Language of document : ECLI:EU:F:2014:15





ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(τρίτο τμήμα)

της 12ης Φεβρουαρίου 2014

Υπόθεση F‑83/12

Jean-Pierre Bodson κ.λπ.

κατά

Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Προσωπικό της ΕΤΕπ — Συμβατική φύση της εργασιακής σχέσεως — Αποδοχές — Μεταρρύθμιση του συστήματος πριμοδοτήσεων της ΕΤΕπ»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με την οποία οι προσφεύγοντες-ενάγοντες ζητούν, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως που περιέχεται στα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας τους του Απριλίου 2012 τα σχετικά με τις ανταμοιβές, καθόσον εφαρμόζει την απόφαση, της 14ης Δεκεμβρίου 2010, του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ ή στο εξής: Τράπεζα) και τις αποφάσεις, της 9ης Νοεμβρίου 2010 και της 16ης Νοεμβρίου 2011, της διευθύνουσας επιτροπής της περί αναμορφώσεως του καθεστώτος των πριμοδοτήσεων, και, αφετέρου, την καταδίκη της ΕΤΕπ στην προς αυτούς καταβολή της διαφοράς μεταξύ των ποσών που οφείλονται κατ’ εφαρμογήν των προαναφερθεισών αποφάσεων και του προηγουμένου καθεστώτος, καθώς και αποζημιώσεως και τόκων υπερημερίας.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Ο J.-P. Bodson και οι επτά λοιποί προσφεύγοντες-ενάγοντες φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα και καταδικάζονται στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Περίληψη

1.      Ένδικη διαδικασία — Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας — Αίτημα αναλήψεως του φακέλου εγγράφων συνταχθέντων από τον δικηγόρο διαδίκου — Έγγραφα συνταχθέντα στο πλαίσιο συλλογικής διαπραγματεύσεως με το καθού θεσμικό όργανο — Έλλειψη εμπιστευτικού χαρακτήρα — Απόρριψη

2.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Προσφυγή — Προθεσμίες — Απαίτηση τηρήσεως εύλογης προθεσμίας — Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ — Δεν επιτρέπεται — Εκτίμηση σε συνάρτηση προς τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως

(Άρθρο 270 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 3)

3.      Υπαλληλικές προσφυγές — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Ετήσια πριμοδότηση παρεχόμενη κατά διακριτική ευχέρεια σε συνάρτηση προς την απόδοση του δικαιούχου — Εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2· κανονισμός του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, παράρτημα II)

4.      Υπαλληλικές προσφυγές — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Έννομο συμφέρον — Προσφυγή στρεφόμενη κατά του πρώτου εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας κατόπιν αναμορφώσεως του συστήματος αποδοχών — Παραδεκτό

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91· κανονισμός του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 20)

5.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Κανονιστική φύση της σχέσεως εργασίας — Οργάνωση των υπηρεσιών και καθορισμός των αποδοχών του προσωπικού — Διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως

(Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 21· κανονισμός του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρα 13 και 20· εσωτερικός κανονισμός της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 31)

6.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Αποδοχές — Αναμόρφωση του καθεστώτος των πριμοδοτήσεων — Διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως — Περιεχόμενο — Υποχρέωση διατηρήσεως του ευνοϊκότερου προηγουμένου καθεστώτος — Δεν υφίσταται

7.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Οργάνωση των υπηρεσιών — Διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

1.      Η αλληλογραφία μεταξύ του πελάτη και του δικηγόρου που δεν συνδέεται προς τον πελάτη με σχέση εξαρτημένης εργασίας είναι εμπιστευτική, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για αλληλογραφία ανταλλαγείσα στο πλαίσιο και προς το συμφέρον του δικαιώματος υπερασπίσεως του πελάτη.

Νομική γνωμοδότηση συνταχθείσα εντός πλαισίου συλλογικής διαπραγματεύσεως μεταξύ των εκπροσώπων του προσωπικού και της διευθύνσεως θεσμικού οργάνου, πέρα από κάθε κατασταλτική ή δικαστική σκοπιμότητα, δεν μπορεί να αποτελέσει αλληλογραφία ανταλλαγείσα στο πλαίσιο και προς το συμφέρον του δικαιώματος υπερασπίσεως του πελάτη ενός δικηγόρου.

(βλ. σκέψεις 46 και 47)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 18 Μαΐου 1982, 155/79, AM & S κατά Επιτροπής, σκέψη 21· 14 Σεπτεμβρίου 2010, C‑550/07 P, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, σκέψη 41

ΓΔΕΕ: 4 Απριλίου 1990, T‑30/89, Hilti κατά Επιτροπής, σκέψη 13

2.      Προκειμένου περί της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί προσφυγή, οσάκις καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν προέβλεψε τέτοια προθεσμία, οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι δικαιούνται να προσδοκούν ότι δεν θα τους αντιταχθεί προκαθορισμένη αποκλειστική προθεσμία, αλλά ότι θα τύχει εφαρμογής εύλογη προθεσμία, η οποία θα εκτιμηθεί σε συνάρτηση με το σύνολο των περιστάσεων κάθε υποθέσεως και, ιδίως, με το διακύβευμα της δίκης, την περιπλοκότητα της υποθέσεως και τη συμπεριφορά των διαδίκων. Κατά συνέπεια, εν γένει, η έννοια της εύλογης προθεσμίας δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ειδική αποκλειστική προθεσμία και, ειδικότερα, η τρίμηνη προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν ως αποκλειστική προθεσμία στους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων όταν ασκούν προσφυγή ακυρώσεως κατά βλαπτικής πράξεως της τελευταίας.

Συνεπώς, όσον αφορά τις προσφυγές ακυρώσεως των αποφάσεων που περιέχονται στα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας των υπαλλήλων της Τράπεζας, δεδομένου ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά αποφάσεως σχετικής με το οικονομικό καθεστώς υπαλλήλου αρχίζει να τρέχει από της κοινοποιήσεως του εκκαθαριστικού σημειώματος μισθοδοσίας που αποκαλύπτει την απόφαση αυτή και λαμβανομένων υπόψη της αβεβαιότητας που αιωρείται ως εκ τούτου επί της συνεκτιμήσεως άλλης μορφής προγενέστερης ενημερώσεως και του γεγονότος ότι οι αποφάσεις περί καθορισμού του ποσού των ανταμοιβών της αποδόσεως των υπαλλήλων της Τράπεζας συνιστούν τα πρώτα μέτρα εφαρμογής του νέου καθεστώτος πριμοδοτήσεων που καθορίσθηκε κατόπιν μακρών συζητήσεων με τους εκπροσώπους του προσωπικού, μια προθεσμία 4 μηνών και 10 ημερών δεν μπορεί να θεωρηθεί μη εύλογη.

(βλ. σκέψεις 64 έως 66)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 28 Φεβρουαρίου 2013, C‑334/12 RX-II, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, σκέψεις 28 έως 44

ΓΔΕΕ: 9 Ιουλίου 2013, T‑234/11 P-RENV-RX, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, σκέψη 31

3.      Προκειμένου περί προσφυγής ακυρώσεως αποφάσεως που περιέχεται σε εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας σχετικό με την ανταμοιβή της αποδόσεως, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει επιχειρηματολογία κατά την οποία το καθεστώς ανταμοιβής της αποδόσεως είναι καθεστώς διακριτικό και αβέβαιο, δυνάμει του οποίου οι υπάλληλοι δεν απολαύουν κανενός κεκτημένου δικαιώματος, ο δε διακριτικός χαρακτήρας μιας αρμοδιότητας δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να στερεί τους μονίμους και εκτάκτους υπαλλήλους από μια εγγύηση τόσο θεμελιώδη όσο το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, αλλά περιορίζει απλώς την ένταση του δικαστικού ελέγχου που ασκείται από τον δικαστή, ο οποίος δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμησή του σ’ αυτήν της Διοικήσεως.

(βλ. σκέψεις 71 και 72)

4.      Όσον αφορά το έννομο συμφέρον μονίμου ή εκτάκτου υπαλλήλου, ένα εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας που αποτελεί, για πρώτη φορά, συνέπεια της εφαρμογής νέων πράξεων γενικής ισχύος που αφορούν τον καθορισμό των οικονομικών δικαιωμάτων μονίμου ή εκτάκτου υπαλλήλου, συνιστά κατ’ ανάγκην, έναντι του αποδέκτη του, λήψη διοικητικής αποφάσεως ατομικής ισχύος που παράγει υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να επηρεάσουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντά του.

(βλ. σκέψεις 77 έως 79)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 30 Σεπτεμβρίου 2010, C-29/09, Lebedef και Jones κατά Επιτροπής, σκέψεις 34 έως 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

5.      Οσάκις οι συμβάσεις εργασίας συνάπτονται με οργανισμό της Ένωσης, επιφορτισμένο με αποστολή γενικού συμφέροντος και εξουσιοδοτημένο να θεσπίζει, με κανονισμό, τις διατάξεις που έχουν εφαρμογή στο προσωπικό του, η βούληση των συμβαλλομένων σε μια τέτοια σύμβαση έχει υποχρεωτικά τα όριά της στις υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσεως που απορρέουν από την ειδική αυτή αποστολή και οι οποίες επιβάλλονται τόσο στα διευθυντικά όργανα του οργανισμού αυτού όσο και στους υπαλλήλους του. Δυνάμει του άρθρου 31 του εσωτερικού κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει την ευχέρεια να θεσπίζει, με την έκδοση κανονισμού, τις εφαρμοστέες στο προσωπικό της διατάξεις. Ως εκ τούτου, οι σχέσεις της Τράπεζας με τους συμβασιούχους υπαλλήλους της είναι κατ’ ουσίαν κανονιστικής φύσεως.

Υπό την έννοια αυτή, η Τράπεζα διαθέτει, προς εκπλήρωση της αποστολής γενικού συμφέροντος που της έχει ανατεθεί, διακριτική ευχέρεια για την οργάνωση των υπηρεσιών της και τον μονομερή καθορισμό των αποδοχών του προσωπικού της, τούτο δε ανεξαρτήτως των συμβατικής φύσεως νομικών πράξεων που αποτελούν τη βάση των εν λόγω εργασιακών σχέσεων.

(βλ. σκέψεις 104, 105 και 107)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 14 Οκτωβρίου 2004, C‑409/02 P, Pflugradt κατά ΕΚΤ, σκέψεις 34 έως 36

6.      Προκειμένου περί της αναμορφώσεως του καθεστώτος των πριμοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, το γεγονός ότι το προηγούμενο καθεστώς των πριμοδοτήσεων είχε μεν καταστρωθεί ως διακριτικό και ποικίλο, πλην όμως η ακολουθηθείσα πρακτική τού είχε προσδώσει de facto αξιοσημείωτη σταθερότητα, δεν συνεπάγεται ότι οι ενδιαφερόμενοι απέκτησαν δικαίωμα εναντιώσεως στη μεταρρύθμιση.

Πράγματι, το γεγονός ότι ένας οργανισμός της Ένωσης έχει, επί μακρόν, ακολουθήσει συγκεκριμένη πολιτική δεν δημιουργεί, υπέρ των ενδιαφερομένων, δικαίωμα στη διατήρηση των πλεονεκτημάτων που τους παρείχε αυτή η πολιτική. Κατά συνέπεια, η Διοίκηση είναι ελεύθερη να επιφέρει οποτεδήποτε στο εργασιακό καθεστώς του προσωπικού τις τροποποιήσεις, για το μέλλον, που θεωρεί σύμφωνες προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ακόμη και σε κατεύθυνση δυσμενή για τους υπαλλήλους. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο επί απλής πρακτικής.

Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι δυνατότητες του προϋπολογισμού αποτελούν έναν από τους παράγοντες τους οποίους λαμβάνει υπόψη η Διοίκηση στην πολιτική της έναντι του προσωπικού. Κατά συνέπεια, η βούληση πραγματοποιήσεως οικονομιών εις βάρος του προσωπικού δεν αποτελεί, καθαυτή, παράτυπη αιτιολογία ούτε παραγνωρίζει, καθαυτή, το καθήκον μέριμνας. Επιπροσθέτως, η τροποποίηση του εργασιακού καθεστώτος του προσωπικού εξαρτάται μόνο από την προϋπόθεση να αντλεί τη δικαιολόγησή της από το συμφέρον της υπηρεσίας.

Εξάλλου, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι οι υπάλληλοι μπορούν να επικαλεσθούν δικαιολογημένη προσδοκία ως προς τη διατήρηση ή τη σταθερότητα του προηγουμένου καθεστώτος πριμοδοτήσεων, η αναμόρφωση του καθεστώτος αυτού συνοδεύθηκε από μεταβατική περίοδο πέντε ετών, περίοδο η οποία είναι επαρκής.

(βλ. σκέψεις 118 έως 120, 134 και 139)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 17 Δεκεμβρίου 1981, 178/80, Bellardi-Ricci κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 19· 17 Δεκεμβρίου 1981, 197/80 έως 200/80, 243/80, 245/80 και 247/80, Ludwigshafener Walzmühle Erling κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 40· 11 Μαρτίου 1982, 127/80, Grogan κατά Επιτροπής, σκέψη 34

ΓΔΕΕ: 29 Νοεμβρίου 2006, T‑135/05, Campoli κατά Επιτροπής, σκέψεις 10, 86 και 87

ΔΔΔΕΕ: 9 Οκτωβρίου 2007, F‑85/06, Bellantone κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 64· 25 Νοεμβρίου 2008, F‑145/07, Bosman κατά Συμβουλίου, σκέψη 41

7.      Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον καθορισμό της πολιτικής διαχειρίσεως του προσωπικού και ως προς τον καθορισμό των κανόνων εφαρμογής αυτής της πολιτικής. Επιπλέον, η απόκριση σε ανησυχίες σχετικά με τον προϋπολογισμό συνεπάγεται τη συνεκτίμηση οικονομικών εξελίξεων και χρηματοοικονομικών μεταβλητών, στο πλαίσιο της οποίας η Τράπεζα διαθέτει επίσης ευρεία διακριτική ευχέρεια. Κατά συνέπεια, ο δικαστικός έλεγχος που ασκεί ο δικαστής της Ένωσης επί του θέματος δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένος. Πρέπει συνεπώς να περιορίζεται στον έλεγχο μήπως οι εκτιμήσεις της Τράπεζας είναι προδήλως πεπλανημένες ή μήπως αυτή υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας.

(βλ. σκέψεις 161 και 162)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 9 Ιουνίου 2005, C‑318/03, HLH Warenvertrieb και Orthica, σκέψη 75

ΓΔΕΕ: 16 Μαΐου 2013, T‑281/11 P, Canga Fano κατά Συμβουλίου, σκέψη 127

ΔΔΔΕΕ: 29 Σεπτεμβρίου 2011, F‑80/10, AJ κατά Επιτροπής, σκέψη 35