 17· 6 Μαΐου 2004, T‑34/03, Hecq κατά Επιτροπής, σκέψη 58· 13 Δεκεμβρίου 2012, T‑199/11 P, Strack κατά Επιτροπής, σκέψη 127 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΔΔΔΕΕ: 6 Μαΐου 2009, F‑137/07, Sergio κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 51, 52, 82, 83 και 116· 26 Φεβρουαρίου 2013, F‑124/10, Labiri κατά ΕΟΚΕ, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία