Language of document : ECLI:EU:F:2014:243

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(πρώτο τμήμα)

της 11ης Νοεμβρίου 2014

Υπόθεση F‑52/11

Carlo De Nicola

κατά

Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ)

«Υπαλληλική υπόθεση – Προσωπικό της ΕΤΕπ – Ηθική παρενόχληση – Διαδικασία έρευνας – Έκθεση της επιτροπής έρευνας – Εσφαλμένος ορισμός της ηθικής παρενοχλήσεως – Απόφαση του προέδρου της ΕΤΕπ περί θέσεως της καταγγελίας στο αρχείο – Ακύρωση – Αγωγή αποζημιώσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με την οποία ο C. De Nicola ζητεί, κατ’ ουσίαν, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2010 με την οποία ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ ή στο εξής: Τράπεζα) απέρριψε την καταγγελία του για ηθική και «οργανωσιακή» παρενόχληση και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η ΕΤΕπ σε αποκατάσταση των ζημιών που αυτός θεωρεί ότι υπέστη λόγω της παρενοχλήσεως αυτής.

Απόφαση:      Η απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2010 με την οποία ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων απέρριψε την καταγγελία του C. De Nicola για ηθική παρενόχληση ακυρώνεται. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων υποχρεούται να καταβάλει στον C. De Nicola το ποσό των 3 000 ευρώ. Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων φέρει τα δικαστικά της έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του C. De Nicola.

Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Προπαρασκευαστική πράξη – Γνωμοδότηση της επιτροπής έρευνας σε υπόθεση παρενοχλήσεως

(Κώδικας δεοντολογίας του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων άρθρο 3.6· Πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, σημείο 5.5)

2.      Υπάλληλοι – Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων – Ηθική παρενόχληση – Έννοια – Προσβολή της αυτοεκτίμησης και της αυτοπεποίθησης – Δεν απαιτείται κακόβουλη πρόθεση του παρενοχλούντος

(Κώδικας διαγωγής του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 3.6.1· Πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, άρθρο 2.1)

3.      Ένδικη διαδικασία – Εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο – Τυπικά στοιχεία – Σαφής και ακριβής έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 35 § 1, στοιχείο ε΄)

1.      Βλαπτικά μέτρα θεωρούνται μόνον αυτά που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας σημαντικά τη νομική του κατάσταση. Στην περίπτωση πράξεων ή αποφάσεων που λαμβάνονται στο πλαίσιο διαδικασίας, ιδίως εσωτερικής, περιλαμβάνουσας πλείονα στάδια, συνιστούν καταρχήν πράξεις δεκτικές προσφυγής μόνον τα μέτρα που παγιώνουν τη θέση της Διοικήσεως κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας, αποκλειομένων των ενδιάμεσων μέτρων των οποίων σκοπός είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως. Οι προπαρασκευαστικές πράξεις μιας διοικητικής αποφάσεως δεν συνιστούν βλαπτικές πράξεις, μόνον δε επ’ ευκαιρία προσφυγής κατά της αποφάσεως η οποία ελήφθη μετά το πέρας της διαδικασίας μπορεί ο προσφεύγων να προβάλει τον μη σύννομο χαρακτήρα των προγενέστερων πράξεων που είναι στενά συνδεδεμένες με την εν λόγω απόφαση.

Η γνωμοδότηση της επιτροπής έρευνας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων σχετικά με την πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας συνιστά πράξη προπαρασκευαστική της τελικής αποφάσεως του προέδρου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Επομένως, δεδομένου ότι η γνωμοδότηση της εν λόγω επιτροπής δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής αυτή καθεαυτήν, το αίτημα περί ακυρώσεώς της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

Αντιθέτως, είναι δυνατή η επίκληση του μη σύννομου χαρακτήρα της γνωμοδοτήσεως της εν λόγω επιτροπής προς στήριξη του αιτήματος περί ακυρώσεως της τελικής αποφάσεως του προέδρου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τον εσωτερικό κανονισμό που τιτλοφορείται «Πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας», τον οποίο θέσπισε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και για τον οποίο γίνεται λόγος στο άρθρο 3.6 του κώδικα δεοντολογίας του προσωπικού της Τράπεζας, η γνωμοδότηση της επιτροπής έρευνας αποτελεί ουσιώδη τύπο η μη τήρηση του οποίου, λόγω παρατυπιών ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως, συνιστά, ως εκ τούτου, ελάττωμα το οποίο θίγει τη νομιμότητα της αποφάσεως του προέδρου της Τράπεζας που ελήφθη βάσει της γνωμοδοτήσεως αυτής.

(βλ. σκέψεις 142, 144 και 145)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: απόφασηD κατά ΕΤΕπ, T‑275/02, EU:T:2005:81, σκέψεις 43 έως 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΔΔΔΕΕ: απόφαση Donati κατά ΕΤΕπ, F‑63/09, EU:F:2012:193, σκέψη 139

2.      Κατά το άρθρο 3.6.1 του κώδικα δεοντολογίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, ως ηθική παρενόχληση ορίζεται η επαναλαμβανόμενη, επί αρκετά μακρύ χρονικό διάστημα, έκφραση ή εκδήλωση, εκ μέρους ενός ή πλειόνων μελών του προσωπικού, εχθρικών ή ανάρμοστων λόγων, συμπεριφορών ή ενεργειών προς άλλο μέλος του προσωπικού. Η πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας της Τράπεζας διευκρινίζει ότι ο εκούσιος ή μη χαρακτήρας της επίμαχης συμπεριφοράς δεν ασκεί επιρροή. Η καθοριστικής σημασίας αρχή είναι ότι η παρενόχληση και ο εκφοβισμός είναι ανεπιθύμητες και απαράδεκτες συμπεριφορές οι οποίες πλήττουν την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθηση του προσώπου κατά του οποίου στρέφονται.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της Τράπεζας, στοιχειοθετείται ηθική παρενόχληση, η οποία γεννά υποχρέωση αρωγής εκ μέρους της Τράπεζας, εφόσον τα λόγια, οι συμπεριφορές ή οι ενέργειες του παρενοχλούντος έπληξαν αντικειμενικώς, και επομένως με το περιεχόμενό τους, την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθηση του προσώπου κατά του οποίου στρέφονται στο εσωτερικό της Τράπεζας.

Δεν είναι σύμφωνη προς τον εν λόγω δεσμευτικό εσωτερικό κανονισμό η γνωμοδότηση της επιτροπής έρευνας σε υπόθεση ηθικής παρενοχλήσεως που επιτάσσει μια συμπεριφορά να εκδηλώνεται εκουσίως προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ηθική παρενόχληση.

(βλ. σκέψεις 143, 149, 150 και 154)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση CG κατά ΕΤΕπ, F‑103/11, EU:F:2014:185, σκέψη 69

3.      Κατά το άρθρο 35, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του Κανονισμού Διαδικασíας του Δικαστηρíου Δημóσιας Διοíκησης, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιλαμβάνει τους ισχυρισμούς και τα προβαλλόμενα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι αρκούντως σαφή και ακριβή προκειμένου να μπορεί ο μεν καθού να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Δικαστήριο Δημóσιας Διοíκησης να εκδικάσει την προσφυγή χωρίς να χρειαστεί ενδεχομένως συμπληρωματικές πληροφορίες. Προκειμένου να υπάρχει ασφάλεια δικαίου και να εξασφαλίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, πρέπει, για να είναι παραδεκτή η προσφυγή, όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η προσφυγή αυτή να προκύπτουν, κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής.

Πρέπει να προστεθεί ότι η βασική αποστολή του δικηγόρου, ως αρωγού της δικαιοσύνης, είναι ακριβώς να θεμελιώσει τα αιτήματα της προσφυγής σε νομική επιχειρηματολογία αρκούντως κατανοητή και συνεκτική, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το στάδιο της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Δημóσιας Διοíκησης περιλαμβάνει καταρχήν μία μόνον ανταλλαγή υπομνημάτων.

(βλ. σκέψεις 161 και 162)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση AH κατά Επιτροπής, F‑76/09, EU:F:2011:12, σκέψεις 29 και 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία