Language of document : ECLI:EU:F:2015:23

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(πρώτο τμήμα)

της 26ης Μαρτίου 2015

Υπόθεση F‑124/13

CW

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Προσφυγή ακυρώσεως — Άρθρο 12α του ΚΥΚ — Εσωτερικοί κανόνες για τη συμβουλευτική επιτροπή σχετικά με την ηθική παρενόχληση και την πρόληψή της στον χώρο εργασίας — Άρθρο 24 του ΚΥΚ — Αίτημα αρωγής — Πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως — Δεν υφίσταται — Ρόλος και προνόμια της συμβουλευτικής επιτροπής σχετικά με την ηθική παρενόχληση και την πρόληψή της στον χώρο εργασίας — Προαιρετική αίτηση γνωμοδοτήσεως από τον υπάλληλο — Αγωγή αποζημιώσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία η CW ζητεί, μεταξύ άλλων, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 8ης Απριλίου 2013, περί απορρίψεως του αιτήματός της αρωγής το οποίο υπέβαλε λόγω της ηθικής παρενοχλήσεως, της οποίας εκτιμά ότι υπήρξε θύμα συνεπεία της συμπεριφοράς των ιεραρχικά ανωτέρων της και, αφετέρου, να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να της καταβάλει αποζημίωση.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα και το ήμισυ των εξόδων της CW. Η CW φέρει το ήμισυ των δικαστικών της εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Απορριπτική απόφαση — Συνεκτίμηση της περιεχόμενης σ’ αυτήν αιτιολογίας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

2.      Υπάλληλοι — Υποχρέωση αρωγής που υπέχει η Διοίκηση — Πεδίο εφαρμογής — Περιεχόμενο — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 24)

3.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Συμπεριφορά που έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα την απαξίωση του ενδιαφερομένου ή την υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας του — Απαίτηση υπάρξεως συμπεριφοράς εκδηλούμενης κατ’ επανάληψη — Απαίτηση υπάρξεως συμπεριφοράς ενέχουσας πρόθεση — Περιεχόμενο — Δεν απαιτείται κακόβουλη πρόθεση του παρενοχλούντος

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α § 3)

4.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Απόρριψη της αιτήσεως συμμετοχής σε πρόγραμμα εκμαθήσεως ξένης γλώσσας — Δεν περιλαμβάνεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α § 3)

5.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Αναδιοργάνωση των καθηκόντων εντός μιας υπηρεσιακής μονάδας — Δεν περιλαμβάνεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α § 3)

6.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Σαρκαστικός τόνος σε μια ανακοίνωση του ιεραρχικά προϊσταμένου προς τον ενδιαφερόμενο — Δεν περιλαμβάνεται — Συνεκτίμηση της συμπεριφοράς του υπαλλήλου

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α § 3)

7.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Έλεγχος των πληροφοριών που συλλέχθηκαν κατά τις συνεδριάσεις μιας ομάδας εργασίας από τον εκπρόσωπο μιας υπηρεσιακής μονάδας πριν καταστούν γνωστές στη μονάδα — Δεν περιλαμβάνεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α § 3)

8.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Υποδείξεις στον υπάλληλο να ζητήσει συγγνώμη από τον προϊστάμενο της μονάδας του με ηλεκτρονικό μήνυμα απευθυνόμενο σε όλη τη μονάδα — Δεν περιλαμβάνονται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α § 3)

9.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Εκτίμηση των επαγγελματικών ικανοτήτων ενός υπαλλήλου από συλλογικό όργανο που είχε προβεί σε αρνητικές δηλώσεις ως προς αυτόν — Δεν περιλαμβάνεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α § 3)

10.    Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Συνολική εξέταση περισσοτέρων συμβάντων

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 11, 12α § 3 και 24)

11.    Υπάλληλοι — Υποχρέωση αρωγής που υπέχει η Διοίκηση — Εφαρμογή σε θέματα ηθικής παρενοχλήσεως — Υποχρέωση του ενδιαφερομένου να απευθυνθεί προηγουμένως στη συμβουλευτική επιτροπή σχετικά με την ηθική παρενόχληση, πριν υποβάλει αίτημα αρωγής — Δεν υφίσταται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 12α και 24)

12.    Υπάλληλοι — Υποχρέωση αρωγής που υπέχει η Διοίκηση — Εφαρμογή σε θέματα ηθικής παρενοχλήσεως — Εξουσία εκτιμήσεως της Διοικήσεως — Απόφαση περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής χωρίς διοικητική έρευνα — Συνεκτίμηση των στοιχείων που παρέσχε ο υποβάλλων το αίτημα, τα οποία ήταν γνωστά στη Διοίκηση — Επιτρέπεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 12α και 24)

1.      Λαμβανομένου υπόψη του εξελικτικού χαρακτήρα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η αιτιολογία που περιέχεται στην απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη για την εξέταση της νομιμότητας της αρχικής βλαπτικής πράξεως, δεδομένου ότι η αιτιολογία αυτή θεωρείται ότι συμπίπτει με την τελευταία αυτή πράξη.

(βλ. σκέψη 33)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση Mocová κατά Επιτροπής, F‑41/11, EU:F:2012:82, σκέψη 21

2.      Προκειμένου περί μέτρων που πρέπει να ληφθούν σε μια περίπτωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24 του ΚΥΚ, το θεσμικό όργανο δεν μπορεί να επιβάλει πειθαρχικές κυρώσεις σε υπάλληλο, τον οποίο αφορά καταγγελία για παρενόχληση, είτε πρόκειται είτε για τον ιεραρχικά προϊστάμενο του εικαζόμενου θύματος είτε όχι, ή ακόμη να αποφασίσει την τοποθέτησή του σε νέα θέση, παρά μόνο αν από τη διαταχθείσα έρευνα αποδεικνύεται με βεβαιότητα συμπεριφορά του αναμιχθέντος υπαλλήλου που παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας ή που θίγει την τιμή και την υπόληψη άλλου υπαλλήλου.

(βλ. σκέψη 40)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: απόφαση Κατσούφρος κατά Δικαστηρίου, 55/88, EU:C:1989:409, σκέψη 16

ΓΔΕΕ: αποφάσεις Δημητριάδης κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, T‑294/94, EU:T:1996:24, σκέψη 39, και Schmit κατά Επιτροπής, T‑144/03, EU:T:2005:158, σκέψη 108

3.      Η ηθική παρενόχληση ορίζεται ως «καταχρηστική διαγωγή» που, πρώτον, στοιχειοθετείται από είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις που γίνονται «επί ορισμένο χρονικό διάστημα, κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό», πράγμα που συνεπάγεται ότι η ηθική παρενόχληση πρέπει να νοείται ως μια σειρά διαδοχικών κατ’ ανάγκην πράξεων και προϋποθέτει την ύπαρξη επαναλαμβανόμενων και συνεχών αξιόμεμπτων πράξεων, οι οποίες είναι «εκούσιες», σε αντίθεση προς τις «τυχαίες». Δεύτερον, για να υπάγονται σ’ αυτή την έννοια, αυτά τα είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να θίγεται η προσωπικότητα, η αξιοπρέπεια ή η φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου.

Δεν είναι επομένως αναγκαίο τα επίμαχα είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις να εκδηλώνονται με πρόθεση να θιγεί η προσωπικότητα, η αξιοπρέπεια ή η φυσική ή ψυχική ακεραιότητα ενός προσώπου. Τουτέστιν, μπορεί να υφίσταται ηθική παρενόχληση χωρίς να αποδεικνύεται ότι ο παρενοχλών σκόπευε με αυτές τις αξιόμεμπτες πράξεις να απαξιώσει το θύμα ή να υποβαθμίσει εκ προθέσεως τις συνθήκες εργασίας του. Αρκεί οι αξιόμεμπτες αυτές πράξεις, εφόσον έγιναν εκ προθέσεως, να προκάλεσαν αντικειμενικά τέτοιες συνέπειες.

(βλ. σκέψεις 41 και 42)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: αποφάσεις Cantisani κατά Επιτροπής, F‑71/10, EU:F:2012:71, σκέψη 89, και CQ κατά Κοινοβουλίου, F‑12/13, EU:F:2014:214, σκέψεις 76 και 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

4.      Δεν μπορεί να συνιστά ηθική παρενόχληση το γεγονός ότι ο ιεραρχικά προϊστάμενος στηρίζει την αίτηση ενός από τους υφισταμένους του να συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα εκμαθήσεως ξένης γλώσσας και ότι η αίτηση αυτή απορρίφθηκε στη συνέχεια από την αρμόδια υπηρεσία.

Πράγματι, η εξέταση των αιτήσεων συμμετοχής σε προγράμματα εκμαθήσεως ξένων γλωσσών, που οργανώνονται, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου εντός του χρόνου εργασίας, εκτός του τόπου εργασίας και χρηματοδοτούνται από το θεσμικό όργανο, είναι της αρμοδιότητας της υπηρεσίας που είναι επιφορτισμένη με την επαγγελματική επιμόρφωση και εξετάζει τους φακέλους των αιτήσεων, προκειμένου να επιλέξει, από απόψεως δυνατοτήτων του προϋπολογισμού, τα πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το θεσμικό όργανο υπό το πρίσμα του συμφέροντος της υπηρεσίας.

Μολονότι μπορεί ευλόγως να αναμένεται από έναν προϊστάμενο μονάδας ότι γνωρίζει, γενικώς, τους εν προκειμένω ισχύοντες κανόνες, δεν μπορεί να απαιτείται από αυτόν να είναι σε θέση να εξακριβώνει ή να προλέγει αν μια αίτηση επιμορφώσεως ενός από τους υφισταμένους του πληροί τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας.

(βλ. σκέψεις 51 και 52)

5.      Η απόφαση του προϊσταμένου μονάδας να απαλλάξει έναν από τους υφισταμένους του από ένα καθήκον μπορεί να ανακοινωθεί κατά τη διάρκεια μιας συνεδριάσεως της μονάδας, χωρίς αυτό να μπορεί, καθεαυτό, να συνιστά πράξη δυνάμενη να χαρακτηρισθεί ως ηθική παρενόχληση.

Ομοίως, μια απόφαση της ιεραρχίας να μην ασκεί πλέον ο υπάλληλος προσωρινώς ορισμένα από τα δευτερεύοντα επαγγελματικά του καθήκοντα δεν μπορεί, καθεαυτή, να συνιστά απόδειξη ηθικής παρενοχλήσεως και με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατάχρηση εξουσίας.

(βλ. σκέψεις 64 και 105)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση K κατά Κοινοβουλίου, F‑15/07, EU:F:2008:158, σκέψη 38

6.      Ο προφορικός λόγος ή οι χειρονομίες που γίνονται τυχαία, έστω κι αν μπορούν να θεωρηθούν ότι έγιναν άπρεπα, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ.

Επομένως, μια συνάντηση που έχει οργανωθεί μεταξύ του υπαλλήλου και του διευθυντή του, η οποία πραγματοποιήθηκε παρουσία του προϊσταμένου της μονάδας, μπορεί εύκολα να θεωρηθεί, από την άποψη ενός αντικειμενικού και λογικού παρατηρητή, ότι συνιστά μια έσχατη προσπάθεια της ιεραρχίας να τεθεί τέλος σε μια δύσκολη κατάσταση, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κλιμακούμενων ηλεκτρονικών μηνυμάτων του οικείου υπαλλήλου, ειδικότερα δε όταν αυτά στέλνονται κυρίως κατά τα ωράρια εργασίας και όταν συνεχώς επανερχόμενες έριδες διαταράσσουν τη λειτουργία μιας μονάδας.

Ως προς αυτά που διατείνεται ο εν λόγω υπάλληλος, ότι δηλαδή ο διευθυντής του επισήμανε προφορικά ότι ένας προϊστάμενος μονάδας έχει πάντα δίκιο και πρέπει να ακούγεται, εκτός του ότι πρέπει να προσκομίζονται αποδείξεις που καθιστούν δυνατή την εξακρίβωση της πραγματικότητας, του τόνου ή ακόμη του περιεχομένου αυτής της δηλώσεως, είναι εν πάση περιπτώσει συμφυές με τη λειτουργία μιας Διοικήσεως το ότι η ιεραρχία μπορεί να αποφασίζει επί ζητημάτων όπως αυτά που αφορούν την έγκριση πρακτικών ή τον τρόπο ανακοινώσεων που πρέπει να έχουν προτεραιότητα μεταξύ των μελών μιας διοικητικής μονάδας, ιδίως όταν υφίστανται καταστάσεις πρόδηλης υπερβάσεως των ορίων που εξελίσσονται σε προσωπική σύγκρουση.

Εξάλλου, ακόμη και σε περίπτωση όπου ο τόνος ορισμένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αποστέλλονται από την ιεραρχία στον οικείο υπάλληλο μπορεί να φαίνεται αρκετά άκαμπτος, οι ενδεχομένως μετ’ αγανακτήσεως αντιδράσεις ανωτέρων μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να θεωρηθούν, εν πάση περιπτώσει, συγγνωστές, λαμβανομένης υπόψη της συμπεριφοράς του υπαλλήλου.

Επιπλέον, το γεγονός ότι προϊστάμενος μονάδας απευθύνει σε υπάλληλο ηλεκτρονικό μήνυμα το περιεχόμενο του οποίου μπορεί να εκληφθεί από αυτόν ως σαρκαστικό, δεν υπερβαίνει τα όρια πέραν των οποίων η κριτική γίνεται παράλογη, ιδίως όταν ο οικείος υπάλληλος επιδεικνύει μαχητικότητα και κλίση στην αμφισβήτηση ως προς ένα ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο διαμάχης με τον ιεραρχικά ανώτερό του.

(βλ. σκέψεις 66, 72, 73, 94 και 97)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: απόφαση Fonzi κατά Επιτροπής, 27/64 και 30/64, EU:C:1965:73

ΔΔΔΕΕ: αποφάσεις CW κατά Κοινοβουλίου, F‑48/13, EU:F:2014:186, σκέψη 123, και CQ κατά Κοινοβουλίου, EU:F:2014:214, σκέψη 95

7.      Δεν έχει σχέση με ηθική παρενόχληση απόφαση του προϊσταμένου μονάδας να λάβει γνώση του περιεχομένου των πληροφοριών που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια συνεδριάσεων μιας ομάδας εργασίας από τον εκπρόσωπο της μονάδας πριν καταστούν γνωστές στο σύνολο της μονάδας. Πράγματι, μια τέτοια απόφαση περιλαμβάνεται στις προνομίες του προϊσταμένου μονάδας και είναι απολύτως κατανοητή, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου η διασπορά εσφαλμένων πληροφοριών να επηρεάσει αρνητικά την καλή λειτουργία της μονάδας, κινδύνου κατά μείζονα λόγο υπαρκτού στην περίπτωση προσώπου που έχει πρόσφατα προσληφθεί και είναι αρχάριο σ’ αυτά τα καθήκοντα.

(βλ. σκέψη 77)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση CQ κατά Κοινοβουλίου, EU:F:2014:214, σκέψεις 102 έως 104

8.      Προκειμένου περί περιστατικών που συνδέονται με καταγγελία για ηθική παρενόχληση, όταν ο ενδιαφερόμενος αμφισβήτησε δημοσίως με απρεπή τρόπο το κύρος και την αξιοπιστία του ιεραρχικά άμεσου προϊσταμένου του, ήτοι του προϊσταμένου μονάδας, κατά τη διάρκεια μιας συνεδριάσεως της μονάδας και, με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στον προϊστάμενο μονάδας και αντίγραφο του οποίου έθεσε στη διάθεση του συνόλου των μελών της μονάδας προέβη σε νέες αιτιάσεις κατά του προϊσταμένου μονάδας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διαταγή του διευθυντή να ζητήσει συγγνώμη ο ενδιαφερόμενος από το ίδιο αυτό κοινό δεν υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως στο πλαίσιο της διευθύνσεως των υπηρεσιών του. Ειδικότερα, λαμβανομένης υπόψη αυτής της αβάσιμης αμφισβητήσεως του προϊσταμένου μονάδας στον κύκλο προσώπων της μονάδας και έναντι του ιεραρχικά ανωτέρου του, ήτοι του διευθυντή, ο τελευταίος αυτός μπορεί να απαιτήσει, κατ’ ανάλογο τρόπο, να αποσταλεί επίσης στα μέλη της μονάδας η συγγνώμη που ζήτησε ήδη ο ενδιαφερόμενος από τον προϊστάμενο μονάδας.

Λαμβανομένου επίσης υπόψη του γεγονότος ότι ο διευθυντής, ενώ προέβη σε μια σύσταση ως προς το περιεχόμενο του σχετικού με τη συγγνώμη ηλεκτρονικού μηνύματος, αφήνει στον ενδιαφερόμενο τη φροντίδα για τον τρόπο με τον οποίο θα διατυπώσει τη συγγνώμη του, ένας αμερόληπτος και λογικός παρατηρητής, που διαθέτει τη συνήθη ευαισθησία και υπό τις ίδιες συνθήκες, μπορεί να εκτιμήσει ότι μια τέτοια ενέργεια του διευθυντή δεν είναι υπερβολική και επιλήψιμη και θα την αντιλαμβανόταν όχι ως πράξη υπαγόμενη στην έννοια της ηθικής παρενοχλήσεως, αλλά μάλλον ως μια προσπάθεια επικεντρώσεως σε ένα μέλος του προσωπικού, η συμπεριφορά του οποίου είναι ικανή να βλάψει την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας.

(βλ. σκέψεις 91 και 93)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση Νανόπουλος κατά Επιτροπής, F‑30/08, EU:F:2010:43, σκέψη 247

9.      Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκδήλωση ηθικής παρενοχλήσεως, κατά το άρθρο 12α του ΚΥΚ, το γεγονός ότι συνάδελφος ο οποίος στο παρελθόν είχε προβεί σε δηλώσεις που περιέγραφαν αρνητικά τη συμπεριφορά του οικείου υπαλλήλου, συμμετέχει σε μια εξεταστική επιτροπή επιφορτισμένη να εξετάσει τις γλωσσικές ικανότητες του οικείου υπαλλήλου.

(βλ. σκέψη 114)

10.    Κατόπιν της επί μέρους εξετάσεως των προβαλλόμενων γεγονότων και της συναγωγής του συμπεράσματος ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εκδηλώσεις ηθικής παρενοχλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 12α του ΚΥΚ, πρέπει επίσης αυτά να εξετασθούν συνολικά.

Υπό τις εν προκειμένω περιστάσεις, θεωρούμενες συνολικώς, τα προβαλλόμενα γεγονότα φανερώνουν σαφώς ότι υφίστατο συγκρουσιακή σχέση σε μια δύσκολη διοικητική αλληλουχία, δεν μαρτυρούν όμως την ύπαρξη πράξεων καταχρηστικού ή εκούσιου χαρακτήρα, δεδομένου ότι οι τεκμηριωμένες φράσεις και συμπεριφορές αποδεικνύουν το πολύ αδέξια διαχείριση της συγκρουσιακής καταστάσεως από την ιεραρχία, και όχι εσκεμμένη πρόθεση δράσεως κατά καταχρηστικό τρόπο έναντι της προσφεύγουσας.

Ειδικότερα, όταν υφίσταται συμπεριφορά του, εικαζομένου ως θύματος, υπαλλήλου, η οποία χαρακτηρίζεται από ισχυρογνωμοσύνη, αδιαλλαξία και, ενίοτε, αγγίζει τα όρια της ανυπακοής, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν καταλαβαίνει τους λόγους για τις αποφάσεις που ελήφθησαν από τους ιεραρχικά ανωτέρους του. Συναφώς, το περιεχόμενο της ηθικής παρενοχλήσεως και της υποχρεώσεως αρωγής, στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 12α και 24 του ΚΥΚ, δεν μπορεί να εκτείνεται μέχρι του σημείου να επιτρέπεται στο υποτιθέμενο θύμα να αμφισβητεί συστηματικά κάθε ιεραρχική αρχή, μάλιστα δε να θεωρεί ότι απαλλάσσεται από υποχρεώσεις που προβλέπονται ρητώς από τον ΚΥΚ, όπως αυτές που αφορούν το καθεστώς των αδειών ή την υποχρέωση πιστής συνεργασίας με τους ανωτέρους του.

Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση πίστεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 11 του ΚΥΚ, όπως εξάλλου και η υποχρέωση κάθε υπαλλήλου, δυνάμει του άρθρου 12 του ΚΥΚ, να απέχει από κάθε πράξη ή συμπεριφορά που μπορούν να θίξουν την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του, συνεπάγεται, για κάθε υφιστάμενο, την υποχρέωση να απέχει από το να θέτει υπό αμφισβήτηση, αβάσιμα, το κύρος των ανωτέρων του και, εν πάση περιπτώσει, την υποχρέωση να επιδεικνύει μετριοπάθεια και φρόνηση κατά την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων στο πλαίσιο μιας τέτοιας ενέργειας και κατά την επιλογή των αποδεκτών των εν λόγω μηνυμάτων.

Σε μια κατάσταση στην οποία ουδόλως έχουν αφαιρεθεί από τον εικαζόμενο ως θύμα υπάλληλο τα κύρια καθήκοντά του, η αφαίρεση ορισμένων δευτερευόντων καθηκόντων, ακόμη κι αν ήταν αυτά που προτιμούσε να εκτελεί, δεν έχει αντικειμενικά ως αποτέλεσμα, στο γενικότερο πλαίσιο των γεγονότων που καταδεικνύουν μη πρέπουσα συμπεριφορά του υπαλλήλου έναντι της ιεραρχίας του, να θίγεται η προσωπικότητά του, η αξιοπρέπειά του ή η φυσική ή ψυχική του ακεραιότητα.

(βλ. σκέψεις 117, 118, 122 και 123)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: απόφαση Lo Giudice κατά Επιτροπής, T‑154/05, EU:T:2007:322, σκέψεις 104 και 105

ΔΔΔΕΕ: αποφάσεις Tzirani κατά Επιτροπής, F‑46/11, EU:F:2013:115, σκέψη 97, και CQ κατά Κοινοβουλίου, EU:F:2014:214, σκέψη 128

11.    Σε αντίθεση προς το γράμμα και τον σκοπό του άρθρου 12α του ΚΥΚ, το άρθρο 24 του ΚΥΚ δεν σκοπεί ειδικά στην πρόληψη ή την καταπολέμηση της παρενοχλήσεως, αλλά παρέχει γενικότερα τη δυνατότητα σε κάθε πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται ο ΚΥΚ να ζητήσει την παρέμβαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, προκειμένου να λάβει αυτή κάθε μέτρο, που μπορεί να αποτελεί αρωγή για τον υπάλληλο, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο κάθε διώξεως κατά των δραστών απειλών, προσβολών, εξυβρίσεων, δυσφημίσεων ή αποπειρών κατά του προσώπου και της περιουσίας, των οποίων ο υπάλληλος είναι το αντικείμενο, λόγω της ιδιότητας και των καθηκόντων του.

Επομένως, η υποβολή αιτήματος αρωγής δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ δεν προϋποθέτει υποχρεωτικά, ακόμη κι όταν πρόκειται για αίτηση αρωγής που αφορά περίπτωση παρενοχλήσεως, να απευθυνθεί, προηγουμένως, ο ενδιαφερόμενος σχετικά με την ηθική παρενόχληση στη συμβουλευτική επιτροπή ενός θεσμικού οργάνου, που έχει συσταθεί επί τη βάσει του άρθρου 12α του ΚΥΚ, πριν να έχει τη δυνατότητα να απευθυνθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, μόνη αρμόδια να εξετάσει το αίτημα αρωγής.

(βλ. σκέψεις 137 και 138)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση Faita κατά ΕΟΚΕ, F‑92/11, EU:F:2013:130, σκέψη 91

12.    Στην περίπτωση αιτήσεως αρωγής, υποβληθείσας με βάση το άρθρο 24 του ΚΥΚ, εναπόκειται κατ’ αρχήν στο θεσμικό όργανο να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, μεταξύ άλλων, προβαίνοντας σε έρευνα, προκειμένου να αποδειχθούν τα περιστατικά που προκάλεσαν την καταγγελία, σε συνεργασία με το πρόσωπο που την υπέβαλε.

Εντούτοις, προκειμένου περί της νομιμότητας απορριπτικής αποφάσεως επί αιτήματος αρωγής που εκδόθηκε χωρίς να έχει αρχίσει διοικητική έρευνα, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξετάσει το βάσιμο αυτής της αποφάσεως, με βάση τα στοιχεία που είχαν περιέλθει σε γνώση της Διοικήσεως, μεταξύ άλλων από τον οικείο υπάλληλο με το αίτημά του αρωγής, όταν αυτή έλαβε την απόφαση.

Επομένως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δικαιούται να λάβει υπόψη, κατά την εξέταση του αιτήματος αρωγής, τα πληροφοριακά στοιχεία των οποίων είχε ήδη γνώση και στα οποία αναφέρεται άμεσα ή έμμεσα ο ενδιαφερόμενος με το αίτημά του αρωγής.

Επιπλέον, όταν η διεξαγωγή μιας νέας έρευνας έχει ως συνέπεια να ερωτώνται τα ίδια κύρια πρόσωπα με αυτά που ήδη ακούσθηκαν στο πλαίσιο μιας άλλης έρευνας ως προς τα περιστατικά, τα οποία, για ορισμένους, είναι πανομοιότυπα, και δεν μπορεί οπωσδήποτε να έχει ως αποτέλεσμα συμπληρωματικές διευκρινίσεις σε σχέση με επαρκώς λεπτομερή αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε αυτός που υπέβαλε την καταγγελία στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, το θεσμικό όργανο δεν υποπίπτει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την επιλογή των μέτρων και μέσων εφαρμογής του άρθρου 24 του ΚΥΚ, ως προς την οποία διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και, συνεπώς, δεν εφαρμόζει εσφαλμένως αυτή τη διάταξη, αρνούμενο να διατάξει την έναρξη νέας έρευνας σε μεγάλη κλίμακα. Πράγματι, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί εγκύρως να εκτιμά ότι έχει επαρκή γνώση των περιστατικών που της επιτρέπει να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αρωγής, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να αναθέσει στη συμβουλευτική επιτροπή σχετικά με την ηθική παρενόχληση ή σε κάθε άλλο όργανο τη διεξαγωγή συμπληρωματικών σε βάθος ερευνών.

Με αυτά τα δεδομένα, απορρίπτοντας το αίτημα που διατυπώθηκε κατ’ αυτής της αποφάσεως περί αρνήσεως παροχής αρωγής με αιτιολογία τον φερόμενο ως πρώιμο χαρακτήρα της, καθόσον η προσφεύγουσα θα έπρεπε προηγουμένως να αναφερθεί στη συμβουλευτική επιτροπή σχετικά με την ηθική παρενόχληση, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στηρίζεται σε εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία μπορεί ενδεχομένως να παραπλανήσει τους μόνιμους υπαλλήλους και λοιπούς υπαλλήλους ως προς τις σχετικές αρμοδιότητες και ευθύνες της συμβουλευτικής επιτροπής σχετικά με την ηθική παρενόχληση και της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής σε θέματα ηθικής παρενοχλήσεως, καθόσον η τελευταία αυτή είναι η μόνη αρμόδια να εξετάσει ένα αίτημα στηριζόμενο στο άρθρο 24 του ΚΥΚ.

(βλ. σκέψεις 142, 143, 145, 147, 150 και 154)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση Faita κατά ΕΟΚΕ, EU:F:2013:130, σκέψη 98