Language of document : ECLI:EU:T:2014:995

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 26ης Νοεμβρίου 2014 (*)

«Ανταγωνισμός — Διοικητική διαδικασία — Απόφαση διαπιστώνουσα άρνηση υποβολής σε έλεγχο και επιβάλλουσα πρόστιμο — Άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 — Τεκμήριο αθωότητας — Δικαιώματα άμυνας — Αναλογικότητα — Υποχρέωση αιτιολογήσεως»

Στην υπόθεση T‑272/12,

Energetický a průmyslový holding a.s., με έδρα την Brno (Τσεχική Δημοκρατία),

EP Investment Advisors s.r.o., με έδρα την Πράγα (Τσεχική Δημοκρατία), εκπροσωπούμενες αρχικώς από τους K. Desai, solicitor, J. Schmidt και Μ. Περιστεράκη, στη συνέχεια από τους J. Schmidt, R. Klotz και M. Hofmann, δικηγόρους,

προσφεύγουσες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από την A. Antoniadis και τον R. Sauer, στη συνέχεια από τους R. Sauer και C. Vollrath,

καθής,

με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως C(2012) 1999 τελικό της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 2012, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (άρνηση περί υποβολής σε έλεγχο) (υπόθεση COMP/39793 — EPH κ.λπ.),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Frimodt Nielsen, πρόεδρο, F. Dehousse και A. M. Collins (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: N. Rosner, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Μαρτίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Το νομικό πλαίσιο

1        Το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] της Συνθήκης (EE 2003, L 1, σ. 1), ορίζει ότι «[ο]ι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου έχουν [την εξουσία να] λαμβάνουν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα των […] βιβλίων και [επαγγελματικών] εγγράφων».

2        Το άρθρο 20, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού ορίζει:

«Οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων οφείλουν να υποβάλλονται στους ελέγχους που η Επιτροπή έχει διατάξει με απόφασή της. Στην απόφαση προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, καθορίζεται η ημερομηνία έναρξής του και μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 23 και 24, καθώς και το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο […]».

3        Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του ίδιου κανονισμού, «[η] Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα που δεν υπερβαίνουν το 1 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας […], παρουσιάζουν κατά τρόπο ελλιπή τα βιβλία ή άλλα έγγραφα επαγγελματικού περιεχομένου κατά τη διάρκεια ελέγχων που διενεργούνται δυνάμει του άρθρου 20 ή αρνούνται να υποβληθούν σε έλεγχο ο οποίος έχει διαταχθεί με απόφαση εκδοθείσα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20, παράγραφος 4».

 Ιστορικό της διαφοράς

4        Με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2009, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διέταξε, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003, τη διενέργεια ελέγχου στους χώρους της Energetický a průmyslový holding a.s. (στο εξής: EPH) και των ελεγχόμενων από αυτήν επιχειρήσεων. Ο έλεγχος στην EPH και στην κατά 100 % θυγατρική της EP Investment Advisors s.r.o. (στο εξής: EPIA) (στο εξής, από κοινού: προσφεύγουσες), άρχισε στις 9:30 στις 24 Νοεμβρίου 2009 στις κοινές εγκαταστάσεις τους στον πέμπτο όροφο ενός κτηρίου στην Πράγα (Τσεχική Δημοκρατία). Αφού έλαβαν γνώση της εν λόγω αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου, οι προσφεύγουσες δήλωσαν τη μη εναντίωσή τους σε αυτήν.

5        Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε από επτά εκπροσώπους της Επιτροπής και τέσσερις εκπροσώπους της Τσεχικής Υπηρεσίας Προστασίας του Ανταγωνισμού. Η ομάδα αυτή κοινοποίησε την απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου καθώς και το ενημερωτικό σημείωμα στον J., εκτελεστικό διευθυντή της EPIA και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της EPH.

6        Ο N., μέλος της ομάδας ελέγχου, ζήτησε από τον J. να περιγράψει την οργάνωση των προσφευγουσών και να επικοινωνήσει με τον υπεύθυνο της υπηρεσίας πληροφορικής τους. Επίσης, ενημέρωσε τον J. ότι ο λογαριασμός ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του καθώς και οι λογαριασμοί των τριών λοιπών συνεργατών που κατέχουν, όπως αυτός, νευραλγικές θέσεις στην εταιρία, ήτοι των K., S. και M., έπρεπε να προσδιοριστούν και να απενεργοποιηθούν προσωρινώς από την υπηρεσία πληροφορικής. Διευκρίνισε ότι οι εν λόγω τέσσερις λογαριασμοί ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έπρεπε να ενεργοποιηθούν με νέο κωδικό πρόσβασης, τον οποίο θα γνωρίζουν μόνον οι ελεγκτές της Επιτροπής προκειμένου να έχουν αποκλειστική πρόσβαση στους εν λόγω λογαριασμούς κατά τoν έλεγχό τους.

7        Κατά την περίοδο του ελέγχου, οι προσφεύγουσες δεν διέθεταν ανεξάρτητο τμήμα πληροφορικής. Η J&T Banka, θυγατρική της πρώην μητρικής εταιρίας της EPH, J&T Finance Group, παρείχε προσωρινώς υπηρεσίες πληροφορικής στις προσφεύγουσες μέχρι αυτές να μεταφερθούν σε νέες εγκαταστάσεις μετά την πώλησή τους στις 8 Οκτωβρίου 2009. Για τη διαχείριση των λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των προσφευγουσών, το τμήμα πληροφορικής, το οποίο ήταν στον τρίτο όροφο του κτηρίου όπου ήσαν εγκατεστημένες, χρησιμοποίησε διακομιστή της J&T Finance Group. Το τμήμα αυτό, αποτελούμενο από οκτώ εργαζομένους, διηύθυνε ο H. Οι εν λόγω εργαζόμενοι εργάζονταν όλοι στην ίδια και μοναδική αίθουσα πληροφορικής, όπου βρίσκονταν τα γραφεία τους.

8        Τα ηλεκτρονικά μηνύματα προς τους λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της EPIA διαμετακομίζονταν μέσω του διακομιστή της J&T Finance Group προτού διανεμηθούν στους διάφορους λογαριασμούς. Το ίδιο ισχύει για την EPH καθόσον τα πρόσωπα τα οποία εργάζονταν για τις προσφεύγουσες χρησιμοποιούσαν ένα μόνον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κοινό στις δύο εταιρίες. Αυτό συνέβαινε στην περίπτωση των τεσσάρων συνεργατών, για τους οποίους γίνεται λόγος στη σκέψη 6 ανωτέρω, οι οποίοι είχαν, έκαστος, ένα μόνο λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων τους εντός των δύο προσφευγουσών εταιριών.

9        Την πρώτη ημέρα του ελέγχου, κατά τη συνάντησή του με τον N., ο J. όρισε τον H. ως υπεύθυνο της υπηρεσίας πληροφορικής των προσφευγουσών. Αφού εκλήθη από τον J. για να απαντήσει σε ερωτήσεις αφορώσες την πληροφορική, ο H. συνάντησε τον D., ελεγκτή της Επιτροπής επιφορτισμένο με τις τεχνολογίες της πληροφορίας. Στη συνάντηση αυτή, κατά τις 11:30, ο D. ζήτησε από τον H. να απενεργοποιήσει προσωρινώς τους λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των τεσσάρων προσώπων που κατέχουν νευραλγικές θέσεις, μέχρι νεωτέρας από τους ελεγκτές της Επιτροπής, απενεργοποίηση η οποία πραγματοποιήθηκε στις 12:00. Ο Κo., υπάλληλος της υπηρεσίας πληροφορικής, τροποποίησε εν συνεχεία τους κωδικούς πρόσβασης των λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην αίθουσα πληροφορικής κατά τις 12:30, παρισταμένων των H. και D.

10      Κατά τις 14:00, την ίδια ημέρα, ο M., ο οποίος εργαζόταν στο σπίτι του, τηλεφώνησε στην υπηρεσία πληροφορικής για να επισημάνει ότι δεν είχε πρόσβαση στον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του. Ο Šp., ένας από τους ιεραρχικά υφισταμένους του H., απάντησε στην κλήση αυτή και αποκατέστησε τον κωδικό πρόσβασης του M. προκειμένου αυτός να μπορεί να χρησιμοποιήσει εκ νέου τον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του.

11      Στις 25 Νοεμβρίου 2009, ήτοι τη δεύτερη ημέρα του ελέγχου, ο D. προσπάθησε, επί ματαίω, να έχει πρόσβαση στον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του M., πριν να διαπιστώσει ότι ο κωδικός πρόσβασης του εν λόγω λογαριασμού είχε αντικατασταθεί. Ο D. ζήτησε να επανενεργοποιηθεί ο κωδικός αυτός πρόσβασης προκειμένου να απενεργοποιηθεί προσωρινώς εκ νέου ο εν λόγω λογαριασμός και να μπορέσουν οι ελεγκτές να τον ελέγξουν.

12      Αυθημερόν, η Επιτροπή συνέταξε πρακτικά, στα οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι:

«[Τ]ην Τρίτη 24 Νοεμβρίου κατά τις 11:30, η Επιτροπή διέταξε τον [H.] να τροποποιήσει τον κωδικό πρόσβασης των λογαριασμών Active Directory για τέσσερα άτομα, ήτοι [K., J., S. και M.]. Ο [H.] ενημερώθηκε, ρητώς, ότι η πρόσβαση στους εν λόγω λογαριασμούς απενεργοποιείται προσωρινώς κατά τη διάρκεια του ελέγχου ή, τουλάχιστον, μέχρι οι ελεγκτές να αναφέρουν στην επιχείρηση ότι οι κωδικοί πρόσβασης μπορούν να τροποποιηθούν. Οι κωδικοί πρόσβασης τροποποιήθηκαν από τον [Ko.] κατόπιν διαταγής του [H.] και στους εν λόγω λογαριασμούς των ηλεκτρονικών μηνυμάτων χορηγήθηκε κωδικός πρόσβασης γνωστός μόνο στους ελεγκτές της Επιτροπής.

Κατά τις 14:00 της ίδιας ημέρας, ο [Šp.], υπάλληλος του τμήματος πληροφορικής, τροποποίησε τον κωδικό πρόσβασης για τον λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του [M.] κατόπιν αιτήσεως του [M.].

Ο [H.] επιβεβαιώνει επίσης ότι […] την Πέμπτη 26 Νοεμβρίου κατά τις 12:00, [αυτός] πληροφόρησε τους ελεγκτές της Επιτροπής ότι, την Τετάρτη 25 Νοεμβρίου, διέταξε το εξωτερικό τμήμα πληροφορικής να επιβάλει φραγή σε όλα τα εισερχόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα προς τους εν λόγω τέσσερις λογαριασμούς κατόπιν αιτήσεως του [J.] […]

Ο [H.] επιβεβαιώνει ότι τα ανωτέρω αποτελούν ορθή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών.

Η επιχείρηση μπορεί να κοινοποιήσει διόρθωση, τροποποίηση ή περαιτέρω διευκρίνιση πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2009.»

13      Τα πρακτικά αυτά έχουν υπογραφεί, αφενός, από τους ελεγκτές και, αφετέρου, από τον H.

14      Στις 26 Νοεμβρίου 2009, ήτοι την τρίτη ημέρα του ελέγχου, στις 12:00, οι ελεγκτές της Επιτροπής διαπίστωσαν, εξετάζοντας τον λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του J., ότι η ηλεκτρονική ταχυδρομική του θυρίδα δεν περιείχε κανένα νέο ηλεκτρονικό μήνυμα. Ο H. εξήγησε στους ελεγκτές ότι, τη δεύτερη ημέρα του ελέγχου, κατά τις 12:00, κατόπιν αιτήσεως του J., διέταξε το τμήμα πληροφορικής να επιβάλει φραγή στα εισερχόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα προς τους λογαριασμούς των τεσσάρων ατόμων, που κατέχουν νευραλγικές θέσεις, ώστε αυτά να μην εμφανίζονται στις ηλεκτρονικές ταχυδρομικές τους θυρίδες. Τα εισερχόμενα μηνύματα παρέμειναν, επομένως, στον διακομιστή της J&T Finance Group και δεν διαμετακομίστηκαν προς τις ηλεκτρονικές ταχυδρομικές θυρίδες των παραληπτών τους.

15      Εν συνεχεία, επιβεβαιώθηκε ότι το μέτρο αυτό εφαρμόστηκε αποκλειστικά στον λογαριασμό του J. και όχι στους λογαριασμούς των λοιπών ατόμων που κατείχαν νευραλγικές θέσεις.

16      Στις 17 Μαΐου 2010, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει διαδικασία κατά των EPH και J&T Investment Advisors s.r.o. (προκατόχου της EPIA) προκειμένου να εκδώσει απόφαση δυνάμει του κεφαλαίου VI του κανονισμού 1/2003, για την άρνηση περί υποβολής σε έλεγχο και ατελή παρουσίαση των ζητηθέντων επαγγελματικών εγγράφων. Οι αποφάσεις περί κινήσεως της εν λόγω διαδικασίας κοινοποιήθηκαν στις εταιρίες αυτές στις 19 Μαΐου 2010.

17      Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 8 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση παροχής πληροφοριών στις προσφεύγουσες, οι οποίες απάντησαν με έγγραφα της 22ας Σεπτεμβρίου 2010.

18      Στις 23 Σεπτεμβρίου 2010, η Επιτροπή και οι προσφεύγουσες ζήτησαν τη διοργάνωση «ενημερωτικής συσκέψεως» κατά την οποία οι προσφεύγουσες είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

19      Στις 22 Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή απηύθυνε ανακοίνωση αιτιάσεων στις προσφεύγουσες σχετικά με εικαζόμενη παράβαση κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1/2003.

20      Στις 17 Φεβρουαρίου 2011, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της ανακοινώσεως αιτιάσεων. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 25 Μαρτίου 2011.

21      Την 1ην Απριλίου 2011, η Επιτροπή απηύθυνε, εκ νέου, στις προσφεύγουσες αίτηση παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003 προκειμένου να λάβει διευκρινίσεις επί των προσκομισθεισών κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως πληροφοριών. Οι προσφεύγουσες απάντησαν στην αίτηση αυτή στις 14 Απριλίου 2011, προσκομίζοντας μεταξύ άλλων νέες πληροφορίες σχετικά με την επανενεργοποίηση λογαριασμού ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

22      Στις 16 Ιουνίου 2011, η Επιτροπή απηύθυνε στις προσφεύγουσες νέα αίτηση παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003, στην οποία οι προσφεύγουσες απάντησαν με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 2011. Στην απάντηση αυτή, υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών της EPH ανερχόταν σε 990 700 000 ευρώ το 2010.

23      Στις 23 Ιουνίου 2011, οι προσφεύγουσες ενημερώθηκαν, κατά τη διάρκεια άλλης «ενημερωτικής συσκέψεως», για την προκαταρκτική εκτίμηση της Επιτροπής κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως και των γραπτών δηλώσεών τους.

24      Στις 19 Ιουλίου 2011, η Επιτροπή απηύθυνε στις προσφεύγουσες συμπληρωματική ανακοίνωση αιτιάσεων εκθέτοντας συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με μία από τις αιτιάσεις, ήτοι την επανενεργοποίηση λογαριασμού ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

25      Στις 12 Σεπτεμβρίου 2011, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της συμπληρωματικής ανακοινώσεως αιτιάσεων. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 13 Οκτωβρίου 2011.

26      Στις 28 Μαρτίου 2012, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2012) 1999 τελικό, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1/2003 (άρνηση περί υποβολής σε έλεγχο) (υπόθεση COMP/39793 — EPH κ.λπ.) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), της οποίας το διατακτικό έχει ως εξής:

«Άρθρο 1

[Ο]ι EPH και EPIA αρνήθηκαν να υποβληθούν στον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις τους από τις 24 έως τις 26 Νοεμβρίου 2009 σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 4, του κανονισμού […] 1/2003, επιτρέποντας, εξ αμελείας, την πρόσβαση σε προσωρινώς απενεργοποιημένο λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και εκτρέποντας, εκ προθέσεως, τα ηλεκτρονικά μηνύματα προς διακομιστή, γεγονός που συνιστά παράβαση κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του ίδιου κανονισμού.

Άρθρο 2

Για την παράβαση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 1, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους 2 500 000 ευρώ από κοινού και αλληλεγγύως στις επιχειρήσεις EPH και EPIA […]».

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

27      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Ιουνίου 2012, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

28      Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 64 του Κανονισμού του Διαδικασίας, έθεσε εγγράφως ερωτήσεις στην Επιτροπή, στις οποίες αυτή απάντησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

29      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Μαρτίου 2014.

30      Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        επικουρικώς, να ακυρώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε ή να το μειώσει σε ένα συμβολικό ποσό ή, τουλάχιστον, να το μειώσει σημαντικά·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

31      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της·

–        να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

32      Οι προσφεύγουσες προβάλλουν τέσσερις λόγους προς στήριξη της προσφυγής τους. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς τους, ο δεύτερος λόγος από εσφαλμένη διαπίστωση ότι αρνήθηκαν να υποβληθούν σε έλεγχο, ο τρίτος λόγος από παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας και ο τέταρτος λόγος από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου.

33      Πρέπει να εξετασθεί, καταρχάς, ο δεύτερος λόγος, σχετικά με τη διαπίστωση της επίμαχης παραβάσεως. Ακολούθως, πρέπει να εξεταστούν από κοινού ο πρώτος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως, που αφορούν τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας. Τέλος, πρέπει να εξεταστεί ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως, που αφορά τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1/2003

34      Η διαπιστωθείσα παράβαση στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, εν προκειμένω η άρνηση υποβολής στον έλεγχο, συνίσταται, αφενός, στη δοθείσα εξ αμελείας άδεια προσβάσεως σε απενεργοποιημένο προσωρινώς λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και, αφετέρου, στην εκ προθέσεως εκτροπή των εισερχομένων μηνυμάτων προς εξυπηρετητή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η διαπίστωση της παραβάσεως στηρίζεται σε άμεσα και αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι στα πρακτικά (απόσπασμα των οποίων περιλαμβάνεται στη σκέψη 12 ανωτέρω) και στο «αρχείο ημερολογίου» του λογαριασμού ηλεκτρονικών μηνυμάτων του M. (αιτιολογικές σκέψεις 28 και 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας στις τεθείσες από το Γενικό Δικαστήριο ερωτήσεις, οι προσφεύγουσες διευκρίνισαν ότι δεν αμφισβητούσαν το περιεχόμενο των πρακτικών αυτών. Ουδέποτε αμφισβήτησαν την αποδεικτική αξία του «αρχείου ημερολογίου». Επομένως, συνομολογείται μεταξύ των μερών ότι, αντιθέτως προς τις οδηγίες των ελεγκτών, ο M. είχε πρόσβαση στον λογαριασμό του ηλεκτρονικών μηνυμάτων κατά τη διάρκεια του ελέγχου και τα εισερχόμενα μηνύματα προς τον λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του J. είχαν απενεργοποιηθεί προσωρινώς κατόπιν αιτήσεως του J.

35      Εντούτοις, με τον παρόντα λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι οι περιστάσεις που τους καταλογίζονται είχαν ως συνέπεια ελλιπή παρουσίαση των επαγγελματικών εγγράφων τα οποία ζήτησαν οι ελεγκτές, οπότε δεν μπορεί να τους προσαφθεί ότι αρνήθηκαν να υποβληθούν στον έλεγχο. Κατά την άποψή τους, οι συμπεριφορές που αποτελούν το αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν απλώς από ακούσια έλλειψη προσοχής και όχι από αμέλεια ή πρόθεση. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.

36      Η Επιτροπή αμφισβητεί τα προβληθέντα από τις προσφεύγουσες επιχειρήματα.

37      Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι από το γράμμα του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1/2003 προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμα όταν, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, οι επιχειρήσεις αρνούνται να υποβληθούν σε έλεγχο. Πρόκειται για μία από τις δύο περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο δυνάμει της διατάξεως αυτής. Κατά τη νομολογία, η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως της αρνήσεως αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, E.ON Energie κατά Επιτροπής, C‑89/11 P, Συλλογή, EU:C:2012:738, σκέψη 71). Πρέπει επομένως να εξετασθεί αν, με γνώμονα την προβληθείσα από τις προσφεύγουσες επιχειρηματολογία, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμον τη διαπίστωση της παραβάσεως όπως αυτή προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση.

 Επί της εξ αμελείας δοθείσας άδειας προσβάσεως σε προσωρινώς απενεργοποιημένο λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων

38      Διαπιστώνεται, χωρίς να αντικρουστεί από τις προσφεύγουσες, ότι ο λογαριασμός ηλεκτρονικών μηνυμάτων του M., τον οποίον εξέτασαν οι ελεγκτές, δεν ήταν υπό τον πλήρη έλεγχό τους και μάλιστα από την πρώτη ημέρα του ελέγχου. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο M. είχε πρόσβαση στον λογαριασμό του ανακαλύφθηκε μόνον όταν ο D. αποπειράθηκε να έχει πρόσβαση στον λογαριασμό τη δεύτερη ημέρα του ελέγχου. Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι οι ελεγκτές δεν είχαν, όπως είχαν ζητήσει, αποκλειστική πρόσβαση στον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του M., ο οποίος ήταν ένα από τα τέσσερα άτομα που κατείχαν νευραλγικές θέσεις και του οποίου είχε διαταχθεί να απενεργοποιηθεί προσωρινώς ο λογαριασμός (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω), αρκεί για να χαρακτηρίσει το επίμαχο συμβάν ως άρνηση υποβολής στον έλεγχο.

39      Πρώτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη χαρακτηρίζοντας ως παράβαση, διαπραχθείσα εξ αμελείας, το γεγονός ότι επετράπη η πρόσβαση σε προσωρινώς απενεργοποιημένο λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων ανεξαρτήτως του αν παραποιήθηκαν ή εξαλείφθηκαν ηλεκτρονικά μηνύματα. Από την αιτιολογική σκέψη 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι όχι μόνον ο Η. επιβεβαίωσε, στα πρακτικά, ότι είχε επιτραπεί η πρόσβαση στον επίμαχο λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ελέγχου, αλλά και ότι, «εξάλλου, [ο]ι ελεγκτές είχαν λάβει κατάλογο των συνδέσεων που πραγματοποιήθηκαν στον λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του [M.]» και ότι «[στ]ο αρχείο ημερολογίου αναφέρεται ότι ο λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του [M.] εξετάστηκε αδιαλείπτως μεταξύ 14:50 της πρώτης ημέρας και 13:05 της δεύτερης ημέρας [του ελέγχου]». Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιμήσεις, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει την πρόσβαση στα δεδομένα στοιχεία που περιέχονται στον προσωρινώς απενεργοποιημένο λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του M., αλλά δεν εναπόκειται σε αυτή να αποδείξει ότι τα στοιχεία αυτά παραποιήθηκαν ή εξαλείφθηκαν (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2010, E.ON Energie κατά Επιτροπής, T‑141/08, Συλλογή, EU:T:2010:516, σκέψεις 85 και 86).

40      Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες δεν διατείνονται ότι τα στοιχεία που περιέχονται στον λογαριασμό του M. ήσαν πλήρη κατά τον έλεγχο των ελεγκτών. Αντιθέτως, προβάλλουν επιχειρήματα τεχνικής φύσεως σχετικά με την «αντοχή» των ηλεκτρονικών αρχείων και την αυτόματη αντιγραφή τους στον διακομιστή για να προβάλουν ότι δεν υπήρξε άρνηση υποβολής τους σε έλεγχο εφόσον τα στοιχεία αυτά ήσαν αποθηκευμένα στον διακομιστή τους. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι η άρνηση υποβολής σε έλεγχο αποδείχθηκε εν προκειμένω όταν οι ελεγκτές δεν μπόρεσαν να έχουν αποκλειστική πρόσβαση στον λογαριασμό του M. (βλ. σκέψη 38 ανωτέρω).

41      Ακόμα και αν θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο, είναι αλυσιτελές το γεγονός ότι οι ελεγκτές είχαν ανά πάσα στιγμή πρόσβαση μέσω του διακομιστή στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, ήτοι στα ηλεκτρονικά μηνύματα που ελήφθησαν και απεστάλησαν από τον λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του Μ., εφόσον η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να ελέγξει τη δυνατότητα ανευρέσεως των αρχείων αυτών άθικτων σε άλλο μέρος πλην του λογαριασμού ηλεκτρονικών μηνυμάτων, του οποίου είχαν διατάξει την προσωρινή απενεργοποίηση κατά την αρχή του ελέγχου. Οι ελεγκτές έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα συλλογής των αποδεικτικών στοιχείων, ανεξαρτήτως του αν ήσαν σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, στους χώρους όπου βρίσκονται υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς να εμποδίζονται από τις προσφεύγουσες, ήτοι, εν προκειμένω, στον λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του Μ. (βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2010, CNOP και CCG κατά Επιτροπής, T‑23/09, Συλλογή, EU:T:2010:452, σκέψη 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Συναφώς, είναι επίσης αλυσιτελές το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι ο M. είχε πρόσβαση στον λογαριασμό του εξ αποστάσεως, όπερ θα τον εμπόδιζε να αλλοιώσει τα αποθηκευμένα στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή του δεδομένα στοιχεία.

42      Το αυτό ισχύει για το επιχείρημα ότι η Επιτροπή όφειλε να εξακριβώσει σε ποια χρονική στιγμή έλαβε χώρα η τελευταία αντιγραφή αποθηκεύσεως στον διακομιστή για να προσδιορίσει αν όντως παρακωλύθηκε ο έλεγχος του περιεχομένου του λογαριασμού. Η Επιτροπή δεν είχε καμία υποχρέωση να προβεί στην εξακρίβωση αυτή (βλ. σκέψη 39 ανωτέρω). Περαιτέρω, το γεγονός, το οποίο προέβαλαν οι προσφεύγουσες, ότι η Επιτροπή ενήργησε διαφορετικά, σε προγενέστερη υπόθεση, έχοντας ανακτήσει απαλειφθέντα αρχεία, δεν μπορεί καθεαυτό να της επιβάλει τέτοια υποχρέωση στην παρούσα υπόθεση και δεν σημαίνει ότι ήταν μεροληπτική έναντι αυτών.

43      Δεύτερον, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι επέδειξαν αμέλεια όσον αφορά την πρόσβαση στον προσωρινώς απενεργοποιημένο λογαριασμό. Το εν λόγω επιχείρημα αφορά την αιτιολογική σκέψη 72 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «Ο [H.] είχε καθήκον να ενημερώσει τάχιστα τους ιεραρχικώς υφισταμένους του, περιλαμβανομένου του [Šp.], για τις δοθείσες από τους ελεγκτές οδηγίες και να διασφαλίσει ότι θα τηρηθούν κατά γράμμα» και «[τ]ο γεγονός ότι δεν το έπραξε οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παράβαση διαπράχθηκε εξ αμελείας».

44      Πρώτον, ακόμα και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, είναι αλυσιτελές το γεγονός ότι ο M. αγνοούσε ότι ο λογαριασμός του είχε απενεργοποιηθεί προσωρινώς και ότι διεξαγόταν έλεγχος, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, εφόσον η διαπίστωση της αμέλειας στηρίζεται στην παράλειψη του H. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 73 της προσβαλλομένης αποφάσεως, «εφόσον ο [H.] είχε πληροφορηθεί ιδιαιτέρως και λεπτομερώς από ελεγκτή της Επιτροπής [υ]πό την ιδιότητά του ως προϊσταμένου του τμήματος πληροφορικής, αυτός όφειλε να ενημερώσει τάχιστα τους ιεραρχικώς υφισταμένους του του τμήματος πληροφορικής για τις υποχρεώσεις αυτές [προσωρινής απενεργοποιήσεως των λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου] και των λεπτομερειών εφαρμογής τους στον τομέα πληροφορικής […] για να αποφευχθεί αθέτηση των διαδικαστικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 1/2003». Οι προσφεύγουσες διευκρίνισαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι δεν αμφισβητούν το περιεχόμενο των πρακτικών. Δεν μπορούν ούτε να ισχυριστούν ότι το περιστατικό συνέβη από «απλή παράβλεψη» εφόσον ο H. είχε σαφώς λάβει την οδηγία ότι οι προσδιορισθέντες από τους ελεγκτές τέσσερις λογαριασμοί ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έπρεπε να παραμείνουν απενεργοποιημένοι καθ’ όλη τη διάρκεια του ελέγχου και οι προσφεύγουσες όφειλαν να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003.

45      Εξάλλου, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να καταλογίσουν την παράλειψη του Η. σε έλλειψη επιμελείας των ελεγκτών, ήτοι να προσάψουν στους ελεγκτές ότι δεν τον ενημέρωσαν προσηκόντως για τις υποχρεώσεις του και τις κυρώσεις σε περίπτωση μη τηρήσεως των οδηγιών τους. Συγκεκριμένα, εφόσον ο σκοπός του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003 είναι να δοθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα πραγματοποιήσεως αιφνιδιαστικών ελέγχων σε επιχειρήσεις για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες παραβάσεως των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, όταν αιτιολογημένη απόφαση διενέργειας ελέγχου έχει ορθώς κοινοποιηθεί στο αρμόδιο εντός των επιχειρήσεων άτομο, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τους ελέγχους της χωρίς να έχει την υποχρέωση ενημερώσεως κάθε οικείου προσώπου για τα καθήκοντά του υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Μια τέτοια υποχρέωση θα είχε ως συνέπεια την καθυστέρηση του ελέγχου, του οποίου η διάρκεια είναι αυστηρώς περιορισμένη. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες επιβεβαίωσαν ότι οι J. και H., υπό την ιδιότητά τους ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθυντής υπηρεσιών πληροφορικής, αντιστοίχως, ήσαν τα αρμόδια άτομα για να λάβουν οδηγίες εκ μέρους των ελεγκτών της Επιτροπής. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εφόσον η απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου κοινοποιήθηκε στα αρμόδια άτομα κατά την αρχή του ελέγχου, οι προσφεύγουσες όφειλαν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να θέσουν σε εφαρμογή τις οδηγίες των ελεγκτών και για να διασφαλίσουν ότι τα εξουσιοδοτημένα να ενεργήσουν για λογαριασμό των επιχειρήσεων άτομα δεν θα παρακώλυαν την εφαρμογή των οδηγιών αυτών (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση E.ON Energie κατά Επιτροπής, σκέψη 39 ανωτέρω, EU:T:2010:516, σκέψη 260).

46      Δεύτερον, πρέπει επίσης να απορριφθεί το προβληθέν με το υπόμνημα απαντήσεως επιχείρημα ότι ο H. ήταν υπάλληλος ανεξάρτητης εταιρίας και, επομένως, δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να ενεργεί για λογαριασμό των προσφευγουσών. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, χωρίς να αντικρούεται από τις προσφεύγουσες, ότι ο J. όρισε τον H. ως υπεύθυνο των υπηρεσιών πληροφορικής των προσφευγουσών στους ελεγκτές από την αρχή του ελέγχου (αιτιολογική σκέψη 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πρέπει να υπομνησθεί, συναφώς, ότι η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει κυρώσεις στις διαπράττουσες παραβάσεις επιχειρήσεις προϋποθέτει μόνον ότι η συνιστώσα παράβαση δράση προέρχεται από πρόσωπο που είναι κατά κανόνα εξουσιοδοτημένο να ενεργεί για λογαριασμό της επιχειρήσεως (βλ. απόφαση E.ON Energie κατά Επιτροπής, σκέψη 39 ανωτέρω, EU:T:2010:516, σκέψη 258 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

47      Τρίτον, παρατηρείται ότι οι «υποκειμενικές εικασίες» της Επιτροπής για το επίπεδο γνώσεων του Šp., τις οποίες αμφισβητούν οι προσφεύγουσες, συνίστανται, στην πραγματικότητα, σε διαπιστώσεις περιλαμβανόμενες στην ανακοίνωση των αιτιάσεων οι οποίες δεν έγιναν δεκτές στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών επί του σημείου αυτού είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελή (βλ. σκέψη 44 ανωτέρω), διότι η διαπίστωση της αμέλειας στηρίζεται στην παράλειψη του H. και όχι στις γνώσεις του Šp.

48      Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να θεωρηθεί ότι ορθώς η Επιτροπή δέχθηκε, εν προκειμένω, ότι είχε εξ αμελείας δοθεί άδεια προσβάσεως σε προσωρινώς απενεργοποιημένο λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

 Επί της εκ προθέσεως εκτροπής των εισερχομένων μηνυμάτων προς διακομιστή

49      Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν παράβαση του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1/2003 όσον αφορά την εκτροπή των εισερχομένων μηνυμάτων, η οποία προβάλλεται ότι θα περιόριζε την έκταση της προσβάσεως των ελεγκτών κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους του ελέγχου.

50      Πρώτον, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα των προσφευγουσών ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα προς τον λογαριασμό του J. εξακολουθούσαν να διαμετακομίζονται μέσω του διακομιστή και να αποθηκεύονται σε αυτόν, στον οποίο είχαν, ανά πάσα στιγμή, πρόσβαση οι ελεγκτές στην περίπτωση που θα επιθυμούσαν να τα ελέγξουν. Συγκεκριμένα, οι ελεγκτές έπρεπε να είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση σε όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία ευρίσκονταν κανονικά στην ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα του J., που αποτελούσε αντικείμενο του ελέγχου, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να συλλέγουν τα δεδομένα αυτά από άλλες θυρίδες για να διεξάγουν τον έλεγχό τους (βλ. σκέψη 40 ανωτέρω).

51      Καταρχάς, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι, αντιθέτως προς τις οδηγίες των ελεγκτών, έγινε εκτροπή των ηλεκτρονικών αυτών μηνυμάτων από τον λογαριασμό του J. κατόπιν αιτήσεώς του. Ακολούθως, και όπως εκτίθεται στις σκέψεις 38 έως 42 ανωτέρω, εφόσον η Επιτροπή απέδειξε ότι η προσκόμιση των αρχείων από τον λογαριασμό του J. κατά τον έλεγχο ήταν ελλιπής βάσει μη αμφισβητουμένων αποδεικτικών στοιχείων, δεν υποχρεούνταν να εξετάσει αν τα στοιχεία που έλειπαν μπορούσαν να ανευρεθούν σε άλλο μέρος του συστήματος πληροφορικής των προσφευγουσών. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οδηγία που δόθηκε από τον J. για εκτροπή προς τον διακομιστή όλων των νέων ηλεκτρονικών μηνυμάτων τα οποία εισέρχονταν στους λογαριασμούς των τεσσάρων προσώπων που κατέχουν νευραλγική θέση εντός των προσφευγουσών και την εκτέλεση της οδηγίας αυτής από το τμήμα πληροφορικής, τουλάχιστον όσον αφορά τα ηλεκτρονικά μηνύματα που απευθύνονται στον λογαριασμό του, πραγματοποιήθηκε χωρίς να το πληροφορηθούν οι ελεγκτές της Επιτροπής. Οι ελεγκτές ανακάλυψαν ότι δεν είχαν πρόσβαση στο σύνολο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων στον λογαριασμό του J. όταν διεξαγόταν ο έλεγχος, και ενώ είχαν ζητήσει την αποκλειστική πρόσβαση στον λογαριασμό αυτό από την αρχή του ελέγχου (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω). Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, είναι αλυσιτελές το επιχείρημα των προσφευγουσών το οποίο αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοεί ότι τα στοιχεία μπορούσαν να ανευρεθούν στον διακομιστή.

52      Επιπροσθέτως, από το παράρτημα 2 της εκθέσεως του ελέγχου της Επιτροπής σχετικά με την έρευνα πληροφορικής προκύπτει ότι οι ελεγκτές αποπειράθηκαν, εν προκειμένω, να ανασυστήσουν ορισμένα ηλεκτρονικά αρχεία, αλλά το αποτέλεσμα ήταν «περίεργο» και εξακολουθούσαν να λείπουν πλείονα έγγραφα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι οι ελεγκτές είχαν ανά πάσα στιγμή πρόσβαση στα στοιχεία που αποτελούσαν αντικείμενο της αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου μέσω του διακομιστή.

53      Πρέπει, εξάλλου, να τονιστεί ότι, στο πλαίσιο του καθήκοντος συνεργασίας κατά τη διενέργεια ελέγχου, πρέπει, κατά τη νομολογία, επιχείρηση που αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου, αν η Επιτροπή της το ζητήσει, να της προσκομίσει τα έγγραφα που έχει στη διάθεσή της, τα σχετικά με το αντικείμενο του ελέγχου, ακόμη και αν τα έγγραφα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την Επιτροπή για να αποδειχθεί η ύπαρξη παραβάσεως {βλ., όσον αφορά τον κανονισμό 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, Επιτροπή κατά SGL Carbon, C‑301/04 P, EU:C:2006:432, σκέψη 44}. Επομένως, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν απλώς να ισχυρίζονται ότι οι ελεγκτές μπορούσαν να έχουν ανεύρει τα οικεία στοιχεία σε άλλο μέρος των εγκαταστάσεών τους, εφόσον είχαν την υποχρέωση να θέσουν τα ηλεκτρονικά μηνύματα του J. στη διάθεση των ελεγκτών. Περαιτέρω, αρκεί, για την εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1/2003, ότι η εκτροπή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων καλυπτόταν από την απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητούν.

54      Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η εκτροπή έλαβε χώρα για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του ελέγχου και, επομένως, αφορά μόνον ένα πολύ περιορισμένο αριθμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων μη ουσιωδών για τον έλεγχο που αφορούσε το 2006, δεν μπορεί να δώσει άλλη διάσταση στα αποδεδειγμένα από την Επιτροπή πραγματικά περιστατικά. Εν πάση περιπτώσει, για το αντικείμενο του ελέγχου, η ποσότητα ή η σημασία των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που είχαν εκτραπεί είναι αλυσιτελής για την απόδειξη της παραβάσεως εν προκειμένω.

55      Ομοίως, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εστράφη κατά των προσφευγουσών για παράβαση του ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μετά τον επίμαχο έλεγχο είναι άνευ σημασίας για τον χαρακτηρισμό της διαδικαστικής παραβάσεως. Δεδομένου ότι οι αποφάσεις για τη διενέργεια ελέγχου λαμβάνονται κατά την έναρξη του ελέγχου, στο στάδιο αυτό, δεν τίθεται ζήτημα οριστικής εκτιμήσεως ως προς το αν οι πράξεις ή οι αποφάσεις των οντοτήτων που είναι αποδέκτες των αποφάσεων αυτών ή άλλων οντοτήτων μπορούν να θεωρηθούν ως συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές αντίθετες προς το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ή ακόμη ως πρακτικές περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ (απόφαση CNOP και CCG κατά Επιτροπής, σκέψη 41 ανωτέρω, EU:T:2010:452, σκέψη 68).

56      Δεύτερον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι βάσει της υποθετικής περιπτώσεως για την οποία γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 75 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς κατά νόμον ότι ενήργησαν εκ προθέσεως.

57      Η αιτιολογική αυτή σκέψη έχει ως εξής:

«Όσον αφορά την εκτροπή των εισερχομένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων (τα ηλεκτρονικά μηνύματα που έφθαναν κατά τη διάρκεια του ελέγχου) από τους λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον διακομιστή της J&T FG, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τόσο ο [J.] όσο και ο [H.] γνώριζαν ότι έπρεπε να εξασφαλίσουν στους ελεγκτές της Επιτροπής αποκλειστική πρόσβαση στους αναφερόμενους τέσσερις λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και, επομένως, δεν ήσαν εξουσιοδοτημένοι να τροποποιήσουν τις παραμέτρους των λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Καμία εξαίρεση δεν προβλέφθηκε για τα εισερχόμενα μηνύματα τα οποία θα έφθαναν κανονικά στους λογαριασμούς· τα εν λόγω εισερχόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα υπόκειντο στον διεξαγόμενο έλεγχο καθώς και στις σχετικές με τον έλεγχο οδηγίες. Ο [J.], ο οποίος ζήτησε από τον [H.] να δώσει διαταγή στο τμήμα πληροφορικής για εκτροπή των εισερχομένων μηνυμάτων που απευθύνονταν σε ορισμένους λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και ο ίδιος ο [H.] όφειλαν να γνωρίζουν ότι η πράξη αυτή συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν η EPIA και η EPH κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Συνεπώς, τα εισερχόμενα μηνύματα εκτρέπονταν (τουλάχιστον όσον αφορά τον λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του [J.]) εκ προθέσεως.»

58      Παρατηρείται ότι, στην υποσημείωση 87 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή παραπέμπει στις αιτιολογικές σκέψεις 20 και 21 της αποφάσεως αυτής για τις διευκρινίσεις και τις οδηγίες που έδωσαν οι ελεγκτές της Επιτροπής στον J. και στον H. Το περιεχόμενο των δύο αυτών αιτιολογικών σκέψεων επαναλαμβάνεται, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 6 έως 8 ανωτέρω. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι δοθείσες στον Η. διευκρινίσεις και οδηγίες περιλαμβάνονται, στην πραγματικότητα, στην αιτιολογική σκέψη 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 9 ανωτέρω).

59      Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν τα πραγματικά αυτά περιστατικά και, συνεπώς, κακώς διατείνονται ότι η Επιτροπή βασίστηκε σε απλή «εικασία». Αφενός, οι δοθείσες στον Η. οδηγίες επιρρωννύονται από τα πρακτικά (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω). Αφετέρου, συνομολογείται ότι ο J. δέχθηκε την κοινοποίηση της αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου στις προσφεύγουσες και όρισε τον H. στους ελεγκτές ως υπεύθυνο της υπηρεσίας πληροφορικής των προσφευγουσών για να πραγματοποιήσει την προσωρινή απενεργοποίηση των λογαριασμών (βλ. σκέψεις 5 και 9 ανωτέρω). Τόσο ο J. όσο και ο H. έλαβαν άμεσα από τους ελεγκτές τις οδηγίες σχετικά με την προσωρινή απενεργοποίηση των λογαριασμών και είχαν την υποχρέωση να τους προσκομίσουν τα ηλεκτρονικά έγγραφα που αφορούσαν το αντικείμενο του ελέγχου (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω). Επομένως, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη, η Επιτροπή έκρινε ότι η εκτροπή των εισερχομένων μηνυμάτων προς διακομιστή διαπράχθηκε εκ προθέσεως καθόσον τα δύο αυτά άτομα διέταξαν και πραγματοποίησαν την εκτροπή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων του J., ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η πρόσβαση στα ηλεκτρονικά μηνύματά του μέσω του λογαριασμού του, όπερ αντιτίθεται προδήλως τόσο στις οδηγίες που τους είχαν δοθεί όσο και στον σκοπό του ελέγχου.

60      Όσον αφορά το επιχείρημα ότι τα οικεία πρόσωπα δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι η συμπεριφορά τους συνιστά παράβαση, συμπίπτει, κατ’ ουσίαν, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως και, επομένως, θα εξεταστεί στο πλαίσιο αυτού.

61      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν καμία εύλογη εξήγηση των πραγματικών περιστατικών διαφορετική από αυτήν που δέχθηκε η Επιτροπή για να διαπιστώσει παράβαση (βλ., συναφώς, απόφαση E.ON Energie κατά Επιτροπής, σκέψη 37 ανωτέρω, EU:C:2012:738, σκέψεις 74 έως 76).

62      Εξ αυτού συνάγεται ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πρώτου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, αντιστοίχως

63      Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως οι προσφεύγουσες αποδίδουν τα δύο περιστατικά που συνιστούν παράβαση σε έλλειψη επιμελείας των ελεγκτών της Επιτροπής και θεωρούν ότι εθίγησαν τα δικαιώματά τους άμυνας λόγω ανεπαρκών οδηγιών. Κατά την άποψή τους τα περιστατικά αυτά δεν θα είχαν συμβεί αν οι ενδιαφερόμενοι, ήτοι ο J. και ο Η. και η ομάδα του, είχαν ενημερωθεί προσηκόντως για τις υποχρεώσεις τους κατά τη διάρκεια του ελέγχου και για τις συνέπειες της μη τηρήσεως αυτών.

64      Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή είχε προκαταλήψεις έναντι αυτών, με συνέπεια τη λήψη εξαιρετικά αυστηρής θέσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατά παράβαση του «τεκμηρίου αθωότητας».

65      Η Επιτροπή απορρίπτει το σύνολο των επιχειρημάτων αυτών ως αβασίμων.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως

66      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι η εμπίπτουσα στον κανονισμό 1/2003 διοικητική διαδικασία, η οποία διεξάγεται ενώπιον της Επιτροπής, υποδιαιρείται σε δύο διαφορετικά και διαδοχικά στάδια, εκ των οποίων το καθένα έχει τη δική του εσωτερική λογική, ήτοι, αφενός, στο στάδιο προκαταρκτικής εξετάσεως και, αφετέρου, στο κατ’ αντιπαράθεση στάδιο. Το στάδιο προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά το οποίο η Επιτροπή κάνει χρήση της προβλεπόμενης από τον κανονισμό αυτό ανακριτικής εξουσίας και το οποίο εκτείνεται έως την ανακοίνωση των αιτιάσεων, επιτρέπει στην Επιτροπή να συλλέξει όλα τα ουσιώδη στοιχεία για την επιβεβαίωση ή μη της παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού και να λάβει μια πρώτη θέση για την κατεύθυνση και τη συνέχεια της διαδικασίας. Αντιθέτως, το κατ’ αντιπαράθεση στάδιο που εκτείνεται από την ανακοίνωση των αιτιάσεων έως την έκδοση της τελικής αποφάσεως επιτρέπει στην Επιτροπή να τοποθετηθεί οριστικά επί της προσαπτομένης παραβάσεως (βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2012, Almamet κατά Επιτροπής, T‑410/09, EU:T:2012:676, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

67      Τα ληφθέντα από την Επιτροπή κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως ανακριτικά μέτρα, ιδίως οι αιτήσεις πληροφοριών και οι έρευνες βάσει των άρθρων 18 και 20 του κανονισμού 1/2003, συνεπάγονται, ως εκ της φύσεώς τους, την αιτίαση περί παραβάσεως και ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην κατάσταση των υπόπτων επιχειρήσεων. Επομένως, είναι σημαντικό να αποφεύγεται η ανεπανόρθωτη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά το στάδιο αυτό της διοικητικής διαδικασίας, αφού τα ληφθέντα ανακριτικά μέτρα μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην απόδειξη του παράνομου χαρακτήρα ενεργειών ορισμένων επιχειρήσεων δυνάμενων να επισύρουν την ευθύνη τους. Επομένως, εναπόκειται στην Επιτροπή να προσδιορίσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια αυτό που αναζητείται και τα στοιχεία που πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο του ελέγχου (βλ., συναφώς, απόφαση Almamet κατά Επιτροπής, σκέψη 66 ανωτέρω, EU:T:2012:676, σκέψεις 26 έως 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

68      Ομοίως, πρέπει να υπομνησθεί ότι υπάρχουν πέντε κατηγορίες εγγυήσεων οι οποίες προτείνονται στις οικείες επιχειρήσεις στο πλαίσιο των ερευνών, ήτοι, πρώτον, η αιτιολογία των αποφάσεων για τη διενέργεια ελέγχου, δεύτερον, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην Επιτροπή κατά τη διενέργεια του ελέγχου, τρίτον, η αδυναμία της Επιτροπής να επιβάλει έλεγχο διά της βίας, τέταρτον, η παρέμβαση των εθνικών αρχών και, πέμπτον, η ύπαρξη ένδικων βοηθημάτων εκ των υστέρων (βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑289/11, T‑290/11 και T‑521/11, Συλλογή, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2013:404, σκέψη 74). Εν προκειμένω, το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι οι ελεγκτές δεν είχαν επαρκώς ενημερώσει τα οικεία πρόσωπα για τον έλεγχο των υποχρεώσεών τους και των πιθανών κυρώσεων σε περίπτωση μη εκπληρώσεώς τους εμπίπτει, κατ’ ουσίαν, στις δύο πρώτες προαναφερθείσες κατηγορίες.

69      Πρώτον, όσον αφορά την αιτιολογία μιας αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου, σύμφωνα με τη νομολογία, η απόφαση αυτή έχει ως σκοπό να καταδείξει τον δικαιολογημένο χαρακτήρα της επεμβάσεως που σχεδιάζεται εντός των οικείων επιχειρήσεων. Η αιτιολογία πρέπει επίσης να αναφέρεται στις υποθέσεις και τις εικασίες των οποίων τη βασιμότητα θέλει να εξακριβώσει η Επιτροπή (απόφαση Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 68 ανωτέρω, EU:T:2013:404, σκέψη 75). Επιπλέον, η απόφαση αυτή πρέπει να τηρεί τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003 (βλ. σκέψη 2 ανωτέρω).

70      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προϋποθέσεις αυτές τηρήθηκαν εν προκειμένω. Προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 1 της αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου ότι οι προσφεύγουσες ήσαν σαφώς ενημερωμένες για το περιεχόμενο του καθήκοντός τους συνεργασίας στο πλαίσιο του ελέγχου. Όφειλαν, μεταξύ άλλων, να προσκομίσουν τα βιβλία καθώς και κάθε άλλο έγγραφο επαγγελματικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως της μορφής αποθηκεύσεώς του, προς διευκόλυνση του έργου των ελεγκτών κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Το άρθρο 3 της αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου προέβλεπε τις κυρώσεις για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που αναφέρονται λεπτομερώς στο άρθρο 1. Ειδικότερα, το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής προστίμου όταν, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, οι επιχειρήσεις αρνούνται να υποβληθούν σε έλεγχο.

71      Όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, διαπιστώνεται ότι οι ελεγκτές δεν είχαν την υποχρέωση να αναφέρουν στα οικεία πρόσωπα ότι για τις παραβάσεις μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο. Αρκεί, προς διασφάλιση των δικαιωμάτων άμυνας, ότι η απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου και το ενημερωτικό σημείωμα είχαν ορθώς κοινοποιηθεί στους αρμόδιους εντός των επιχειρήσεων των προσφευγουσών. Το καθήκον συνεργασίας υφίσταται από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου και όχι από της αποστολής τυχόν ατομικών προειδοποιήσεων (βλ. σκέψη 45 ανωτέρω).

72      Δεύτερον, επισημαίνεται ότι τα ενημερωτικά σημειώματα τα οποία κοινοποιούνται σε επιχειρήσεις από κοινού με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις παρέχουν χρήσιμες διευκρινίσεις για το περιεχόμενο της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και της αρχής της χρηστής διοικήσεως, όπως αυτά γίνονται αντιληπτά από την Επιτροπή. Τα εν λόγω ενημερωτικά σημειώματα διευκρινίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διεξάγονται ορισμένες φάσεις του ελέγχου και παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για την επιχείρηση, όταν οι εκπρόσωποί της χρειάζεται να εκτιμήσουν το εύρος της υποχρεώσεως συνεργασίας την οποία υπέχουν (βλ., συναφώς, απόφαση Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 68 ανωτέρω, EU:T:2013:404, σκέψεις 83 και 84).

73      Το ενημερωτικό σημείωμα το οποίο δόθηκε στις προσφεύγουσες διευκρίνιζε, μεταξύ άλλων, τα εξής στοιχεία: την υποχρέωση της Επιτροπής για κοινοποίηση της αποφάσεως που επιτρέπει τον έλεγχο (σημείο 3), την περιοριστική απαρίθμηση των εξουσιών των υπαλλήλων (σημείο 4), το δικαίωμα να ζητηθεί η συνδρομή δικηγόρου (σημείο 6), τους όρους εξετάσεως, ελέγχου και αντιγραφής ορισμένων ηλεκτρονικών εγγράφων (σημεία 10 και 11), τις λύσεις, από πλευράς διαχειρίσεως, σχετικά με τη διαφοροποιημένη εξέταση ορισμένων πληροφοριών που είναι αποθηκευμένες σε ηλεκτρονικά μέσα (σημεία 11 και 12) και τις προϋποθέσεις εμπιστευτικής διαχειρίσεως ορισμένων πληροφοριών ή ορισμένων επιχειρηματικών απορρήτων, μετά τον έλεγχο (σημεία 13 και 14). Το σημείο 15 εξέθετε λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιείται η επίθεση σφραγίδας.

74      Συνομολογείται μεταξύ των μερών ότι η απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου και το ενημερωτικό σημείωμα κοινοποιήθηκαν στον J. κατά την άφιξη των ελεγκτών στις εγκαταστάσεις των προσφευγουσών, την πρώτη ημέρα του ελέγχου (βλ. αιτιολογική σκέψη 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Συναφώς, η Επιτροπή παρέσχε τις εγγυήσεις που μνημονεύονται ρητώς στη σκέψη 68 ανωτέρω.

75      Ειδικότερα, η απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου περιλαμβάνει τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003. Η Επιτροπή μερίμνησε να προσδιορίσει το όνομα των αποδεκτών, τους λόγους για τους οποίους είχε υπόνοιες για την ύπαρξη παραβατικής πρακτικής, το είδος των εικαζόμενων συμπεριφορών, στο μέτρο που θα μπορούσαν να αποδειχθούν αντίθετες προς τον ανταγωνισμό, την οικεία αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, τη γεωγραφική αγορά στην οποία εικάζεται ότι αναπτύχθηκαν οι πρακτικές αυτές, τη σχέση μεταξύ των εικαζόμενων πρακτικών και της συμπεριφοράς της επιχειρήσεως που είναι αποδέκτης της αποφάσεως, τους υπαλλήλους που εξουσιοδοτούνται να διεξαγάγουν τον έλεγχο, τα μέσα που τίθενται στη διάθεσή τους και τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της επιχειρήσεως, την ημερομηνία του ελέγχου και τους χώρους διεξαγωγής του, τις κυρώσεις που επαπειλούνται σε περίπτωση παρεμποδίσεως, τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις προσφυγής. Επομένως, η Επιτροπή σεβάστηκε πλήρως τα δικαιώματα άμυνας των προσφευγουσών, τα δε λοιπά επιχειρήματα των προσφευγουσών δεν είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση αυτή.

76      Όσον αφορά το επιχείρημα ότι ο φάκελος της Επιτροπής δεν περιέχει κανένα στοιχείο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διασφάλισε ότι τα πρόσωπα τα οποία αφορούσε ο έλεγχος είχαν ορθώς ενημερωθεί για τις υποχρεώσεις τους και τις συνέπειες της μη τηρήσεώς τους, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι όλες οι κρίσιμες πληροφορίες διαβιβάστηκαν στον J. κατά την κοινοποίηση της αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας ασκήσεως διώξεως για διαδικαστικές παραβάσεις.

77      Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλούνται έλλειψη επικοινωνίας εκ μέρους των ελεγκτών της Επιτροπής προκειμένου να δικαιολογήσουν τις μονομερείς ενέργειες του J. να διατάξει την εκτροπή των εισερχομένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ο οποίος είχε δεχθεί την κοινοποίηση των εγγράφων αυτών ως κατά νόμον εκπρόσωπος των προσφευγουσών. Επομένως, αλυσιτελώς προβάλλεται ότι ο J. είχε αντιληφθεί ότι είχε λάβει διαταγή να μην πληροφορήσει κανέναν για τον έλεγχο. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 74 έως 76 ανωτέρω, η Επιτροπή του είχε παράσχει άμεσα όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας των προσφευγουσών. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 21 και 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως, των οποίων το περιεχόμενο δεν αμφισβητούν οι προσφεύγουσες, ο J. παρουσίασε τον H. στους ελεγκτές ως υπεύθυνο των υπηρεσιών πληροφορικής ο οποίος θα έθετε σε εφαρμογή τις οδηγίες τους σχετικά με την προσωρινή απενεργοποίηση των λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, όπερ αποδεικνύει ότι είχε αντιληφθεί το καθήκον συνεργασίας το οποίο υπείχαν οι προσφεύγουσες κατά τον έλεγχο.

78      Αντιθέτως προς όσα διατείνονται οι προσφεύγουσες, είναι άνευ σημασίας το ότι δεν επιβλήθηκε στα λοιπά άτομα που κατέχουν νευραλγική θέση προσωρινή απενεργοποίηση των λογαριασμών τους ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Εφόσον η απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου περιορίζει αυστηρώς τον παρεχόμενο στην Επιτροπή χρόνο για τη διενέργεια των ελέγχων, οι ελεγκτές έπρεπε να είναι σε θέση να υποθέσουν, όταν διαβίβασαν τις οδηγίες τους στις επιχειρήσεις, ότι οι επιχειρήσεις θα ελάμβαναν τα αναγκαία μέτρα για να τις εκτελέσουν χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να τις επαναλάβουν. Δεδομένου ότι η κοινοποίηση της αποφάσεως για τη διενέργεια ελέγχου και του ενημερωτικού σημειώματος έγινε από την Επιτροπή στους αρμόδιους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στις προσφεύγουσες απόκειται να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι θα εκτελεστούν πλήρως οι οδηγίες σχετικά με την προσωρινή απενεργοποίηση των λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (βλ. σκέψη 45 ανωτέρω). Συνεπώς, τα επιχειρήματα σχετικά με την προβαλλόμενη ελλιπή ενημέρωση πρέπει να απορριφθούν, περιλαμβανομένων των μη τεκμηριωμένων επιχειρημάτων ότι ο J. είχε αναγγείλει στους ελεγκτές την πρόθεσή του να ζητήσει να μην αποστέλλονται πλέον στην ηλεκτρονική ταχυδρομική του θυρίδα τα ηλεκτρονικά του μηνύματα.

79      Για τους ίδιους λόγους πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι η βαρύνουσα την Επιτροπή υποχρέωση ενημερώσεως είναι σημαντικότερη για την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, διότι, αντιθέτως προς την επίθεση σφραγίδας που είναι ορατή σε όλους και συνιστά εξαιρετικό γεγονός, η απλή απενεργοποίηση λογαριασμού ηλεκτρονικών μηνυμάτων δεν είναι αφεαυτής εμφανής. Αφού έλαβαν σαφείς οδηγίες από τους ελεγκτές, στις προσφεύγουσες εναπέκειτο να τις εκτελέσουν.

80      Ούτε το επιχείρημα ότι το προσωπικό του τμήματος πληροφορικής δεν το αποτελούσαν υπάλληλοι των προσφευγουσών μπορεί να ευδοκιμήσει. Το γεγονός ότι τα μέλη του τμήματος πληροφορικής αμείβονταν από την J&T Banka και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στις προσφεύγουσες προσωρινώς ή το γεγονός ότι ο H. ήταν υπάλληλος ανεξάρτητης εταιρίας δεν εμποδίζει την Επιτροπή να θεωρήσει ότι εκτελούσαν εργασίες για τις προσφεύγουσες και υπό τη διεύθυνσή τους (βλ. σκέψη 46 ανωτέρω). Εξάλλου, ο J. ως κατά νόμο εκπρόσωπος των προσφευγουσών είχε παρουσιάσει τον H. στους ελεγκτές ως υπεύθυνο των υπηρεσιών πληροφορικής από την αρχή του ελέγχου.

81      Το προβαλλόμενο γεγονός ότι ο H. δεν είχε τον χρόνο να ενημερώσει τα μέλη του τμήματος πληροφορικής και να τους δώσει τις σχετικές με την προσωρινή απενεργοποίηση των τεσσάρων λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οδηγίες δεν τεκμηριώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Εξάλλου, το από 30 Νοεμβρίου 2009 έγγραφο των προσφευγουσών προς την Επιτροπή, με τίτλο «Κοινοποίηση των επεξηγήσεων κατά τον έλεγχο δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού του Συμβουλίου 1/2003», ουδόλως αναφέρει τέτοιου είδους περιορισμό.

82      Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως

83      Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή επέδειξε μεροληψία έναντι αυτών, μεταξύ άλλων καταγγέλλοντας διαρροές περί του ελέγχου, που είχαν ανακοινωθεί από τον τσεχικό Τύπο, οι οποίες προβάλλονταν ως συνδεόμενες με την EPH, ούτως ώστε η Επιτροπή παραβίασε την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι η Επιτροπή ενέμεινε επί ορισμένων πραγματικών περιστατικών κατά τη διάρκεια του ελέγχου και της διοικητικής διαδικασίας χωρίς κανένα προφανή λόγο. Εξ αυτών προκύπτει ότι ήταν πεπεισμένη ότι οι προσφεύγουσες γνώριζαν για τον έλεγχο αυτό και ήσαν σχετικώς προετοιμασμένες, όπερ αντίκειται στην υποχρέωση εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών με κάθε αμεροληψία.

84      Πρέπει να τονιστεί ότι, με το επιχείρημα αυτό, οι προσφεύγουσες δεν αποβλέπουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά στην ανακοίνωση αιτιάσεων της 17ης Δεκεμβρίου 2010 η οποία εκδόθηκε ως προς αυτές και τους κοινοποιήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2010 (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω). Στο δικόγραφο της προσφυγής, επικρίνουν «την απόφαση της Επιτροπής να κάνει σχετική μνεία [της προσβαλλομένης αποφάσεως] στην ανακοίνωση αιτιάσεων».

85      Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι η ανακοίνωση αιτιάσεων πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να εκθέτει τις αιτιάσεις κατά τρόπον αρκούντως σαφή, έστω και συνοπτικό, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να λαμβάνουν πράγματι γνώση των συμπεριφορών που τους προσάπτει η Επιτροπή και, επομένως, να τους παρέχεται η δυνατότητα να αμυνθούν προσηκόντως πριν εκδώσει η Επιτροπή οριστική απόφαση. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, η απαίτηση αυτή ικανοποιείται εφόσον η απόφαση δεν προσάπτει στους ενδιαφερομένους παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες που περιλαμβάνονται στην έκθεση των αιτιάσεων και περιλαμβάνει μόνον περιστατικά επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις (βλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2002, Compagnie générale maritime κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑86/95, Συλλογή, EU:T:2002:50, σκέψη 442 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η Επιτροπή μπορεί, ενόψει της διοικητικής διαδικασίας, να αναθεωρήσει ή να προσθέσει πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα προς στήριξη των αιτιάσεων που διατύπωσε (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2002, Schneider Electric κατά Επιτροπής, T‑310/01, Συλλογή, EU:T:2002:254, σκέψη 438).

86      Με γνώμονα τα προεκτεθέντα πρέπει να εξεταστεί το υπό κρίση επιχείρημα.

87      Στη σκέψη 13 της ανακοινώσεως αιτιάσεων της 17ης Δεκεμβρίου 2010, στο ιστορικό της διαφοράς, η Επιτροπή εκθέτει τα εξής:

«Πρέπει να αναφερθεί ότι η απειλή επικείμενου ελέγχου από την Επιτροπή είχε ανακοινωθεί από την Euro.cz (η οποία συνδέεται με την EPH) στις 23 Νοεμβρίου 2009, δηλαδή μία ημέρα πριν από την έναρξη του ελέγχου. Το άρθρο που δημοσιεύθηκε στον Τύπο περιέχει δήλωση του [M.] (εξωτερικού εμπειρογνώμονα δημοσίων σχέσεων ο οποίος εργάζεται τόσο στην J&T IA όσο και στην EPH), ο οποίος έδωσε συνέντευξη ως εκπρόσωπος της EPH. Ο [M.] δήλωσε ότι, λαμβανομένων υπόψη του μεριδίου της αγοράς της εταιρίας και της πραγματικής καταστάσεως της αγοράς, η κίνηση διαδικασίας κατά της εταιρίας ήταν πολύ απροσδόκητη, αλλά η εταιρία δεν θα αντιτασσόταν στη διαδικασία αυτή. Στις 23 Νοεμβρίου 2009, στις 17:47, ο [M.] πληροφόρησε, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, μεταξύ άλλων, τον [K.] (εκτελεστικό διευθυντή της J&T IA και πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της EPH), τον [S.] (νομικό σύμβουλο της J&T IA και της EPH) και τον [J.] για τη συνέντευξη και επισύναψε τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο προς τον δικτυακό τόπο Euro.cz.»

88      Πρώτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που αντλείται από το σημείο 13 της ανακοινώσεως αιτιάσεων, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη κατανόηση του σημείου αυτού. Από το εν λόγω σημείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή προσήψε στην EPH ή στον M. ότι από αυτούς προήλθαν οι διαρροές, μολονότι η Επιτροπή αναφέρει την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ της εταιρίας που δημοσίευσε την είδηση περί των ενδεχομένων ελέγχων και της EPH. Επιπλέον, από το σημείο 14 της ανακοινώσεως αιτιάσεων, στο οποίο η Επιτροπή κάνει μνεία «της ιδιαίτερης καταστάσεως κατά την οποία η απειλή για τη διενέργεια ελέγχου από την Επιτροπή δημοσιεύθηκε [από τον εθνικό Τύπο]», προκύπτει ότι η Επιτροπή τονίζει ότι οι ελεγκτές υπενθύμισαν στον J. το καθήκον συνεργασίας κατά τον έλεγχο στο πλαίσιο των επίμαχων συνακόλουθων δυσχερειών.

89      Δεύτερον, η Επιτροπή, εν πάση περιπτώσει, δεν υποστήριξε ούτε στην ανακοίνωση συμπληρωματικών αιτιάσεων της 15ης Ιουλίου 2011 ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι διαρροές προήλθαν από τις προσφεύγουσες. Συνομολογείται εξάλλου μεταξύ των μερών ότι οι διαρροές δεν μνημονεύονται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση. Η μοναδική μνεία στο εν λόγω άρθρο του Τύπου περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 101 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία απαντά στα επιχειρήματα τα οποία προέβαλαν οι προσφεύγουσες σχετικά με τις ιδιαίτερες περιστάσεις, και έχει ως εξής:

«Ο [M.], εμπειρογνώμων στις δημόσιες σχέσεις των μερών, ήταν επίσης ο εκπρόσωπός τους. Μολονότι δεν λαμβάνει ο ίδιος εμπορικής φύσεως αποφάσεις, υφίσταται πολύ μεγάλη πιθανότητα να είναι ενημερωμένος για τα ουσιώδη εμπορικά ζητήματα. Εξάλλου, με την ιδιότητά του ως εκπρόσωπος των μερών, μία ημέρα πριν από τον έλεγχο, προέβη σε δήλωση στον Τύπο όπου εξέφρασε ανησυχία για μελλοντικό έλεγχο σε θέματα συμπράξεων και καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως στην τσεχική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.»

90      Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απέρριψε το επιχείρημα ότι ο M. δεν είχε σχέση με τις εμπορικές δραστηριότητες των προσφευγουσών και ουδόλως ανέφερε τυχόν διαρροές σχετικά με τον έλεγχο. Επομένως οι διαρροές δεν περιλαμβάνονταν στα στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη της η Επιτροπή κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου. Επιπλέον, δεν προβάλλεται με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι προσφεύγουσες είχαν προειδοποιηθεί για τον έλεγχο. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η επανενεργοποίηση του λογαριασμού του M. θεωρήθηκε ως παράβαση διαπραχθείσα εξ αμελείας (αιτιολογική σκέψη 70 της προσβαλλομένης αποφάσεως) αποδεικνύει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της το προβαλλόμενο γεγονός ότι ο Μ. ήταν εν γνώσει του ελέγχου.

91      Τρίτον, το επιχείρημα ότι η θέση της Επιτροπής κατά των προσφευγουσών εξηγεί ότι η Επιτροπή «εξακολούθησε να επιμένει κατά τη διάρκεια του ελέγχου και της διοικητικής διαδικασίας χωρίς κανένα προφανή λόγο» συνιστά απλή άποψη, μη στηριζόμενη σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

92      Τέταρτον, δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν ούτε τα επιχειρήματα σχετικά με την έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους της Επιτροπής και τα περιορισμένα αποτελέσματα της προβαλλόμενης αρνήσεως υποβολής στον έλεγχο και σε άλλες διοικητικές διαδικασίες. Συγκεκριμένα, ταυτίζονται, κατ’ ουσίαν, με τα επιχειρήματα που απορρίφθηκαν ήδη στο πλαίσιο της εξετάσεως του δευτέρου λόγου ακυρώσεως. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή απέδειξε δύο γεγονότα συνιστώντα παράβαση της διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά των οποίων δεν αμφισβήτησαν οι προσφεύγουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

93      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου

94      Δεδομένου ότι απορρίφθηκαν οι τρεις πρώτοι λόγοι ακυρώσεως, πρέπει να εξεταστεί ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς.

95      Καθόσον οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι δεν αντιλαμβάνονται τον τρόπο υπολογισμού του ποσού του προστίμου στην προσβαλλόμενη απόφαση, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να εξετάσει αν η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από ελλιπή αιτιολογία συναφώς.

96      Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της σχετικής πράξεως και να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα, αφενός, στους ενδιαφερόμενους να λάβουν γνώση της δικαιολογητικής βάσεως του μέτρου και, αφετέρου, στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον έλεγχό του. Η απαίτηση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, και ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλόμενων λόγων και του συμφέροντος για παροχή εξηγήσεων που ενδέχεται να έχουν οι αποδέκτες της πράξεως ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του περιεχομένου της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (βλ. απόφαση E.ON Energie κατά Επιτροπής, σκέψη 39 ανωτέρω, EU:T:2010:516, σκέψη 277 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

97      Εν προκειμένω, τα κριτήρια επί των οποίων η Επιτροπή στηρίζεται για τον καθορισμό του ποσού του επίμαχου προστίμου ήσαν μεταξύ άλλων η σοβαρότητα και η διάρκεια της παραβάσεως. Απέρριψε τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλαν οι προσφεύγουσες με σκοπό να αποδείξουν την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων (αιτιολογικές σκέψεις 83 έως 103 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

98      Πρώτον, η Επιτροπή υπογραμμίζει με τον τρόπο αυτό τη σημασία επιβολής προστίμου με αποτρεπτικό χαρακτήρα ώστε να μην αποβαίνει πλέον συμφέρουσα για μια υπό έλεγχο επιχείρηση η παραποίηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων προκειμένου να αποφύγει υψηλό πρόστιμο για παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου (αιτιολογική σκέψη 83). Δεύτερον, η Επιτροπή τόνισε την ιδιαίτερη φύση των ηλεκτρονικών εγγράφων τα οποία, κατ’ αυτήν, δύνανται να παραποιηθούν ευκολότερα από τα έντυπα έγγραφα (αιτιολογικές σκέψεις 83 και 87). Τρίτον, σημείωσε ότι η επίμαχη παράβαση αποτελείται από δύο μεμονωμένα περιστατικά (αιτιολογική σκέψη 88) και έκρινε ότι, μολονότι το ένα από αυτά διαπράχθηκε εξ αμελείας, τούτο ουδόλως μεταβάλλει τη σοβαρότητα της παραβάσεως αυτής (αιτιολογική σκέψη 89). Τέταρτον, έκρινε ότι η παράβαση έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους του ελέγχου (αιτιολογική σκέψη 90).

99      Στη συνέχεια, η Επιτροπή απέρριψε τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλαν οι προσφεύγουσες ως ελαφρυντικές περιστάσεις. Συναφώς, αφενός, υποστήριξε ότι οι προσφεύγουσες είχαν γνώσεις του δικαίου του ανταγωνισμού και η EPH ήταν σημαντικός παράγων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας (αιτιολογικές σκέψεις 92 έως 98 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Αφετέρου, απέρριψε ως αλυσιτελές το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι ούτε ο J. ούτε ο M. διαδραμάτιζαν ρόλο απτόμενο της εμπορικής δραστηριότητας των προσφευγουσών (αιτιολογικές σκέψεις 99 έως 101 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, επισήμανε την περιορισμένη έκταση της συνεργασίας των προσφευγουσών όσον αφορά την απόδειξη της επίμαχης παραβάσεως (αιτιολογική σκέψη 102 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

100    Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί θεωρούσε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που είχαν προβάλει οι προσφεύγουσες.

101    Δεδομένου ότι, όσον αφορά το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή δεν υιοθέτησε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού ως όφειλε στο πλαίσιο του καθορισμού του ποσού των προστίμων δυνάμει της διατάξεως αυτής, η δε συλλογιστική της Επιτροπής διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προσδιορίσει αριθμητικώς, σε απόλυτη τιμή ή σε ποσοστό, το βασικό ποσό του προστίμου και τις ενδεχόμενες επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις. Επομένως η αιτίαση που αντλείται από προβαλλόμενη ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.

102    Δεύτερον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το πρόστιμο που τους επιβλήθηκε είναι δυσανάλογο. Στο πρώτο σκέλος, αμφισβητούν την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως. Στο δεύτερο σκέλος, προβάλλουν την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων τις οποίες η Επιτροπή δεν έλαβε προσηκόντως υπόψη. Στο τρίτο σκέλος, εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους είναι υπερβολικό το επίπεδο του προστίμου.

103    Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.

104    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η γενική αρχή της αναλογικότητας απαιτεί οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο δεσμευτικό μέτρο και ότι τα προβλήματα που δημιουργεί δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ. απόφαση E.ON Energie κατά Επιτροπής, σκέψη 39 ανωτέρω, EU:T:2010:516, σκέψη 286 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

105    Συνεπώς, τα πρόστιμα δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, ήτοι σε σχέση με την τήρηση των κανόνων περί ανταγωνισμού, και το ποσό του επιβαλλόμενου σε μία επιχείρηση προστίμου για παράβαση σε υπόθεση ανταγωνισμού πρέπει να είναι ανάλογο με την παράβαση, εκτιμώμενη στο σύνολό της, λαμβανομένης υπόψη, ειδικότερα, της σοβαρότητας της παραβάσεως. Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, η σοβαρότητα μιας παραβάσεως καθορίζεται βάσει πολλών στοιχείων, ως προς τα οποία η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως (βλ. απόφαση E.ON Energie κατά Επιτροπής, σκέψη 39 ανωτέρω, EU:T:2010:516, σκέψη 287 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

106    Στις αιτιολογικές σκέψεις 85 έως 89 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η επίμαχη παράβαση ήταν, καθεαυτή, παράβαση συνολικά σοβαρή.

107    Πρώτον, όπως και στα παρατιθέμενα στη σκέψη 66 ανωτέρω στοιχεία, διαπιστώνεται ότι η εξουσία για τη διενέργεια ελέγχων είναι ιδιαίτερης σημασίας για τον εντοπισμό των παραβάσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ. Ορθώς επομένως η Επιτροπή επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 86 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο νομοθέτης, στον κανονισμό 1/2003, έθεσε αυστηρότερες κυρώσεις από εκείνες που προβλέπονταν υπό το προηγούμενο καθεστώς, για την άρνηση υποβολής σε έλεγχο, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερα σοβαρή φύση της εν λόγω διαδικαστικής παραβάσεως. Βασίμως επίσης μπορούσε να λάβει υπόψη της την ανάγκη διασφαλίσεως αποτελέσματος με επαρκώς αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ., συναφώς, απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983 Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, 100/80 έως 103/80, Συλλογή, EU:C:1983:158, σκέψη 108), ούτως ώστε οι επιχειρήσεις να μη θεωρήσουν ότι θα ήταν προς το συμφέρον τους να προσκομίσουν μόνον εν μέρει τα ηλεκτρονικά έγγραφα στο πλαίσιο της διενέργειας ελέγχου ώστε να εμποδίσουν την Επιτροπή να αποδείξει, βάσει των αποδεικτικών αυτών στοιχείων, παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου.

108    Αντιθέτως προς όσα διατείνονται οι προσφεύγουσες, το εν λόγω αποτέλεσμα αποτρεπτικού χαρακτήρα έχει κατά μείζονα λόγο σημασία για τα ηλεκτρονικά αρχεία καθόσον αυτά, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης φύσεώς τους, μπορούν να παραποιηθούν ευκολότερα και ταχύτερα από τα έντυπα έγγραφα. Ακόμα και αν, όπως υποστήριξαν οι προσφεύγουσες, η καταστροφή ηλεκτρονικών αρχείων σε λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων δεν είναι πάντοτε μη αναστρέψιμη καθόσον μπορούν να ανακτηθούν μέσω άλλων ηλεκτρονικών μέσων αποθηκεύσεως —όπερ είναι, εξάλλου, επίσης δυνατό για ορισμένα τεμαχισμένα έντυπα έγγραφα—, είναι εντούτοις αδιαμφισβήτητο ότι η ευκολία παραποιήσεώς τους δημιουργεί ιδιαίτερες δυσχέρειες από απόψεως της αποτελεσματικότητας ενός ελέγχου. Όταν οι ελεγκτές επιλαμβάνονται φακέλων με έντυπα έγγραφα, οι φάκελοι αυτοί εξακολουθούν, υλικώς, να βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Αντιθέτως, τα ηλεκτρονικά αρχεία αποκρύπτονται τάχιστα ακόμα και παρισταμένων των ελεγκτών. Επομένως, οι ελεγκτές αγνοούν αν έχουν πρόσβαση σε πλήρεις και άθικτες ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων. Εν προκειμένω, όταν οι ελεγκτές ήλεγχαν τον λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων του J., ο οποίος φερόταν ως απενεργοποιημένος προσωρινώς, αγνοούσαν μέχρι την τελευταία ημέρα του ελέγχου ότι τα εισερχόμενα μηνύματα είχαν εκτραπεί προς τον διακομιστή. Συνεπώς, η Επιτροπή, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη, διαπίστωσε, στην αιτιολογική σκέψη 87 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, όταν επιχείρηση δεν τηρεί τις οδηγίες των ελεγκτών σύμφωνα με τις οποίες, κατά τη διάρκεια του ελέγχου, οι δικαιούχοι λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν πρέπει να έχουν καμία πρόσβαση σε αυτούς και οι ελεγκτές πρέπει να έχουν πλήρη πρόσβαση, πρέπει να θεωρηθεί ότι η μη τήρηση των οδηγιών αυτών, ως εκ της φύσεώς της, συνιστά σοβαρή παράβαση διαδικαστικών υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν οι επιχειρήσεις κατά τη διενέργεια ελέγχου.

109    Δεύτερον, εφόσον οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν την έλλειψη επιμελείας εκ μέρους της Επιτροπής στο πλαίσιο των προηγούμενων λόγων, δεν μπορούν, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, να προβάλουν ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη της ότι δεν γνώριζαν το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης ή ότι είχαν περιορισμένους πόρους. Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημά τους ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως πρώτη απόφαση αφορώσα άρνηση υποβολής σε έλεγχο συνεπαγόμενο έρευνες σε ηλεκτρονικά αρχεία, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προηγούμενο λόγω της ιδίας αυτής ελλείψεως επιμελείας.

110    Συγκεκριμένα, καταρχάς, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 70 και 73 ανωτέρω, οι προσφεύγουσες είχαν σαφώς ενημερωθεί, από την αρχή του ελέγχου, περί του καθήκοντός τους συνεργασίας και του δικαιώματός τους να ζητήσουν συνδρομή υπηρεσιών δικηγόρου. Ωστόσο, εξωτερικοί εξειδικευμένοι στον τομέα αυτό δικηγόροι ήταν παρόντες στις εγκαταστάσεις τους από το απόγευμα της δεύτερης ημέρας του ελέγχου (αιτιολογικές σκέψεις 97 και 98 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ακολούθως, ακόμη και αν θεωρηθούν ως αποδειγμένα τα προβαλλόμενα από τις προσφεύγουσες στοιχεία σχετικά με το μικρό τους μέγεθος, τις αμελητέες διασυνοριακές δραστηριότητές τους και τη δημιουργία τους λίγο χρόνο πριν από τον έλεγχο δεν ασκούν επιρροή στην εν προκειμένω ελλιπή προσκόμιση των λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κατά παράβαση των σαφών οδηγιών των ελεγκτών. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή απέρριψε το σύνολο των επιχειρημάτων αυτών (αιτιολογική σκέψη 93 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, ούτε τα επιχειρήματα που αντλούνται από την προβαλλόμενη ως νέα φύση της παραβάσεώς τους μπορούν να ευδοκιμήσουν, διότι το ενημερωτικό σημείωμα ανέφερε συγκεκριμένα τη δυνατότητα ελέγχου των ηλεκτρονικών αρχείων (βλ. σκέψη 73 ανωτέρω) και η απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου περιέγραφε λεπτομερώς το καθήκον συνεργασίας στο πλαίσιο τέτοιου είδους ερευνών.

111    Τρίτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, πρόστιμο 2 500 000 ευρώ δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογο σε σχέση με το μέγεθός τους υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως. Δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή έχει την εξουσία επιβολής προστίμου σε επιχειρήσεις και σε ενώσεις επιχειρήσεων μέχρι του 1 % του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του προηγουμένου οικονομικού έτους όταν διαπράττουν διαδικαστικές παραβάσεις. Όπως διαπιστώθηκε στην αιτιολογική σκέψη 103 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες αντιστοιχεί στο 0,25 % του ετήσιου κύκλου εργασιών της EPH το 2010. Παρατηρείται ότι ο τελευταίος αυτός κύκλος εργασιών, ο οποίος ανερχόταν σε 990 700 000 ευρώ (αιτιολογική σκέψη 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως), γνωστοποιήθηκε από τις προσφεύγουσες κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν κανένα επιχείρημα ικανό να αποδείξει ότι το ποσό του προστίμου τους ήταν δυσανάλογο σε σχέση με το μέγεθός τους καθεαυτό.

112    Αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το επιχείρημα με το οποίο οι προσφεύγουσες αμφισβητούν το μερίδιό τους αγοράς 6,9 % από απόψεως παραγωγής, το οποίο έγινε δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 95), δεν τεκμηριώνεται με κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο. Οι προσφεύγουσες αναφέρονται σε μια παρουσίαση την οποία έκαναν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, όπου έγινε λόγος για ποσοστό 1,7 % «εγκατεστημένης παραγωγικής ικανότητας» κατά την ημερομηνία του ελέγχου, και ποσοστό 6,7 % για το 2012, χωρίς όμως να προσκομίσουν τα στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να ελεγχθεί ο υπολογισμός αυτός και η πηγή τους. Οι προσφεύγουσες απλώς δηλώνουν ότι δεν αποτελούσαν «ήδη σημαντικό παράγοντα του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη χρονική στιγμή του ελέγχου» (αιτιολογική σκέψη 95 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εν πάση περιπτώσει, το μέγεθος των προσφευγουσών ελήφθη υπόψη καθόσον το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 καθόρισε μέγιστο ανώτατο όριο το 1 % του κύκλου εργασιών τους.

113    Αφετέρου, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι το επιβληθέν πρόστιμο, αντιστοιχούν στο 0,25 % του οικείου κύκλου εργασιών, είναι υψηλό και δυσανάλογο σε σχέση με το επιβληθέν από την Επιτροπή στην E.ON Energie AG πρόστιμο (Υπόθεση COMP/B‑1/39.326 — E.ON Energie AG), το οποίο αντιστοιχούσε μόνον στο 0,14 % του οικείου κύκλου εργασιών και ήταν χαμηλότερο από το επιβληθέν εν προκειμένω, τούτο δε παρά την ύπαρξη επιβαρυντικών περιστάσεων και το γεγονός ότι αφορά πλέον πρόδηλη και σοβαρότερη παράβαση, ήτοι τη διάρρηξη σφραγίδας. Στο τελευταίο αυτό πλαίσιο, το Δικαστήριο έκρινε ότι παράβαση συνιστάμενη σε διάρρηξη σφραγίδας, η οποία δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά την ακεραιότητα των αποδεικτικών στοιχείων στον σφραγισθέντα χώρο, ήταν ιδιαίτερα σοβαρή ως εκ της φύσεώς της (απόφαση E.ON Energie κατά Επιτροπής, σκέψη 37 ανωτέρω, EU:C:2012:738, σκέψεις 128 και 129). Ανάλογες θεωρήσεις ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση καθόσον ο σκοπός του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1/2003 είναι η προστασία των ερευνών από την απειλή που απορρέει από έλλειψη ακεραιότητας των επαγγελματικών στοιχείων τα οποία συνέλεξαν οι ελεγκτές. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς την κατάσταση που αφορά την E.ON, τα περιστατικά ως προς τα οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούν δύο μεμονωμένα περιστατικά, εκ των οποίων το ένα διαπράχθηκε εκ προθέσεως.

114    Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η Επιτροπή επέβαλε στο παρελθόν πρόστιμο ορισμένου ύψους για ορισμένες μορφές παραβάσεων δεν της στερεί τη δυνατότητα να αυξάνει το ύψος αυτό, εντός των ορίων που τίθενται με τον κανονισμό 1/2003, αν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή της πολιτικής του ανταγωνισμού της Ένωσης. Η αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω κανόνων απαιτεί συγκεκριμένα να μπορεί οποτεδήποτε η Επιτροπή να προσαρμόζει το επίπεδο των προστίμων στις ανάγκες της πολιτικής αυτής (βλ., σχετικά με τον κανονισμό 17, απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 107 ανωτέρω, EU:C:1983:158, σκέψη 109).

115    Τέταρτον, όσον αφορά τη συνεκτίμηση της διάρκειας της επίμαχης παραβάσεως, η Επιτροπή έκρινε, στην αιτιολογική σκέψη 90 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η παράβαση «εξακολούθησε κατά τη διάρκεια σημαντικού μέρους του ελέγχου ο οποίος διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις της EPIA και της EPH[, ότι] ο λογαριασμός ηλεκτρονικών μηνυμάτων του [M.] ε[ίχε] επανενεργοποιηθεί από την πρώτη μέχρι τη δεύτερη ημέρα και τα ηλεκτρονικά μηνύματα του [J.] είχαν εκτραπεί από τη δεύτερη μέχρι την τρίτη ημέρα [και ότι] όσο περισσότερο διαρκούσε η επανενεργοποίηση του λογαριασμού ηλεκτρονικών μηνυμάτων ή η εκτροπή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τόσο μεγαλύτερος [ήταν] ο κίνδυνος παραποιήσεως των ηλεκτρονικών μηνυμάτων».

116    Καταρχάς, παρατηρείται ότι το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 ορίζει ότι, για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, πέραν της σοβαρότητας της παραβάσεως, και η διάρκειά της. Η διάταξη αυτή ουδόλως διακρίνει μεταξύ των προστίμων τα οποία επιβάλλονται για παραβιάσεις του ουσιαστικού δικαίου ή διαδικαστικές παραβάσεις. Επομένως, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή δικαιούνταν να λάβει υπόψη της τη διάρκεια της επίμαχης διαδικαστικής παραβάσεως κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου.

117    Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την εκτίμησή της ότι η παράβαση εξακολούθησε κατά τη διάρκεια σημαντικού μέρους του ελέγχου. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 101 και 115 ανωτέρω, η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο τη συλλογιστική της για τον καθορισμό του επίμαχου προστίμου διευκρινίζοντας μεταξύ άλλων ότι η διάρκεια αύξανε τον κίνδυνο παραποιήσεως των ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων. Απαντώντας σε ερώτηση τεθείσα από το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή τόνισε, εκ νέου, ότι η διάρκεια των δύο περιστατικών επηρέαζε άμεσα την επίμαχη παράβαση καθόσον όσο μεγαλύτερη ήταν η διάρκειά τους, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο κίνδυνος να μην ανεύρουν οι ελεγκτές τα αναμενόμενα αρχεία στους λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

118    Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη της την πλήρη συνεργασία των προσφευγουσών με τους ελεγκτές όταν καθόρισε τη διάρκεια της παραβάσεως. Από την εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως απορρέει ότι η παράβαση αυτή αποδείχθηκε από την Επιτροπή βάσει αντικειμενικών αποδεικτικών στοιχείων τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες συνεργάστηκαν με άλλον τρόπο στον έλεγχο, όπως προβάλλουν στη σκέψη 57 του υπομνήματος απαντήσεως, δεν ασκεί επιρροή στην εκτίμηση της διάρκειας των δύο συνιστώντων την παράβαση περιστατικών ούτε στη συνεκτίμηση ελαφρυντικών περιστάσεων. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τέτοια συνεργασία δεν υπερέβαινε την υποχρέωσή τους να υποβληθούν στον έλεγχο (βλ. σκέψη 40 ανωτέρω).

119    Τρίτον, όσον αφορά τις ελαφρυντικές περιστάσεις τις οποίες επικαλούνται οι προσφεύγουσες, αρκεί η διαπίστωση, καταρχάς, ότι τα παρεμφερή επιχειρήματα όσον αφορά το μέγεθος και τη σημασία τους στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών έχουν ήδη απορριφθεί στις σκέψεις 111 και 112 ανωτέρω. Εφόσον το μέγεθος των προσφευγουσών ελήφθη υπόψη για το μέγιστο ανώτατο όριο 1 % του κύκλου εργασιών τους, δεν δικαιολογεί καθεαυτό μείωση του ποσού του επιβληθέντος προστίμου.

120    Ακολούθως, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι, βάσει της συνεργασίας τους, οι ελεγκτές μπόρεσαν να αποδείξουν τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε η παράβαση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη της το γεγονός αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι τούτο δεν είναι προσήκον.

121    Κατά την αιτιολογική σκέψη 102 της προσβαλλομένης αποφάσεως:

«[Γ]ια να καθορίσει το ύψος του προστίμου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα μέρη έχουν συνεργαστεί ούτως ώστε της δόθηκε η δυνατότητα να αποδείξει τις περιστάσεις αρνήσεως υποβολής στον έλεγχο όσον αφορά τα ηλεκτρονικά μηνύματα: ο υπεύθυνος πληροφορικής, ο οποίος ενήργησε επ’ ονόματι των διαδίκων, υπέγραψε τα πρακτικά που περιγράφουν την επανενεργοποίηση του λογαριασμού ηλεκτρονικών μηνυμάτων και την εκτροπή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων και, μετά τον έλεγχο, οι διάδικοι απέστειλαν επίσης έγγραφο με το οποίο αναγνωρίζουν τόσο την εκτροπή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων όσο και την επανενεργοποίηση λογαριασμού ηλεκτρονικών μηνυμάτων κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο [H.] δεν αναγνώρισε αυθορμήτως τις διαδικαστικές παραβάσεις που διαπράχθηκαν στον τομέα πληροφορικής. Τις αναγνώρισε μόνον όταν οι ελεγκτές βρήκαν αποδεικτικά στοιχεία για την άρνηση υποβολής στον έλεγχο (ήτοι το γεγονός ότι δεν ήταν πλέον δυνατή η πρόσβαση στον λογαριασμό του [M.] και τα ηλεκτρονικά μηνύματα δεν έφθαναν πλέον στην ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα του [J.]). Ομοίως, μολονότι είναι αληθές ότι οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν ορισμένα πραγματικά περιστατικά, εντούτοις έθεσαν εν αμφιβόλω την αποδεικτική αξία των υπογεγραμμένων πρακτικών και, γενικώς, προσπάθησαν να αμφισβητήσουν την ύπαρξη διαδικαστικής παραβάσεως.»

122    Παρατηρείται ότι τα δύο συνιστώντα την προκειμένη παράβαση περιστατικά δεν επισημάνθηκαν από τις προσφεύγουσες στους ελεγκτές. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι ελεγκτές παρατήρησαν μια παρατυπία στις ηλεκτρονικές ταχυδρομικές θυρίδες, οι οποίες εφέροντο υπό τον έλεγχό τους, και έπρεπε να ερευνήσουν τους λόγους για τους οποίους είχε παρακωλυθεί η πρόσβασή τους στα ηλεκτρονικά μηνύματα (βλ. σκέψεις 11 και 14 ανωτέρω). Επιπλέον, οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν την αποδεικτική αξία των πρακτικών (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω), όχι όμως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 34 ανωτέρω). Εφόσον δεν υφίστανται κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων διαδικαστικού χαρακτήρα και η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αιτιολογημένη επαρκώς κατά νόμο (βλ. σκέψη 101 ανωτέρω) και λαμβανομένης υπόψη της σαφούς συμπεριφοράς των προσφευγουσών κατά την απόδειξη των περιστάσεων της αρνήσεως υποβολής τους στον έλεγχο, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η Επιτροπή έλαβε επαρκώς υπόψη της τη συνεργασία τους κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου.

123    Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα ότι ο έλεγχος δεν ήταν ούτε αναγκαίος ούτε δικαιολογημένος εφόσον δεν υπήρχε καμία απτή απόδειξη για τη βασιμότητα της υποθέσεως, πρέπει να γίνει παραπομπή στις παρατηρήσεις που διατυπώνονται στη σκέψη 55 ανωτέρω. Εξάλλου, όπως επιβεβαίωσαν οι προσφεύγουσες απαντώντας σε τεθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, δεν αντιτάχθηκαν στην απόφαση για τη διενέργεια ελέγχου ούτε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ούτε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 4 ανωτέρω).

124    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες δεν είναι δυσανάλογο.

125    Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως και η προσφυγή στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

126    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

127    Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει, ενόψει των αιτημάτων της Επιτροπής, να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την Energetický a průmyslový holding a.s. και την EP Investment Advisors s.r.o. στα δικαστικά έξοδα.

Frimodt Nielsen

Dehousse

Collins

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Νοεμβρίου 2014.

(υπογραφές)

Περιεχόμενα


Το νομικό πλαίσιο

Ιστορικό της διαφοράς

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

Σκεπτικό

Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1/2003

Επί της εξ αμελείας δοθείσας άδειας προσβάσεως σε προσωρινώς απενεργοποιημένο λογαριασμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων

Επί της εκ προθέσεως εκτροπής των εισερχομένων μηνυμάτων προς διακομιστή

Επί του πρώτου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, αντιστοίχως

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως

Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως

Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου

Επί των δικαστικών εξόδων


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.