Language of document :

Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Okresný súd Dunajská Streda (Σλοβακία) στις 2 Φεβρουαρίου 2015 – Home Credit Slovakia a.s. κατά Klára Bíróová

(Υπόθεση C-42/15)

Γλώσσα διαδικασίας: η σλοβακική

Αιτούν δικαστήριο

Okresný súd Dunajská Streda

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Ενάγουσα: Home Credit Slovakia a.s.

Εναγόμενη: Klára Bíróová

Προδικαστικά ερωτήματα

Μήπως οι όροι «εγγράφως» και «επί άλλου σταθερού μέσου» που περιλαμβάνονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, (σε συνδυασμό με το άρθρο 3, στοιχείο ιγ΄,) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ (ΕΕ της 22ας Μαΐου 2008, L 133, σ. 66, στο εξής: οδηγία 2008/48/ΕΚ), πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αφορούν:

όχι μόνο το κείμενο ενός εγγράφου («hard copy») που υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη, το οποίο περιέχει τα στοιχεία (πληροφορίες) που απαιτούνται από το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ έως κβ΄, της οδηγίας, αλλά και

οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, στο οποίο παραπέμπει το εν λόγω κείμενο και το οποίο βάσει του εσωτερικού δικαίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμβάσεως (π.χ. έγγραφο που περιέχει «γενικούς συμβατικούς όρους», «πιστωτικούς όρους», «κατάλογο εξόδων», «χρονοδιάγραμμα καταβολής δόσεων», το οποίο καταρτίζεται από τον πιστωτικό φορέα), ακόμη και αν αυτό καθ’ εαυτό το εν λόγω έγγραφο δεν ικανοποιεί την απαίτηση «έγγραφου τύπου» κατά την έννοια του εθνικού δικαίου (π.χ. επειδή δεν έχει υπογραφεί από τα συμβαλλόμενα μέρη);

Υπό το πρίσμα της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

Μήπως το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο της 1 κατά το οποίο η οδηγία επιδιώκει πλήρη εναρμόνιση στον τομέα τον οποίο διέπει, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση ή σε εθνική πρακτική που

απαιτούν όλα τα στοιχεία της συμβάσεως που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ έως κβ΄, να περιέχονται σε ένα ενιαίο έγγραφο, το οποίο ικανοποιεί την απαίτηση «έγγραφου τύπου» κατά την έννοια του εθνικού δικαίου του συγκεκριμένου κράτους μέλους (δηλαδή, κατ’ αρχήν, σε έγγραφο που υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη) και

δεν αναγνωρίζουν πλήρη έννομα αποτελέσματα στη σύμβαση καταναλωτικής πίστεως απλώς και μόνον επειδή μέρος των απαιτούμενων στοιχείων δεν περιλαμβάνεται στο εν λόγω υπογεγραμμένο έγγραφο, ακόμη και αν τα στοιχεία αυτά (ή μέρος τους) περιλαμβάνονται σε χωριστό έγγραφο (π.χ. που περιέχει «γενικούς συμβατικούς όρους», «πιστωτικούς όρους», «κατάλογο εξόδων», «χρονοδιάγραμμα καταβολής δόσεων», το οποίο καταρτίζεται από τον πιστωτικό φορέα), όταν: (i) η ίδια η γραπτή σύμβαση παραπέμπει στο έγγραφο αυτό, (ii) πληρούνται οι κατά το εθνικό δίκαιο προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση του εγγράφου στη σύμβαση και (iii) η συναφθείσα κατ’ αυτόν τον τρόπο σύμβαση καταναλωτικής πίστεως ικανοποιεί εξ ολοκλήρου την απαίτηση καταρτίσεως της συμφωνίας «επί άλλου σταθερού μέσου» κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας;

Πρέπει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο η΄, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι πληροφορίες που απαιτεί η διάταξη αυτή (ακριβέστερα, η «περιοδικότητα των καταβολών»)

πρέπει να διευκρινίζονται στις ρήτρες της συγκεκριμένης συμβάσεως [κατ’ αρχήν, με αναγραφή της ακριβούς ημερομηνίας (ημέρα, μήνας, έτος) λήξεως των επιμέρους δόσεων] ή

είναι αρκετό η σύμβαση να περιλαμβάνει γενική αναφορά σε αντικειμενικώς προσδιορίσιμα στοιχεία, από τα οποία είναι δυνατόν να συναχθούν οι πληροφορίες αυτές (π.χ. με τη ρήτρα «οι μηνιαίες δόσεις είναι πληρωτέες έως την 15η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα», «η πρώτη δόση είναι πληρωτέα εντός του μήνα υπογραφής της συμβάσεως και κάθε περαιτέρω δόση είναι πάντοτε πληρωτέα εντός ενός μήνα από τη λήξη της προηγούμενης δόσεως» ή με άλλες ανάλογες διατυπώσεις);Αν είναι ορθή η ερμηνεία που εκτίθεται στη δεύτερη περίπτωση του τρίτου ερωτήματος:πρέπει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο η΄, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η πληροφορία που απαιτεί η διάταξη αυτή (ακριβέστερα, η «περιοδικότητα των καταβολών») μπορεί να περιέχεται επίσης σε χωριστό έγγραφο, στο οποίο παραπέμπει η σύμβαση που ικανοποιεί την απαίτηση έγγραφου τύπου (κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας), αλλά δεν πρέπει οπωσδήποτε να ικανοποιεί, αυτό καθ’ εαυτό, την απαίτηση αυτή (δηλαδή, κατ’ αρχήν, δεν πρέπει οπωσδήποτε να υπογραφεί από τα συμβαλλόμενα μέρη· π.χ. μπορεί να πρόκειται για έγγραφο που περιέχει «γενικούς συμβατικούς όρους», «πιστωτικούς όρους», «κατάλογο εξόδων», «χρονοδιάγραμμα καταβολής δόσεων», το οποίο καταρτίζεται από τον πιστωτικό φορέα);Πρέπει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο θ΄, σε συνδυασμό με το στοιχείο η΄, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότιη σύμβαση πιστώσ

εως ορισμένης διάρκειας, κατά την οποία η αποπληρωμή/εξόφληση του δανείου γίνεται με

την καταβολή δόσεων, δεν πρέπει οπωσδήποτε να περιέχει, κατά τον χρόνο συνάψεώς της, ακριβή καθορισμό του τμήματος κάθε δόσεως που προορίζεται για την αποπληρωμή του κεφαλαίου και του τμήματος που προορίζεται για την καταβολή νομίμων τόκων και επιβαρύνσεων (δηλαδή το αναλυτικό χρονοδιάγραμμα καταβολής δόσεων/εξοφλήσεως δύναται να μην αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμβάσεως), αλλά οι πληροφορίες αυτές μπορούν να περιέχονται σε χρονοδιάγραμμα καταβολής δόσεων/εξοφλήσεως το οποίο ο πιστωτικός φορέας παρέχει στον οφειλέτη μετά από αίτησή του, ήτο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο η΄, εγγυάται στον οφειλέτη το πρόσθετο δικαίωμα να ζητεί κατάσταση λογαριασμού με τη μορφή πίνακα χρεολυσίων, ως προς συγκεκριμένη ημέρα κατά τη διάρ

κεια ισχύος της συμβάσεως πιστώσεως, χωρίς όμως το δικαίωμα αυτό να απαλλάσσει το συμβαλλόμενα μέρη από την υποχρέωση να αναγράψουν στην

ίδια τη σύμβαση τον επιμερισμό των επιμέρους προγραμματισμένων δόσεων (που βάσει της συμβάσεως πιστώσεως είναι πληρωτέες κατά την περίοδο ισχύος της) μεταξύ αποπληρωμής κεφαλαίου και καταβολής νομίμων τόκων και εξόδων, και με τρόπο εξατομικευμένο για την εκάστοτε σύμβαση;Αν είναι ορθή η ερμηνεία που εκτίθεται στην πρώτη περίπτωση του πέμπτου ερωτήματος: εμπίπτει το εν λόγω ζήτημα στο πεδίο της πλήρους εναρμονίσεως που επιδιώκεται με την οδηγία 2008/48/ΕΚ, οπότε το κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, δεν μπορεί να απαιτεί η σύμβαση πιστώσεως να περιέχει ακριβή καθορισμό του τμήματος της εκάστοτε δόσεως το

οποίο προορίζεται για την αποπληρωμή του κεφαλαίου και του τμήματος το οποίο προορίζεται για την καταβολή νομίμων τόκων και επιβαρύνσεων (δηλαδή το αναλυτικό χρονοδιάγραμμα καταβολής δόσεων/εξοφλήσεως να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμβάσεως);Μήπως οι διατάξεις του άρθρου 1 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, κατά το οποίο η οδηγία επιδιώκει πλήρη εναρμόνιση στον τομέα τον οποίο διέπει, ή του άρθρου 23, κατά το οποίο οι κυρώσεις πρέπει να είναι αναλογικές, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε διάταξη εθνικού δικαίου κατά την οποία η έλλειψη του μεγαλύτερου μέρους των στοιχείω

ν της συμβάσεως πιστώσεως που απαιτούνται από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας

2008/48/ΕΚ συνεπάγεται ότι η χορηγηθείσα πίστωση θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει τόκους και έξοδα, με αποτέλεσμα ο οφειλέτης να οφείλει να αποπληρώσει στον πιστωτικό φορέα μόνο το κεφάλαιο που έλαβε στο πλαίσιο της συμβάσεως;