Language of document : ECLI:EU:C:2015:16

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 15ης Ιανουαρίου 2015 (1)

Υπόθεση C‑3/14

Prezes Urzędu Komunikacji Elektronicznej,

Telefonia Dialog sp. z o.o.

κατά

T‑Mobile Polska SA, πρώην Polska Telefonia Cyfrowa SA

[αίτηση του Sąd Najwyższy (Πολωνία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή — Δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών — Οδηγία 2002/19/ΕΚ — Άρθρο 5 — Εξουσίες και καθήκοντα των εθνικών κανονιστικών αρχών όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση — Οδηγία 2002/21/ΕΚ — Άρθρο 7, παράγραφος 3 — Κοινοποίηση των σχεδίων μέτρων τα οποία προτίθενται να λάβουν οι εθνικές κανονιστικές αρχές — Πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας — Πεδίο εφαρμογής της προϋποθέσεως της σχετικής με το αντικείμενο της αποφάσεως — Πεδίο εφαρμογής της προϋποθέσεως της σχετικής με τον αντίκτυπο του μέτρου αυτού στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών — Απόφαση εθνικής κανονιστικής αρχής που εκδόθηκε στο πλαίσιο επιλύσεως διαφοράς μεταξύ δύο εθνικών φορέων εκμεταλλεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 20 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ — Απόφαση που επιβάλλει στον έναν από τους φορείς αυτούς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 28 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς»





1.        Με την υπό κρίση προδικαστική παραπομπή, το Δικαστήριο καλείται να προσδιορίσει το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας κοινοποιήσεως που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ένωσης στο άρθρο 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία‑πλαίσιο) (2).

2.        Κατά τη διάταξη αυτή, μια εθνική κανονιστική αρχή (στο εξής: ΕΚΑ) υποχρεούται να κοινοποιήσει στην Επιτροπή καθώς και στις ΕΚΑ των άλλων κρατών μελών τα σχέδια μέτρων που, αφενός, λαμβάνονται βάσει των διατάξεων στις οποίες ρητώς αναφέρεται ο νομοθέτης της Ένωσης στο άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας‑πλαισίου και που, αφετέρου, «επηρεάζ[ουν] τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών», κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας.

3.        Το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία) ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να προσδιορίσει το εύρος της καθεμίας από τις δύο αυτές προϋποθέσεις.

4.        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Prezes Urzędu Komunikacji Elektronicznej (προέδρου της υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο εξής: πρόεδρος της UKE), της πολωνικής ΕΚΑ και της Telefonia Dialog sp. z o.o. (στο εξής: Telefonia Dialog) και, αφετέρου, της T‑Mobile Polska SA, πρώην Polska Telefonia Cyfrowa SA (στο εξής: T‑Mobile Polska), ενός από τους κύριους φορείς εκμεταλλεύσεως τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στην Πολωνία. Μετά από αίτημα της Telefonia Dialog και προς επίλυση της διαφοράς μεταξύ αυτής και της T‑Mobile Polska, ο πρόεδρος της UKE επέβαλε πράγματι στην T‑Mobile Polska υποχρεώσεις αποσκοπώντας να εξασφαλίσει στους τελικούς χρήστες το δικαίωμα προσβάσεως σε μη γεωγραφικούς αριθμούς που εγγυάται το άρθρο 28 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (3). Κατά το άρθρο 2, στοιχεία δ΄ και στ΄, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, «μη γεωγραφικός αριθμός» είναι αριθμός που περιλαμβάνεται στο εθνικό σχέδιο αριθμοδοτήσεως, η ακολουθία των ψηφίων του οποίου δεν περιέχει καμία γεωγραφική ένδειξη από αυτές που χρησιμοποιούνται για τη δρομολόγηση των κλήσεων προς τον φυσικό τόπο του σημείου τερματισμού του δικτύου. Πρόκειται ιδίως για τους αριθμούς κινητών τηλεφώνων, για τους αριθμούς ατελούς κλήσεως και για τους αριθμούς πρόσθετου τέλους. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο πρόεδρος της UKE δεν κοινοποίησε το μέτρο αυτό στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ούτε στις ΕΚΑ των άλλων κρατών μελών πριν τη λήψη του.

5.        Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν μια ΕΚΑ υποχρεούται να κοινοποιήσει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου, ένα μέτρο όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης. Ιδίως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν το μέτρο αυτό, με το οποίο η ΕΚΑ επέβαλε σε έναν φορέα εκμεταλλεύσεως υποχρεώσεις σχετικές με την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς προς επίλυση μιας διαφοράς, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας και πληροί, ειδικότερα, τις δύο προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας-πλαισίου.

6.        Στις παρούσες προτάσεις θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι ένα τέτοιο μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου και πρέπει συνεπώς να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και τις ΕΚΑ των άλλων κρατών μελών καθόσον επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.

7.        Συναφώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι για την πλήρωση τής κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, οδηγίας-πλαισίου προϋποθέσεως που αφορά τον αντίκτυπο του μέτρου στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών απαιτείται να αποδειχθεί ότι το εν λόγω μέτρο δύναται να επηρεάσει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ασκώντας επιρροή, άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών µελών. Δεδομένου ότι η εκτίμηση αυτή αποτελεί πραγματικό ζήτημα, θα υποστηρίξω ότι εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να εξετάσουν το ζήτημα αυτό in concreto, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του μέτρου και των οικείων υπηρεσιών καθώς και τη θέση και τη σημασία των ενδιαφερόμενων φορέων στην αγορά.

I –    Το νομικό πλαίσιο

 Α      Η νομοθεσία της Ένωσης

1.      Η οδηγία για την πρόσβαση

8.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (4) ορίζει τα εξής:

«Εντός του πλαισίου που θεσπίζει η [οδηγία‑πλαίσιο], η παρούσα οδηγία εναρμονίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη ρυθμίζουν την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και σε συναφείς ευκολίες, καθώς και τη διασύνδεσή τους. Σκοπός είναι η θέσπιση ενός κανονιστικού πλαισίου, σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς, για τη σχέση μεταξύ προμηθευτών δικτύων και υπηρεσιών που θα έχει ως αποτέλεσμα βιώσιμο ανταγωνισμό, διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και οφέλη για τους καταναλωτές.»

9.        Το άρθρο 5 της οδηγίας για την πρόσβαση, με τίτλο «Εξουσίες και καθήκοντα των [ΕΚΑ] όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση», ορίζει τα εξής:

«1.      Οι [ΕΚΑ], ενεργώντας με γνώμονα την επίτευξη των στόχων του άρθρου 8 της [οδηγίας‑πλαισίου], ενθαρρύνουν και, κατά περίπτωση, εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, ασκώντας τις αρμοδιότητές τους κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει οικονομική απόδοση, βιώσιμο ανταγωνισμό, αποδοτική επένδυση και καινοτομία και παρέχει το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες.

Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη των μέτρων που μπορούν να ληφθούν για τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 8, οι [ΕΚΑ] πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν:

α)      στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα τελικής διασύνδεσης, υποχρεώσεις σε επιχειρήσεις που ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένης, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, της υποχρέωσης να διασυνδέουν τα δίκτυά τους όταν αυτό δεν συμβαίνει ήδη·

[...]

3.       Οι υποχρεώσεις και οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 […] εφαρμόζονται με τη διαδικασία των άρθρων 6 και 7 της [οδηγίας‑πλαισίου].

4.      Όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι [ΕΚΑ] εξουσιοδοτούνται να παρεμβαίνουν αυτοβούλως εφόσον δικαιολογείται ή, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των επιχειρήσεων, κατ’ αίτηση ενός από τα εμπλεκόμενα μέρη, προκειμένου να διασφαλίσουν τους στόχους πολιτικής του άρθρου 8 της [οδηγίας‑πλαισίου], σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και τις διαδικασίες οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 6, 7, 20 και 21 της [οδηγίας‑πλαισίου]».

10.      Το άρθρο 8 της οδηγίας για την πρόσβαση, με τίτλο «Επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων», έχει ως εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι [ΕΚΑ] να έχουν εξουσία επιβολής των υποχρεώσεων που προσδιορίζονται στα άρθρα 9 έως 13.

[...]

4.      Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, έχουν ως βάση τη φύση του προβλήματος που εντοπίστηκε, είναι αναλογικές και δικαιολογημένες, υπό το πρίσμα των στόχων που ορίζει το άρθρο 8 της [οδηγίας‑πλαισίου]. Οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται μόνο κατόπιν διαβουλεύσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας αυτής.

[...]»

2.      Η οδηγία‑πλαίσιο

11.      Οι αιτιολογικές σκέψεις 15 και 38 της οδηγίας‑πλαισίου ορίζουν τα εξής:

«(15) Είναι σημαντικό οι [ΕΚΑ] να διαβουλεύονται με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη επί των προτεινόμενων αποφάσεων και να λαμβάνουν υπόψη τους τις παρατηρήσεις τους πριν να λάβουν τελική απόφαση. Προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο δεν θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ενιαία αγορά ή σε άλλους στόχους της συνθήκης, οι [ΕΚΑ] θα πρέπει επίσης να ανακοινώνουν ορισμένα σχέδια αποφάσεων στην Επιτροπή και στις άλλες [ΕΚΑ] προκειμένου να τους παρέχεται η ευκαιρία να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Είναι σκόπιμο οι [ΕΚΑ] να διαβουλεύονται με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με όλα τα σχέδια μέτρων που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Οι περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται οι διαδικασίες των άρθρων 6 και 7 ορίζονται στην παρούσα οδηγία και στις ειδικές οδηγίες. [...]

[...]

(38)      Μέτρα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών είναι τα μέτρα που ενδέχεται να επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τη μορφή του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να δημιουργήσει φραγμό στην ενιαία αγορά. Αυτά περιλαμβάνουν μέτρα που έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε φορείς παροχής ή χρήστες σε άλλα κράτη μέλη και συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: μέτρα που επηρεάζουν τις τιμές για τους χρήστες σε άλλα κράτη μέλη. Μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα μιας επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος να παρέχει υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα παροχής υπηρεσιών σε διακρατική βάση και μέτρα που επηρεάζουν τη δομή της αγοράς ή την πρόσβαση στην αγορά, δημιουργώντας επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών.»

12.      Το άρθρο 6 της οδηγίας-πλαισίου, με τίτλο «Μηχανισμός διαβούλευσης και διαφάνειας», ορίζει τα εξής:

«Πλην των περιπτώσεων που υπάγονται στο άρθρο 7, παράγραφος 6, και στα άρθρα 20 και 21, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν οι [ΕΚΑ] σκοπεύουν να λάβουν μέτρα κατ’ εφαρμογήν της παρούσας οδηγίας, ή των ειδικών οδηγιών τα οποία έχουν σημαντική επίπτωση στη σχετική αγορά, παρέχουν στα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους για το σχέδιο μέτρου, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος [...]»

13.      Το άρθρο 7 της οδηγίας-πλαισίου έχει τον τίτλο «Εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών». Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:

«1.      Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών, οι [ΕΚΑ] λαμβάνουν υπόψη στο μέγιστο δυνατό βαθμό τους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 8, και στο βαθμό που αυτοί σχετίζονται με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.  

2.      Οι [ΕΚΑ] συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς συνεργαζόμενες μεταξύ τους και με την Επιτροπή, κατά διαφανή τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών σε όλα τα κράτη μέλη. [...]

3.      Επιπλέον της διαβούλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 6, όταν [ΕΚΑ] προτίθεται να λάβει μέτρο το οποίο:

α)      εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 15 ή 16 της παρούσας οδηγίας, των άρθρων 5 ή 8 της οδηγίας [για την πρόσβαση] ή του άρθρου 16 της οδηγίας [για την καθολική υπηρεσία], και

β)      επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών,

θέτει συγχρόνως το σχέδιο μέτρου στη διάθεση της Επιτροπής και [ΕΚΑ] των άλλων κρατών μελών, μαζί με το σκεπτικό στο οποίο βασίζεται το μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τις άλλες [ΕΚΑ]. Οι [ΕΚΑ] και η Επιτροπή μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις στην ενδιαφερόμενη [ΕΚΑ], μόνον εντός ενός μηνός ή εντός της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 6, εάν η περίοδος αυτή είναι μεγαλύτερη. Η μηνιαία προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί.

[...]»

14.      Το άρθρο 20 της οδηγίας‑πλαισίου, με τίτλο «Επίλυση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων», ορίζει τα εξής:

«1.      Σε περίπτωση διαφοράς που προκύπτει σε σχέση με υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία ή τις ειδικές οδηγίες μεταξύ επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα κράτος μέλος, η ενδιαφερόμενη [ΕΚΑ] εκδίδει, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών και υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς, το ταχύτερο δυνατό [...]

[...]

3.      Κατά την επίλυση μιας διαφοράς, η [ΕΚΑ] λαμβάνει αποφάσεις που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων τους οποίους θέτει το άρθρο 8. Οι υποχρεώσεις που μπορεί να επιβάλει η [ΕΚΑ] σε μια επιχείρηση, στο πλαίσιο της επίλυσης διαφοράς, πρέπει να τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας ή των ειδικών οδηγιών.

[...]»

3.      Η οδηγία για την καθολική υπηρεσία

15.      Το άρθρο 28 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο IV αυτής με τίτλο «Συμφέροντα και δικαιώματα τελικού χρήστη». Το άρθρο αυτό αφορά την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς και ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες από άλλα κράτη μέλη μπορούν να έχουν πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς εντός της επικράτειάς τους […].»

 Β       Το πολωνικό δίκαιο

16.      Ο νόμος περί τηλεπικοινωνιών (Ustawa Prawo telekomunikacyjne) της 16ης Ιουλίου 2004 (5), όπως ίσχυε την εποχή των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη τις διατάξεις που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης στο πλαίσιο της δέσμης τηλεπικοινωνιακών ρυθμίσεων.

17.      Το άρθρο 15 του ως άνω νόμου, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 3 αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικασία διαβουλεύσεως», σκοπεί να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6 της οδηγίας-πλαισίου. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:

«Ο πρόεδρος της UKE πριν λάβει απόφαση σχετική με:

1)      την ανάλυση της αγοράς και τον καθορισμό επιχειρήσεως τηλεπικοινωνιών ως έχουσας σημαντική ισχύ στην αγορά, ή την ακύρωση αποφάσεως επί του ιδίου θέματος,

2)      επιβολή, κατάργηση, διατήρηση, ή τροποποίηση ρυθμιστικών υποχρεώσεων που απευθύνονται σε επιχείρηση τηλεπικοινωνιών με ή χωρίς σημαντική ισχύ στην αγορά,

3)      παροχή προσβάσεως στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, όπως προβλέπεται στα άρθρα 28 έως 30,

4)      άλλα ζητήματα που ορίζει ο νόμος,

διεξάγει διαδικασία διαβουλεύσεως και παρέχει στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να υποβάλουν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους επί του σχεδίου της αποφάσεως εντός ορισμένης προθεσμίας.»

18.      Το άρθρο 18 του ίδιου νόμου περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικασία εναρμονίσεως». Το εν λόγω άρθρο σκοπεί να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 7 της οδηγίας-πλαισίου και ορίζει τα εξής:

«Εάν οι αποφάσεις που αναφέρει το άρθρο 15 δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, ο πρόεδρος της UKE κινεί διαδικασία εναρμονίσεως, συγχρόνως με τη διαδικασία διαβουλεύσεως, και διαβιβάζει τα σχέδια των αποφάσεων μαζί με το σκεπτικό τους στην Επιτροπή […] και στις εθνικές κανονιστικές αρχές των άλλων κρατών μελών.

19.      Τα άρθρα 27 και 28 του νόμου περί τηλεπικοινωνιών σκοπούν να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5 της οδηγίας για την πρόσβαση. Τα άρθρα αυτά έχουν ως εξής:

«Άρθρο 27

1.      Ο πρόεδρος της UKE μπορεί με απόφασή του να τάσσει, αυτεπαγγέλτως ή μετά από γραπτή αίτηση ενός εκ των μερών που διαπραγματεύονται τη σύναψη συμβάσεως προσβάσεως, προθεσμία ολοκληρώσεως των διαπραγματεύσεων, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 90 ημέρες από την υποβολή της αιτήσεως για τη σύναψη τέτοιας συμβάσεως.

2.      Σε περίπτωση που δεν αρχίσουν διαπραγματεύσεις, δεν παρασχεθεί πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακό δίκτυο από τον φορέα που υποχρεούται να την παράσχει ή δεν συναφθεί σύμβαση εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1, καθένα από τα μέρη μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο της UKE να εκδώσει απόφαση που να κρίνει επί των επίμαχων ζητημάτων ή να καθορίζει τους όρους συνεργασίας.

[...]

Άρθρο 28

1.       Ο πρόεδρος της UKE εκδίδει την απόφασή του περί παροχής προσβάσεως στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο εντός προθεσμίας 90 ημερών από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως του άρθρου 27, παράγραφος 2, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

1)      το συμφέρον των χρηστών των τηλεπικοινωνιακών δικτύων·

2)      τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι επιχειρήσεις τηλεπικοινωνίας·

3)      την προαγωγή των σύγχρονων υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών·

4)      τον χαρακτήρα των υφιστάμενων επίμαχων ζητημάτων και την πρακτική δυνατότητα να τεθούν σε εφαρμογή λύσεις σχετικές με τις τεχνικές και οικονομικές πτυχές της προσβάσεως, που προτείνονται από τις επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις και οι οποίες δύνανται να αποτελέσουν εναλλακτικές λύσεις·

5)      την εγγύηση:

a)      της ακεραιότητας του δικτύου και της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών,

b)      προϋποθέσεων ίσης προσβάσεως,

c)      της αναπτύξεως του ανταγωνισμού στην αγορά των υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας·

[...]

4. Η απόφαση περί παροχής προσβάσεως αντικαθιστά το τμήμα της συμβάσεως προσβάσεως που καλύπτεται από την απόφαση αυτή.

[...]

6. Η απόφαση περί παροχής προσβάσεως μπορεί να τροποποιηθεί από τον πρόεδρο της UKE μετά από αίτηση ενός εκ των ενδιαφερομένων μερών ή αυτεπαγγέλτως, όταν αυτό δικαιολογείται από την ανάγκη διασφαλίσεως της προστασίας των συμφερόντων των τελικών χρηστών, του αποτελεσματικού ανταγωνισμού ή της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών.

[...]»

20.      Το άρθρο 79, παράγραφος 1, του νόμου περί τηλεπικοινωνιών μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 28 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:

«Ο φορέας εκμεταλλεύσεως δημόσιου δικτύου τηλεπικοινωνιών εξασφαλίζει ότι οι τελικοί χρήστες του δικτύου του, καθώς και οι τελικοί χρήστες από άλλα κράτη μέλη μπορούν να έχουν πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς εντός της επικράτειας της Δημοκρατίας της Πολωνίας, εφόσον είναι τεχνικώς και οικονομικώς εφικτό, πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες ο καλούμενος συνδρομητής έχει επιβάλει περιορισμό στις κλήσεις τελικών χρηστών από συγκεκριμένες γεωγραφικές ζώνες.»

II – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

21.      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Telefonia Dialog ζήτησε από τον πρόεδρο της UKE να λάβει τα μέτρα που ήταν απαραίτητα για την τροποποίηση των όρων συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ αυτής και της T‑Mobile Polska σχετικά με την πρόσβαση των τελικών χρηστών στους μη γεωγραφικούς αριθμούς.

22.      Ο πρόεδρος της UKE, με απόφασή του της 19ης Δεκεμβρίου 2008, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 28 του νόμου περί τηλεπικοινωνιών, που μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5 της οδηγίας για την πρόσβαση, το οποίο, υπενθυμίζω, φέρει τον τίτλο «Εξουσίες και καθήκοντα των [ΕΚΑ] όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση», υποχρέωσε την Telefonia Dialog να παρέχει υπηρεσίες τερματισμού κλήσεων στο δίκτυό της έναντι αμοιβής που καθορίστηκε στην ίδια απόφαση. Η δε T‑Mobile Polska υποχρεώθηκε να εξασφαλίσει στους συνδρομητές της πρόσβαση σε ενημερωτικές και ψυχαγωγικές υπηρεσίες που παρείχε το δίκτυο της Telefonia Dialog έναντι αμοιβής που καθορίστηκε επίσης στην εν λόγω απόφαση.

23.      Στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε η T‑Mobile Polska, το Sąd Okręgowy w Warszawie (Πρωτοδικείο Βαρσοβίας) ακύρωσε την απόφαση του προέδρου της UKE με το σκεπτικό ότι αυτός δεν είχε προβεί στην απαιτούμενη από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου κοινοποίηση. Το Sąd Okręgowy w Warszavie έκρινε ότι η ως άνω απόφαση αφορούσε τους πολίτες των κρατών μελών που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες περιαγωγής της T‑Mobile Polska και επομένως επηρέαζε το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.

24.      Η απόφαση του Sąd Okręgowy επικυρώθηκε από το Sąd Apelacyjny w Warszawie (Εφετείο Βαρσοβίας).

25.      Ο πρόεδρος της UKE άσκησε αναίρεση ενώπιον του Sąd Najwyższy. Φρονεί ότι το Sąd Apelacyjny w Warszawie, καθόσον έκρινε ότι το επίδικο μέτρο είχε επίπτωση στην ενιαία αγορά, δεν ερμήνευσε ορθώς την έννοια του κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου «[αντικτύπου] στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» και κατά συνέπεια παρέβη τη διάταξη αυτή.

26.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Najwyższy αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας[-πλαισίου], σε συνδυασμό με το άρθρο 28 της οδηγίας [για την καθολική υπηρεσία], να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι κάθε μέτρο που λαμβάνει μια [ΕΚΑ] με σκοπό την τήρηση της υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο 28 της οδηγίας [για την καθολική υπηρεσία] επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, εφόσον απλώς και μόνο καθιστά δυνατή την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς εντός της επικράτειας του οικείου κράτους μέλους σε τελικούς χρήστες από άλλα κράτη μέλη;

2)      Πρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 20 της οδηγίας[-πλαισίου], να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η [ΕΚΑ] δεν μπορεί να διεξάγει διαδικασία εναρμονίσεως όταν κρίνει διαφορές μεταξύ επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και οι διαφορές αυτές αφορούν την τήρηση εκ μέρους μιας εξ αυτών των επιχειρήσεων της υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο 28 της οδηγίας [για την καθολική υπηρεσία], ακόμη και αν το εν λόγω μέτρο επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και το εθνικό δίκαιο υποχρεώνει την εν λόγω [ΕΚΑ] να διεξάγει πάντοτε διαδικασία εναρμονίσεως όταν το μέτρο δύναται να επηρεάσει το εν λόγω εμπόριο;

3)      Σε περίπτωση που στο δεύτερο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση: πρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 20 της οδηγίας[-πλαισίου] και με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που υποχρεώνουν μια [ΕΚΑ] να διεξάγει πάντοτε διαδικασία εναρμονίσεως όταν το μέτρο το οποίο λαμβάνει δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών;

III – Εισαγωγικές παρατηρήσεις

27.      Προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει τα ερωτήματα με σειρά διαφορετική από εκείνη με την οποία τα υπέβαλε το Sąd Najwyższy, για τους ακόλουθους ειδικότερα λόγους.

28.      Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο εάν μια ΕΚΑ υποχρεούται να συμμορφωθεί με τη διαδικασία κοινοποιήσεως του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου, όταν επιβάλλει, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ δύο επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα μόνο κράτος μέλος, τις υποχρεώσεις τις σχετικές με την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ένωσης στο άρθρο 28 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία.

29.      Οι περιπτώσεις στις οποίες οι ΕΚΑ υποχρεούνται να κοινοποιήσουν το σχέδιο των μέτρων τους ορίζονται ρητώς από τον νομοθέτη της Ένωσης στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου. Πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις.

30.      Η πρώτη αφορά το αντικείμενο του μέτρου. Έτσι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου, πρέπει να πρόκειται για μέτρα που «[εμπίπτουν] στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 15 ή 16 της οδηγίας [αυτής], των άρθρων 5 ή 8 της οδηγίας [για την πρόσβαση] ή του άρθρου 16 της οδηγίας [για την καθολική υπηρεσία]».

31.      Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τις επιπτώσεις του μέτρου στην ενιαία αγορά. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της οδηγίας-πλαισίου, πρέπει ειδικότερα να πρόκειται για μέτρα που «επηρεάζ[ουν] το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών».

32.      Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο διερωτάται για το πεδίο εφαρμογής της δεύτερης αυτής προϋποθέσεως. Το Sąd Najwyższy διερωτάται εάν ένα μέτρο όπως αυτό της διαφοράς της κύριας δίκης, που σκοπεί να εξασφαλίσει την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς, δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της οδηγίας-πλαισίου.

33.      Επίσης, με το δεύτερο ερώτημά του, το Sąd Najwyższy διερωτάται ως προς το πεδίο εφαρμογής της πρώτης προϋποθέσεως σχετικά με τη φύση της αποφάσεως. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ειδικότερα εάν η διαδικασία κοινοποιήσεως εφαρμόζεται σε μέτρο που λαμβάνεται βάσει του άρθρου 20 της οδηγίας-πλαισίου προς τον σκοπό της επιλύσεως διαφοράς μεταξύ φορέων εκμεταλλεύσεως της ημεδαπής.

34.      Κατόπιν των στοιχείων αυτών, εκτιμώ ότι χάριν λογικής συνοχής πρέπει να αντιστραφεί η σειρά εξετάσεως των δύο αυτών ερωτημάτων. Πράγματι, εάν κριθεί ότι μέτρο όπως αυτό της διαφοράς της κύριας δίκης, που ελήφθη στο πλαίσιο επιλύσεως διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων, δεν εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις που ορίζονται ρητώς από τον νομοθέτη της Ένωσης στο άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου, τότε δεν θα χρειάζεται να εξεταστεί εάν το μέτρο αυτό δύναται, κατά τα οριζόμενα στο στοιχείο β΄ της εν λόγω διατάξεως, να έχει επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.

IV – Η ανάλυσή μου

 Α       Επί του πεδίου εφαρμογής της προϋποθέσεως του άρθρου 7, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου, σχετικά με τη φύση του μέτρου

35.      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο εάν, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου, μια ΕΚΑ υποχρεούται να κοινοποιήσει μέτρο με το οποίο επιβάλλει σε φορέα εκμεταλλεύσεως τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών υποχρεώσεις σχετικές με την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς, όταν το μέτρο αυτό λαμβάνεται στο πλαίσιο επιλύσεως διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 20 της ως άνω οδηγίας (6).

36.      Το ερώτημα τίθεται στο μέτρο που, στο άρθρο 20 της οδηγίας-πλαισίου, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν προβαίνει στη διευκρίνιση ότι μια τέτοια απόφαση πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και στις ΕΚΑ των άλλων κρατών μελών σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 7, παράγραφος 3, της ως άνω οδηγίας.

37.      Το ερώτημα τίθεται επίσης στο μέτρο που η απόφαση αυτή δεν εμπίπτει, εκ πρώτης όψεως, στις περιπτώσεις που καθορίζονται από τον νομοθέτη της Ένωσης στο άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της εν λόγω οδηγίας.

38.      Ειδικότερα, κατά τη διάταξη αυτή, μια ΕΚΑ υποχρεούται να κοινοποιήσει τα μέτρα με τα οποία:

–        καθορίζει τη σχετική αγορά ή προβαίνει σε ανάλυση της αγοράς σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 της οδηγίας-πλαισίου·

–        εφαρμόζει τις υποχρεώσεις τις σχετικές με την πρόσβαση στα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τη διασύνδεσή τους σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας για την πρόσβαση·

–        επιβάλλει, τροποποιεί ή καταργεί, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας για την πρόσβαση, τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι φορείς εκμεταλλεύσεως οι οποίοι έχουν προσδιοριστεί ως έχοντες σημαντική ισχύ στη συγκεκριμένη αγορά, και ειδικότερα:

–        τις υποχρεώσεις διαφάνειας σχετικά με τον τρόπο διασυνδέσεως ή προσβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας για την πρόσβαση·

–        τις υποχρεώσεις αμεροληψίας σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας για την πρόσβαση·

–        τις σχετικές με τον λογιστικό διαχωρισμό υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας για την πρόσβαση

–        τις σχετικές με την πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας για την πρόσβαση, και

–        τις σχετικές με τον έλεγχο τιμών και το σύστημα κοστολογήσεως απαιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας για την πρόσβαση, και

–        διατηρεί, τροποποιεί ή καταργεί τις σχετικές με τις λιανικές αγορές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία.

39.      Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν αναφέρεται ρητώς στα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 20 της οδηγίας-πλαισίου.

40.      Εντούτοις, εκτιμώ ότι μια τέτοια απόφαση μπορεί, παρ’ όλ’ αυτά, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας κοινοποιήσεως του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου, εφόσον το μέτρο αυτό αφορά μια από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου και έχει επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας.

41.      Ειδικότερα, τo άρθρο 20 της οδηγίας-πλαίσιου είναι διάταξη αμιγώς διαδικαστικής φύσεως. Υπενθυμίζω ότι καθορίζει τους κανόνες και τη διαδικασία που εφαρμόζονται όταν μια ΕΚΑ παρεμβαίνει στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα μόνον κράτος μέλος και εκδίδει δεσμευτική απόφαση προς επίλυση της διαφοράς αυτής.

42.      Πάντως, η εφαρμογή της διαδικασίας κοινοποιήσεως δεν εξαρτάται από τη φύση της διαδικασίας κατά το πέρας της οποίας η ΕΚΑ έλαβε το εν λόγω μέτρο. Όπως συνάγεται σαφώς από τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου, η εφαρμογή της διαδικασίας αυτής εξαρτάται μόνον από το αντικείμενο του μέτρου. Πρόκειται για μέτρο που καθορίζει μια σχετική αγορά, για μέτρο που σκοπεί να εξασφαλίσει την πρόσβαση σε υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για μέτρο που έχει ως σκοπό να επιβάλει σε φορέα της αγοράς υποχρεώσεις σχετικές με τον έλεγχο των τιμών;

43.      Επομένως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να εξεταστεί το ίδιο το αντικείμενο της αποφάσεως που έλαβε ο πρόεδρος της UKE, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η απόφαση αυτή.

44.      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο πρόεδρος της UKE έλαβε το μέτρο αυτό για να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 28 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, το οποίο σκοπεί να εξασφαλίσει στους τελικούς χρήστες το δικαίωμα προσβάσεως σε μη γεωγραφικούς αριθμούς εντός της επικράτειας. Επομένως, μια τέτοια απόφαση αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

45.      Μολονότι το εν λόγω μέτρο εντάσσεται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλύσεως διαφορών του άρθρου 20 της οδηγίας-πλαισίου, το αιτούν δικαστήριο διαβεβαιώνει ότι ελήφθη βάσει των εξουσιών που απονέμει στον πρόεδρο της UKE το άρθρο 28 του νόμου περί τηλεπικοινωνιών, το οποίο μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη το άρθρο 5 της οδηγίας για την πρόσβαση. Υπενθυμίζω ότι η τελευταία αυτή διάταξη απονέμει σε κάθε ΕΚΑ το δικαίωμα, ή μάλλον την υποχρέωση, να επιβάλει στους φορείς της αγοράς υποχρεώσεις σχετικές με την πρόσβαση στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τη διασύνδεσή τους. Πρόκειται για διάταξη ουσιαστικού δικαίου στην οποία εμπίπτει προφανώς το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης μέτρο.

46.      Συνεπώς, το μέτρο που έλαβε ο πρόεδρος της UKE θεμελιώνεται, όσον αφορά το αντικείμενό του, στο άρθρο 5 της οδηγίας για την πρόσβαση, το οποίο καθορίζει τις εξουσίες και τα καθήκοντα που υπέχουν οι ΕΚΑ όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση, και, όσον αφορά τη διαδικασία, στο άρθρο 20 της οδηγίας-πλαισίου, το οποίο καθορίζει τους διαδικαστικούς κανόνες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της επιλύσεως μιας διαφοράς.

47.      Επισημαίνω συναφώς ότι ο νομοθέτης της Ένωσης συνδέει στενότατα τα μέτρα που λαμβάνονται με βάση το άρθρο 5 της οδηγίας για την πρόσβαση και τους διαδικαστικούς μηχανισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 6, 7, 20 και 21 της οδηγίας-πλαισίου. Όπως συνάγεται σαφώς από το άρθρο 5, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για την πρόσβαση, οι υποχρεώσεις και οι προϋποθέσεις που επιβάλλουν οι ΕΚΑ όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες διαβουλεύσεως και κοινοποιήσεως των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας-πλαισίου και με τήρηση, ενδεχομένως, των διαδικαστικών κανόνων των άρθρων 20 και 21 της οδηγίας-πλαισίου, εφόσον οι υποχρεώσεις και οι προϋποθέσεις αυτές επιβάλλονται στο πλαίσιο της επιλύσεως μιας εθνικής ή διασυνοριακής διαφοράς.

48.      Πάντως, στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 5 της οδηγίας για την πρόσβαση εμπίπτουν ρητώς στις περιπτώσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου. Επομένως, οι ΕΚΑ υποχρεούνται να κοινοποιήσουν τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή και στις ΕΚΑ των άλλων κρατών μελών εφόσον επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.

49.      Μια τέτοια ερμηνεία επιβεβαιώνεται από τους σκοπούς που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης στον τομέα αυτό.

50.      Πράγματι, αυτό που επιδιώκεται, όπως προκύπτει ρητώς από την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας-πλαισίου, είναι να εξασφαλισθεί ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο από τις ΕΚΑ δεν θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ενιαία αγορά. Εξάλλου, κατά την αιτιολογική σκέψη 2 της συστάσεως της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 2008 (7), οι αποφάσεις αυτές δεν πρέπει να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην πραγματοποίηση των στόχων που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης κατά τη θέσπιση ενός κανονιστικού πλαισίου για την αγορά των τηλεπικοινωνιών και οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 8 της οδηγίας-πλαισίου. Αυτό σημαίνει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης αξιώνει από τις ΕΚΑ να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ενιαίας αγοράς συνεργαζόμενες με διαφάνεια, μεταξύ τους και με την Επιτροπή, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεκτική εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται στο πλαίσιο της δέσμης τηλεπικοινωνιακών ρυθμίσεων και να αποφεύγεται κατά τον τρόπο αυτό κάθε στρέβλωση του ανταγωνισμού που θα μπορούσε να παρεμποδίσει την ανάπτυξη της αγοράς των τηλεπικοινωνιών.

51.      O αποκλεισμός από τη διαδικασία κοινοποιήσεως των μέτρων που λαμβάνουν οι ΕΚΑ στο πλαίσιο επιλύσεως μιας διαφοράς θα ήταν όμως αντίθετος προς τους σκοπούς αυτούς. Τα μέτρα αυτά είναι διοικητικής και όχι δικαστικής φύσεως και η κοινοποίησή τους προδήλως αποτελεί μέρος της συνεργασίας την οποία σκοπεί να καθιερώσει ο νομοθέτης της Ένωσης μεταξύ των ΕΚΑ και της Επιτροπής. Συνεπώς, εκτιμώ ότι ο αποκλεισμός τέτοιων μέτρων από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου δύναται να διαρρήξει την επιδιωκόμενη εναρμόνιση. Ας σημειωθεί συναφώς ότι, στην αιτιολογική σκέψη 32 της οδηγίας-πλαισίου, ο νομοθέτης της Ένωσης επισημαίνει ρητώς ότι η «παρέμβαση μιας [ΕΚΑ] στην επίλυση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα κράτος μέλος, θα πρέπει να επιδιώκει την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την […] οδηγία[-πλαίσιο] ή τις ειδικές οδηγίες», μεταξύ των οποίων υποχρεώσεων περιλαμβάνεται η απαίτηση για διαφάνεια και συνεργασία.

52.      Επισημαίνεται εξάλλου ότι, στο πλαίσιο της επιδιώξεως των εν λόγω σκοπών, η Επιτροπή διευκρίνισε, στην αιτιολογική σκέψη 4 της προαναφερθείσας συστάσεως, ότι «θα παρέχει στις [ΕΚΑ] που το επιθυμούν τη δυνατότητα να συζητούν κάθε σχέδιο μέτρου πριν από την επίσημη κοινοποίησή του δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας[-πλαισίου]».

53.      Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων, εκτιμώ κατά συνέπεια ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το μέτρο που λαμβάνεται στο πλαίσιο της επιλύσεως μιας διαφοράς και με το οποίο μια ΕΚΑ επιβάλλει σε φορέα εκμεταλλεύσεως υποχρεώσεις σχετικές με την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς, βάσει των εξουσιών και των καθηκόντων της από τα άρθρα 5 της οδηγίας για την πρόσβαση, 20 της οδηγίας-πλαισίου και 28 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας κοινοποιήσεως και συνεπώς πρέπει να κοινοποιηθεί εφόσον το μέτρο αυτό επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.

 Β —      Επί του πεδίου εφαρμογής της προϋποθέσεως του άρθρου 7, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της οδηγίας-πλαισίου, σχετικά με τον αντίκτυπο του μέτρου στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο

54.      Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο εάν, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου, ένα μέτρο με το οποίο μια ΕΚΑ σκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, να εξασφαλίσει στους τελικούς χρήστες την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς επηρεάζει οπωσδήποτε το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, έτσι ώστε ένα τέτοιο μέτρο να πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καθώς και στις ΕΚΑ των άλλων κρατών μελών.

55.      Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει ότι θα καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής της προϋποθέσεως του «[αντικτύπου του μέτρου στο] εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της οδηγίας-πλαισίου.

56.      Όπως προαναφέρθηκε, η προϋπόθεση αυτή καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας κοινοποιήσεως. Μολονότι για την εν λόγω προϋπόθεση υπάρχει πλούσια νομολογία στο πλαίσιο διαφορών σχετικών με το δίκαιο του ανταγωνισμού, εντούτοις το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί για το πεδίο εφαρμογής της στο πλαίσιο διαφορών σχετικών με τον τομέα των τηλεπικοινωνιών.

57.      Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προσδιορίζει ρητώς το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω προϋποθέσεως στην αιτιολογική σκέψη 38 της οδηγίας-πλαισίου.

58.      Πρόκειται για «μέτρα που ενδέχεται να επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τη μορφή του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να δημιουργήσει φραγμό στην ενιαία αγορά», ενώ ο νομοθέτης της Ένωσης διευκρινίζει περαιτέρω ότι τα μέτρα αυτά «περιλαμβάνουν μέτρα που έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε φορείς παροχής ή χρήστες σε άλλα κράτη μέλη».

59.      Διαπιστώνω εξαρχής ότι ο ορισμός αυτός είναι ο ίδιος με εκείνον που έχουν υιοθετήσει το Δικαστήριο και η Επιτροπή στο πλαίσιο των διαφορών που άπτονται του δικαίου του ανταγωνισμού. Υπενθυμίζω ειδικότερα ότι στην, θεμελιώδη για τη νομολογία του επί του θέματος, απόφασή του Völk (8), το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια του «[επηρεασμού] το[υ] εμπορίο[υ] μεταξύ κρατών μελών», του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, κατόπιν άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και νυν άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ), προϋποθέτει ότι η επίμαχη συμφωνία δύναται να ασκήσει «επιρροή άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική επί των εμπορικών ρευμάτων μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να βλάψει την επίτευξη των στόχων μιας ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών» (9). Δύο χρόνια αργότερα, στην απόφασή του Béguelin Import (10), το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι η έννοια του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών αναφέρεται σε συμφωνίες και πρακτικές που επηρεάζουν «αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» (11).

60.      Τον ορισμό αυτόν επανέλαβε η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ]» (12), στις οποίες θα επανέλθω.

61.      Συνεπώς, υπάρχει ταύτιση μεταξύ του ορισμού που υιοθέτησε ο νομοθέτης της Ένωσης για την έννοια του «[αντικτύπου] στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου και του ορισμού που επέλεξε για την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ.

62.      Η ταύτιση αυτή είναι απολύτως λογική δεδομένου ότι η αγορά των τηλεπικοινωνιών είναι σήμερα μια ανταγωνιστική αγορά στην οποία οι φορείς εκμεταλλεύσεως μπορούν να υιοθετήσουν συμπεριφορές δυνάμενες να αντιμετωπισθούν υπό το πρίσμα των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ.

63.      Συναφώς και όπως προκύπτει σαφώς από το κανονιστικό πλαίσιο που έχει θεσπιστεί στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, ο καθορισμός και η ανάλυση των συναφών αγορών, η θέση και η ισχύς των οικονομικών φορέων στις αγορές αυτές, καθώς και οι συνέπειες των πρακτικών που υιοθετούν οι φορείς αυτοί στις εν λόγω αγορές, στηρίζονται σε οικονομική ανάλυση η οποία βασίζεται στη μεθοδολογία του δικαίου περί ανταγωνισμού. Άλλωστε, στην αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας για την πρόσβαση, ο νομοθέτης της Ένωσης έχει ρητώς επισημάνει τούτο όσον αφορά τις υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση στα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τη διασύνδεσή τους.

64.      Υπό τις συνθήκες αυτές και συμμεριζόμενος την άποψη του συνόλου των διαδίκων που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην υπόθεση της κύριας δίκης, εκτιμώ ότι η έννοια του «[αντικτύπου στο] εμπόριο μεταξύ κρατών μελών», στην οποία αναφέρεται ο νομοθέτης της Ένωσης στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου, πρέπει να έχει το ίδιο πεδίο εφαρμογής με αυτήν του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, στην οποία στηρίζεται ο εν λόγω νομοθέτης στο πλαίσιο του δίκαιου του ανταγωνισμού, και ιδίως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, και πρέπει να εξεταστεί με την ίδια μεθοδολογία.

65.      Η μεθοδολογία αυτή καθορίστηκε στις κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες βασίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος.

66.      Κατά τις ως άνω κατευθυντήριες γραμμές, ο επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η επίμαχη συμφωνία δύναται να ασκήσει επιρροή, άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, επί των εμπορικών ρευμάτων μεταξύ κρατών μελών (13). Κατά το Δικαστήριο, η εκτίμηση αυτή πρέπει να στηρίζεται στην εξέταση ενός συνόλου αντικειμενικών στοιχείων, νομικών ή πραγματικών, εντός του πραγματικού πλαισίου στο οποίο τοποθετείται η συμφωνία (14). Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη φύση της επίμαχης συμφωνίας ή πρακτικής, τη φύση των προϊόντων που καλύπτονται καθώς και τη θέση και τη σημασία των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.

67.      Η φύση της συμφωνίας καθώς και η ισχύς των επιχειρήσεων στην αγορά παρέχουν πληροφορίες για την ικανότητα της ως άνω συμφωνίας να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Η δε φύση των προϊόντων που καλύπτονται παρέχει πληροφορίες για το κατά πόσον είναι πιθανός ο επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Ειδικότερα, όταν η αγορά ή η πώληση ενός προϊόντος εντάσσεται στο πλαίσιο διασυνοριακού εμπορίου ή εκπροσωπεί σημαντική μερίδα της δραστηριότητας μιας επιχειρήσεως που επιθυμεί να εγκατασταθεί ή να διευρύνει τις δραστηριότητές της σε άλλα κράτη μέλη, είναι ευχερέστερο να αποδειχθεί ότι μια τέτοια συμφωνία μπορεί να έχει επιπτώσεις στην ενιαία αγορά.

68.      Εξάλλου, κατά τις κατευθυντήριες γραμμές, ο επηρεασμός του εμπορίου κατά την έννοια των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ προϋποθέτει ότι η επίμαχη συμφωνία ή πρακτική δύναται να έχει ένα ελάχιστο επίπεδο διασυνοριακών επιπτώσεων (15) που αφορούν δύο τουλάχιστον κράτη μέλη. Το κριτήριο του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών περιλαμβάνει ένα ποσοτικό στοιχείο που περιορίζει τη δυνατότητα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στις συμφωνίες και τις πρακτικές που δύνανται να έχουν συνέπειες κάποιας εκτάσεως. Η εκτίμηση όσον αφορά τον αισθητό χαρακτήρα εξαρτάται και αυτή από τις περιστάσεις της κάθε περιπτώσεως και ιδίως από τη φύση της επίμαχης συμφωνίας ή πρακτικής, τη φύση των προϊόντων που καλύπτει η συμφωνία ή η πρακτική και τη θέση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στην αγορά (16).

69.      Όπως επισήμανα, κρίνω ότι η εκτίμηση του κατά πόσον επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών από μέτρο που έχει ληφθεί από ΕΚΑ πρέπει να βασιστεί στην ίδια μεθοδολογία.

70.      Η κρίση αυτή αποτελεί, κατ’ εμέ, πραγματικό ζήτημα και εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποφανθούν για την κάθε περίπτωση. Επομένως οι εν λόγω αρχές πρέπει να εκτιμήσουν εάν το μέτρο που σχεδιάζουν να λάβουν δύναται να επηρεάσει αισθητά ή σημαντικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ασκώντας επιρροή άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών μελών. Η σχετική εκτίμησή τους πρέπει να θεμελιώνεται, ιδίως, στη φύση του μέτρου και των υπηρεσιών που αφορά καθώς και στη θέση και τη σημασία των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στην αγορά (17).

71.      Στην αιτιολογική σκέψη 38 της οδηγίας-πλαισίου, ο νομοθέτης της Ένωσης συντάσσει τον μη εξαντλητικό κατάλογο των μέτρων που δύνανται να επηρεάσουν αισθητά τους φορείς εκμεταλλεύσεως ή τους χρήστες σε άλλα κράτη μέλη. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα μέτρα που επηρεάζουν τη δομή της αγοράς ή δημιουργούν φραγμό στην πρόσβαση στην αγορά, επιφέροντας έτσι συνέπειες για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη. Περιλαμβάνει επίσης τα μέτρα που επηρεάζουν τις τιμές για τους χρήστες σε άλλα κράτη μέλη καθώς και αυτά που επηρεάζουν την ικανότητα μιας επιχειρήσεως που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος να παρέχει υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

72.      Έτσι, για παράδειγμα, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα μέτρα τα σχετικά με τον καθορισμό των τελών τερματισμού κλήσεων (18) έχουν συνέπειες στους φορείς εκμεταλλεύσεως των άλλων κρατών μελών και επομένως τέτοια μέτρα πρέπει να της κοινοποιούνται προηγουμένως σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου (19). Όσον αφορά τα τέλη τερματισμού κλήσεων, η Επιτροπή εκτιμά ότι είναι μια συνιστώσα τις τιμής της κλήσεως μεταξύ των πελατών φορέων εκμεταλλεύσεως διαφορετικών δικτύων και περιλαμβάνονται στον τηλεφωνικό λογαριασμό του καλούντος πελάτη και επομένως το μέτρο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει αισθητά τους χρήστες. Εκτιμά επίσης ότι το επίπεδο των τελών τερματισμού κλήσεων έχει άμεση επιρροή στην ικανότητα των φορέων εκμεταλλεύσεως που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο οικείο κράτος μέλος ανάλογα με τα τέλη τερματισμού κλήσεων που έχουν καθοριστεί.

73.      Ομοίως, η Επιτροπή κρίνει ότι τα μέτρα με τα οποία μια ΕΚΑ καθορίζει τις τιμές χονδρικής για παροχή προσβάσεως σε internet υψηλής ταχύτητας καθώς και τον τρόπο υπολογισμού τους πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο προηγούμενης κοινοποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου.

74.      Συνεπώς, στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει in concreto εάν το επίμαχο μέτρο, που έχει ληφθεί προκειμένου να εξασφαλιστεί στους τελικούς χρήστες η πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς, δύναται, κατά τον ίδιο τρόπο, να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, ώστε να πληρούται το σύνολο των προϋποθέσεων της διαδικασίας κοινοποιήσεως.

75.      Επομένως, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη προς τούτο τη φύση του μέτρου αυτού καθώς και τη φύση των οικείων υπηρεσιών.

76.      Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το εν λόγω μέτρο υποχρεώνει την T‑Mobile Polska να εξασφαλίσει στους τελικούς χρήστες που διαμένουν προσωρινά εντός της εθνικής επικράτειας και χρησιμοποιούν το δίκτυό της στο πλαίσιο της περιαγωγής πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς.

77.      Υπενθυμίζω ότι, κατά το άρθρο 2, στοιχεία δ΄ και στ΄, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, «μη γεωγραφικός αριθμός» είναι αριθμός ο οποίος περιλαμβάνεται στο εθνικό σχέδιο αριθμοδοτήσεως, η ακολουθία των ψηφίων του οποίου δεν περιέχει καμία γεωγραφική ένδειξη από αυτές που χρησιμοποιούνται για τη δρομολόγηση των κλήσεων προς τον φυσικό τόπο του σημείου τερματισμού του δικτύου. Πρόκειται ιδίως για τους αριθμούς κινητών τηλεφώνων, για τους αριθμούς ατελούς κλήσεως και για τους αριθμούς πρόσθετου τέλους.

78.      Στην υπό κρίση υπόθεση αντιλαμβάνομαι επίσης ότι το επίμαχο μέτρο καθορίζει τον τρόπο τιμολογήσεως της υπηρεσίας προσβάσεως στους μη γεωγραφικούς αριθμούς στο πλαίσιο της συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ της T‑Mobile Polska και της Telefonia Dialog.

79.      Εκτιμώ ότι τα στοιχεία αυτά τείνουν να αποδείξουν ότι το μέτρο αυτό είναι ικανό να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.

80.      Αφενός, η πρόσβαση στους μη γεωγραφικούς αριθμούς την οποία υποχρεούται να παράσχει η T‑Mobile Polska προσφέρεται όχι μόνο στους τελικούς χρήστες του δικτύου της επιχειρήσεως αυτής αλλά και σε όσους χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες της στο πλαίσιο της περιαγωγής. Όπως όμως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η περιαγωγή, το κοινώς καλούμενο «roaming», συνεπάγεται μια διασυνοριακή διάσταση της επικοινωνίας. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η T‑Mobile Polska διευκρίνισε εξάλλου ότι είχε συνάψει περισσότερες από 140 συμβάσεις περιαγωγής με φορείς εκμεταλλεύσεως των διαφόρων κρατών μελών.

81.      Αφετέρου, το επίμαχο μέτρο καθορίζει τις τιμές των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών καθώς και τους όρους αναθεωρήσεως των τιμών αυτών. Εάν οι όροι αυτοί έχουν ενσωματωθεί στο πλαίσιο της συμβάσεως με την T‑Mobile Polska, δύνανται, κατ’ εμέ, να έχουν άμεσες συνέπειες για τον τελικό χρήστη, καθόσον αποτελούν συνιστώσα του κόστους κλήσεως και, για τον λόγο αυτό, επηρεάζουν το ύψος του τηλεφωνικού λογαριασμού του καλούντος πελάτη. Υπό τις συνθήκες αυτές, έχω την εντύπωση ότι ένα τέτοιο μέτρο δύναται να επηρεάσει αισθητά τους χρήστες. Εξάλλου, δεν είναι αδύνατον, όπως έκρινε το Sąd Apelacyjny w Warszawie, να έχει επίσης επιπτώσεις στις συνθήκες προσβάσεως στην αγορά για τους φορείς εκμεταλλεύσεως και ειδικότερα για εκείνους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη.

82.      Επίσης, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη τη θέση και τη σημασία των οικείων επιχειρήσεων στην αγορά και ιδίως της T‑Mobile Polska. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου, καθώς και τα στοιχεία που γνωστοποίησε η T‑Mobile Polska κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η επιχείρηση αυτή είναι ένας από τους κύριους φορείς τηλεπικοινωνιών στην Πολωνία και στην Ανατολική Ευρώπη. Το 2006, όπως προκύπτει από την απόφαση Polska Telefonia Cyfrowa (20), ο πρόεδρος της UKE έκρινε ότι η εν λόγω επιχείρηση διέθετε σημαντική ισχύ στην αγορά των υπηρεσιών τερματισμού φωνητικών κλήσεων και της επέβαλε, για τον λόγο αυτό, ορισμένες κανονιστικές υποχρεώσεις (21). Το 2008 το μερίδιο αγοράς της T‑Mobile Polska ήταν 29 % και το 2013 27 %. Οι πληροφορίες αυτές σχετικά με τη σημασία της T‑Mobile Polska στην αγορά τείνουν προφανώς να αποδείξουν ότι ο επικοινωνιακός όγκος που διακινείται από το δίκτυο της επιχειρήσεως αυτής, μεταξύ των οποίων και κλήσεις προς μη γεωγραφικούς αριθμούς, είναι σημαντικός.

83.      Μολονότι τα στοιχεία αυτά παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την ικανότητα του επίμαχου μέτρου να έχει επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, εκτιμώ ότι δεν επαρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το ενδοκοινοτικό εμπόριο είναι δυνατόν να επηρεαστεί αισθητά. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, βάσει του συνόλου των στοιχείων που διαθέτει στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, να προσδιορίσει το ακριβές μέγεθος του αντικτύπου αυτού.

84.      Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, εκτιμώ κατά συνέπεια ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μέτρο με το οποίο μια ΕΚΑ σκοπεί, βάσει του άρθρου 28 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, να εξασφαλίσει την πρόσβαση των τελικών χρηστών στους μη γεωγραφικούς αριθμούς είναι ικανό να έχει αντίκτυπο επί των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, εφόσον το μέτρο αυτό δύναται να επηρεάσει αισθητά το μεταξύ τους εμπόριο ασκώντας επιρροή άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών μελών.

85.      Η εκτίμηση αυτή αποτελεί πραγματικό ζήτημα και εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποφανθούν κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του μέτρου και των υπηρεσιών που αφορά καθώς και τη θέση και τη σημασία των ενδιαφερομένων φορέων εκμεταλλεύσεως στην αγορά.

 Γ —      Επί του τρίτου ερωτήματος

86.      Δεδομένων των απαντήσεων που προτείνω για τα δύο πρώτα ερωτήματα, εκτιμώ ότι παρέλκει η εξέταση του τρίτου ερωτήματος που θέτει το αιτούν δικαστήριο. Εξάλλου, όπως επισήμανα, από το κείμενο της πολωνικής νομοθεσίας, όπως αυτό προκύπτει από τα έγγραφα που έχω στη διάθεσή μου, συνάγεται ότι η πολωνική νομοθεσία δεν παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις που έχει προβλέψει ο νομοθέτης της Ένωσης στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου.

V –    Πρόταση

87.      Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Sąd Najwyższy ως εξής:

1)      Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το μέτρο που λαμβάνεται στο πλαίσιο της επιλύσεως μιας διαφοράς και με το οποίο εθνική κανονιστική αρχή επιβάλλει σε φορέα εκμεταλλεύσεως υποχρεώσεις σχετικές με την πρόσβαση σε μη γεωγραφικούς αριθμούς, βάσει των εξουσιών και των καθηκόντων της από τα άρθρα 5 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση), 20 της οδηγίας 2002/21 και 28 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας κοινοποιήσεως και συνεπώς πρέπει να κοινοποιηθεί εφόσον το μέτρο αυτό επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.

2)      Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/21 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το μέτρο με το οποίο μια εθνική κανονιστική αρχή σκοπεί, βάσει του άρθρου 28 της οδηγίας 2002/22, να εξασφαλίσει την πρόσβαση των τελικών χρηστών στους μη γεωγραφικούς αριθμούς είναι ικανό να έχει αντίκτυπο επί των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, εφόσον το μέτρο αυτό δύναται να επηρεάσει αισθητά το μεταξύ τους εμπόριο ασκώντας επιρροή άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών μελών.

Η εκτίμηση αυτή αποτελεί πραγματικό ζήτημα και εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποφανθούν κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του μέτρου και των υπηρεσιών που αφορά καθώς και τη θέση και τη σημασία των ενδιαφερομένων φορέων εκμεταλλεύσεως στην αγορά.


1 —      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 —      ΕΕ L 108, σ. 33, στο εξής: οδηγία‑πλαίσιο.


3 —      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) (ΕΕ L 108, σ. 51).


4 —      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (ΕΕ L 108, σ. 7).


5 —      Dz. U. αριθ. 171, θέση 1800.


6 —      Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η πολωνική νομοθεσία δεν παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ένωσης στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου.


7 —      Σύσταση για τις κοινοποιήσεις, τις προθεσμίες και τις διαβουλεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 301, σ. 23).


8 —      5/69, EU:C:1969:35.


9 —      Σκέψη 5.


10 —      22/71, EU:C:1971:113.


11 —      Σκέψη 16. Η υπογράμμιση δική μου.


12 —      ΕΕ 2004, C 101, σ. 81, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές.


13 —      Βλ. σημείο 23 των κατευθυντηρίων γραμμών.


14 —      Απόφαση Völk (EU:C:1969:35, σκέψεις 5 και 7).


15 —      Βλ. σημείο 13 των κατευθυντηρίων γραμμών.


16 —      Βλ. σημείο 28 των κατευθυντηρίων γραμμών.


17 —      Βλ. ενδεικτικώς, απόφαση Javico (C‑306/96, EU:C:1998:173, σκέψη 17).


18 —      Πρόκειται για τις τιμές χονδρικής που χρεώνουν οι φορείς εκμεταλλεύσεως του συνδρομητή που δέχεται μια κλήση σε κινητό τηλέφωνο στον φορέα εκμεταλλεύσεως του δικτύου του καλούντος για την προώθηση ή τον «τερματισμό» μιας κλήσεως.


19 —      Βλ. δελτία τύπου της Επιτροπής της 25ης Ιουνίου 2009 και 24ης Ιουνίου 2010, διαθέσιμα στις ακόλουθες διαδικτυακές διευθύνσεις: http://europa.eu/rapid/press-release_IP-09-1008_fr.htm?locale=FR και http://europa.eu/rapid/press-release_IP-10-804_fr.htm.


20 —      C‑410/09, EU:C:2011:294.


21 —      Σκέψη 4.