Language of document : ECLI:EU:F:2014:250

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 19ης Νοεμβρίου 2014 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση — Μόνιμος υπάλληλος — Αποδοχές — Οικογενειακά επιδόματα — Κανόνας κατά της σωρεύσεως εθνικών επιδομάτων και επιδομάτων προβλεπομένων από τον ΚΥΚ — Είσπραξη εθνικών οικογενειακών επιδομάτων από τη σύζυγο του υπαλλήλου — Μη δήλωση από τον υπάλληλο της μεταβολής της προσωπικής του καταστάσεως στη Διοίκηση — Πειθαρχική διαδικασία — Πειθαρχική ποινή — Τοποθέτηση σε κατώτερο κλιμάκιο — Αναλογικότητα — Αιτιολογία — Ελαφρυντικές περιστάσεις — Έλλειψη επιμέλειας της Διοικήσεως»

Στην υπόθεση F‑42/14,

με αντικείμενο προσφυγή που ασκήθηκε βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη EKAE δυνάμει του άρθρου της 106α,

EH, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάτοικος Etterbeek (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τους S. Rodrigues και A. Blot, δικηγόρους,

προσφεύγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον J. Currall και την C. Ehrbar,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. I. Rofes i Pujol, πρόεδρο, K. Bradley και J. Svenningsen (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: X. Lopez Bancalari, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Σεπτεμβρίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 6 Μαΐου 2014, ο EH ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2013, με την οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή του υποβιβασμού κατά τρία κλιμάκια, καθώς και την ακύρωση της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 2014 με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του ένσταση.

 Το νομικό πλαίσιο

 Δικαιώματα και υποχρεώσεις των μονίμων υπαλλήλων

2        Το άρθρο 11 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τη μορφή που έχει εφαρμογή στη διαφορά (στο εξής: ΚΥΚ), ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «[ο] υπάλληλος οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά του και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του λαμβάνοντας αποκλειστικά υπόψη του τα συμφέροντα της Ένωσης [και να] εκτελεί τις εργασίες που του ανατίθενται κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο, τηρώντας το καθήκον πίστεως που υπέχει έναντι της Ένωσης».

 Διατάξεις σχετικές με το πειθαρχικό καθεστώς

3        Περιλαμβανόμενο στον τίτλο VI «Πειθαρχικό καθεστώς», το άρθρο 86 του ΚΥΚ ορίζει:

«1.      Κάθε παράλειψη των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει υπάλληλος ή τέως υπάλληλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού η οποία γίνεται εκουσίως ή εξ αμελείας, αποτελεί λόγο πειθαρχικής κυρώσεως.

2.      Όταν η [ΑΔΑ] ή η OLAF λαμβάνουν γνώση αποδεικτικών στοιχείων για παράλειψη υποχρεώσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1, μπορούν να κινούν διαδικασία διοικητικής έρευνας με σκοπό να εξακριβωθεί η ύπαρξη της παράλειψης αυτής.

3.      Οι πειθαρχικοί κανόνες, διαδικασίες και μέτρα, καθώς και οι κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τις διοικητικές έρευνες, καθορίζονται στο Παράρτημα IX.»

4        Περιλαμβανόμενο στο επιγραφόμενο «Πειθαρχικά μέτρα» τμήμα 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, το άρθρο 9 του παραρτήματος αυτού ορίζει:

«1.      Η [ΑΔΑ] μπορεί να επιβάλει μια από τις ακόλουθες κυρώσεις:

α)      έγγραφη προειδοποίηση,

β)      επίπληξη,

γ)      αναστολή της προαγωγής κατά κλιμάκιο για διάστημα μεταξύ ενός μηνός και είκοσι τριών μηνών,

δ)      τοποθέτηση σε κατώτερο κλιμάκιο,

ε)      προσωρινό υποβιβασμό για περίοδο μεταξύ 15 ημερών και ενός έτους,

στ)      υποβιβασμό στο εσωτερικό της ίδιας ομάδας καθηκόντων,

ζ)      κατάταξη σε κατώτερη ομάδα καθηκόντων, με ή χωρίς υποβιβασμό,

η)      παύση […]».

5        Το άρθρο 10 του παραρτήματος ΙX του ΚΥΚ ορίζει:

«H αυστηρότητα της επιβαλλόμενης πειθαρχικής κύρωσης πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα του παραπτώματος. Για τον καθορισμό της βαρύτητας του παραπτώματος και τη λήψη απόφασης για την πειθαρχική κύρωση που πρέπει να επιβληθεί, λαμβάνονται ιδίως υπόψη τα εξής:

α)      η φύση του παραπτώματος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί,

β)      ο βαθμός στον οποίο το παράπτωμα επηρέασε αρνητικά την ακεραιότητα, τη φήμη ή τα συμφέροντα του Οργανισμού,

γ)      ο βαθμός πρόθεσης ή αμέλειας στο παράπτωμα,

δ)      τα κίνητρα που οδήγησαν τον υπάλληλο να διαπράξει το παράπτωμα,

ε)      ο βαθμός και η αρχαιότητα του υπαλλήλου,

στ)      ο βαθμός προσωπικής ευθύνης του υπαλλήλου,

ζ)      το επίπεδο των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του υπαλλήλου,

η)      το στοιχείο της υποτροπής στην πράξη ή την επιλήψιμη συμπεριφορά,

θ)      η συμπεριφορά του υπαλλήλου σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του.»

 Διατάξεις για τα οικογενειακά επιδόματα

6        Κατά το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, «[ο]ι υπάλληλοι που δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων [δηλαδή επίδομα στέγης, επίδομα συντηρούμενων τέκνων και σχολικό επίδομα], υποχρεούνται να δηλώνουν τα επιδόματα της ιδίας φύσεως που καταβάλλονται από άλλη πηγή, προκειμένου τα τελευταία να αφαιρεθούν από εκείνα που καταβάλλονται δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του Παραρτήματος VII».

7        Το άρθρο 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ορίζει:

«1.      Ο υπάλληλος που έχει ένα ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα δικαιούται, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3, [μηνιαίου] επιδόματος […] για κάθε συντηρούμενο τέκνο.

2.      Ως συντηρούμενο τέκνο νοείται το νόμιμο τέκνο, φυσικό ή θετό του υπαλλήλου ή του συζύγου του, όταν αυτό πράγματι συντηρείται από τον υπάλληλο.

[…]

Κάθε τέκνο, έναντι του οποίου ο υπάλληλος έχει υποχρέωση διατροφής σύμφωνα με δικαστική απόφαση βασιζόμενη στη νομοθεσία των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ανηλίκων, εξομοιώνεται με συντηρούμενο τέκνο.

[…]

7.      Όταν η επιμέλεια του συντηρούμενου τέκνου, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, ανατίθεται σε άλλο πρόσωπο δυνάμει νομοθετικών διατάξεων, δικαστικής απόφασης, ή απόφασης της αρμόδιας διοικητικής αρχής, το επίδομα καταβάλλεται στο πρόσωπο αυτό, για λογαριασμό και εξ ονόματος του υπαλλήλου.»

 Ιστορικό της διαφοράς

8        Ο προσφεύγων, ο οποίος εισήλθε στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 1991 ως έκτακτος υπάλληλος, είναι, από 1ης Μαρτίου 1998, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής και, πριν η ΑΔΑ του επιβάλει την πειθαρχική ποινή της τοποθετήσεως σε κατώτερο κλιμάκιο, ασκούσε τα καθήκοντα του διοικητικού υπαλλήλου βαθμού AD 13, κλιμάκιο 1, ως υπεύθυνος για τη διαχείριση προγραμμάτων στη γενική διεύθυνση (ΓΔ) «Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη».

9        Ο προσφεύγων είναι πατέρας πέντε τέκνων και, ως εκ τούτου, ελάμβανε οικογενειακά επιδόματα βάσει του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ (στο εξής: οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ).

10      Όσον αφορά τα δύο πρώτα τέκνα του προσφεύγοντος, τα οποία γεννήθηκαν από τον πρώτο του γάμο που λύθηκε στις 14 Ιανουαρίου 2000, τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ για συντηρούμενο τέκνο καταβάλλονταν, από 1ης Απριλίου 1994, ολόκληρα από το «Γραφείο διαχείρισης και εκκαθάρισης των ατομικών δικαιωμάτων» (PMO) στην πρώην σύζυγο του προσφεύγοντος εξ ονόματος και για λογαριασμό του ιδίου, και τούτο με αφαίρεση από το ποσό της διατροφής που αυτός όφειλε στην πρώην σύζυγό του.

11      Όσον αφορά τα τρία άλλα τέκνα του προσφεύγοντος, τα οποία γεννήθηκαν αντιστοίχως το 1995, το 1998 και το 2002, και την τωρινή σύζυγό του, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στο έντυπο δηλώσεως γεννήσεως σχετικά με το τέκνο που γεννήθηκε το 1998, ο προσφεύγων δήλωσε στην Επιτροπή ότι η μητέρα του τέκνου «ασκ[ούσε] επαγγελματική δραστηριότητα και [ελάμβανε] επίδομα τοκετού: “ναι”», αλλά δεν ελάμβανε οικογενειακά επιδόματα, οπότε αυτός επέλεξε συναφώς την απάντηση «όχι».

12      Για κάθε ένα από τα τρία αυτά τέκνα, ο προσφεύγων έλαβε από το PMO το εξής σημείωμα:

«[…]

Από τα δικαιολογητικά έγγραφα προκύπτει ότι:

–        δεν καταβάλλεται κανένα (εθνικό) οικογενειακό επίδομα για το τέκνο αυτό.

Κατά συνέπεια, σας ενημερώνουμε ότι:

–        σας χορηγείται επίδομα συντηρούμενου τέκνου για το τέκνο αυτό […] βάσει του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ·

–        βάσει του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, σας καταβάλλεται ολόκληρο το επίδομα συντηρούμενου τέκνου.

[…]

Υπενθύμιση των διοικητικών διατάξεων:

–        Κάθε υπάλληλος οφείλει να γνωστοποιεί αμέσως και γραπτώς στη Διοίκηση οποιαδήποτε μεταβολή στην κατάστασή του.

–        Άρθρο 85 του ΚΥΚ: “Κάθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως αναζητείται αν ο λαβών εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί”.»

13      Από τα πιο πάνω σημειώματα σχετικά με το επίδομα του ΚΥΚ λόγω συντηρούμενου τέκνου που απευθύνθηκαν στον προσφεύγοντα προκύπτει ότι, την 1η Μαΐου 2002, ο προσφεύγων ελάμβανε ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ για κάθε ένα από τα πέντε τέκνα του.

 Επί της αρχικής αλληλογραφίας μεταξύ διοικητικών φορέων

14      Από το σύνολο της αλληλογραφίας που ο προσφεύγων προσκόμισε σε παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής του προκύπτει ότι, στην ουσία, η τωρινή σύζυγός του, με την οποία συνήψε γάμο την 1η Σεπτεμβρίου 2000, ζήτησε, μετά τη γέννηση κάθε ενός από τα τρία τέκνα τους, από τον Assubel, βελγικό ασφαλιστικό οργανισμό, αρμόδιο για την καταβολή εθνικών κοινωνικών παροχών όπως το επίδομα τοκετού και τα οικογενειακά επιδόματα, να της χορηγήσει τις εν λόγω παροχές.

15      Συναφώς, με επιστολή της 14ης Φεβρουαρίου 1996 ο Assubel, σε απάντηση της αιτήσεώς της για τη χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων για το τέκνο που γεννήθηκε το 1995, ενημέρωσε τη σύζυγο του προσφεύγοντος ότι, εφόσον το ποσό του οικογενειακού επιδόματος που χορηγούνταν από την Επιτροπή ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του βελγικού οικογενειακού επιδόματος, δεν ήταν δυνατό να της χορηγηθεί το εν λόγω εθνικό οικογενειακό επίδομα.

16      Με επιστολή της 25ης Σεπτεμβρίου 2000 σε απάντηση σε άλλη αίτηση χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων, η οποία υποβλήθηκε τηλεφωνικώς μετά τον γάμο της με τον προσφεύγοντα την 1η Σεπτεμβρίου 2000, ο βελγικός οργανισμός κοινωνικών ασφαλίσεων Partena (στο εξής: Partena), ο οποίος διαδέχθηκε τον Assubel, ενημέρωσε τη σύζυγο του προσφεύγοντος ότι, για να της καταβάλει τις παροχές αυτές, ο εν λόγω εθνικός οργανισμός χρειάζεται βεβαίωση της Επιτροπής ότι δεν της καταβάλλονται αντίστοιχες παροχές από την Ένωση. Η σύζυγος του προσφεύγοντος δεν απάντησε στην επιστολή αυτή και δεν ζήτησε από την Επιτροπή ούτε να της χορηγήσει τέτοια βεβαίωση ούτε να προβεί σε διάβημα προς τον εν λόγω εθνικό οργανισμό.

17      Με επιστολή της 25ης Μαρτίου 2002 προς την Επιτροπή, ο Partena ανέφερε στο εν λόγω θεσμικό όργανο ότι, για να μπορέσει να χορηγήσει στη σύζυγο του προσφεύγοντος εθνικά οικογενειακά επιδόματα, χρειάζεται βεβαίωση της Επιτροπής με την οποία να διευκρινίζεται από ποια ημερομηνία καταβάλλονται τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ.

18      Με επιστολή της 12ης Απριλίου 2002 προς τον Partena, αντίγραφο της οποίας κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα, η Επιτροπή βεβαίωσε ότι ο τελευταίος ελάμβανε ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ για τα δύο τέκνα του που γεννήθηκαν το 1995 και το 1998, και, ειδικότερα, για το πρώτο από 1ης Νοεμβρίου 1995 και για το δεύτερο από 1ης Φεβρουαρίου 1998.

19      Με επιστολή της 28ης Αυγούστου 2003, ο Partena πληροφόρησε την Επιτροπή ότι εξέταζε το δικαίωμα της συζύγου του προσφεύγοντος για τη λήψη οικογενειακών επιδομάτων από 1ης Δεκεμβρίου 1995. Ο Partena παρακάλεσε την Επιτροπή να του χορηγήσει το πιστοποιητικό γεννήσεως του τελευταίου τέκνου του προσφεύγοντος, το οποίο είχε στην κατοχή της, και την ενημέρωσε ότι θα της αποστείλει λεπτομερή κατάσταση των καταβολών προς τη σύζυγο του προσφεύγοντος από τον Δεκέμβριο του 1995. Τέλος, ο Partena παρακάλεσε την Επιτροπή να έλθει σε επαφή με τη σύζυγο του προσφεύγοντος «προκειμένου να ανακτήσει [από την τελευταία] τα οικογενειακά επιδόματα [του ΚΥΚ] που [η Επιτροπή] αντί [του Partena] είχε καταβάλει σε αυτήν».

20      Με επιστολή της 6ης Ιανουαρίου 2004 προς τον Partena, αντίγραφο της οποίας κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα (στο εξής: επιστολή της 6ης Ιανουαρίου 2004), το PMO απάντησε ότι είχε λάβει γνώση του ότι ο Partena εξέταζε το δικαίωμα για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων λόγω της μισθωτής δραστηριότητας που η σύζυγος του προσφεύγοντος ασκούσε από 1ης Δεκεμβρίου 1995. Συναφώς, το PMO υπενθύμισε στον Partena ότι κατέβαλλε ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ στον προσφεύγοντα για τα τρία τελευταία τέκνα του, και συγκεκριμένα για τα δύο πρώτα όπως εκτέθηκε στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως και για το τρίτο από 1ης Μαΐου 2002. Το PMO παρακάλεσε τον Partena «να [του] επιστρέψει το σύνολο των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων από 1ης Δεκεμβρίου 1995 και να [του] αποστείλει μηνιαία κατάσταση με τα ποσά που πρέπει να επιστραφούν στον λογαριασμό [της Επιτροπής], αναγράφοντας τα στοιχεία αναφοράς [δηλαδή το όνομα του προσφεύγοντος και τον αριθμό μητρώου του]». Το PMO παρακάλεσε τον Partena επίσης να εκδώσει πιστοποιητικό στο οποίο να αναφέρονται ο μήνας από τον οποίο ο εν λόγω εθνικός οργανισμός καταβάλλει τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα στη σύζυγο του προσφεύγοντος, καθώς και το μηνιαίο ποσό τους, προκειμένου το PMO να αρχίσει να καταβάλλει από την ίδια ημερομηνία τα συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ. Η εν λόγω επιστολή του PMO έμεινε αναπάντητη από τον Partena.

21      Με επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2006 σχετικά με την από 7 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της, της οποίας το αντικείμενο, κατά τον προσφεύγοντα, «ήταν εν πάση περιπτώσει να λάβει εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ο Partena είχε παύσει τις καταβολές του μεταξύ Απριλίου του 2005 και Σεπτεμβρίου του 2006», η σύζυγος του προσφεύγοντος ενημερώθηκε από τον Partena ότι, από 1ης Οκτωβρίου 2006, της χορηγείται μηνιαίως ποσό 482,14 ευρώ ως οικογενειακό επίδομα για τα τρία συντηρούμενα τέκνα της.

22      Με επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2009 προς τον Partena, η οποία καταχωρίστηκε στον προσωπικό φάκελο του προσφεύγοντος, η Επιτροπή πληροφόρησε τον εν λόγω εθνικό οργανισμό ότι κατέβαλλε ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ για τα τρία τελευταία τέκνα του προσφεύγοντος, υπενθυμίζοντας ότι, βάσει της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, Επιτροπή κατά Βελγίου (186/85, EU:C:1987:208), τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα σε σχέση με τα οικογενειακά επιδόματα που πρέπει να καταβάλλονται κατά προτεραιότητα από τις εθνικές αρχές.

 Επί των πράξεων ελέγχου

23      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 10ης Φεβρουαρίου 2010 το οποίο είχε ως θέμα «[…] Έλεγχος επιδομάτων για συντηρούμενο τέκνο από άλλη πηγή (από [1ης Ιανουαρίου] 2005 μέχρι σήμερα)», το PMO ενημέρωσε στην ουσία τον προσφεύγοντα ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή του, η σύζυγος του τελευταίου ήταν μισθωτή ή άνεργη, οπότε είχε δικαίωμα για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, και ότι όμως ο προσφεύγων δεν είχε δηλώσει επιδόματα από άλλη πηγή όσον αφορά τα τέκνα τους. Το PMO υπενθύμισε συναφώς τις διατάξεις του ΚΥΚ, δηλαδή το άρθρο 67, παράγραφος 2, και το άρθρο 68, δεύτερο εδάφιο, στα οποία τίθεται ο κανόνας «κατά της σωρεύσεως» για κάθε οικογενειακό επίδομα από άλλη πηγή, το οποίο οι υπάλληλοι οφείλουν να δηλώσουν (στο εξής: κανόνας κατά της σωρεύσεως), νοουμένου ότι το ποσό των οικογενειακών επιδομάτων που εισπράττονται κατά προτεραιότητα από άλλη πηγή πρέπει να αφαιρείται από εκείνο των οικογενειακών επιδομάτων του ΚΥΚ. Το PMO υπενθύμισε, έτσι, ότι κάθε σύζυγος που δικαιούται εθνικά οικογενειακά επιδόματα οφείλει να υποβάλει σχετική αίτηση, εν προκειμένω προς το βελγικό εθνικό ταμείο οικογενειακών επιδομάτων μέσω του εργοδότη του, και ότι το PMO πρέπει να ενημερωθεί σχετικά. Τέλος, το PMO ζήτησε από τον προσφεύγοντα να συμπληρώσει ένα έντυπο δηλώσεως επιγραφόμενο «Οικογενειακά επιδόματα […] από άλλη πηγή» και να του το επιστρέψει σε περίπτωση που ελάμβανε ή επρόκειτο να λάβει εθνικά οικογενειακά επιδόματα από άλλη πηγή.

24      Με απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα της 10ης Φεβρουαρίου 2010 προς το PMO, το οποίο κοινοποίησε στη σύζυγό του, ο προσφεύγων εξήγησε στο PMO ότι δεν αντιλαμβάνεται το νόημα της αιτήσεως, δεδομένου ότι, κατόπιν των δηλώσεών τους σχετικά με τη γέννηση των τέκνων τους και κατόπιν της αιτήσεώς τους να τους χορηγηθούν απευθείας οι παροχές του Partena, το PMO είχε επικοινωνήσει απευθείας με τον Partena, ο οποίος χειριζόταν τα οικογενειακά επιδόματα της συζύγου του για λογαριασμό του εργοδότη της. Ο προσφεύγων ανέφερε ότι, «[κ]ατά συνέπεια, το PMO έχει ενημερωθεί για την κατάσταση της συζύγου [τ]ου, η οποία λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα από τον εργοδότη της» και ζήτησε να μάθει «ποια επιπλέον στοιχεία ζητεί το PMO». Έτσι, τότε ο προσφεύγων δεν συμπλήρωσε ούτε επέστρεψε το έντυπο δηλώσεως που το PMO είχε διαβιβάσει σε αυτόν με το ηλεκτρονικό μήνυμα που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη. Αντιθέτως, επέστρεψε στο PMO αντίγραφο της επιστολής της 6ης Ιανουαρίου 2004, αλλά δεν διαβίβασε αντίγραφο της επιστολής της 9ης Νοεμβρίου 2006 του Partena προς τη σύζυγό του.

25      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 11ης Φεβρουαρίου 2010, το PMO επιβεβαίωσε στον προσφεύγοντα ότι βρίσκεται σε επαφή με τον Partena σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα για τα τρία τελευταία τέκνα του και ότι «[ο] φάκελος βρίσκεται ακόμη υπό τακτοποίηση στον Partena». Το PMO εξέθεσε στον προσφεύγοντα επίσης ότι η αίτηση δηλώσεως των οικογενειακών επιδομάτων από άλλη πηγή που του είχε αποστείλει αφορά επίσης τα δύο πρώτα τέκνα του, επειδή, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που διέθετε το PMO, η μητέρα των δύο αυτών τέκνων, για τα οποία επίσης καταβάλλονταν ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ, είχε δηλωθεί ως «μη ασκούσα επαγγελματική δραστηριότητα». Το PMO ζήτησε από τον προσφεύγοντα να βεβαιώσει ότι εξακολουθεί να ισχύει η επαγγελματική κατάσταση της πρώην συζύγου του.

26      Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον αρμόδιο για τον φάκελό του υπάλληλο του PMO, ο προσφεύγων του απηύθυνε, στις 11 Φεβρουαρίου 2010, ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο εξέθεσε ότι, πρώτον, όσον αφορά τα τρία τελευταία τέκνα του και λαμβανομένου υπόψη ότι το PMO ανέμενε απάντηση του Partena, συνάγει ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να προσκομίσει σε αυτό το στάδιο επιπλέον στοιχεία για τα εθνικά οικογενειακά επιδόματα που ελάμβανε η σύζυγός του. Δεύτερον, ο προσφεύγων ανέφερε, όσον αφορά τα δύο πρώτα τέκνα του, τα οποία ζούσαν με τη μητέρα τους και πρώην σύζυγό του, ότι πλέον δεν είχε επικοινωνία με την τελευταία και ότι, εξ όσων γνώριζε, αυτή δεν εργαζόταν. Απέστειλε, δε, στο PMO τη διεύθυνση της τελευταίας στο Βέλγιο.

27      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 15ης Φεβρουαρίου 2010, το PMO ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι, βάσει των πληροφοριών που αυτός του είχε αποστείλει με ηλεκτρονικό μήνυμα, έπαυσε τον έλεγχο σχετικά με τα δύο πρώτα τέκνα του, αλλά τον κάλεσε να το ενημερώσει σε περίπτωση που μεταβληθεί η επαγγελματική κατάσταση της πρώην συζύγου του. Όσον αφορά τα τρία τελευταία τέκνα του, το PMO επισήμανε στον προσφεύγοντα ότι «ο φάκελός [του] παραμένει σε εκκρεμότητα» και τον κάλεσε να ενημερώσει το PMO το ταχύτερο δυνατό αφότου έχει πληροφορίες από τον Partena.

28      Με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε λίγο πριν από το μεσημέρι της 23ης Σεπτεμβρίου 2011, το PMO εξέθεσε στον προσφεύγοντα ότι εξακολουθεί να μην έχει λάβει νέα ως προς τον φάκελό του και, κατά συνέπεια, τον κάλεσε να το ενημερώσει για την κατάσταση της αιτήσεώς του προς τον Partena για την τακτοποίηση του θέματός του.

29      Με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου 2011, το PMO πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι έλαβε απευθείας από τον Partena τα στοιχεία που χρειαζόταν, οπότε θα ενημερωθεί ο φάκελός του.

30      Με σημείωμα της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, το PMO στην ουσία πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι από τον Partena έλαβε την επιβεβαίωση ότι, από 1ης Οκτωβρίου 2006, αυτός ελάμβανε μηνιαίως από τον οργανισμό αυτόν, διά της συζύγου του, οικογενειακά επιδόματα μηνιαίου ποσού μεταξύ 482,14 και 586,27 ευρώ, ποσά τα οποία βεβαίωσε ο βελγικός οργανισμός και των οποίων το άθροισμα ανερχόταν σε 33 875 ευρώ. Έτσι, επισημάνθηκε στον προσφεύγοντα ότι, βάσει του άρθρου 85 του ΚΥΚ, πρόκειται να κινηθεί διαδικασία σταδιακής ανακτήσεως του αθροίσματος αυτού και ότι, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν είχε δηλώσει ότι λαμβάνει εθνικά οικογενειακά επιδόματα, το PMO ήταν υποχρεωμένο να «διαβιβάσει τον φάκελό [του] στο [Γραφείο ερευνών και πειθαρχικών υποθέσεων της Επιτροπής] προς ενημέρωση και ενδεχόμενη εξέταση του βασίμου της επεκτάσεως της ανακτήσεως [πέρα από τους] πέντε [τελευταίους μήνες]».

 Επί της διαδικασίας έρευνας και της εκθέσεως της ΑΔΑ

31      Με σημείωμα της 27ης Ιανουαρίου 2012, το οποίο είχε ως θέμα «[ε]ντολή για τη διενέργεια ακροάσεως κατά το άρθρο 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ», ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι και ασφάλεια», ενεργώντας ως ΑΔΑ, εξέθεσε στον διευθυντή του Γραφείου ερευνών και πειθαρχικών υποθέσεων της Επιτροπής (IDOC) ότι έχει πληροφορηθεί ότι ο προσφεύγων δεν δήλωσε οικογενειακά επιδόματα που ελάμβανε από άλλη πηγή και ότι, κατά συνέπεια, αποφάσισε να διεξαχθεί προηγούμενή ακρόασή του, βάσει του άρθρου 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, για να μπορέσει να εκτιμήσει τις αιτιάσεις που θα μπορούσαν να διατυπωθούν κατ’ αυτού και, επομένως, να αποφασίσει αν αυτές δικαιολογούν την κίνηση πειθαρχικής έρευνας. Με το σημείωμα αυτό, στον διευθυντή του IDOC ανατέθηκε η ακρόαση του προσφεύγοντος, η οποία διεξήχθη στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

32      Από τα πρακτικά της ακροάσεως προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο προσφεύγων βεβαίωσε ότι είχε λάβει οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ για το πρώτο τέκνο του από 1ης Αυγούστου 1991 έως 31 Αυγούστου 2008, για το δεύτερο τέκνο του από 1ης Αυγούστου 1991 έως 31 Ιουλίου 2011, για το τρίτο τέκνο του από 1ης Ιανουαρίου 1996, για το τέταρτο τέκνο του από 1ης Φεβρουαρίου 1998 και, τέλος, για το πέμπτο τέκνο του από 1ης Μαΐου 2002. Ο προσφεύγων βεβαίωσε επίσης ότι είχε λάβει αντίγραφο του εγγράφου της 14ης Φεβρουαρίου 1994 που το PMO είχε απευθύνει στην πρώην σύζυγό του, με το οποίο η τελευταία είχε πληροφορηθεί ότι το επίδομα του ΚΥΚ για συντηρούμενο τέκνο θα της καταβάλλεται για λογαριασμό και εξ ονόματος του προσφεύγοντος, υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι διατάξεις που παρέχουν δικαίωμα λήψεως των οικογενειακών επιδομάτων του ΚΥΚ.

33      Όσον αφορά τη μη δήλωση ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας από την πρώην σύζυγό του από το 1995, ο προσφεύγων ανέφερε ότι, μετά τον χωρισμό και το δύσκολο διαζύγιό τους το 2000, δεν είχαν πλέον επικοινωνία· ότι, τότε, εκείνη δεν εργαζόταν· ότι, κατά το συμφωνητικό του διαζυγίου, τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ, που καταβάλλονταν στην πρώην σύζυγό του από το PMO, θα αφαιρούνταν από το ποσό της διατροφής που αυτός της όφειλε· ότι έκτοτε επικοινώνησε με την πρώην σύζυγό του προκειμένου αυτή να βεβαιώσει την ημερομηνία από την οποία η ίδια άρχισε να ασκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα μετά το διαζύγιό τους, και να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους, κατά δήλωσή της, δεν είχε λάβει βελγικά οικογενειακά επιδόματα.

34      Κατά την ακρόαση, ο προσφεύγων αναγνώρισε επίσης ότι το PMO τον είχε ενημερώσει, τρεις φορές, για το γεγονός ότι τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ του καταβάλλονταν ολόκληρα για κάθε ένα από τα τρία τελευταία συντηρούμενα τέκνα του, βάσει του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, επειδή κανένα άλλο εθνικό οικογενειακό επίδομα δεν του καταβαλλόταν από άλλη πηγή. Ενώ βεβαίωσε ότι, κατά τη δήλωση γεννήσεως του τέταρτου τέκνου το 1998, αλλά και για τα άλλα τέκνα του, είχε δηλώσει ότι δεν ελάμβανε τέτοιο εθνικό επίδομα, ο προσφεύγων αναγνώρισε ότι την 1η Οκτωβρίου 2006 η σύζυγός του είχε αρχίσει να λαμβάνει βελγικά οικογενειακά επιδόματα και τον είχε ενημερώσει σχετικά.

35      Όταν ρωτήθηκε για τους λόγους για τους οποίους, κατόπιν της επιστολής της 9ης Νοεμβρίου 2006 που ο Partena απέστειλε στη σύζυγό του, δεν δήλωσε στο PMO τα επιδόματα από τον εν λόγω εθνικό οργανισμό, ο προσφεύγων ανέφερε ότι, λαμβάνοντας υπόψη την επιστολή της 6ης Ιανουαρίου 2004 της οποίας είχε λάβει αντίγραφο, τότε καλόπιστα νόμιζε, αφενός, ότι ο Partena επρόκειτο να παράσχει στο PMO στοιχεία για τα ακριβή ποσά που είχε λάβει η σύζυγός του και, αφετέρου, ότι, εφόσον οι δύο αυτοί διοικητικοί φορείς είχαν επικοινωνία μεταξύ τους, ήταν πεπεισμένος ότι δεν θα ήταν δυνατή η ταυτόχρονη είσπραξη των εθνικών οικογενειακών επιδομάτων και των οικογενειακών επιδομάτων του ΚΥΚ. Κατά τα πρακτικά της ακροάσεως, ο προσφεύγων ανέφερε επίσης ότι, όταν η σύζυγός του τον ενημέρωσε ότι πλέον θα λαμβάνει από τον Partena οικογενειακά επιδόματα για τα τρία τέκνα τους, της απάντησε ότι το PMO έχει αναλάβει το ζήτημα και θα τακτοποιήσει την κατάσταση σε συνεννόηση με τον Partena.

36      Τέλος, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι δεν είχε εξακριβώσει στα δελτία της μισθολογικής του καταστάσεως, και συγκεκριμένα σε αυτά που εκδόθηκαν κατά την περίοδο 2006/2011, αν εξακολουθούσε να λαμβάνει ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ και ότι, εξάλλου, η σύζυγός του και ο ίδιος δεν είχαν κοινό τραπεζικό λογαριασμό.

37      Στις 6 Ιουλίου 2012, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι και ασφάλεια», υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ, κατήρτισε έκθεση προς το πειθαρχικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 12 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ (στο εξής: έκθεση της ΑΔΑ).

38      Όσον αφορά τα τρία τελευταία τέκνα του προσφεύγοντος, η έκθεση της ΑΔΑ ανέφερε ότι αποκαλύφθηκε ότι, τον Αύγουστο του 2003, ο Partena είχε αρχίσει να καταβάλλει μηνιαίως τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της συζύγου του προσφεύγοντος και ότι, επιπλέον, ο Partena είχε στείλει τραπεζικά εμβάσματα ποσού 10 866,17 και 5 547,27 ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2003 και τον Απρίλιο του 2005 αντιστοίχως, προκειμένου να τακτοποιήσει την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων για τα τρία τέκνα για τις περιόδους από τον Οκτώβριο του 1997 μέχρι τον Ιούνιο του 2002 και από τον Ιούλιο του 2002 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2005 αντιστοίχως.

39      Η έκθεση της ΑΔΑ ανέφερε ότι, πέρα από το ποσό των 33 875 ευρώ, που αναφέρθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, το ποσό των εθνικών οικογενειακών επιδομάτων που ο Partena κατέβαλε στη σύζυγο του προσφεύγοντος για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 1997 μέχρι τον Μάρτιο του 2005 ανερχόταν σε 25 816 ευρώ. Εφόσον το ποσό αυτό έπρεπε να αφαιρεθεί από τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ που ελάμβανε ο προσφεύγων, η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση συνολική χρηματική ζημία ανήλθε τελικά σε 59 691 ευρώ.

40      Όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ που είχαν καταβληθεί για τα δύο πρώτα τέκνα του προσφεύγοντος, η έκθεση της ΑΔΑ ανέφερε ότι, έστω και αν η πρώην σύζυγος του προσφεύγοντος ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα τουλάχιστον από το 2005, πράγμα που της παρείχε δικαίωμα για τη λήψη των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, δεν μπορούσε να προσαφθεί στον προσφεύγοντα ότι δεν ενημέρωσε το PMO για το γεγονός αυτό.

41      Σχετικά με τα τρία τελευταία τέκνα του, για τα οποία η σύζυγός του είχε λάβει εθνικά οικογενειακά επιδόματα από τον Partena, στην έκθεση της ΑΔΑ διαπιστώθηκε ότι, «[μ]η λαμβάνοντας την πρωτοβουλία να δηλώσει στη Διοίκηση τα βελγικά [οικογενειακά] επιδόματα που ελήφθησαν για τα τέκνα του, ενώ γνώριζε ότι τα επιδόματα αυτά χορηγούνταν στη σύζυγό του και ότι αυτός ελάμβανε ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ για τα ίδια τέκνα, ο [προσφεύγων] παρέβη το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ».

42      Στην έκθεση της ΑΔΑ θεωρήθηκε ότι, σε αντίθεση με αυτό που υποστήριξε ο προσφεύγων, η συμπεριφορά του δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από την ύπαρξη άμεσων επαφών μεταξύ του Partena και του PMO, λόγω των οποίων ο προσφεύγων εφησύχασε πιστεύοντας ότι οι φορείς αυτοί θα αποτρέψουν οποιαδήποτε σώρευση των εθνικών οικογενειακών επιδομάτων με εκείνα του ΚΥΚ. Ειδικότερα, στην έκθεση της ΑΔΑ έγινε δεκτό ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της επιστολής της 6ης Ιανουαρίου 2004, αντίγραφο της οποίας είχε λάβει ο προσφεύγων, ο τελευταίος όφειλε, το αργότερο την ημερομηνία εκείνη, να αποσαφηνίσει την κατάστασή του, επειδή, σε αντίθεση με όσα θεωρούσε εκείνη την εποχή το PMO και προέκυπταν από την εν λόγω επιστολή, ο Partena δεν εξέταζε πλέον, κατά την ημερομηνία εκείνη, τα δικαιώματα της συζύγου του προσφεύγοντος για τη λήψη των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, αλλά, αντιθέτως, είχε ήδη αρχίσει να της τα καταβάλλει πριν πάνω από πέντε μήνες, πράγμα για το οποίο ο προσφεύγων έπρεπε να έχει ρητώς ενημερώσει το PMO.

43      Επιπλέον, στην έκθεση της ΑΔΑ περιλαμβανόταν η εκτίμηση ότι, όταν ο Partena άρχισε εκ νέου, τον Νοέμβριο του 2006, τις πληρωμές προς τη σύζυγο του προσφεύγοντος και αυτή ρώτησε τον προσφεύγοντα τι έπρεπε να κάνει, ο τελευταίος έπρεπε να επικοινωνήσει με το PMO προκειμένου να αποσαφηνίσει την κατάσταση κατόπιν του νέου αυτού γεγονότος. Πάντως, παραλείποντας να το πράξει, ενώ εξακολουθούσαν να του καταβάλλονται ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ, πράγμα που ήταν σε θέση να διαπιστώσει από τα δελτία της μισθολογικής του καταστάσεως, ο προσφεύγων δέχθηκε, μολονότι γνώριζε τον κανόνα κατά της σωρεύσεως, να του καταβάλλονται αχρεωστήτως από την Επιτροπή σημαντικά ποσά, και τούτο κατά παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

44      Εξάλλου, στην έκθεση της ΑΔΑ θεωρήθηκε ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος συνιστά επίσης παράβαση του καθήκοντός του πίστεως έναντι του θεσμικού οργάνου, κατά την έννοια του άρθρου 11 του ΚΥΚ, επειδή, σύμφωνα με το καθήκον αυτό, όφειλε να διευκολύνει το έργο της Διοικήσεως, έστω και αν αυτή βρισκόταν σε επικοινωνία με τον Partena, παρέχοντάς της όλα τα χρήσιμα στοιχεία που θα της έδιναν τη δυνατότητα να εκτιμήσει αν πρέπει να του καταβάλλει ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ, πράγμα που παρέλειψε να πράξει.

45      Το συμπέρασμα στην έκθεση της ΑΔΑ ήταν ότι, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παραβάσεων του άρθρου 67, παράγραφος 2, και του άρθρου 11, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, οι οποίες ήσαν διαρκείς και προκάλεσαν σημαντική χρηματική ζημία στην Επιτροπή, ο υποβιβασμός αποτελεί κύρωση ανάλογη με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου παραπτώματος.

 Επί της αιτιολογημένης γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου

46      Το πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο επελήφθη μετά την έκθεση της ΑΔΑ, κάλεσε, με σημείωμα της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, τον προσφεύγοντα σε ακρόαση στις 24 Οκτωβρίου 2012, ζητώντας του να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις.

47      Με επιστολή της 15ης Οκτωβρίου 2012, ο προσφεύγων κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις του, με τις οποίες αρνήθηκε, μεταξύ άλλων, ορισμένες αιτιάσεις της εκθέσεως της ΑΔΑ, συμπλήρωσε τον, κατά την άποψή του, ελλιπή πειθαρχικό φάκελο και επικαλέστηκε ορισμένα ελαφρυντικά στοιχεία που δεν είχαν ληφθεί υπόψη.

48      Συναφώς, ο προσφεύγων αμφισβήτησε την αιτίαση της εκθέσεως της ΑΔΑ ότι η σύζυγός του τον ρώτησε, τον Νοέμβριο του 2006, «τι έπρεπε να κάνει» αφότου «ο Partena είχε αρχίσει να της καταβάλλει εκ νέου οικογενειακά επιδόματα». Συγκεκριμένα, κατά τον ίδιο, τότε η σύζυγός του αγνοούσε τη φύση και τα ακριβή ποσά των σχετικών καταβολών που είχαν γίνει πριν από τον Νοέμβριο του 2006, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το ότι, με την επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2006 που έλαβε από τον Partena, ο εν λόγω εθνικός οργανισμός αναγνώρισε το δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων μόλις από 1ης Οκτωβρίου 2006. Ο προσφεύγων υποστήριξε επίσης ότι δεν δέχθηκε καταβολές από την Επιτροπή επειδή ειλικρινά πίστευε ότι το PMO, το οποίο βρισκόταν σε επικοινωνία με τον Partena, μπορούσε να διευθετήσει την κατάσταση με μια απλή επιστολή ή με ένα τηλεφώνημα.

49      Πέρα από τις επιστολές που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 15 έως 18 της παρούσας αποφάσεως, ο προσφεύγων υπέβαλε στο πειθαρχικό συμβούλιο επιστολή της 22ας Μαρτίου 2012 που η σύζυγός του απηύθυνε στον Partena σε απάντηση επιστολής του εν λόγω οργανισμού της 14ης Μαρτίου 2012. Με την επιστολή αυτή, στην οποία γινόταν λόγος για ένα εκτυπωμένο αντίγραφο από τη βάση δεδομένων του οργανισμού αυτού το οποίο έφερε ημερομηνία 14 Μαρτίου 2012 και αποτύπωνε τις καταβολές οικογενειακών επιδομάτων στον προσωπικό της λογαριασμό κατά την περίοδο 2000/2012, η σύζυγος του προσφεύγοντος ζητούσε από τον εθνικό οργανισμό, σχετικά με το εν λόγω εκτυπωμένο αντίγραφο που είχε επισυναφθεί στην επιστολή της 14ης Μαρτίου 2012, να της χορηγήσει αντίγραφο της αποφάσεως του Partena με την οποία τότε της είχε αναγνωριστεί το δικαίωμα για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων για την περίοδο πριν από τον Οκτώβριο του 2006, επειδή δεν θυμόταν να έχει λάβει τέτοια επιστολή και, κατά την ίδια, τα δικαιώματά της αναγνωρίστηκαν μόλις τον Οκτώβριο του 2006, όπως πληροφορήθηκε με επιστολή που χρονολογούνταν από τον Νοέμβριο του 2006.

50      Ο προσφεύγων προσκόμισε στο πειθαρχικό συμβούλιο επίσης υπεύθυνη δήλωση της συζύγου του, υπογεγραμμένη στις 11 Μαρτίου 2012, με την οποία η τελευταία δηλώνει ότι έχει λάβει τα επιδόματα τοκετού του Partena, αλλά δεν θυμάται να έχει λάβει οικογενειακά επιδόματα του Partena πριν από τον Οκτώβριο του 2006. Η σύζυγος του προσφεύγοντος δηλώνει επίσης ότι την «εξέπληξε, αν μη τι άλλο, η πρόσφατη δήλωση του Partena προς την Επιτροπή [ότι η ίδια λαμβάνει] επιδόματα από τον [εν λόγω οργανισμό] από το 1995» και ότι έχει την πρόθεση να ζητήσει, αν παραστεί ανάγκη, αντίγραφα των κινήσεων του τραπεζικού λογαριασμού της, τα οποία δεν έχει διατηρήσει, για τις περιόδους κατά τις οποίες ο Partena διατείνεται ότι της έχει καταβάλει χρήματα.

51      Με τις γραπτές του παρατηρήσεις, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι ουδέποτε είχε πρόθεση εξαπατήσεως και ότι, ακόμη και αν είχε υποπέσει σε σφάλματα, αυτά οφείλονταν εν μέρει σε άγνοια και εν μέρει σε υπερβάλλουσα εμπιστοσύνη στην ικανότητα του PMO και του Partena να τακτοποιήσουν χωρίς τη μεσολάβησή του τον φάκελο που αφορούσε την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων. Ειδικότερα, ο φάκελος είχε ιδιαίτερη περιπλοκότητα, πράγμα το οποίο μαρτυρούν οι αντιφάσεις και τα πρόδηλα σφάλματα του Partena κατά την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στη σύζυγό του. Επιπλέον, ο Partena δεν είχε ενημερώσει με επιστολές για τις φερόμενες πληρωμές του, οι οποίες δεν μνημονεύονται στα δελτία μισθολογικής καταστάσεως της συζύγου του, και ο προσφεύγων αγνοούσε την ύπαρξη των πληρωμών, επειδή δεν είχε πρόσβαση στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της συζύγου του.

52      Ο προσφεύγων επέμεινε επίσης στο ότι, κατά τη διάρκεια της εικοσαετούς σταδιοδρομίας του στην Επιτροπή, δεν του είχε προσαφθεί παράβαση των κατά τον ΚΥΚ καθηκόντων του και ότι αντιθέτως, όπως δείχνει η έκθεση βαθμολογίας του για το 2010, περιγράφεται ως πρόσωπο με γνώση των κανόνων και πρακτικών και με ήθος και ακεραιότητα.

53      Ο προσφεύγων συνήγαγε ότι είναι εντελώς δυσανάλογη η πρόταση της ΑΔΑ για υποβιβασμό του.

54      Στις 12 Νοεμβρίου 2012 το πειθαρχικό συμβούλιο εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη του. Απέκλεισε από την εξέτασή του την κατάσταση σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα των δύο πρώτων τέκνων του προσφεύγοντος, δεχόμενο ότι από την ΑΔΑ δεν είχε προσαφθεί καμία αιτίαση όσον αφορά το ζήτημα αυτό.

55      Όσον αφορά τα τρία τελευταία τέκνα, το πειθαρχικό συμβούλιο δέχθηκε ότι, μέχρι το 2003, δεν υπήρχε σώρευση των παροχών του ΚΥΚ και των βελγικών παροχών, εφόσον η σύζυγος του προσφεύγοντος, έστω και αν ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα, δεν ελάμβανε τακτικά από τον Partena τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα τα οποία δικαιούνταν. Αντιθέτως, αυτό συνέβη από τον Αύγουστο του 2003, αφότου ο Partena άρχισε να καταβάλλει μηνιαίως στη σύζυγο του προσφεύγοντος, στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της, οικογενειακά επιδόματα για τα τρία τελευταία τέκνα του προσφεύγοντος, και επιπλέον, τον Σεπτέμβριο του 2003, της είχε καταβάλει περί τα 11 000 ευρώ για τακτοποίηση της περιόδου από τον Οκτώβριο του 1997 έως τον Ιούνιο του 2002. Έστω και αν, από τον Απρίλιο του 2005, αφότου έστειλε τραπεζικό έμβασμα ποσού άνω των 5 500 ευρώ υπέρ της συζύγου του προσφεύγοντος για τακτοποίηση της περιόδου από τον Ιούλιο του 2002 έως τον Φεβρουάριο του 2005, ο εν λόγω εθνικός οργανισμός, για άγνωστο λόγο, ανέστειλε τις καταβολές του μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2006, προκύπτει ότι, από τον Οκτώβριο του 2006, η μηνιαία καταβολή των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων άρχισε εκ νέου και συνεχίστηκε αδιαλείπτως.

56      Το πειθαρχικό συμβούλιο σημείωσε ότι οι δηλώσεις του προσφεύγοντος σχετικά με τη γέννηση των τριών τελευταίων τέκνων του το 1995, το 1998 και το 2002 δεν ήσαν ψευδείς ή παραπλανητικές, επειδή τότε όντως δεν καταβαλλόταν οικογενειακό επίδομα από τον Partena.

57      Το πειθαρχικό συμβούλιο εκτίμησε ότι στον φάκελο δεν υπήρχαν επαρκή πραγματικά στοιχεία που να αποδεικνύουν πρόθεση του προσφεύγοντος να παραβεί το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, «[μ]ολονότι είναι δύσκολο να πιστεύσει κάποιος ότι ο [προσφεύγων] δεν είχε ειδοποιηθεί από τη σύζυγό του για τις καταβολές των 11 000 [ευρώ] και 5 500 [ευρώ] που αυτή είχε λάβει το 2003 και το 2005».

58      Αντιθέτως, το πειθαρχικό συμβούλιο θεώρησε ότι, από τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο του 2006, οπότε ο προσφεύγων, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ενημερώθηκε για το ότι η σύζυγός του πρόκειται να λαμβάνει περί τα 500 ευρώ μηνιαίως ως βελγικά οικογενειακά επιδόματα, όφειλε να επιδείξει μεγαλύτερη επιμέλεια ενημερώνοντας το PMO για την εν λόγω μεταβολή της καταστάσεως, η οποία θα συνεπαγόταν αφαίρεση του ποσού που επρόκειτο να λάβει η σύζυγός του από εκείνο που αυτός εξακολουθούσε να λαμβάνει ολόκληρο από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, πολλώ δε μάλλον επειδή ήταν υψηλόβαθμος, κατείχε θέση διαχειριστή προγραμμάτων και είχε πλήρη γνώση του κανόνα κατά της σωρεύσεως, τον οποίο το PMO υπενθύμιζε κατά τη γέννηση κάθε τέκνου του.

59      Όσον αφορά τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος ότι δεν έδινε προσοχή στα οικογενειακά επιδόματα που ελάμβανε η σύζυγός του, δεν κοίταζε τα δελτία της μισθολογικής του καταστάσεως για να εξακριβώσει αν το ποσό των οικογενειακών επιδομάτων που ελάμβανε η σύζυγός του είχε αφαιρεθεί από το ποσό που αυτός ελάμβανε ως επίδομα του ΚΥΚ για συντηρούμενο τέκνο και ανέμενε ότι το PMO και ο Partena, που είχαν επικοινωνήσει για το ζήτημα αυτό, θα το τακτοποιήσουν αυτοτελώς μεταξύ τους ως διοικητικοί φορείς, το πειθαρχικό συμβούλιο θεώρησε ότι οι εξηγήσεις αυτές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως άλλοθι ή ως βάσιμη δικαιολογία. Έτσι, το συμβούλιο ήταν της γνώμης ότι πρέπει να επιβληθεί στον προσφεύγοντα πειθαρχική ποινή βαρύτερη από μια απλή προειδοποίηση ή επίπληξη, προκειμένου να του καταστεί σαφές ότι το θεσμικό όργανο είχε δικαίωμα να αναμένει προσήκοντα βαθμό επιμέλειας από τους υπαλλήλους του, πολλώ δε μάλλον επειδή τα διοικητικά ζητήματα που συνεπάγεται η χορήγηση χρηματικών ωφελημάτων απαιτούν ιδιαιτέρως αυξημένη επιμέλεια από μέρους τους.

60      Όσον αφορά την πρόταση της ΑΔΑ περί υποβιβασμού του προσφεύγοντος, το πειθαρχικό συμβούλιο δέχθηκε ομόφωνα την ύπαρξη διαφόρων ελαφρυντικών περιστάσεων, οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον καθορισμό της επιβλητέας κυρώσεως.

61      Συναφώς, το πειθαρχικό συμβούλιο δέχθηκε, ως ελαφρυντική περίσταση, τη «σχεδόν πλήρη» σύγχυση που επί μακρόν επικράτησε όσον αφορά το δικαίωμα της συζύγου του προσφεύγοντος για τη λήψη των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, ιδίως επειδή από το 1995 έως το 2000 ο Assubel, παραβλέποντας τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της αρνούνταν τα επιδόματα αυτά με την αιτιολογία ότι τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ ήσαν υψηλότερα· στη συνέχεια, το 2000, ο Partena έθεσε ως προϋπόθεση για τη χορήγηση των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων την προσκόμιση βεβαιώσεως της Επιτροπής ότι πλέον δεν χορηγούσε το επίδομα του ΚΥΚ για συντηρούμενο τέκνο· και, τέλος, κατόπιν της απαντήσεως της Επιτροπής της 12ης Απριλίου 2002 σχετικά με την κατάσταση του προσφεύγοντος όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ, ο Partena άρχισε να καταβάλλει τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα μόλις από τον Αύγουστο του 2003.

62      Το πειθαρχικό συμβούλιο δέχθηκε επίσης, ως ελαφρυντική περίσταση, την παθητική στάση του PMO, επειδή, αφότου τον Ιανουάριο του 2004 ζήτησε ανεπιτυχώς από τον Partena την επιστροφή των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, αγνοώντας ότι στην πραγματικότητα η σύζυγος του προσφεύγοντος είχε ήδη αρχίσει να τα λαμβάνει από τον Partena, η εν λόγω υπηρεσία της Επιτροπής ουδέποτε όχλησε τον Partena και δεν προσπάθησε να διορθώσει την κατάσταση, η οποία έτσι διήρκεσε μέχρι την έναρξη, τον Φεβρουάριο του 2010, γενικού ελέγχου για τα οικογενειακά επιδόματα από άλλη πηγή.

63      Πράγματι, έστω και αν εν αγνοία της υπάρξεως των δύο καταβολών για αναδρομική τακτοποίηση των υποχρεώσεων του Partena προς τη σύζυγο του προσφεύγοντος το PMO ζήτησε, με την επιστολή της 6ης Ιανουαρίου 2004 αντίγραφο της οποίας κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα, από τον Partena να επιστρέψει στην Επιτροπή το σύνολο των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων από 1ης Δεκεμβρίου 1995, το πειθαρχικό συμβούλιο έψεξε την αδράνεια του PMO, πολλώ δε μάλλον επειδή ήσαν σημαντικά τα ποσά που θεωρούσε ότι του οφείλονταν από τον Partena. Μάλιστα, κατά το πειθαρχικό συμβούλιο, αν το PMO είχε επιμείνει για να επιτύχει αυτή την επιστροφή από τον Partena, το πρόβλημα των διπλών πληρωμών θα είχε εντοπιστεί και λυθεί το 2004.

64      Κατά το πειθαρχικό συμβούλιο, «[μ]ε άλλα λόγια, το αργότερο από τον Ιανουάριο του 2004, το PMO διέθετε όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφύγει τη σωρευτική λήψη επιδομάτων, αλλά δεν τα χρησιμοποίησε, [οπότε το πειθαρχικό συμβούλιο] διερωτάται αν το PMO άσκησε στην περίπτωση αυτή το καθήκον του να προασπίζει τα δημοσιονομικά συμφέροντα της [Ένωσης] έναντι της εθνικής διοικητικής αρχής [και] διαπιστώνει ότι, εν πάση περιπτώσει, μια πιο αυστηρή διαχείριση του φακέλου το 2004, αν όχι ήδη το 2002, θα είχε αποσοβήσει την πειθαρχική διάσταση της υποθέσεως αυτής».

65      Πάντως, το πειθαρχικό συμβούλιο εκτίμησε ομόφωνα ότι η αμέλεια του προσφεύγοντος δεν είναι συγγνωστή και επισύρει την επιβολή πειθαρχικής ποινής με χρηματικές συνέπειες, ενώ θεώρησε αναγκαίο να καταλογίσει μέρος της ευθύνης στο PMO, το οποίο, μολονότι γνώριζε ότι η σύζυγος του προσφεύγοντος είχε δικαίωμα να λάβει βελγικά οικογενειακά επιδόματα, άφησε να διαρκέσει η κατάσταση πάνω από έξι χρόνια.

66      Κατά συνέπεια, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέστησε στην ΑΔΑ να δεχθεί μόνον ότι υπήρξε εξ αμελείας παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, χωρίς να τη χαρακτηρίσει ως παράβαση του κατά το άρθρο 11 του ΚΥΚ καθήκοντος πίστεως. Έτσι, πρότεινε στην ΑΔΑ να επιβάλει στον προσφεύγοντα αναστολή της προαγωγής κατά κλιμάκιο για περίοδο 18 μηνών.

 Επί της αποφάσεως της τριμερούς ΑΔΑ

67      Με απόφαση της 24ης Ιουνίου 2013, η τριμερής ΑΔΑ, αποτελούμενη από τον γενικό διευθυντή της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι και ασφάλεια», τον γενικό διευθυντή της ΓΔ «Ανταγωνισμός» και έναν ειδικό σύμβουλο της ΓΔ «Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη», αφού άκουσε τον ενδιαφερόμενο κατά τη διάρκεια ακροάσεως που διεξήχθη στις 5 Μαρτίου 2013, αποφάσισε να επιβάλει στον προσφεύγοντα την κύρωση του υποβιβασμού κατά τρία κλιμάκια (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

68      Συναφώς, η τριμερής ΑΔΑ δέχθηκε ότι, έχοντας λάβει αντίγραφο της επιστολής της 6ης Ιανουαρίου 2004, ο προσφεύγων ειδοποιήθηκε ότι το ποσό των οικογενειακών του επιδομάτων του ΚΥΚ πρόκειται να μειωθεί κατά το ποσό των αντίστοιχων επιδομάτων που ο Partena κατέβαλε στη σύζυγό του. Έτσι, μεταξύ του 2004 και του 2011, εύκολα μπορούσε να διαπιστώσει, βάσει των δελτίων της μισθολογικής του καταστάσεως που διαβιβάζονταν κατ’ αρχάς μέσω εσωτερικού ταχυδρομείου και στη συνέχεια ηλεκτρονικά, ότι αντιθέτως εξακολουθούσε να λαμβάνει ολόκληρες τις παροχές του ΚΥΚ. Η τριμερής ΑΔΑ θεώρησε ότι το αργότερο από το 2006, οπότε η σύζυγός του τον ενημέρωσε ότι αυτή ελάμβανε τακτικά τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα, ο προσφεύγων όφειλε να επικοινωνήσει με τη Διοίκηση για να αποσαφηνίσει την κατάστασή του και ότι, ως εκ τούτου, η ΑΔΑ δεν μπορούσε να δεχθεί το επιχείρημα ότι ο προσφεύγων δεν κοιτούσε τα δελτία της μισθολογικής του καταστάσεως.

69      Πέρα από την παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η οποία απορρέει από τη μη δήλωση της λήψεως των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, η τριμερής ΑΔΑ υπογράμμισε ότι, κατά την άποψή της, κάθε υπάλληλος οφείλει να παρέχει στη Διοίκηση όλα τα στοιχεία που θα μπορέσουν να τη βοηθήσουν να καθορίσει αν δύναται να χορηγηθεί το πλεονέκτημα που ζήτησε ο υπάλληλος. Η ενεργητική αυτή στάση απορρέει από το καθήκον πίστεως, το οποίο συνεπάγεται την υποχρέωση κάθε υπαλλήλου να θέτει τα συμφέροντα του θεσμικού οργάνου πάνω από οποιαδήποτε άλλη σκέψη, περιλαμβανομένων των προσωπικών του συμφερόντων. Έτσι, με την βαριά αμέλειά του, ο προσφεύγων παρέβη επίσης αυτή την κατά το άρθρο 11 του ΚΥΚ υποχρέωση.

70      Όσον αφορά την ύπαρξη άμεσων επαφών μεταξύ του PMO και του Partena, η τριμερής ΑΔΑ θεώρησε ότι το γεγονός αυτό ουδόλως απαλλάσσει τον προσφεύγοντα από την υποχρέωσή του να παρέχει στη Διοίκηση όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον καθορισμό των χρηματικών δικαιωμάτων του. Έτσι, παρά την προβαλλόμενη αδράνεια του PMO, ο προσφεύγων, ο οποίος δεν αγνοούσε τον συμπληρωματικό χαρακτήρα των οικογενειακών επιδομάτων του ΚΥΚ, εν πάση περιπτώσει παρέλειψε να ενημερώσει το PMO για την τακτική καταβολή των επίμαχων βελγικών επιδομάτων, ενώ εξακολουθούσε να λαμβάνει ολόκληρα τα επιδόματα του ΚΥΚ. Έτσι, η τριμερής ΑΔΑ θεώρησε ότι «η μη παρακολούθηση του φακέλου από τους συγκεκριμένους διοικητικούς φορείς δεν μπορεί να αποτελέσει ελαφρυντική περίσταση για τη συμπεριφορά του [προσφεύγοντος] από τον Οκτώβριο του 2006».

71      Όσον αφορά το μέγεθος της ζημίας στα συμφέροντα της Επιτροπής, η τριμερής ΑΔΑ σημείωσε ότι ο προσφεύγων είχε λάβει αδικαιολογήτως 59 691 ευρώ, εκ των οποίων 32 000 ευρώ είναι επιστρεπτέα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 85 του ΚΥΚ. Επιπλέον, έλαβε υπόψη τη δέσμευση του προσφεύγοντος να επιστρέψει οικειοθελώς το υπόλοιπο αδικαιολογήτως εισπραχθέν ποσό που δεν απαιτήθηκε λόγω παραγραφής, δηλαδή ποσό 27 691 ευρώ.

72      Μολονότι υπογράμμισε τη βαριά και, κατά την άποψή της, απαράδεκτη για υπάλληλο αμέλεια του προσφεύγοντος, η τριμερής ΑΔΑ δεν θεώρησε ότι, με τη συμπεριφορά του, ο προσφεύγων επεδίωξε εκ προθέσεως να πλουτίσει εις βάρος του προϋπολογισμού της Ένωσης.

73      Όσον αφορά τον βαθμό της προσωπικής ευθύνης του ενδιαφερομένου, η τριμερής ΑΔΑ θεώρησε ότι ο προσφεύγων ήταν «εξ ολοκλήρου υπεύθυνος» για τη μη ενημέρωση της Διοικήσεως όσον αφορά την τακτική καταβολή προς τη σύζυγό του των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων από τον Οκτώβριο του 2006. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη της πείρας, του βαθμού και της αρχαιότητάς του, η τριμερής ΑΔΑ εκτίμησε ότι μπορούσε να αναμένεται να δείξει ο προσφεύγων μεγαλύτερη επιμέλεια και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους εφαρμοστέους κανόνες. Τέλος, όσον αφορά την υποτροπή και την προηγούμενη συμπεριφορά του προσφεύγοντος, η τριμερής ΑΔΑ υπογράμμισε ότι ο προσφεύγων δεν είχε παραβεί τις υποχρεώσεις του καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του.

74      Κατόπιν των ανωτέρω, η τριμερής ΑΔΑ έκρινε δικαιολογημένη την επιβολή της κυρώσεως του μόνιμου υποβιβασμού κατά ένα βαθμό. Ωστόσο, εκτιμώντας ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη, κατά τον καθορισμό του επιπέδου της κυρώσεως με γνώμονα τις συνέπειές της, το γεγονός ότι ο προσφεύγων πλησίαζε το τέλος της σταδιοδρομίας του, η τριμερής ΑΔΑ αποφάσισε τελικά να του επιβάλει μόνο την ποινή του υποβιβασμού κατά τρία κλιμάκια.

 Επί της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής

75      Με έγγραφο της 23ης Σεπτεμβρίου 2013, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Προς στήριξη της ενστάσεώς του διατύπωσε δύο λόγους, με τους οποίους προέβαλε πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση και ελλιπή αιτιολογία. Στην ουσία, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η τριμερής ΑΔΑ αγνόησε ελαφρυντικές περιστάσεις που είχε δεχθεί το πειθαρχικό συμβούλιο.

76      Με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2014, η αρμόδια για την εξέταση των διοικητικών ενστάσεων ΑΔΑ της Επιτροπής απέρριψε την ένσταση. Συναφώς, η ΑΔΑ εξέθεσε ότι, σε αντίθεση με αυτό που υποστήριξε ο προσφεύγων, η τριμερής ΑΔΑ έλαβε υπόψη το γεγονός ότι δεν οφειλόταν σε πρόθεση η μη δήλωση της τακτικής καταβολής των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων από το 2006, καθώς και το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεσμεύθηκε οικειοθελώς να επιστρέψει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά για την επιστροφή των οποίων είχε ενδεχομένως συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής. Το ίδιο ίσχυε και για το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν είχε υποπέσει σε άλλη παράβαση των υποχρεώσεών του κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, έστω και αν η τριμερής ΑΔΑ εκτίμησε ότι, αυτή καθ’ εαυτήν, η προηγούμενη συμπεριφορά του προσφεύγοντος δεν συνιστά ελαφρυντική περίσταση όσον αφορά το σοβαρό παράπτωμα στο οποίο εν προκειμένω υπέπεσε ο προσφεύγων.

77      Μολονότι δέχθηκε ότι αρχικά είχε υπάρξει σύγχυση ως προς τα δικαιώματα της συζύγου του προσφεύγοντος για τη λήψη των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, η ΑΔΑ υπογράμμισε, αφενός, ότι η κατάσταση είχε αποσαφηνιστεί και τακτοποιηθεί από το 2003, και, αφετέρου, ότι, από τον Οκτώβριο του 2006, ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί από τη σύζυγό του σχετικά με τη λήψη από την τελευταία παροχών του Partena, όπως επιβεβαιώθηκε στην επιστολή του εν λόγω οργανισμού της 9ης Νοεμβρίου 2006. Επομένως, τουλάχιστον από την ημερομηνία αυτή, η αρχική σύγχυση όσον αφορά τα δικαιώματα της συζύγου του είχε εκλείψει και πλέον δεν μπορούσε να επηρεάσει τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος.

78      Η ΑΔΑ αμφισβήτησε τη δυνατότητα του προσφεύγοντος να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, στηριζόμενη στη φερόμενη πλήρη γνώση του PMO, τον Ιανουάριο του 2004, της υπάρξεως καταβολών από τον Partena, πράγμα που επέτρεπε στον προσφεύγοντα να μη θεωρήσει ότι όφειλε να παράσχει συμπληρωματικά στοιχεία στο PMO. Μάλιστα, η ΑΔΑ υπογράμμισε συναφώς ότι ακριβώς από το περιεχόμενο της επιστολής της 6ης Ιανουαρίου 2004 προκύπτει σαφώς ότι, κατά την ημερομηνία εκείνη, το PMO αγνοούσε την ύπαρξη καταβολών από μέρους του Partena υπέρ της συζύγου του προσφεύγοντος.

79      Όσο για την έλλειψη επιμέλειας του PMO κατά τη διαχείριση του φακέλου του προσφεύγοντος, η ΑΔΑ, μολονότι δέχθηκε ότι μια πιο προσεκτική παρακολούθηση του φακέλου του προσφεύγοντος θα είχε καταστήσει δυνατό να αποφευχθεί η επί εξαετία σώρευση εθνικών οικογενειακών παροχών και οικογενειακών παροχών του ΚΥΚ, παρά ταύτα εκτίμησε ότι αυτή η έλλειψη επιμέλειας δεν ελάφρυνε την ευθύνη του προσφεύγοντος η οποία αναγόταν στην αμέλειά του να δηλώσει στη Διοίκηση από το 2006 τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων από τη σύζυγό του.

80      Όσον αφορά τη φερόμενη ελλιπή αιτιολογία, η ΑΔΑ εκτίμησε ότι η τριμερής ΑΔΑ παρέθεσε επαρκή αιτιολογία όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος ως βαριάς αμέλειας. Όσο για τους λόγους που δικαιολόγησαν την επιλογή της τριμερούς ΑΔΑ να μην ακολουθήσει την αιτιολογημένη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, η ΑΔΑ υπογράμμισε ότι απέκλεισε τη δυνατότητα να θεωρήσει τη συμπεριφορά του PMO ως ελαφρυντική περίσταση, πράγμα που συνακόλουθα δικαιολόγησε την επιβολή κυρώσεως βαρύτερης από εκείνη την οποία είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο.

 Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία

81      Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να ακυρώσει, εφόσον χρειάζεται, την απόφαση απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

82      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

83      Οι διάδικοι κλήθηκαν, με έγγραφο της Γραμματείας της 15ης Σεπτεμβρίου 2014, να απαντήσουν σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν δεόντως στις 22 Σεπτεμβρίου 2014.

 Σκεπτικό

84      Ο προσφεύγων διατυπώνει δύο λόγους ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, με τους οποίους προβάλλει, πρώτον, πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και, δεύτερον, ελλιπή αιτιολογία.

 Επί του αντικειμένου της προσφυγής

85      Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, ο δικαστής της Ένωσης δύναται να αποφασίσει ότι παρέλκει η κρίση ειδικά επί του αιτήματος που στρέφεται κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, όταν διαπιστώνει ότι το αίτημα αυτό στερείται αυτοτέλειας και, στην πραγματικότητα, συγχέεται με το αίτημα που στρέφεται κατά της αποφάσεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ιδίως όταν διαπιστώνει ότι η απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως είναι αμιγώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως και ότι, επομένως, η ακύρωσή της δεν θα παρήγε στη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου χωριστά αποτελέσματα από εκείνα που απορρέουν από την ακύρωση της δεύτερης (αποφάσεις Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑325/09 P, EU:T:2011:506, σκέψη 33, και López Cejudo κατά Επιτροπής, F‑28/13, EU:F:2014:55, σκέψη 29).

86      Ακόμη και αν αυτό συμβαίνει εν προκειμένω όσον αφορά την απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, λαμβανομένου υπόψη του εξελικτικού χαρακτήρα της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής η αιτιολογία που περιέχεται στην απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, η οποία εν προκειμένω διευκρινίζει ορισμένες πτυχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη για την εξέταση της νομιμότητας της αρχικής βλαπτικής πράξεως, δεδομένου ότι η αιτιολογία αυτή θεωρείται ότι συμπίπτει με την εν λόγω αρχική πράξη (βλ. απόφαση Mocová κατά Επιτροπής, F‑41/11, EU:F:2012:82, σκέψη 21).

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλονται πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

 Επιχειρήματα των διαδίκων

87      Προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων διατείνεται στην ουσία ότι η ΑΔΑ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση, επειδή δεν δέχθηκε ως ελαφρυντικές ορισμένες περιστάσεις της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η ΑΔΑ επέβαλε κύρωση κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

88      Ειδικότερα, μεταξύ των περιστάσεων που έπρεπε να αναγνωριστούν ως ελαφρυντικές από την ΑΔΑ, ο προσφεύγων προβάλλει, πρώτον, ότι δεν είχε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τη σύζυγό του, πράγμα το οποίο εξηγεί γιατί αυτός δεν αντελήφθη ότι ο Partena κατέβαλε στη σύζυγό του διάφορα σημαντικά ποσά το 2003 και το 2005 ούτε ότι η τελευταία ελάμβανε τακτικά από τον Partena οικογενειακά επιδόματα από τον Νοέμβριο του 2006. Δεύτερον, αναφέρεται στη συγκεχυμένη κατάσταση που δημιουργήθηκε από την αμφίσημη συμπεριφορά του Partena, όσον αφορά τα δικαιώματα της συζύγου του για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων. Τρίτον, προβάλλει έλλειψη επιμέλειας από μέρους του PMO, η οποία έπρεπε να αναγνωριστεί ως ελαφρυντική περίσταση. Τέταρτον, η ΑΔΑ δεν αναγνώρισε αρκούντως ελαφρυντικό χαρακτήρα στο γεγονός ότι αυτός οικειοθελώς αποφάσισε να επιστρέψει τα αδικαιολογήτως εισπραχθέντα ποσά που λόγω παραγραφής δεν μπορούσαν να αναζητηθούν. Πέμπτον, το ίδιο ισχύει για την έλλειψη προθέσεώς του να εξαπατήσει τη Διοίκηση. Τέλος, έκτον, αναφέρεται στην άμεμπτη συμπεριφορά του καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του.

89      Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως ως αβάσιμου, υποστηρίζοντας στην ουσία ότι, εν πάση περιπτώσει, από το 2006, ο προσφεύγων γνώριζε ότι ο Partena είχε ενημερώσει τη σύζυγό του για την καταβολή των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, οπότε, από αυτό το χρονικό σημείο, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να εξακολουθήσει να λαμβάνει, και μάλιστα σχεδόν επί πέντε έτη, τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ, χωρίς να ενδιαφερθεί να εξακριβώσει, στα δελτία της μισθολογικής του καταστάσεως, αν όντως είχε πραγματοποιηθεί η εντεύθεν τακτοποίηση, δηλαδή η μείωση κατά 500 ευρώ, και χωρίς να ενημερώσει το PMO για το περιεχόμενο της επιστολής του Partena που χρονολογούνταν από τον Νοέμβριο του 2006. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να πιστεύει επί πέντε έτη ότι η κατάσταση θα τακτοποιηθεί μεταξύ διοικητικών φορέων, ενώ εξακολουθούσε να λαμβάνει ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ και η σύζυγός του ελάμβανε, από την πλευρά της, ολόκληρα τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

90      Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η νομιμότητα κάθε πειθαρχικής ποινής προϋποθέτει ότι έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον ενδιαφερόμενο (αποφάσεις Daffix κατά Επιτροπής, T‑12/94, EU:T:1997:208, σκέψεις 63 και 64, και Τζίκης κατά Επιτροπής, T‑203/98, EU:T:2000:130, σκέψη 51).

91      Η εκτίμηση της σοβαρότητας των παραπτωμάτων που διαπιστώθηκαν από το πειθαρχικό συμβούλιο εις βάρος του υπαλλήλου και η επιλογή της κυρώσεως που, λαμβανομένων υπόψη των παραπτωμάτων αυτών, είναι η πλέον κατάλληλη εμπίπτουν κατ’ αρχήν στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της ΑΔΑ, εκτός αν η επιβληθείσα κύρωση είναι δυσανάλογη σε σχέση με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά (βλ. απόφαση Ε κατά Επιτροπής, T‑24/98 και T‑241/99, EU:T:2001:175, σκέψεις 85 και 86). Έτσι, κατά πάγια νομολογία, η ΑΔΑ έχει την εξουσία να εκτιμά την ευθύνη του υπαλλήλου διαφορετικά απ’ ό,τι την εκτίμησε το πειθαρχικό συμβούλιο, καθώς και να επιλέξει, στη συνέχεια, την πειθαρχική ποινή που θεωρεί κατάλληλη για την τιμωρία των πειθαρχικών παραπτωμάτων που ελήφθησαν υπόψη (αποφάσεις Y κατά Δικαστηρίου, T‑500/93, EU:T:1996:94, σκέψη 56, και Τζίκης κατά Επιτροπής, EU:T:2000:130, σκέψη 48).

92      Άπαξ αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που η ΑΔΑ έχει στις πειθαρχικές υποθέσεις ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στη διαπίστωση της ελλείψεως πρόδηλης πλάνης περί την εκτίμηση και καταχρήσεως εξουσίας (απόφαση Τζίκης κατά Επιτροπής, EU:T:2000:130, σκέψη 50).

93      Όσον αφορά ειδικά την αναλογικότητα της πειθαρχικής ποινής σε σχέση με τη σοβαρότητα των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η επιλογή της κυρώσεως στηρίζεται σε σφαιρική εκτίμηση από την ΑΔΑ όλων των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και των ειδικών σε κάθε περίπτωση περιστάσεων, υπενθυμιζομένου ότι ο ΚΥΚ δεν προβλέπει συγκεκριμένη αντιστοιχία μεταξύ των κυρώσεων που αναφέρει και των διαφόρων κατηγοριών παραπτωμάτων των υπαλλήλων και δεν διευκρινίζει σε ποιο μέτρο η ύπαρξη επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή της κυρώσεως. Κατά συνέπεια, η εξέταση του πρωτοβάθμιου δικαστή περιορίζεται στο ζήτημα αν η από την ΑΔΑ στάθμιση των επιβαρυντικών και των ελαφρυντικών περιστάσεων πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο αναλογικό, διευκρινιζομένου ότι, κατά την εξέταση αυτή, ο δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ΑΔΑ όσον αφορά τις αξιολογικές κρίσεις που αυτή εξέφερε συναφώς (απόφαση BG κατά Διαμεσολαβητή, T‑406/12 P, EU:T:2014:273, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

94      Εν προκειμένω, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει ότι ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, ακόμη και αφότου ενημερώθηκε από τη σύζυγό του το 2006 για το ότι εκείνη είχε λάβει επιβεβαίωση από τον Partena για τη χορήγηση εθνικών οικογενειακών επιδομάτων από 1ης Οκτωβρίου 2006, δεν δήλωσε στη Διοίκηση ότι η σύζυγός του ελάμβανε βελγικά οικογενειακά επιδόματα από τον Partena, ενώ ο ίδιος εξακολουθούσε να λαμβάνει ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ μέχρι τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2010.

95      Αντιθέτως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη, κατά τον καθορισμό της κυρώσεως που του επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορισμένες περιστάσεις τις οποίες θεωρεί ελαφρυντικές. Κατά συνέπεια, οι περιστάσεις αυτές πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά.

–       Επί της ελλείψεως κοινού τραπεζικού λογαριασμού του προσφεύγοντος και της συζύγου του

96      Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι ο Partena κατέβαλλε τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα στον προσωπικό λογαριασμό της συζύγου του και ότι ο προσφεύγων και η τελευταία δεν διέθεταν κοινό τραπεζικό λογαριασμό, πράγμα που φέρεται ότι εμπόδισε τον προσφεύγοντα να αντιληφθεί εξαρχής τη σωρευτική λήψη επιδομάτων, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης θεωρεί ότι το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την υποχρέωση του προσφεύγοντος να δηλώσει τα επιδόματα που η σύζυγός του ελάμβανε από άλλη πηγή για τα τρία τέκνα τους, για τα οποία και ο ίδιος ελάμβανε από την πλευρά του ολόκληρα τα επιδόματα του ΚΥΚ.

97      Συναφώς, πέρα από το ότι, όπως εξάλλου ανέφερε η Επιτροπή, ο προσφεύγων ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι διέκοψε την επικοινωνία με τη σύζυγό του, με την οποία συζεί, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης θεωρεί, πρώτον, ότι καθ’ όλο το διάστημα μεταξύ του 2003 και του 2006, είναι απίθανο η σύζυγος του προσφεύγοντος, γνωρίζοντας το επίπεδο του μισθού της, να μην αντελήφθη ότι ελάμβανε εμβάσματα από τον Partena, περιλαμβανομένων των σημαντικών ποσών των 11 000 και 5 500 ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2003 και τον Απρίλιο του 2005 αντιστοίχως, και να μην ενημέρωσε σχετικά τον σύζυγό της.

98      Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι, ανεξαρτήτως των τραπεζικών εμβασμάτων από τον Partena, μεταξύ του 2003 και του 2006, στον τραπεζικό λογαριασμό της συζύγου του προσφεύγοντος, η τελευταία έλαβε επίσημο έγγραφο της 9ης Νοεμβρίου 2006, με το οποίο ο Partena την πληροφόρησε για τα δικαιώματά της όσον αφορά τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα, πληροφορία την οποία η ίδια ανακοίνωσε στον προσφεύγοντα, αλλά ο τελευταίος αποφάσισε να μην τη διαβιβάσει στη Διοίκηση. Πάντως, αν είχε διαβιβάσει την πληροφορία αυτή στο PMO εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το τελευταίο θα είχε λάβει σαφή γνώση του ότι η σύζυγος του προσφεύγοντος ελάμβανε οικογενειακά επιδόματα από τον Partena, καθώς και του ακριβούς ποσού των επιδομάτων αυτών. Το PMO θα είχε τότε την υποχρέωση να μειώσει αμέσως και προσηκόντως το ποσό των οικογενειακών επιδομάτων του ΚΥΚ που καταβάλλονταν στον προσφεύγοντα, πράγμα που θα μπορούσε να έχει αποσοβήσει μια πειθαρχική διαδικασία εναντίον του.

99      Τρίτον, και εν πάση περιπτώσει, όταν μόνιμος υπάλληλος ζητεί και λαμβάνει παροχή αφορώσα την οικογενειακή του κατάσταση, δεν μπορεί να επικαλείται τη φερόμενη άγνοια της καταστάσεως του συζύγου του, είτε πρόκειται για την άσκηση από τον τελευταίο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας είτε για το ύψος των απολαβών από τη δραστηριότητα αυτή είτε ακόμη και για τη λήψη από τον εν λόγω σύζυγο εθνικών παροχών ανάλογων με εκείνες του ΚΥΚ.

100    Πράγματι, αν ένα τέτοιο επιχείρημα γινόταν δεκτό, μόνιμοι ή έκτακτοι υπάλληλοι που, όπως εν προκειμένω, λαμβάνουν ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι είναι απαλλαγμένοι από την υποχρέωση να δηλώσουν εθνικά οικογενειακά επιδόματα που λαμβάνουν από άλλη πηγή, όταν, όπως εν προκειμένω, αυτά καταβάλλονται όχι κατευθείαν στον υπάλληλο, αλλά στη σύζυγό του, στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμού της τελευταίας. Επιπλέον, μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη βλαπτική για τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Ένωσης παρακράτηση πληροφοριών.

–       Επί της συγκεχυμένης καταστάσεως που ο Partena είχε δημιουργήσει σχετικά με το δικαίωμα της συζύγου του προσφεύγοντος για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων

101    Στη συνέχεια, όσον αφορά τη συγκεχυμένη κατάσταση που η συμπεριφορά του Partena είχε δημιουργήσει σχετικά με το δικαίωμα της συζύγου του προσφεύγοντος για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, από τη δικογραφία πράγματι προκύπτει ότι στην αρχή ο εν λόγω εθνικός οργανισμός κακώς αρνήθηκε στη σύζυγο του προσφεύγοντος το δικαίωμα για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, τουλάχιστον μέχρι τον Αύγουστο του 2003, και ότι, από την ημερομηνία εκείνη και μέχρι τον Οκτώβριο του 2006, ο Partena έστελνε κατά καιρούς τραπεζικά εμβάσματα στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της συζύγου του προσφεύγοντος, χωρίς όμως, κατ’ ανάγκη, να τα τεκμηριώνει με την κοινοποίηση αποφάσεων για τη χορήγηση εθνικών οικογενειακών επιδομάτων.

102    Τούτου δοθέντος, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει, αφενός, ότι ο ίδιος ο προσφεύγων δέχεται, στο δικόγραφο της προσφυγής του, ότι «[ο]ι καταβολές [από τον Partena] άρχισαν να είναι τακτικές το 2006», και, σε απάντηση ερωτήσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, ανέφερε ακόμη ότι, με αίτησή της της 7ης Νοεμβρίου 2006 προς τον Partena, η σύζυγός του είχε ζητήσει να μάθει τους λόγους για τους οποίους ο εν λόγω οργανισμός είχε αναστείλει τις καταβολές του από τον Απρίλιο του 2005 έως τον Σεπτέμβριο του 2006. Έτσι, τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι, σε αντίθεση με αυτό που ο προσφεύγων άφησε να νοηθεί ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, η σύζυγός του κάλλιστα γνώριζε κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ότι ελάμβανε βελγικά οικογενειακά επιδόματα από τον Partena. Σε αυτό προστίθεται το γεγονός, το οποίο η Επιτροπή υπογράμμισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της επιστολής της 28ης Αυγούστου 2003 που ο Partena απηύθυνε στην Επιτροπή, η σύζυγος του προσφεύγοντος είναι βέβαιο ότι διαβίβασε το πιστοποιητικό γεννήσεως του τελευταίου τέκνου τους στον Partena, προκειμένου ο οργανισμός αυτός να προβεί στις πληρωμές στις οποίες στη συνέχεια προέβη υπέρ αυτής από το 2003 έως το 2006.

103    Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, η σύζυγος του προσφεύγοντος, η οποία μετ’ επιτάσεως ζητούσε από τον Partena τις παροχές αυτές επανειλημμένως από το 1996, ενημερώθηκε, με την προαναφερθείσα επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2006, από τον εν λόγω οργανισμό ότι στο εξής επρόκειτο να λαμβάνει εθνικά οικογενειακά επιδόματα για τα τρία τέκνα τους. Έτσι, ανεξαρτήτως των διαδοχικών καταβολών του Partena υπέρ της συζύγου του προσφεύγοντος από το 2003 έως το 2006, καθώς και των διαβημάτων της τελευταίας προς τον Partena για τη λήψη των οικογενειακών παροχών, δεν αμφισβητείται ότι, από τον Νοέμβριο του 2006, η κατάσταση της τελευταίας όσον αφορά το δικαίωμά της για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων είχε αποσαφηνιστεί και τακτοποιηθεί.

104    Πάντως, στις δηλώσεις που είχε υποβάλει στο PMO κατά τη γέννηση κάθε τέκνου του, ο προσφεύγων είχε δηλώσει ότι για τα τρία τελευταία τέκνα του δεν δικαιούται οικογενειακές παροχές αντίστοιχες του κατά τον ΚΥΚ επιδόματος λόγω συντηρούμενου τέκνου και ότι επιπλέον αναγνωρίζει ότι έχει πλήρη γνώση του κανόνα κατά της σωρεύσεως. Παρά ταύτα, ο προσφεύγων δεν θεώρησε αναγκαίο να ειδοποιήσει επίσημα το PMO για τη μεταβολή της καταστάσεως, δηλαδή για τη λήψη από τη σύζυγό του βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, παραβαίνοντας τη γενική υποχρέωση κάθε υπαλλήλου που είναι δικαιούχος χρηματικών ωφελημάτων να παρέχει όλες τις πληροφορίες που αφορούν την προσωπική του κατάσταση και να γνωστοποιεί στη Διοίκηση κάθε μεταβολή στην προσωπική του κατάσταση (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση López Cejudo κατά Επιτροπής, EU:F:2014:55, σκέψη 67), υποχρέωση την οποία, εξάλλου, ρητώς υπενθυμίζει το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ σχετικά με τον κανόνα κατά της σωρεύσεως.

–       Επί της φερόμενης ελλείψεως επιμέλειας ή της φερόμενης αδράνειας του PMO

105    Όσον αφορά την έλλειψη επιμέλειας από το PMO σχετικά με τη διερεύνηση της προσωπικής καταστάσεως του προσφεύγοντος, και ιδίως από τον Ιανουάριο του 2004, οπότε το PMO απαίτησε από τον Partena να του επιστρέψει ένα χρηματικό ποσό, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης θεωρεί ότι η ενδεχόμενη αναποτελεσματικότητα ή αδράνεια διοικητικής υπηρεσίας επιφορτισμένης με την προστασία των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ένωσης δεν δύναται να απαλλάξει τον υπάλληλο από τη δική του παράβαση της υποχρεώσεώς του να δηλώνει κάθε μεταβολή της προσωπικής του καταστάσεως ικανή να επηρεάσει το δικαίωμά του για τη λήψη παροχής του ΚΥΚ την οποία ο ίδιος ζήτησε.

106    Πράγματι, πρώτον, μολονότι μπορεί να αναμένεται από μια επιμελή διοικητική αρχή να ενημερώνει, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τα προσωπικά στοιχεία των δικαιούχων μηνιαίως καταβαλλομένων παροχών του ΚΥΚ, παρά ταύτα πρέπει να υπομνησθεί ότι η κατάσταση διοικητικής αρχής επιφορτισμένης με την καταβολή χιλιάδων μισθών και διαφόρων επιδομάτων δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη του υπαλλήλου, ο οποίος έχει προσωπικό συμφέρον να εξακριβώνει τα ποσά που του καταβάλλονται μηνιαίως και να επισημαίνει ό,τι θα μπορούσε να αποτελεί σφάλμα εις βάρος του ή προς όφελός του (βλ., στο ίδιο πνεύμα, διάταξη Michel κατά Επιτροπής, F‑44/13, EU:F:2014:40, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

107    Δεύτερον, ένας επιμελής υπάλληλος, ο οποίος έχει λάβει γνώση των διατάξεων του ΚΥΚ βάσει των οποίων του χορηγείται, κατόπιν αιτήσεώς του, μια παροχή, ιδίως όταν οι διατάξεις αυτές υπενθυμίζονται στην απόφαση χορηγήσεως της συγκεκριμένης παροχής, όπως στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να περιοριστεί να συνεχίσει να λαμβάνει σιωπηρώς την εν λόγω παροχή, εν προκειμένω ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ, ενώ ο σύζυγός του λαμβάνει ολόκληρες τις αντίστοιχες εθνικές παροχές λόγω των ίδιων τέκνων. Σε μια τέτοια κατάσταση, ο υπάλληλος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη σιωπή του με το γεγονός ότι, εξ αμελείας, οι πληρωμές αυτές έγιναν σιωπηρώς δεκτές ή ανεκτές από τη Διοίκηση. Πράγματι, το να γίνει δεκτή ως ελαφρυντική περίσταση μια τέτοια αμέλεια της Διοικήσεως θα ενθάρρυνε τους μόνιμους και τους έκτακτους υπαλλήλους να επωφελούνται από τα σφάλματα της τελευταίας.

108    Τέλος, τρίτον, όπως σωστά υπογραμμίζει η Επιτροπή, ο Partena δεν είχε οπωσδήποτε υποχρέωση, σε απάντηση τυχόν αιτήσεων της Επιτροπής, να παράσχει λεπτομερή στοιχεία για την προσωπική κατάσταση της συζύγου του προσφεύγοντος, η οποία δεν είναι υπάλληλος του θεσμικού αυτού οργάνου. Έτσι, σε μια τέτοια κατάσταση, ακόμη περισσότερο οφείλει ο υπάλληλος που είναι αποδέκτης της προβλεπόμενης από τον ΚΥΚ παροχής, όπως ο προσφεύγων, να προσκομίσει τα έγγραφα που ήδη κατέχει και, εν πάση περιπτώσει, να ενημερώσει τη Διοίκηση για ενδεχόμενες καταβολές κοινωνικών επιδομάτων προς τον σύζυγό του από μέρους οργανισμού όπως ο Partena. Πράγματι, το κατά το άρθρο 11 του ΚΥΚ καθήκον πίστεως συνεπάγεται ότι οι υπάλληλοι διευκολύνουν το έργο της Διοικήσεως όσον αφορά τον καθορισμό της εκτάσεως των προβλεπόμενων από τον ΚΥΚ δικαιωμάτων τους για χρηματικές απολαβές.

–       Επί της πίστεως του προσφεύγοντος ότι το ζήτημα της σωρεύσεως παροχών επρόκειτο να τακτοποιηθεί μεταξύ διοικητικών φορέων

109    Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι νόμιζε ότι η κατάσταση επρόκειτο να τακτοποιηθεί μεταξύ διοικητικών φορέων, το επιχείρημα αυτό δεν ασκεί επιρροή και μάλιστα είναι άτοπο, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, μετά την οριστική πληροφόρηση που παρασχέθηκε με την επιστολή του Partena της 9ης Νοεμβρίου 2006 προς τη σύζυγο του προσφεύγοντος, η κατάσταση σωρεύσεως ολόκληρων των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων και των αντίστοιχων οικογενειακών επιδομάτων του ΚΥΚ διήρκεσε επί πολλά έτη.

110    Συναφώς, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο προσφεύγων μπορούσε να πίστευε εσφαλμένα ότι η κατάσταση επρόκειτο να τακτοποιηθεί μεταξύ διοικητικών φορέων, θα πρέπει τότε να γίνει δεκτό ότι, λόγω της δικής του αδράνειας, ο προσφεύγων επωφελήθηκε από τη μη τακτοποίηση της διοικητικής του καταστάσεως, και τούτο επί πολλά έτη. Πράγματι, ο προσφεύγων όφειλε, σε κάθε περίπτωση, να έχει αμφιβολίες ως προς τη βασιμότητα των καταβολών που εξακολουθούσε να λαμβάνει από το PMO, δηλαδή ολόκληρων των οικογενειακών επιδομάτων του ΚΥΚ, τα οποία εμφανίζονταν στα μηνιαία δελτία μισθολογικής καταστάσεως των οποίων θεωρείται ότι τακτικά ελάμβανε γνώση. Τούτο ισχύει, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, έστω και αν, εντός του εν λόγω θεσμικού οργάνου, τα δελτία μισθολογικής καταστάσεως δεν κοινοποιούνται πλέον με εσωτερικό ταχυδρομείο στους ενδιαφερόμενους, αλλά είναι προσβάσιμα μέσω υπερσυνδέσμου ο οποίος τους ανακοινώθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα.

111    Έτσι, από τον Νοέμβριο του 2006 και μέχρι τον Φεβρουάριο του 2010, ημερομηνία του γενικού ελέγχου, ο προσφεύγων όφειλε να ενημερώσει τη Διοίκηση ώστε αυτή να προβεί στις αναγκαίες εξακριβώσεις (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Τσιριμιάγκος κατά Επιτροπής των Περιφερειών, F‑100/07, EU:F:2009:21, σκέψη 75), επειδή έπρεπε να θεωρεί όλο και πιο βέβαιο και προφανές, με την πάροδο των ετών αυτών, ότι η κατάστασή του ουδόλως είχε επανεξεταστεί από το PMO ούτε τακτοποιηθεί μεταξύ του PMO και του Partena, δεδομένου ότι αυτός εξακολουθούσε να λαμβάνει ολόκληρα τα οικογενειακά επιδόματα του ΚΥΚ και η σύζυγός του τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα, και τούτο κατά κατάφωρη παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

112    Εν πάση περιπτώσει, αφενός, δεν μπορεί να διαφύγει από την προσοχή ενός φυσιολογικά επιμελούς υπαλλήλου ότι ένα έγγραφο σχετικό με μεταβολή της οικογενειακής του καταστάσεως, όπως η επιστολή του Partena της 9ης Νοεμβρίου 2006 με την οποία γνωστοποιήθηκαν στη σύζυγο του προσφεύγοντος τα δικαιώματά της για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, πρέπει να διαβιβαστεί κατευθείαν στην αρμόδια υπηρεσία του θεσμικού οργάνου, κατά τρόπο σαφή και απερίφραστο, πράγμα που προδήλως παρέλειψε να πράξει ο προσφεύγων, και ο υπάλληλος δεν μπορεί να επικαλεστεί, συναφώς, το ότι η Διοίκηση έλαβε ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία τυχαίως ή εμμέσως (βλ. απόφαση Costacurta κατά Επιτροπής, T‑34/89 και T‑67/89, EU:T:1990:20, σκέψεις 45 και 46). Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο όταν, όπως εν προκειμένω, από το γράμμα του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προκύπτει απερίφραστα ότι δεν είναι έργο της Επιτροπής να ερευνά ενδεχόμενη λήψη οικογενειακών επιδομάτων της ίδιας φύσεως καταβαλλόμενων από άλλη πηγή, αλλά τα μέλη του προσωπικού οφείλουν να δηλώσουν ότι λαμβάνουν τέτοια επιδόματα από άλλη πηγή.

113    Αφετέρου, αντί να περιοριστεί, όπως αυτός διατείνεται, σε μια προσωπική ερμηνεία της καταστάσεώς του, ο προσφεύγων όφειλε να θέσει το ζήτημα αυτό στην ΑΔΑ (βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις Costacurta κατά Επιτροπής, EU:T:1990:20, σκέψη 40, και López Cejudo κατά Επιτροπής, EU:F:2014:55, σκέψη 78).

114    Άλλωστε, ο προσφεύγων δεν νομιμοποιείται να προβάλει ότι το 2004 το PMO γνώριζε πλήρως την κατάσταση της συζύγου του. Πράγματι, ασφαλώς από την επιστολή του Partena της 28ης Αυγούστου 2003 προς το PMO προκύπτει ότι ο εν λόγω οργανισμός είχε προβεί σε καταβολές προς τη σύζυγο του προσφεύγοντος, έστω και αν δεν διευκρινίζονταν τα σχετικά ποσά. Παρά ταύτα, από την επιστολή της 22ας Ιανουαρίου 2004 του PMO προς τον Partena προκύπτει ότι, αντιθέτως, κατά την ημερομηνία εκείνη, από το ασαφές περιεχόμενο της επιστολής της 28ης Αυγούστου 2003 το PMO είχε καταλάβει μόνον ότι ο Partena εξέταζε τα δικαιώματα της συζύγου του προσφεύγοντος, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελευταία ήδη ελάμβανε οικογενειακά επιδόματα από αυτόν τον εθνικό οργανισμό. Έτσι, με την αδράνεια και τη σιωπή του, τελικά ο προσφεύγων άφησε το PMO σε αυτή την εσφαλμένη αντίληψη, ακόμη και μετά την αποστολή της επιστολής της 9ης Νοεμβρίου 2006 του Partena προς τη σύζυγο του προσφεύγοντος με την οποία της γνωστοποιήθηκαν τα δικαιώματά της για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων.

–       Επί της ανυπαρξίας οικονομικής βλάβης για τον προϋπολογισμό της Ένωσης και επί της ελλείψεως προθέσεως του προσφεύγοντος να λαμβάνει αδικαιολογήτως παροχές προβλεπόμενες από τον ΚΥΚ

115    Όσον αφορά το γεγονός ότι ο προσφεύγων, αφότου έλαβε γνώση της γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου, δεσμεύθηκε οικειοθελώς να επιστρέψει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα που είχε εισπράξει κατά την προηγούμενη περίοδο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2006, αφενός, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει ότι η ΑΔΑ το σημείωσε στην προσβαλλόμενη απόφαση μιλώντας για τον «βαθμό στον οποίο το παράπτωμα επηρέασε αρνητικά τα συμφέροντα της Επιτροπής» κατά την έννοια του άρθρου 10, στοιχείο β΄, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ. Αφετέρου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης θεωρεί ότι η πτυχή αυτή πρέπει να σχετικοποιηθεί, εφόσον ουδόλως αναιρεί τον χαρακτηρισμό του προσαπτόμενου παραπτώματος, το οποίο ήλθε στο φως μόνο κατόπιν ελέγχου της Επιτροπής και όχι λόγω έγκαιρης δηλώσεως με πρωτοβουλία του προσφεύγοντος.

116    Επαλλήλως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης σημειώνει επίσης ότι, με γνώμονα τη νομολογία (βλ. απόφαση López Cejudo κατά Επιτροπής, EU:F:2014:55, σκέψη 67), δεν αποκλειόταν οπωσδήποτε ότι, μετά από σχετική έρευνα, η Επιτροπή θα είχε μπορέσει να συλλέξει με άλλον τρόπο επαρκή στοιχεία για να επικαλεστεί το άρθρο 85, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του ΚΥΚ. Αυτό, άλλωστε, υπογράμμισε στην ουσία η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως, υποστηρίζοντας ότι αυτή η χειρονομία συνεργασίας από μέρους του προσφεύγοντος ήταν σημαντική, επειδή έτσι αποφεύχθηκε συζήτηση ικανή να οδηγήσει στην κίνηση χωριστής δικαστικής διαδικασίας σχετικά με ενδεχόμενη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του ΚΥΚ.

117    Όσον αφορά την ανυπαρξία προθέσεως εξαπατήσεως, διαπιστώνεται ότι ούτε το πειθαρχικό συμβούλιο ούτε η ΑΔΑ δέχθηκαν τέτοια πρόθεση του προσφεύγοντος και ρητώς έλαβαν υπόψη αυτή την έλλειψη προθέσεως εξαπατήσεως κατά τον καθορισμό της επιβλητέας κυρώσεως. Πάντως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης σημειώνει ότι ο λόγος που το πειθαρχικό συμβούλιο παρέθεσε για να δικαιολογήσει την επιλογή αυτή ήταν το γεγονός ότι στον φάκελο δεν υπήρχαν επαρκή πραγματικά στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται πρόθεση εξαπατήσεως, έστω και αν το πειθαρχικό συμβούλιο σημείωσε ότι ήταν «δύσκολο να πιστεύσει κάποιος ότι ο [προσφεύγων] δεν είχε ειδοποιηθεί από τη σύζυγό του για τις καταβολές των 11 000 [ευρώ] και 5 500 [ευρώ] που αυτή είχε λάβει το 2003 και το 2005».

118    Από την πλευρά της, η ΑΔΑ διαπίστωσε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, «[ό]σον αφορά τον βαθμό προθέσεως ή αμέλειας στο παράπτωμα», όπως αναφέρει το άρθρο 10, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, ο προσφεύγων επέδειξε «βαριά αμέλεια», και συγκεκριμένα υπέπεσε σε σφάλμα το οποίο, μολονότι δεν μπορούσε να ερμηνευθεί ως πρόθεση πλουτισμού εις βάρος του προϋπολογισμού της Ένωσης, δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί συγγνωστό, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των καθηκόντων και ευθυνών του ενδιαφερομένου, καθώς και του βαθμού του και της αρχαιότητάς του στην υπηρεσία της Επιτροπής.

–       Επί των λοιπών φερόμενων ως ελαφρυντικών περιστάσεων

119    Όσον αφορά τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος στην υπηρεσία, η ΑΔΑ εξέθεσε ότι έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, πέρα από τα παραπτώματα που προσάπτονται εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν είχε υποπέσει σε άλλα παραπτώματα κατά τη διάρκεια της μακράς σταδιοδρομίας του. Παρά ταύτα, όπως σωστά υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο συνυπολογισμός της πτυχής αυτής, ο οποίος απαιτείται από το άρθρο 10 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, δεν ισοδυναμεί οπωσδήποτε με την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως.

120    Όσον αφορά το επιχείρημα περί φόρτου επαγγελματικής και οικιακής εργασίας του προσφεύγοντος, το οποίο απορρίφθηκε από την ΑΔΑ στην απόφασή της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, διαπιστώνεται ότι η κατάσταση σωρεύσεως των οικογενειακών παροχών διήρκεσε πάνω από πέντε έτη αφότου ο Partena ενημέρωσε επίσημα τη σύζυγο του προσφεύγοντος για τα δικαιώματά της για τη λήψη βελγικών οικογενειακών επιδομάτων. Έτσι, εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εκτιμά ότι, αν υποτεθεί ότι ένα τέτοιο επιχείρημα μπορούσε, σε κάποιο μέτρο, να ληφθεί υπόψη για συγκεκριμένη περίοδο, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει αμέλεια για μια τόσο μακρά περίοδο.

121    Όσο για τη φερόμενη υποδειγματική συνεργασία του προσφεύγοντος που επισημάνθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα της 29ης Μαρτίου 2013 από τον υπεύθυνο του PMO για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης σημειώνει ότι, μολονότι ο υπεύθυνος για τον αρχικό έλεγχο υπάλληλος του PMO είχε ζητήσει από τον προσφεύγοντα, τον Φεβρουάριο του 2010, «[ό]ταν θα [είχε] πληροφορίες από τον Partena, να ενημερώσ[ει] το [PMO] το ταχύτερο δυνατό», ο προσφεύγων δεν θεώρησε σκόπιμο ούτε να συμπληρώσει το έντυπο δηλώσεως «Οικογενειακά επιδόματα […] από άλλη πηγή» που τότε του είχε διαβιβαστεί από τον εν λόγω υπάλληλο ούτε να του παράσχει αντίγραφο της επιστολής του Partena της 9ης Νοεμβρίου 2006, την οποία τότε είχε ήδη λάβει η σύζυγός του, ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου εξέδωσε αργότερα ο Partena. Μια τέτοια ενέργεια του προσφεύγοντος θα είχε δώσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να περατώσει αμέσως τη διαδικασία ελέγχου. Παρά ταύτα, λόγω της παραλείψεως του προσφεύγοντος, παρήλθαν πάνω από 18 μήνες έως ότου, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, η Επιτροπή αποκτήσει, με δικά της μέσα, τα κρίσιμα πληροφοριακά στοιχεία από τον Partena και όχι από τον προσφεύγοντα.

122    Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η AIPN δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη τις ελαφρυντικές περιστάσεις που ασκούν επιρροή εν προκειμένω.

–       Επί της αναλογικότητας της επιβληθείσας κυρώσεως

123    Όσον αφορά το ζήτημα αν, για τον καθορισμό της επίμαχης κυρώσεως, οι επιβαρυντικές και οι ελαφρυντικές περιστάσεις σταθμίστηκαν από την ΑΔΑ κατά τρόπο αναλογικό, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπενθυμίζει ότι το άρθρο 11 του ΚΥΚ συνιστά μια από τις ειδικές εκφάνσεις του καθήκοντος πίστεως, το οποίο επιβάλλει στον υπάλληλο όχι μόνο να απέχει από συμπεριφορές που θίγουν την αξιοπρέπεια των καθηκόντων του και τον οφειλόμενο σεβασμό στο θεσμικό όργανο και στις αρχές του, αλλά και να επιδεικνύει, ακόμη πιο πολύ αν είναι υψηλόβαθμος, όπως εν προκειμένω, συμπεριφορά υπεράνω πάσης υποψίας, έτσι ώστε να διατηρούνται πάντοτε οι δεσμοί εμπιστοσύνης μεταξύ του θεσμικού οργάνου και του ιδίου (απόφαση Andreasen κατά Επιτροπής, F‑40/05, EU:F:2007:189, σκέψη 233 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

124    Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης θεωρεί, αφενός, ότι σωστά η ΑΔΑ συνήγαγε ότι ο προσφεύγων επέδειξε «βαριά αμέλεια» μη δηλώνοντας ότι η σύζυγός του ελάμβανε βελγικά οικογενειακά επιδόματα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Αφετέρου, η επιβληθείσα κύρωση δεν είναι δυσανάλογη. Ειδικότερα, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που έχει, η ΑΔΑ μπορούσε να θεωρήσει ότι η επιβολή ποινής αναστολής της προαγωγής σε μισθολογικό κλιμάκιο για διάστημα 18 μηνών, όπως προτάθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο, δεν ήταν επαρκής, ιδίως στην παρούσα κατάσταση όπου, σε αντίθεση με το πειθαρχικό συμβούλιο, η ΑΔΑ δέχθηκε ότι ο προσφεύγων παρέβη όχι μόνο το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, αλλά και το άρθρο 11 του ΚΥΚ.

125    Επαλλήλως το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης σημειώνει ότι στο γράμμα του άρθρου 10 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ δεν υπάρχει τίποτα που να επέβαλλε στην ΑΔΑ να θεωρήσει, όπως αυτή έπραξε, ως περίσταση δικαιολογούσα ελάφρυνση της επιβληθείσας κυρώσεως το γεγονός ότι ο προσφεύγων πλησίαζε την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη αυτής της ex gratia συνεκτιμήσεως της εν λόγω πτυχής κατά τη λήψη της αποφάσεως της ΑΔΑ, η κύρωση που τελικά επιβλήθηκε δεν μπορεί, κατά μείζονα λόγο, να χαρακτηριστεί δυσανάλογη.

126    Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ΑΔΑ δεν αγνόησε ορισμένες ελαφρυντικές περιστάσεις και, όσον αφορά τη συνεκτίμηση των διαφόρων περιστάσεων στην περίπτωση του προσφεύγοντος, δεν τις στάθμισε κατά τρόπο δυσανάλογο όταν καθόρισε την κύρωση που τελικά επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα.

127    Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ελλιπής αιτιολογία

 Επιχειρήματα των διαδίκων

128    Προς στήριξη του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων διατείνεται στην ουσία, αφενός, ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, η ΑΔΑ δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους χαρακτήρισε ως «βαριά» την αμέλεια του προσφεύγοντος, ιδίως επειδή δεν εξήγησε ή δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους αρνήθηκε να αναγνωρίσει ορισμένες περιστάσεις ως ελαφρυντικές. Αφετέρου, η ΑΔΑ δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους επέβαλε στον προσφεύγοντα κύρωση βαρύτερη από εκείνη που είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο.

129    Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη αυτού του λόγου ακυρώσεως ως αβάσιμου.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

130    Η υποχρέωση αιτιολογήσεως, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, αποτελεί ουσιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης έχουσα ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τα αναγκαία στοιχεία για να εκτιμήσει το βάσιμο της βλαπτικής για αυτόν πράξεως και, αφετέρου, να καταστήσει δυνατό τον δικαστικό έλεγχό της (βλ. αποφάσεις Michel κατά Κοινοβουλίου, 195/80, EU:C:1981:284, σκέψη 22· Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 69/83, EU:C:1984:225, σκέψη 16, και Camacho-Fernandes κατά Επιτροπής, F‑16/13, EU:F:2014:51, σκέψη 111).

131    Στις πειθαρχικές υποθέσεις, το ζήτημα αν η αιτιολογία της αποφάσεως της ΑΔΑ να επιβάλει κύρωση ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνο το κείμενό της, αλλά και το πλαίσιό της καθώς και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το συγκεκριμένο ζήτημα. Συναφώς, μολονότι το πειθαρχικό συμβούλιο και η ΑΔΑ οφείλουν να αναφέρουν τα πραγματικά και νομικά στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η σύννομη αιτιολογία των αποφάσεών τους, καθώς και τις εκτιμήσεις οι οποίες τους οδήγησαν στις αποφάσεις τους, παρά ταύτα δεν απαιτείται να εξετάσουν όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που τέθηκαν από τον ενδιαφερόμενο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας (απόφαση Stevens κατά Επιτροπής, T‑277/01, EU:T:2002:302, σκέψη 71). Εν πάση περιπτώσει, μια απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη όταν εκδόθηκε σε πλαίσιο γνωστό στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, έτσι ώστε αυτός να μπορεί να κατανοήσει το περιεχόμενο του μέτρου που ελήφθη έναντι αυτού (απόφαση N κατά Επιτροπής, T‑198/02, EU:T:2004:101, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

132    Αν όμως η κύρωση που επιβλήθηκε τελικά στον ενδιαφερόμενο είναι βαρύτερη από την προταθείσα από το πειθαρχικό συμβούλιο, η απόφαση της ΑΔΑ πρέπει να διευκρινίζει με εμπεριστατωμένο τρόπο τους λόγους που οδήγησαν την εν λόγω αρχή να αποστεί από τη γνώμη του συμβουλίου αυτού (αποφάσεις F. κατά Επιτροπής, 228/83, EU:C:1985:28, σκέψη 35, και N κατά Επιτροπής, EU:T:2004:101, σκέψη 95 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

133    Εν προκειμένω, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης σημειώνει ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ΑΔΑ εξέτασε τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως με γνώμονα κάθε μία από τις ασκούσες επιρροή πτυχές που αναφέρει το άρθρο 10 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ. Επιπλέον, στην απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, απάντησε με εμπεριστατωμένο τρόπο στα διάφορα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

134    Όσον αφορά το ζήτημα αν η ΑΔΑ αιτιολόγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους χαρακτήρισε «βαριά» την αμέλεια του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης σημειώνει ότι, ήδη στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ΑΔΑ είχε εξετάσει λεπτομερώς την έκταση της υποχρεώσεως επιμέλειας που έχουν οι υπάλληλοι και είχε εξηγήσει, επαρκώς κατά νόμον, ότι το γεγονός ότι μια κατάσταση σωρεύσεως εθνικών παροχών και παροχών του ΚΥΚ αφέθηκε να διαρκέσει επί πολλά έτη, όπως συνέβη εν προκειμένω, λόγω του ότι ο υπάλληλος δεν προέβη στη δήλωση την οποία ήταν υποχρεωμένος να υποβάλει, μπορεί να αποδοθεί μόνο σε βαριά αμέλεια, εκτός αν χαρακτηριστεί ή δύναται να χαρακτηριστεί ως εκ προθέσεως παράβαση των άρθρων 11 και 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Στην απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, η ΑΔΑ εκ νέου διευκρίνισε εν εκτάσει την πτυχή αυτή σε απάντηση των επιχειρημάτων του προσφεύγοντος, παρά το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και η απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, αποτελούσαν την κατάληξη μιας διαδικασίας της οποίας οι λεπτομέρειες ήταν ευρέως γνωστές στον προσφεύγοντα (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Επιτροπή κατά Daffix, C‑166/95 P, EU:C:1997:73, σκέψη 34).

135    Όσον αφορά το γεγονός ότι η ΑΔΑ επέβαλε στον προσφεύγοντα κύρωση βαρύτερη από την προταθείσα από το πειθαρχικό συμβούλιο, ιδίως από την απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως προκύπτει ότι η ΑΔΑ εξήγησε για ποιον ουσιώδη λόγο θεώρησε σκόπιμο να επιβαρύνει την προταθείσα κύρωση από το πειθαρχικό συμβούλιο, δηλαδή ότι, αντιθέτως προς το τελευταίο, αρνήθηκε να θεωρήσει ως ελαφρυντική περίσταση την αδράνεια του PMO. Πάντως, όπως διαπιστώθηκε κατά την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η ΑΔΑ κάλλιστα μπορούσε να απορρίψει την πτυχή αυτή ως ελαφρυντική περίσταση, πράγμα που, συνακόλουθα, αρκούσε από μόνο του να εξηγήσει την επιλογή της να επιβάλει κύρωση βαρύτερη από την προταθείσα από το πειθαρχικό συμβούλιο.

136    Επιπλέον, πάντοτε όσον αφορά την επιβολή βαρύτερης κυρώσεως σε σχέση με την προταθείσα από το πειθαρχικό συμβούλιο, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης σημειώνει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ΑΔΑ θέλησε να τιμωρήσει μια παράβαση των άρθρων 11 και 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ενώ η προταθείσα από το πειθαρχικό συμβούλιο κύρωση αφορούσε μόνο παράβαση του τελευταίου άρθρου.

137    Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, οπότε και η προσφυγή στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

138    Κατά το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του όγδοου κεφαλαίου του δέκατου τίτλου του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του τελευταίου. Βάσει του άρθρου 102, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει, όταν το απαιτούν λόγοι επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα, αλλά καταδικάζεται μόνον εν μέρει στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου ή δεν πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά.

139    Από το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε. Επιπλέον, η καθής, με τα αιτήματά της, ρητώς ζήτησε να καταδικαστεί ο προσφεύγων στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο προσφεύγων πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Ο EH φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Rofes i Pujol

Bradley

Svenningsen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Νοεμβρίου 2014.

Η Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

      K. Bradley


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.