Language of document : ECLI:EU:F:2014:171

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(τρίτο τμήμα)

της 25ης Ιουνίου 2014

Υπόθεση F‑119/12

Stephanie Sumberaz Sotte-Wedemeijer

κατά

Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Προσωπικό της Ευρωπόλ — Σύμβαση Ευρωπόλ — Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως του προσωπικού της Ευρωπόλ — Απόφαση 2009/371/ΔΕΥ — Εφαρμογή του ΚΛΠ στους υπαλλήλους της Ευρωπόλ — Μη ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου έκτακτου υπαλλήλου — Μη προσφορά συμβάσεως αορίστου χρόνου έκτακτου υπαλλήλου»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με την οποία η S. Sumberaz Sotte-Wedemeijer ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της 3ης Απριλίου 2012, με την οποία η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Ευρωπόλ) αρνήθηκε να της ανανεώσει για αόριστο χρόνο τη σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου ορισμένου χρόνου, που επρόκειτο να λήξει στις 31 Μαΐου 2012.

Απόφαση:      Η προσφυγή απορρίπτεται. Η S. Sumberaz Sotte-Wedemeijer φέρει τα δικαστικά της έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας.

Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Αντιστοιχία μεταξύ διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής — Ταυτότητα αντικειμένου και αιτίας — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα που δεν περιλαμβάνονται στην ένσταση, αλλά συνδέονται στενά με αυτή — Παραδεκτό

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

2.      Υπάλληλοι — Αρχές — Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης — Προϋποθέσεις — Συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις εκ μέρους της Διοικήσεως

1.      Στις υπαλληλικές προσφυγές τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης μπορούν να περιλαμβάνουν μόνον αιτιάσεις που στηρίζονται σε αιτία ταυτιζόμενη με την αιτία στην οποία στηρίζονταν οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν με την ένσταση, υπό τη διευκρίνιση ότι οι αιτιάσεις αυτές μπορούν να αναπτυχθούν ενώπιον του δικαστή της Ένωσης με την προβολή λόγων και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται κατ’ ανάγκην στην ένσταση, συνδέονται όμως στενά με αυτή.

Στο πλαίσιο αυτό, αφενός, δεδομένου ότι η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία έχει άτυπο χαρακτήρα και οι ενδιαφερόμενοι ενεργούν γενικώς στο στάδιο αυτό χωρίς την επικουρία δικηγόρου, η Διοίκηση δεν πρέπει να ερμηνεύει τις ενστάσεις κατά τρόπο συσταλτικό, αλλά πρέπει, αντιθέτως, να τις εξετάζει με ευρύ πνεύμα, αφετέρου δε το άρθρο 91 του ΚΥΚ δεν έχει ως σκοπό να δεσμεύσει, κατά τρόπο άκαμπτο και οριστικό, την ενδεχόμενη ένδικη διαδικασία, εφόσον η προσφυγή δεν μεταβάλλει ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως. Εντούτοις, προκειμένου να εκπληρώσει τον σκοπό της η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, απαιτείται η Διοίκηση να είναι σε θέση να γνωρίζει κατά τρόπο αρκούντως ακριβή τις επικρίσεις που διατυπώνουν οι ενδιαφερόμενοι κατά της επίμαχης αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 37 και 38)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: απόφαση Επιτροπή κατά Μοσχονάκη, T‑476/11 P, EU:T:2013:557, σκέψεις 73, 76 και 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

2.      Το δικαίωμα επικλήσεως της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αφορά κάθε ιδιώτη που βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η Διοίκηση δημιούργησε σε αυτόν βάσιμες ελπίδες, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις υπό τη μορφή συγκεκριμένων, ανεπιφύλακτων και συγκλινουσών πληροφοριών προερχόμενων από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές.

(βλ. σκέψη 46)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση Mendes κατά Επιτροπής, F‑125/11, EU:F:2013:35, σκέψη 62