Language of document : ECLI:EU:C:2015:37

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 28ης Ιανουαρίου 2015 (*)

«Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις — Συμβάσεις καταναλωτών — Καταναλωτής, κάτοικος κράτους μέλους, ο οποίος αγόρασε τίτλους εκδοθέντες από τράπεζα εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, από ενδιάμεσο εγκατεστημένο σε τρίτο κράτος μέλος — Δικαιοδοσία επί αγωγών που στρέφονται κατά της εκδότριας των εν λόγω τίτλων τράπεζας»

Στην υπόθεση C‑375/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Handelsgericht Wien (Αυστρία) με απόφαση της 20ής Ιουνίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιουλίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης

Harald Kolassa

κατά

Barclays Bank plc,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τον L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, την K. Jürimäe, τους J. Malenovský, M. Safjan (εισηγητή) και την A. Prechal, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Μαΐου 2014,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο Η. Kolassa, εκπροσωπούμενος από τον P. Miller, Rechtsanwalt,

–        η Barclays Bank plc, εκπροσωπούμενη από τον H. Bielesz, Rechtsanwalt,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και τη J. Kemper,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη M. Bulterman,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις B. Eggers και A.‑M. Rouchaud-Joët,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 5, σημεία 1, στοιχείο α΄, και 3, καθώς και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Η. Kolassa, κατοίκου Βιέννης (Αυστρία), και της Barclays Bank plc (στο εξής: Barclays Bank), η οποία εδρεύει στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), με αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως δυνάμει συμβατικής, προσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης της τράπεζας αυτής λόγω απώλειας της αξίας επενδύσεως χρηματοοικονομικού χαρακτήρα την οποία είχε πραγματοποιήσει διά τίτλου εκδοθέντος από την εν λόγω τράπεζα.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 και 11 έως 15 του κανονισμού 44/2001 ορίζουν τα εξής:

«(2)      Ορισμένες διαφορές μεταξύ των εθνικών κανόνων για τη δικαιοδοσία και την αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων δυσχεραίνουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Είναι ουσιώδης η θέσπιση διατάξεων σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και σχετικά με την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών που δεσμεύονται από τον ανά χείρας κανονισμό.

[...]

(11)      Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.

(13)      Στις συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας […] είναι σκόπιμο να προστατεύεται ο αδύναμος διάδικος με ευνοϊκότερους για τα συμφέροντά του κανόνες δικαιοδοσίας.

(14)      Η αυτονομία των μερών μιας σύμβασης όσον αφορά τον καθορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου πρέπει να τηρείται με την επιφύλαξη των αποκλειστικών βάσεων δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό, εκτός εάν πρόκειται για συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας, όπου επιτρέπεται μόνον περιορισμένη αυτονομία.

(15)      Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε δύο κράτη μέλη. [...]»

4        Τα άρθρα 2 έως 31 του εν λόγω κανονισμού, τα οποία περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο II του κανονισμού αυτού, αφορούν τους κανόνες δικαιοδοσίας.

5        Το τμήμα 1 του εν λόγω κεφαλαίου II, το οποίο επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», περιλαμβάνει το άρθρο 2, του οποίου η παράγραφος 1 έχει ως εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

6        Κατά το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, του ίδιου κανονισμού:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

1)      α)     ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·

β)      για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:

–        εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων,

–        εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών·

γ)      το στοιχείο α΄ εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β΄·

[...]

3)      ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός».

7        Στο τμήμα 4 του ίδιου κεφαλαίου II, το οποίο επιγράφεται «Διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών», περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 15 του κανονισμού 44/2001, το οποίο ορίζει στην παράγραφό του 1 τα εξής:

«Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5:

α)      όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τμήματος ή

β)      όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή

γ)      σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.»

8        Το άρθρο 16 του κανονισμού 44/2001, το οποίο περιλαμβάνεται στο ίδιο τμήμα 4 του κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού, προβλέπει στις παραγράφους του 1 και 2 τα εξής:

«1.      Η αγωγή καταναλωτή κατά του αντισυμβαλλόμενου μπορεί να ασκηθεί είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο αντισυμβαλλόμενος είτε ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του καταναλωτή.

2.      Η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής.»

9        Το κεφάλαιο II του εν λόγω κανονισμού περιλαμβάνει επίσης το τμήμα 8, με τίτλο «Έρευνα της διεθνούς δικαιοδοσίας και του παραδεκτού», στο οποίο συγκαταλέγονται τα άρθρα 25 και 26 του κανονισμού αυτού, τα οποία ορίζουν τα εξής:

«Άρθρο 25

Το δικαστήριο κράτους μέλους διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, εφόσον καλείται να κρίνει, ως κύριο ζήτημα, διαφορά για την οποία δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22.

Άρθρο 26

1.      Όταν πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και δεν παρίσταται, το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους του παρόντος κανονισμού.

2.      Ο δικαστής υποχρεούται να αναστείλει τη διαδικασία εφόσον δεν διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος αυτός ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο εντός της αναγκαίας για την άμυνά του προθεσμίας ή ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια για το σκοπό αυτό.

[…]»

 Το αυστριακό δίκαιο

10      Το άρθρο 11 του νόμου περί κεφαλαιαγοράς (Kapitalmarktgesetz), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, όριζε τα εξής:

«1.      Ευθύνονται για τη ζημία που υπέστη επενδυτής εμπιστευόμενος τα στοιχεία ενημερωτικού δελτίου ή τα λοιπά απαιτούμενα βάσει του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου στοιχεία (άρθρο 6), τα οποία είναι κρίσιμα για την εκτίμηση των κινητών αξιών ή των επενδύσεων:

1)      ο εκδότης για τα ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία που οφείλονται σε δική του υπαιτιότητα ή σε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπ’ αυτού ή άλλων προσώπων που χρησιμοποίησε για την έκδοση του ενημερωτικού δελτίου·

2)      ο ελεγκτής του ενημερωτικού δελτίου για εσφαλμένους ή ελλιπείς ελέγχους από δική του υπαιτιότητα ή από υπαιτιότητα των προστηθέντων υπ’ αυτού ή άλλων προσώπων που χρησιμοποίησε για τον έλεγχο του ενημερωτικού δελτίου·

[…]

3)      το πρόσωπο που έλαβε στο όνομά του ή για λογαριασμό τρίτου τη συμβατική δέσμευση του επενδυτή και ο μεσίτης της συμβάσεως, εάν τα πρόσωπα αυτά ασχολούνται εξ επαγγέλματος με την εμπορία ή τη μεσιτεία κινητών αξιών ή επενδύσεων και τα ίδια ή οι προστηθέντες υπ’ αυτών γνώριζαν ή από βαριά αμέλεια αγνοούσαν τον ανακριβή ή ελλιπή χαρακτήρα των στοιχείων του σημείου 1 ή του ελέγχου […]

2.      Σε περίπτωση που ο εκδότης των κινητών αξιών ή των επενδυτικών τίτλων είναι αλλοδαπός, η προβλεπόμενη στο πρώτο σημείο της ανωτέρω παραγράφου 1 αστική ευθύνη βαρύνει και το πρόσωπο που πρότεινε στην Αυστρία την προσφορά για την οποία απαιτείται η έκδοση ενημερωτικού δελτίου.

3.      Όταν η ευθύνη βαρύνει περισσότερα του ενός πρόσωπα, τότε αυτά είναι συνοφειλέτες εις ολόκληρον. Η ευθύνη καθενός δεν περιορίζεται από το γεγονός ότι και άλλοι οφείλουν να αποκαταστήσουν την ίδια ζημία.

4.      Η ευθύνη δεν μπορεί ούτε να αποκλειστεί ούτε να περιοριστεί εκ των προτέρων εις βάρος των επενδυτών.

[…]

8.      Αξιώσεις αποζημιώσεως οι οποίες στηρίζονται στην παράβαση άλλων νομοθετικών διατάξεων ή στην παράβαση συμβάσεων δεν θίγονται από τις ανωτέρω διατάξεις.»

11      Το άρθρο 26 του νόμου περί επενδυτικών κεφαλαίων (Investmentfondsgesetz), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, προέβλεπε τα εξής:

«1.      Πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, ο αγοραστής μεριδίων αλλοδαπών αμοιβαίων κεφαλαίων πρέπει να λαμβάνει δωρεάν τους όρους των αμοιβαίων κεφαλαίων και/ή το καταστατικό της εταιρίας επενδύσεων, ενημερωτικό δελτίο της αλλοδαπής εταιρίας επενδύσεων και αντίγραφο της αιτήσεως περί συνάψεως της συμβάσεως. Στο έντυπο της αιτήσεως πρέπει να αναγράφεται το ύψος της προμήθειας εκδόσεως καθώς και η αμοιβή που πρέπει να καταβάλλεται ετησίως στην εταιρία επενδύσεων.

2.      Το ενημερωτικό δελτίο πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που έχουν ιδιαίτερη σημασία, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, για την εκτίμηση των μεριδίων των αλλοδαπών αμοιβαίων κεφαλαίων. […] Το ενημερωτικό δελτίο πρέπει, επίσης, να περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία:

1)      το όνομα ή την εταιρική επωνυμία, τη νομική μορφή, την έδρα και το ίδιο κεφάλαιο (εταιρικό κεφάλαιο μείον τις υπολειπόμενες εισφορές συν τα αποθεματικά) της αλλοδαπής εταιρίας επενδύσεων, της επιχειρήσεως που καθορίζει τον τρόπο επενδύσεως των κατατεθειμένων χρημάτων (εταιρία διαχειρίσεως), της επιχειρήσεως που ανέλαβε τη διάθεση των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων στην αγορά (εταιρία διαθέσεως), και της τράπεζας στην οποία φυλάσσονται οι τίτλοι·

2)      την εταιρική επωνυμία, την έδρα και τη διεύθυνση του εκπροσώπου και των οργανισμών πληρωμής·

3)      τα αγαθά που πρέπει να αποκτηθούν ως περιουσιακά στοιχεία του κεφαλαίου, τις αρχές βάσει των οποίων επιλέγονται τα εν λόγω αγαθά, τη δυνατότητα κτήσεως εισηγμένων τίτλων μόνον προς χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση (διευκρινίζοντας, ενδεχομένως, τα χρηματιστήρια στα οποία πρέπει να εισαχθούν οι τίτλοι αυτοί), τον τρόπο χρησιμοποιήσεως των προσόδων του κεφαλαίου καθώς και τη δυνατότητα φυλάξεως μέρους της περιουσίας του κεφαλαίου με τη μορφή τραπεζικής καταθέσεως (και, ενδεχομένως, το ύψος αυτής)·

4)      τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι μεριδιούχοι μπορούν να απαιτήσουν την καταβολή του μέρους της περιουσίας που αντιστοιχεί στα μερίδιά τους, καθώς και τους αρμόδιους προς τούτο οργανισμούς.

[…] Η ακρίβεια και η πληρότητα του ενημερωτικού δελτίου και των τροποποιήσεών του πρέπει να ελέγχονται από τον εκπρόσωπο ως ελεγκτή του ενημερωτικού δελτίου. Για την έκδοση, την τροποποίηση και τον έλεγχο του ενημερωτικού δελτίου καθώς και για την ευθύνη σχετικά με το περιεχόμενό του ισχύουν κατ’ αναλογίαν οι διατάξεις του [νόμου περί κεφαλαιαγοράς] τόσο έναντι του εκδότη όσο και έναντι του ελεγκτή του ενημερωτικού δελτίου. […]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

12      Ο H. Kolassa επένδυσε ως καταναλωτής, με τη διαμεσολάβηση της αυστριακής τράπεζας direktanlage.at AG (στο εξής: direktanlage.at), 68 180,36 ευρώ σε παραστατικά X1 Global EUR Index (στο εξής: παραστατικά). Τα παραστατικά αυτά εκδόθηκαν από την Barclays Bank, η οποία είναι καταχωρισμένη στο εμπορικό μητρώο του Ηνωμένου Βασιλείου και διαθέτει επίσης υποκατάστημα στη Φρανκφούρτη επί του Μάιν (Γερμανία).

13      Κατά την έκδοση των εν λόγω παραστατικών, η Barclays Bank διένειμε ένα βασικό ενημερωτικό δελτίο το οποίο έφερε ως ημερομηνία την 22α Σεπτεμβρίου 2005. Τα παραστατικά αυτά υπόκεινται σε γενικούς όρους οι οποίοι γνωστοποιήθηκαν στο κοινό στις 20 Δεκεμβρίου 2005. Κατόπιν αιτήσεως της Barclays Bank, το εν λόγω βασικό ενημερωτικό δελτίο διανεμήθηκε και στην Αυστρία. Η δημόσια προσφορά εγγραφής διήρκεσε από τις 20 Δεκεμβρίου 2005 έως τις 24 Φεβρουαρίου 2006, ενώ τα παραστατικά εκδόθηκαν στις 31 Μαρτίου 2006. Το ποσό πρέπει να επιστραφεί το 2016. Οι όροι του ομολογιακού δανείου προβλέπουν επίσης τη δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως εγγραφής.

14      Τα εν λόγω παραστατικά έχουν τη μορφή χρεογράφων πληρωτέων στον κομιστή. Το προς επιστροφή ποσό και, συνεπώς, η αξία των εν λόγω χρεογράφων καθορίζονται βάσει δείκτη ο οποίος σχηματίζεται από χαρτοφυλάκιο με πολλά υποκείμενα κεφάλαια, με αποτέλεσμα η αξία αυτή να συνδέεται άμεσα με το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο. Το χαρτοφυλάκιο έπρεπε να συσταθεί και να τελεί υπό τη διαχείριση της εταιρίας X1 Fund Allocation GmbH, στην οποία η Barclays Bank ανέθεσε την επένδυση των χρημάτων που θα προέκυπταν από την έκδοση των παραστατικών. Τα χρήματα αυτά απωλέσθηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους. Συγκεκριμένα, η αξία των εν λόγω παραστατικών υπολογίζεται σε μηδέν ευρώ, γεγονός το οποίο εντούτοις αμφισβητήθηκε από τον H. Kolassa.

15      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα παραστατικά αυτά πωλήθηκαν σε θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι τα μεταπώλησαν ιδίως σε καταναλωτές. Εν προκειμένω, η εταιρία direktanlage.at παρήγγειλε τα παραστατικά που επιθυμούσε ο H. Kolassa από τη γερμανική μητρική εταιρία της, δηλαδή την εδρεύουσα στο Μόναχο (Γερμανία) DAB Bank AG, η οποία με τη σειρά της τα απέκτησε από την Barclays Bank. Κάθε παραγγελία διαβιβάστηκε και εκτελέστηκε στο όνομα των οικείων εταιριών. Σύμφωνα με τους γενικούς όρους συναλλαγών της, η direktanlage.at εκτέλεσε την παραγγελία του H. Kolassa σε «λογαριασμό χρεογράφων», δηλαδή διακράτησε, ως κεφάλαιο καλύψεως, τα παραστατικά στο Μόναχο στο όνομά της και για λογαριασμό των πελατών της. Ο H. Kolassa είχε μόνον αξίωση παραδόσεως των παραστατικών από την αντίστοιχη μερίδα στο κεφάλαιο καλύψεως, τα οποία όμως δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν στο όνομά του.

16      Ως ζημιωθείς επενδυτής, ο H. Kolassa άσκησε αγωγή ενώπιον του Handelsgericht Wien για να ζητήσει την καταβολή αποζημιώσεως ύψους 73 705,07 ευρώ λόγω συμβατικής, προσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης της Barclays Bank. Υποστήριξε δε ότι, εάν η εν λόγω τράπεζα είχε ενεργήσει νομίμως, δεν θα είχε πραγματοποιήσει τη συγκεκριμένη επένδυση, αλλά θα είχε τοποθετήσει το κεφάλαιό του σε χαρτοφυλάκιο ποικίλης συνθέσεως με ουδέτερο προσανατολισμό, γεγονός το οποίο θα του παρείχε τη δυνατότητα να λάβει κατά τη λήξη το αιτούμενο ποσό, δηλαδή το ποσό που είχε επενδύσει πλέον τόκων.

17      Ο H. Kolassa υποστηρίζει ότι το εν λόγω δικαστήριο είναι αρμόδιο, κυρίως, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001 ή, επικουρικώς, βάσει του άρθρου 5, σημεία 1, στοιχείο α΄, και 3, του κανονισμού αυτού.

18      Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Barclays Bank αμφισβητεί τόσο τις αιτιάσεις του Η. Kolassa επί της ουσίας όσο και τη δικαιοδοσία του επιληφθέντος δικαστηρίου.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Handelsgericht Wien αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      α)     Όσον αφορά το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, έχει η φράση ‟[σ]ε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή” της [διατάξεως αυτής] την έννοια ότι:

i)      μπορεί ο ενάγων, ο οποίος ως καταναλωτής αγόρασε στη δευτερογενή αγορά χρεόγραφο πληρωτέο στον κομιστή και, στη συνέχεια, προβάλλει αξιώσεις κατά του εκδότη του χρεογράφου βάσει των όρων του ομολογιακού δανείου, λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων ενημερώσεως και ελέγχου, καθώς και λόγω της ευθύνης του εκδότη δυνάμει του ενημερωτικού δελτίου, να επικαλεστεί την προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη δωσιδικία, στην περίπτωση που ο ενάγων υπεισήλθε, διά της αγοράς του χρεογράφου από τρίτο, στη συμβατική σχέση που συνδέει τον αρχικό ομολογιούχο δανειστή με τον εκδότη;

ii)      σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, υπό α΄, σημείο i, μπορεί ο ενάγων να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 15 του κανονισμού 44/2001 δωσιδικία και στην περίπτωση που ο τρίτος, από τον οποίο αγόρασε το χρεόγραφο, το είχε αποκτήσει ο ίδιος κατά το παρελθόν για σκοπό ο οποίος μπορεί να υπαχθεί στην επαγγελματική δραστηριότητά του, δηλαδή στην περίπτωση που ο ενάγων απέκτησε το χρεόγραφο από πρόσωπο το οποίο δεν είναι καταναλωτής, και

iii)      σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, υπό α΄, σημεία i και ii, μπορεί ο ενάγων να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 15 του κανονισμού 44/2001 δωσιδικία και στην περίπτωση που κομιστής του χρεογράφου δεν είναι ο ίδιος ο ενάγων, αλλά ο τρίτος στον οποίο ο ενάγων ανέθεσε να προμηθευτεί το χρεόγραφο, δεδομένου ότι, βάσει των συμφωνηθέντων, ο εν λόγω τρίτος, που δεν είναι ο ίδιος καταναλωτής, κατέχει το συγκεκριμένο χρεόγραφο στο όνομά του και για λογαριασμό του ενάγοντος, ο οποίος έχει μόνον ενοχικής φύσεως αξίωση περί παραδόσεως;

β)      σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, υπό α΄, σημείο i, έχει το δικαστήριο το οποίο καλείται να αποφανθεί επί συμβατικών αξιώσεων που απορρέουν από την κτήση ομολογιών, συντρέχουσα δωσιδικία, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, και για αξιώσεις εξ αδικοπραξίας;

2)      α)     Όσον αφορά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001, έχει η φράση ‟ως προς διαφορές εκ συμβάσεως” της [διατάξεως αυτής] την έννοια ότι:

i)      μπορεί ο ενάγων, ο οποίος αγόρασε στη δευτερογενή αγορά χρεόγραφο πληρωτέο στον κομιστή και, στη συνέχεια, προβάλλει αξιώσεις κατά του εκδότη του χρεογράφου βάσει των όρων του ομολογιακού δανείου, λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων ενημερώσεως και ελέγχου, καθώς και λόγω της ευθύνης του εκδότη δυνάμει του ενημερωτικού δελτίου, να επικαλεστεί την προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη δωσιδικία, στην περίπτωση που ο ενάγων υπεισήλθε, διά της αγοράς του χρεογράφου από τρίτο, στη συμβατική σχέση που συνδέει τον αρχικό ομολογιούχο δανειστή με τον εκδότη, και

ii)      σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, υπό α΄, σημείο i, μπορεί ο ενάγων να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 15, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001 δωσιδικία και στην περίπτωση που κομιστής του χρεογράφου δεν είναι ο ίδιος ο ενάγων, αλλά ο τρίτος στον οποίο ο ενάγων ανέθεσε να προμηθευτεί το χρεόγραφο, δεδομένου ότι, βάσει των συμφωνηθέντων, ο εν λόγω τρίτος κατέχει το συγκεκριμένο χρεόγραφο στο όνομά του και για λογαριασμό του ενάγοντος, ο οποίος έχει μόνον ενοχικής φύσεως αξίωση περί παραδόσεως;

β)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, υπό α΄, σημείο i, έχει το δικαστήριο το οποίο καλείται να αποφανθεί επί συμβατικών αξιώσεων που απορρέουν από την κτήση ομολογιών, συντρέχουσα δωσιδικία, δυνάμει του άρθρου 15, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001, και για αξιώσεις εξ αδικοπραξίας;

3)      α)     Όσον αφορά το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, στο πλαίσιο της εκδόσεως χρεογράφου πληρωτέου στον κομιστή, αποτελούν οι απορρέουσες από τη νομοθεσία περί κεφαλαιαγοράς αξιώσεις που στηρίζονται στην ευθύνη του εκδότη από το ενημερωτικό δελτίο καθώς και στην παράβαση των υποχρεώσεων προστασίας και ενημερώσεως, ενοχικές αξιώσεις εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας κατά την έννοια της [διατάξεως αυτής];

i)      σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, υπό α΄, ισχύουν τα ανωτέρω και στην περίπτωση που πρόσωπο, το οποίο δεν είναι το ίδιο ο κομιστής του χρεογράφου, αλλά έχει μόνον ενοχική αξίωση παραδόσεώς του έναντι του προσώπου που το διακρατεί καταπιστευτικώς για λογαριασμό του, προβάλλει τις αξιώσεις αυτές κατά του εκδότη;

β)      Έχει η φράση “του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός”, η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, την έννοια ότι στην περίπτωση αγοράς χρεογράφου βάσει εκ προθέσεως εσφαλμένων στοιχείων,

i)      πρέπει να θεωρηθεί ότι ο τόπος στον οποίο συνέβη το ζημιογόνο γεγονός είναι η κατοικία του ζημιωθέντος ως επίκεντρο της περιουσίας του;

ii)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, υπό β΄, σημείο i, ισχύουν τα ανωτέρω και στην περίπτωση που η εντολή αγοράς και η χρέωση του λογαριασμού μπορούν να ανακληθούν μέχρι την ολοκλήρωση της συναλλαγής, η δε συναλλαγή πραγματοποιήθηκε σε άλλο κράτος μέλος μετά την εκταμίευση από τον λογαριασμό του ζημιωθέντος;

4)      Υποχρεούται το επιληφθέν δικαστήριο, στο πλαίσιο του ελέγχου της διεθνούς δικαιοδοσίας του βάσει των άρθρων 25 και 26 του κανονισμού 44/2001, να προβεί σε διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας ευρείας κλίμακας επί των επίδικων πραγματικών περιστατικών, τα οποία είναι κρίσιμα τόσο για το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας όσο και για το υποστατό της προβαλλόμενης αξιώσεως (‟διττώς κρίσιμα πραγματικά περιστατικά”) ή μπορεί αντιθέτως, στο πλαίσιο της αποφάσεώς του σχετικά με το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, να υπολάβει ότι ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

20      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι ο ενάγων, ο οποίος ως καταναλωτής αγόρασε χρεόγραφο πληρωτέο στον κομιστή από τρίτο επαγγελματία, μπορεί να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή δωσιδικία στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας κατά του εκδότη του χρεογράφου αυτού, η οποία στηρίζεται στους όρους ομολογιακού δανείου, στην παράβαση των υποχρεώσεων ενημερώσεως και ελέγχου, καθώς και στην ευθύνη που απορρέει από το ενημερωτικό δελτίο.

21      Καταρχάς πρέπει, αφενός, να υπομνησθεί ότι, στο μέτρο που ο κανονισμός 44/2001 αντικαθιστά τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή, η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο όσον αφορά τις διατάξεις της εν λόγω Συμβάσεως ισχύει και για τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, όταν οι διατάξεις των πράξεων αυτών μπορούν να χαρακτηριστούν ως ισοδύναμες (απόφαση Maletic, C‑478/12, EU:C:2013:735, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

22      Αφετέρου, οι έννοιες που χρησιμοποιούνται από τον κανονισμό 44/2001 και, ιδίως, αυτές που περιλαμβάνονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, με αναφορά κυρίως στο σύστημα και στους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, και τούτο για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του εντός όλων των κρατών μελών (βλ. απόφαση Česká spořitelna, C‑419/11, EU:C:2013:165, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

23      Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει εφαρμογή στην περίπτωση που πληρούνται τρεις προϋποθέσεις, δηλαδή, πρώτον, ένας συμβαλλόμενος έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ο οποίος ενεργεί εντός πλαισίου δυνάμενου να θεωρηθεί ξένο προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, δεύτερον, η σύμβαση μεταξύ ενός τέτοιου καταναλωτή και ενός επαγγελματία έχει όντως συναφθεί και, τρίτον, η σύμβαση αυτή ανήκει σε μια από τις κατηγορίες της παραγράφου 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, του εν λόγω άρθρου 15. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς, με αποτέλεσμα, εάν λείπει έστω και μία από αυτές, η διεθνής δικαιοδοσία να μη μπορεί να καθοριστεί σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις συμβάσεις καταναλωτών (απόφαση Česká spořitelna, EU:C:2013:165, σκέψη 30).

24      Συναφώς, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, εν προκειμένω, συντρέχουν η πρώτη και η τρίτη από τις προϋποθέσεις που εκτίθενται ανωτέρω στην προηγούμενη σκέψη, όπως εξάλλου επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 28 των προτάσεών του.

25      Αρκεί, συνεπώς, να εξεταστεί εάν, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά τη σύναψη συμβάσεως με τον συγκεκριμένο επαγγελματία.

26      Συναφώς, από την ανωτέρω περιγραφή των πραγματικών περιστατικών από το αιτούν δικαστήριο προκύπτει, κάτι το οποίο οφείλει πάντως να διακριβώσει το δικαστήριο αυτό, ότι δεν υφίσταται σύμβαση μεταξύ της Barclays Bank και του H. Kolassa, διότι αυτός δεν είναι κομιστής των χρεογράφων για τα οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως, τα οποία διακρατούνται από την direktanlage.at ως κεφάλαιο καλύψεως στο όνομά της. Αντιθέτως, επίσης κατά το δικαστήριο αυτό, ο H. Kolassa μπορούσε μεν να ζητήσει την παράδοση των παραστατικών από την αντίστοιχη μερίδα στο κεφάλαιο καλύψεως, αλλά τα παραστατικά δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν στο όνομά του.

27      Κατά τον H. Kolassa, υπό τις εν λόγω περιστάσεις, ο σκοπός της προστασίας των καταναλωτών επιβάλλει την οικονομική προσέγγιση και την εκτίμηση ότι συνήφθη όντως σύμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, μεταξύ του ιδίου και της Barclays Bank, διότι η direktanlage.at είχε απλώς διαμεσολαβητικό ρόλο.

28      Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 συνιστά παρέκκλιση τόσο από τον γενικό κανόνα δικαιοδοσίας του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, βάσει του οποίου διεθνή δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, όσο και από τον κανόνα ειδικής δωσιδικίας επί διαφορών εκ συμβάσεως, τον οποίο θέτει το άρθρο 5, σημείο 1, του ίδιου κανονισμού, βάσει του οποίου διεθνή δικαιοδοσία έχει το δικαστήριο του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η επίδικη παροχή. Συνεπώς, το εν λόγω άρθρο 15, παράγραφος 1, πρέπει κατ’ ανάγκη να αποτελεί αντικείμενο αυστηρής ερμηνείας (βλ. απόφαση Česká spořitelna, EU:C:2013:165, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29      Επιπροσθέτως, η προϋπόθεση της συνάψεως συμβάσεως μεταξύ του καταναλωτή και του οικείου επαγγελματία επιτρέπει τη διασφάλιση της προβλεψιμότητας κατά τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας, η οποία είναι ένας από τους σκοπούς του κανονισμού 44/2001, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 11 αυτού.

30      Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι η σύναψη συμβάσεως με τον ίδιο τον επαγγελματία δεν έχει την έννοια ότι η εν λόγω προϋπόθεση συντρέχει και όταν υφίσταται σειρά διαδοχικών συμβάσεων κατ’ εφαρμογή των οποίων ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις του συγκεκριμένου επαγγελματία μεταβιβάζονται στον καταναλωτή.

31      Η εκτίμηση αυτή επιρρωννύεται από την ερμηνεία του άρθρου 15 του κανονισμού 44/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του κανονισμού αυτού.

32      Πράγματι, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 16, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού κανόνες περί δικαιοδοσίας στις συμβάσεις καταναλωτών ισχύουν, βάσει του γράμματος του άρθρου αυτού, μόνο σε περίπτωση αγωγής καταναλωτή κατά του αντισυμβαλλομένου του, γεγονός το οποίο προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την εκ μέρους του καταναλωτή σύναψη συμβάσεως με τον συγκεκριμένο επαγγελματία.

33      Το Δικαστήριο έχει, βεβαίως, επισημάνει ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 όρος «αντισυμβαλλόμενος» έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει και το πρόσωπο που έχει συμβληθεί με τον επιχειρηματία με τον οποίο ο καταναλωτής έχει συνάψει τη σύμβαση αυτή (απόφαση Maletic, EU:C:2013:735, σκέψη 32). Εντούτοις, η ερμηνεία αυτή στηρίζεται σε συγκεκριμένες περιστάσεις, κατά τις οποίες ο καταναλωτής ήταν εξ αρχής συμβατικώς άρρηκτα συνδεδεμένος με δύο πρόσωπα. Εξάλλου, εάν ο εγκατεστημένος στο κράτος μέλος του καταναλωτή συμβαλλόμενος δεν περιλαμβανόταν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 16, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε αγωγή κατά δύο εις ολόκληρον ευθυνόμενων συμβαλλομένων θα ήταν αρμόδιο μόνον έναντι του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος επιχειρηματία.

34      Η εν λόγω ερμηνεία δεν μπορεί να ισχύσει υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν έχει συναφθεί σύμβαση με τον οικείο επαγγελματία.

35      Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο ενάγων, ο οποίος ως καταναλωτής αγόρασε χρεόγραφο πληρωτέο στον κομιστή από τρίτο επαγγελματία, χωρίς να έχει συναφθεί σύμβαση μεταξύ του εν λόγω καταναλωτή και του εκδότη του χρεογράφου αυτού, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει, δεν μπορεί να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή διεθνή δικαιοδοσία στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας κατά του εν λόγω εκδότη, η οποία στηρίζεται στους όρους ομολογιακού δανείου, στην παράβαση των υποχρεώσεων ενημερώσεως και ελέγχου, καθώς και στην ευθύνη που απορρέει από το ενημερωτικό δελτίο.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

36      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας κατά του εκδότη χρεογράφου πληρωτέου στον κομιστή, η οποία στηρίζεται στους όρους ομολογιακού δανείου, στην παράβαση των υποχρεώσεων ενημερώσεως και ελέγχου, καθώς και στην ευθύνη που απορρέει από το ενημερωτικό δελτίο, ο ενάγων που αγόρασε το εν λόγω χρεόγραφο από τρίτο μπορεί να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή δωσιδικία.

37      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να υπομνησθεί, κατ’ αρχάς, ότι η έννοια των «διαφορών εκ συμβάσεως», κατά το άρθρο 5, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, δεν δύναται να νοηθεί ως παραπέμπουσα στον χαρακτηρισμό που το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο δίδει στην επίμαχη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου έννομη σχέση. Η έννοια αυτή πρέπει, αντιθέτως, να ερμηνεύεται αυτοτελώς, με αναφορά στο σύστημα και στους σκοπούς του κανονισμού αυτού, προκειμένου να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του εντός όλων των κρατών μελών (αποφάσεις Handte, C‑26/91, EU:C:1992:268, σκέψη 10, και Česká spořitelna, EU:C:2013:165, σκέψη 45).

38      Αντιθέτως προς την απαίτηση του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, η σύναψη συμβάσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 1, του ίδιου κανονισμού, με αποτέλεσμα η έλλειψη δικαιοδοσίας βάσει της πρώτης διατάξεως να μην αποκλείει κατ’ ανάγκη τη δυνατότητα εφαρμογής της δεύτερης.

39      Εντούτοις, καίτοι το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001 δεν απαιτεί τη σύναψη συμβάσεως, παρά ταύτα για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός μιας παροχής, δεδομένου ότι βάσει της εν λόγω διατάξεως η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται με γνώμονα τον τόπο όπου εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του προβλεπομένου στην εν λόγω διάταξη κανόνα ειδικής δωσιδικίας για τις διαφορές εκ συμβάσεως προϋποθέτει τον προσδιορισμό νομικής υποχρεώσεως, την οποία ένα πρόσωπο ανέλαβε ελεύθερα έναντι άλλου προσώπου και στην οποία στηρίζεται η αγωγή (βλ. απόφαση Česká spořitelna, EU:C:2013:165, σκέψεις 46 και 47).

40      Συναφώς, από την ανωτέρω περιγραφή των πραγματικών περιστατικών από το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, η Barclays Bank δεν ανέλαβε ελεύθερα έναντι του H. Kolassa μια τέτοια νομική υποχρέωση, ακόμη και αν, βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, η Barclays Bank έχει ορισμένες υποχρεώσεις έναντι του H. Kolassa.

41      Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο ενάγων που αγόρασε χρεόγραφο πληρωτέο στον κομιστή από τρίτο, χωρίς ο εκδότης του να έχει αναλάβει ελεύθερα οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του εν λόγω ενάγοντος, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει, δεν μπορεί να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή δωσιδικία στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας κατά του εν λόγω εκδότη, η οποία στηρίζεται στους όρους ομολογιακού δανείου, στην παράβαση των υποχρεώσεων ενημερώσεως και ελέγχου, καθώς και στην ευθύνη που απορρέει από το ενημερωτικό δελτίο.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

42      Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί, εάν το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται επί αγωγής περί αναγνωρίσεως της ευθύνης του εκδότη παραστατικού βάσει του συναφούς ενημερωτικού δελτίου καθώς και λόγω παραβάσεως άλλων νομικών υποχρεώσεων ενημερώσεως που βαρύνουν τον εν λόγω εκδότη, παρέχοντας συνεπώς τη δυνατότητα θεμελιώσεως της δωσιδικίας των δικαστηρίων της κατοικίας του ενάγοντος ως τόπου στον οποίο συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός.

43      Συναφώς πρέπει πρώτον να υπομνησθεί ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς και περιοριστικώς (βλ., συναφώς, απόφαση Coty Germany, C‑360/12, EU:C:2014:1318, σκέψεις 43 έως 45).

44      Παραμένει γεγονός ότι η «ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», όπως την εννοεί το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, περιλαμβάνει κάθε αξίωση αναγνωρίσεως της ευθύνης του εναγομένου, η οποία δεν απορρέει «εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού (απόφαση Brogsitter, C‑548/12, EU:C:2014:148, σκέψη 20). Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αγωγές αποζημιώσεως που στρέφονται κατά εκδότη βάσει του ενημερωτικού δελτίου καθώς και λόγω παραβάσεως άλλων νομικών υποχρεώσεων ενημερώσεως των επενδυτών εμπίπτουν στις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, εφόσον δεν αποτελούν «ενοχές εξ συμβάσεως», όπως αυτές ορίζονται στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως.

45      Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να υπομνησθεί ότι η φράση «τόπος όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός», η οποία διαλαμβάνεται στη διάταξη αυτή, αφορά τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας όσο και τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, οπότε ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου εκ των δύο αυτών τόπων (απόφαση Coty Germany, EU:C:2014:1318, σκέψη 46).

46      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός, βάσει του οποίου δικαιολογείται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης (απόφαση Coty Germany, EU:C:2014:1318, σκέψη 47).

47      Δεδομένου ότι ο προσδιορισμός ενός από τους συνδέσμους που αναγνωρίζει η νομολογία, όπως η υπομνησθείσα στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να επιτρέπει την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στο δικαστήριο που είναι αντικειμενικώς σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που στοιχειοθετούν την ευθύνη του εναγομένου, συνάγεται το συμπέρασμα ότι μόνον το δικαστήριο στην κατά τόπον αρμοδιότητα του οποίου εντοπίζεται ο κρίσιμος σύνδεσμος μπορεί να επιληφθεί της συγκεκριμένης υποθέσεως (απόφαση Coty Germany, EU:C:2014:1318, σκέψη 48).

48      Πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι η φράση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν αφορά τον τόπο κατοικίας του ενάγοντος, για τον λόγο και μόνον ότι ο ενάγων υπέστη στον τόπο αυτόν οικονομική ζημία συνεπεία της σημειωθείσας εντός άλλου κράτους μέλους απώλειας ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του (απόφαση Kronhofer, C‑168/02, EU:C:2004:364, σκέψη 21).

49      Συνεπώς, το γεγονός και μόνον ότι ο ενάγων υπέστη οικονομικές συνέπειες δεν δικαιολογεί την αναγνώριση δικαιοδοσίας στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του εάν, όπως στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Kronhofer (EU:C:2004:364), τόσο το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός όσο και η επελθούσα ζημία εντοπίζονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (βλ., συναφώς, απόφαση Kronhofer, EU:C:2004:364, σκέψη 20).

50      Αντιθέτως, η εν λόγω αναγνώριση δικαιοδοσίας δικαιολογείται στο μέτρο που η κατοικία του ενάγοντος αποτελεί όντως τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός ή τον τόπο επελεύσεως της ζημίας.

51      Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, αφενός, η απώλεια της αξίας των παραστατικών δεν οφειλόταν στους κινδύνους των κεφαλαιαγορών, αλλά στη διαχείριση των αμοιβαίων κεφαλαίων στα οποία επενδύθηκαν τα χρήματα που προέκυψαν από την έκδοση των παραστατικών αυτών, η οποία απέτρεψε, μακροπροθέσμως, την άνοδο της αξίας τους. Αφετέρου, οι πράξεις ή οι παραλείψεις που προσάπτονται στην Barclays Bank σχετικά με τις νομικές υποχρεώσεις της περί ενημερώσεως των επενδυτών ήταν προγενέστερες της επενδύσεως που πραγματοποίησε ο H. Kolassa και καθοριστικής, κατά την άποψή του, σημασίας για την εν λόγω επένδυση.

52      Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις της Barclays Bank αποτέλεσαν αναγκαία προϋπόθεση για την επέλευση της ζημίας που υπέστη ο H. Kolassa, γεγονός το οποίο αρκεί για την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 (βλ., συναφώς, απόφαση DFDS Torline, C‑18/02, EU:C:2004:74, σκέψη 34), πρέπει, εντούτοις, να διακριβωθεί ακόμη, συναφώς, σε ποιο βαθμό οι περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης επιτρέπουν τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός ή ο τόπος επελεύσεως της ζημίας είναι ο τόπος κατοικίας του ενάγοντος.

53      Όσον αφορά το προβαλλόμενο ως γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, δηλαδή τη φερόμενη παράβαση εκ μέρους της Barclays Bank των σχετικών με το ενημερωτικό δελτίο και την ενημέρωση των επενδυτών νομικών υποχρεώσεών της, πρέπει να επισημανθεί ότι οι πράξεις ή οι παραλείψεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τέτοια παράβαση δεν μπορούν να εντοπιστούν στον τόπο κατοικίας του φερόμενου ως ζημιωθέντος επενδυτή, καθόσον από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι αποφάσεις σχετικά με τις προτεινόμενες από την εν λόγω τράπεζα επενδύσεις καθώς και το περιεχόμενο των σχετικών ενημερωτικών δελτίων ελήφθησαν στο κράτος μέλος της κατοικίας του συγκεκριμένου επενδυτή, ούτε ότι τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία συντάχθηκαν και διανεμήθηκαν σε οποιοδήποτε άλλο από το κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει η εν λόγω τράπεζα.

54      Όσον αφορά, αντιθέτως, τον τόπο επελεύσεως της ζημίας πρέπει να γίνει δεκτό ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές που συνοψίζονται στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, η ζημία επέρχεται στον τόπο όπου την υφίσταται ο επενδυτής.

55      Τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του ενάγοντος είναι αρμόδια, βάσει του τόπου επελεύσεως της ζημίας, να εκδικάσουν μια τέτοια αγωγή ιδίως όταν η εν λόγω ζημία επέρχεται άμεσα σε τραπεζικό λογαριασμό του συγκεκριμένου ενάγοντος σε τράπεζα εδρεύουσα στην περιφέρεια δικαιοδοσίας των δικαστηρίων αυτών.

56      Ο τόπος επελεύσεως της ζημίας που προσδιορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ανταποκρίνεται, υπό περιστάσεις όπως οι εκτιθέμενες στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, στον σκοπό του κανονισμού 44/2001 να ενισχυθεί η έννομη προστασία των εγκατεστημένων στην Ένωση προσώπων, παρεχομένης παραλλήλως της δυνατότητας στον μεν ενάγοντα να προσδιορίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να προσφύγει, στον δε εναγόμενο να προβλέπει κατ’ έλλογη εκτίμηση το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί (βλ., συναφώς, απόφαση Kronhofer, EU:C:2004:364, σκέψη 20), δεδομένου ότι ο εκδότης παραστατικού το οποίο δεν πληροί τις σχετικές με το ενημερωτικό δελτίο νομικές υποχρεώσεις του οφείλει, όταν αποφασίζει να κοινοποιήσει το ενημερωτικό δελτίο που αφορά το εν λόγω παραστατικό σε άλλα κράτη μέλη, να προβλέψει το ενδεχόμενο ανεπαρκώς ενημερωμένοι επιχειρηματίες, οι οποίοι κατοικούν στα συγκεκριμένα κράτη μέλη, να επενδύσουν στο παραστατικό αυτό και να υποστούν ζημία.

57      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται επί αγωγής περί αναγνωρίσεως της ευθύνης του εκδότη παραστατικού βάσει του συναφούς ενημερωτικού δελτίου καθώς και λόγω της παραβάσεως άλλων υποχρεώσεων ενημερώσεως που βαρύνουν τον εν λόγω εκδότη, εφόσον η ευθύνη αυτή δεν απορρέει εκ συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού. Δυνάμει του σημείου 3 του ίδιου άρθρου 5, τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του ενάγοντος είναι αρμόδια, βάσει του τόπου επελεύσεως της ζημίας, να εκδικάσουν μια τέτοια αγωγή ιδίως όταν η προβαλλόμενη ζημία επέρχεται άμεσα σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος σε τράπεζα εδρεύουσα εντός της κατά τόπον αρμοδιότητας των δικαστηρίων αυτών.

 Επί του τετάρτου ερωτήματος

58      Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί εάν, στο πλαίσιο του ελέγχου της διεθνούς δικαιοδοσίας του βάσει του κανονισμού 44/2001, απαιτείται η διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας ευρείας κλίμακας επί των επίδικων πραγματικών περιστατικών, τα οποία είναι κρίσιμα τόσο για το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας όσο και για το υποστατό της προβαλλόμενης αξιώσεως, ή εάν το δικαστήριο πρέπει, αντιθέτως, στο πλαίσιο της αποφάσεως σχετικά με το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, να υπολάβει ότι ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος στην υπόθεση της κύριας δίκης.

59      Δεν αμφισβητείται ότι ο κανονισμός 44/2001 δεν ορίζει ρητώς την έκταση των υποχρεώσεων ελέγχου που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια κατά την εξέταση της διεθνούς δικαιοδοσίας τους.

60      Καίτοι πρόκειται ουσιαστικά για πτυχή του εθνικού δικονομικού δικαίου το οποίο ο εν λόγω κανονισμός δεν αποσκοπεί να εναρμονίσει (βλ., συναφώς, απόφαση G, C‑292/10, EU:C:2012:142, σκέψη 44), εντούτοις, η εφαρμογή των σχετικών εθνικών κανόνων δεν πρέπει να θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα του κανονισμού 44/2001 (βλ. απόφαση Shevill κ.λπ., C‑68/93, EU:C:1995:61, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

61      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο σκοπός της ασφάλειας δικαίου απαιτεί να μπορεί εύκολα το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο να αποφαίνεται επί της αρμοδιότητάς του, χωρίς να είναι αναγκασμένο να προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν εξέταση της υποθέσεως (βλ. απόφαση Benincasa, C‑269/95, EU:C:1997:337, σκέψη 27). Όσον αφορά την εφαρμογή της απαιτήσεως αυτής στο πλαίσιο των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης ειδικών δωσιδικιών, το Δικαστήριο έχει, αφενός, κρίνει ότι το δικαστήριο που καλείται να επιλύσει διαφορά εκ συμβάσεως δύναται να ελέγχει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, τις ουσιώδεις προϋποθέσεις της δικαιοδοσίας του, λαμβανομένων υπόψη σαφών και ουσιωδών στοιχείων τα οποία προσκομίζονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο και αποδεικνύουν το υποστατό ή ανυπόστατο της συμβάσεως (απόφαση Effer, 38/81, EU:C:1982:79, σκέψη 7).

62      Αφετέρου, όσον αφορά συγκεκριμένα το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, κατά το στάδιο ελέγχου της διεθνούς δικαιοδοσίας, το επιληφθέν δικαστήριο δεν εκτιμά ούτε το παραδεκτό ούτε το βάσιμο της αγωγής βάσει των κανόνων του εθνικού δικαίου, αλλά εντοπίζει μόνον τα συνδετικά στοιχεία με το κράτος στο οποίο εδρεύει, τα οποία δικαιολογούν τη δικαιοδοσία του δυνάμει της διατάξεως αυτής (απόφαση Folien Fischer και Fofitec, C‑133/11, EU:C:2012:664, σκέψη 50). Το δικαστήριο αυτό μπορεί, επίσης, προκειμένου να ελέγξει απλώς εάν έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει της διατάξεως αυτής, να λάβει ως δεδομένους τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο ενάγων ως προς τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της αδικοπρακτικής ή οιονεί αδικοπρακτικής ευθύνης (απόφαση Hi Hotel HCF, C‑387/12, EU:C:2014:215, σκέψη 20).

63      Πρέπει να επισημανθεί ότι εάν υπήρχε υποχρέωση διεξαγωγής, ήδη σ’ αυτό το στάδιο, αποδεικτικής διαδικασίας ευρείας κλίμακας επί των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, τόσο για τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου όσο και για την ουσία της υποθέσεως, θα υφίστατο κίνδυνος προδικάσεως της υποθέσεως επί της ουσίας.

64      Καίτοι το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο δεν υποχρεούται, συνεπώς, σε περίπτωση αμφισβητήσεως εκ μέρους του εναγομένου των ισχυρισμών του ενάγοντος, να προβεί σε διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας κατά το στάδιο προσδιορισμού της δικαιοδοσίας του, πρέπει εντούτοις να διευκρινιστεί ότι τόσο ο σκοπός της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης, τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός 44/2001, όσο και ο δέον σεβασμός της ανεξαρτησίας του δικαστή κατά την άσκηση των καθηκόντων του επιβάλλουν να έχει το επιληφθέν δικαστήριο τη δυνατότητα εξετάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας του υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, των ισχυρισμών που προβάλλει ο εναγόμενος.

65      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στο πλαίσιο του ελέγχου της διεθνούς δικαιοδοσίας βάσει του κανονισμού 44/2001, δεν απαιτείται η διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας ευρείας κλίμακας επί των επίδικων πραγματικών περιστατικών, τα οποία είναι κρίσιμα τόσο για το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας όσο και για το υποστατό της προβαλλόμενης αξιώσεως. Εντούτοις, το επιληφθέν δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα εξετάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας του υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, των ισχυρισμών που προβάλλει ο εναγόμενος.

 Επί των δικαστικών εξόδων

66      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο ενάγων, ο οποίος ως καταναλωτής αγόρασε χρεόγραφο πληρωτέο στον κομιστή από τρίτο επαγγελματία, χωρίς να έχει συναφθεί σύμβαση μεταξύ του εν λόγω καταναλωτή και του εκδότη του χρεογράφου αυτού, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει, δεν μπορεί να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή διεθνή δικαιοδοσία στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας κατά του εν λόγω εκδότη, η οποία στηρίζεται στους όρους ομολογιακού δανείου, στην παράβαση των υποχρεώσεων ενημερώσεως και ελέγχου, καθώς και στην ευθύνη που απορρέει από το ενημερωτικό δελτίο.

2)      Το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο ενάγων που αγόρασε χρεόγραφο πληρωτέο στον κομιστή από τρίτο, χωρίς ο εκδότης του να έχει αναλάβει ελεύθερα οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του εν λόγω ενάγοντος, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει, δεν μπορεί να επικαλεστεί την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή δωσιδικία στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας κατά του εν λόγω εκδότη, η οποία στηρίζεται στους όρους ομολογιακού δανείου, στην παράβαση των υποχρεώσεων ενημερώσεως και ελέγχου, καθώς και στην ευθύνη που απορρέει από το ενημερωτικό δελτίο.

3)      Το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται επί αγωγής περί αναγνωρίσεως της ευθύνης του εκδότη παραστατικού βάσει του συναφούς ενημερωτικού δελτίου καθώς και λόγω παραβάσεως άλλων υποχρεώσεων ενημερώσεως που βαρύνουν τον εν λόγω εκδότη, εφόσον η ευθύνη αυτή δεν απορρέει εκ συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού. Δυνάμει του σημείου 3 του ίδιου άρθρου 5, τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του ενάγοντος είναι αρμόδια, βάσει του τόπου επελεύσεως της ζημίας, να εκδικάσουν μια τέτοια αγωγή ιδίως όταν η προβαλλόμενη ζημία επέρχεται άμεσα σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος σε τράπεζα εδρεύουσα στην περιφέρεια δικαιοδοσίας των δικαστηρίων αυτών.

4)      Στο πλαίσιο του ελέγχου της διεθνούς δικαιοδοσίας βάσει του κανονισμού 44/2001, δεν απαιτείται η διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας ευρείας κλίμακας επί των επίδικων πραγματικών περιστατικών, τα οποία είναι κρίσιμα τόσο για το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας όσο και για το υποστατό της προβαλλόμενης αξιώσεως. Εντούτοις, το επιληφθέν δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα εξετάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας του υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, των ισχυρισμών που προβάλλει ο εναγόμενος.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.