Language of document : ECLI:EU:F:2014:239

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 21ης Οκτωβρίου 2014

Υπόθεση F‑107/11 DEP

Ιωάννης Ντούβας

κατά

Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC)

«Υπαλληλική υπόθεση – Διαδικασία – Καθορισμός των δικαστικών εξόδων – Αμοιβή δικηγόρου – Εκπροσώπηση θεσμικού οργάνου από δικηγόρο – Δαπάνες μεταφοράς και διανυκτερεύσεως του εκτάκτου υπαλλήλου – Αποδοτέα έξοδα»

Αντικείμενο:      Αίτημα περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων υποβληθέν δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ως ίσχυε τότε, από τον Ι. Ντούβα, στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ντούβας κατά ECDC (F‑107/11, EU:F:2012:182, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑94/13 P).

Απόφαση:      Τα έξοδα που ο Ι. Ντούβας καλείται να αποδώσει στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων στο πλαίσιο της υποθέσεως F‑107/11, Ντούβας κατά ECDC, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 9 472,19 ευρώ.

Περίληψη

1.      Ένδικη διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Αποδοτέα έξοδα – Υποβολή δικαιολογητικών ικανών να αποδείξουν την πραγματοποίηση των εξόδων των οποίων ζητείται η απόδοση – Κριτήρια

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 91, στοιχείο β΄)

2.      Ένδικη διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Αποδοτέα έξοδα – Αναγκαία έξοδα των διαδίκων – Αμοιβή καταβληθείσα από θεσμικό όργανο στον δικηγόρο του – Εμπίπτει – Στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό των εξόδων

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 19, εδ. 1, και παράρτημα I, άρθρο 7 § 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 91, στοιχείο β΄)

3.      Προνόμια και ασυλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Απαλλαγή της Ένωσης από κάθε άμεσο φόρο και δασμό όσον αφορά προϊόντα προοριζόμενα για επίσημη χρήση – Πλεονεκτήματα αναγνωριζόμενα στην Ένωση στον τομέα της έμμεσης φορολογίας – Εκτίμηση των κρατών μελών – Προϋποθέσεις

(Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρα 3 και 4)

1.      Από το γεγονός και μόνον ότι κοινοποιήθηκαν σε διάδικο μόνον αντίγραφα των πρωτοτύπων των τιμολογίων δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα, ελλείψει επιχειρημάτων δυνάμενων να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη γνησιότητα των εν λόγω τιμολογίων και της συμφωνίας τους με τα πρωτότυπα, ότι δεν είναι αξιόπιστα και ότι δεν πραγματοποιήθηκαν τα έξοδα των οποίων ζητείται η απόδοση.

(βλ. σκέψη 24)

2.      Όπως προκύπτει από το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 7, πρώτη παράγραφος, του παραρτήματος Ι του εν λόγω Οργανισμού, τα θεσμικά όργανα δύνανται να ζητούν τη συνδρομή δικηγόρου. Η αμοιβή του δικηγόρου αυτού εμπίπτει στην έννοια των αναγκαίων εξόδων στο πλαίσιο της διαδικασίας, χωρίς το θεσμικό όργανο να υποχρεούται να αποδείξει ότι η συνδρομή αυτή ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη.

Όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού μέχρι το οποίο μπορεί να αναζητηθεί η δικηγορική αμοιβή, ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις οφειλόμενες από τους διαδίκους αμοιβές των δικηγόρων τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενος επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, ο δικαστής της Ένωσης δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του ούτε κάποιον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε τυχόν σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του.

Ομοίως, ο κατ’ αποκοπήν χαρακτήρας της αμοιβής δεν ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης όσον αφορά το αποδοτέο για δικαστικά έξοδα ποσό, δεδομένου ότι ο δικαστής βασίζεται στα κριτήρια που έχει θέσει η νομολογία και στα ακριβή στοιχεία που πρέπει να προσκομίσουν οι διάδικοι. Μολονότι η έλλειψη τέτοιων στοιχείων δεν εμποδίζει το Γενικό Δικαστήριο να καθορίσει, βάσει ορθής αξιολογήσεως, το ποσό των αποδοτέων εξόδων, ωστόσο η εν λόγω έλλειψη λειτουργεί κατ’ ανάγκη περιοριστικά όσον αφορά την εκτίμησή του επί των αξιώσεων του αιτούντος.

Εξάλλου, ελλείψει διατάξεων περί τιμολογήσεως στο δίκαιο της Ένωσης, ο δικαστής οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς δικαίου της Ένωσης, καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους.

Τέλος, το ποσό της δυναμένης να αναζητηθεί αμοιβής του δικηγόρου του οικείου θεσμικού οργάνου δεν μπορεί να εκτιμηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η εργασία που πραγματοποιήθηκε εντός των υπηρεσιών του οργάνου αυτού, πριν καν επιληφθεί της υποθέσεως το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που το παραδεκτό μιας προσφυγής εξαρτάται από την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και την απόρριψή της από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, οι υπηρεσίες του οργάνου εμπλέκονται καταρχήν στην εξέταση των διαφορών πριν ακόμη αυτές υποβληθούν στην κρίση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.

Όσον αφορά τον όγκο της εργασίας που σχετίζεται με ένδικη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, στον δικαστή της Ένωσης απόκειται να λαμβάνει υπόψη τον συνολικό αριθμό των ωρών εργασίας που δύνανται να θεωρηθούν αντικειμενικά αναγκαίες για τη διαδικασία αυτή.

(βλ. σκέψεις 25 έως 30 και 34)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: διάταξη Marcuccio κατά Επιτροπής, T‑515/09 P-DEP, EU:T:2013:269, σκέψη 20

ΔΔΔΕΕ: διατάξεις Schönberger κατά Κοινοβουλίου, F‑7/08 DEP, EU:F:2010:32, σκέψη 29· Χατζηδουκάκης κατά Επιτροπής, F‑84/10 DEP, EU:F:2014:41, σκέψεις 20 και 22 έως 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

3.      Τα άρθρα 3 και 4 του Πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαλλάσσουν την Ένωση από κάθε άμεσο φόρο και ιδίως από δασμούς όσον αφορά προϊόντα προοριζόμενα για επίσημη χρήση, ενώ τυχόν πλεονεκτήματα της Ένωσης στον τομέα των έμμεσων φόρων, όπως ο φόρος προστιθεμένης αξίας, επαφίενται στην εκτίμηση των κρατών μελών και υπόκεινται στις προϋποθέσεις που επιβάλλει το εν λόγω πρωτόκολλο. Εν πάση περιπτώσει, οι αγορές υπηρεσιών από τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό, όταν αυτοί μετακινούνται στο πλαίσιο αποστολής, δεν απαλλάσσονται από τον φόρο προστιθεμένης αξίας.

(βλ. σκέψη 47)