Language of document : ECLI:EU:F:2015:89

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)

της 16ης Ιουλίου 2015 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Προσωπικό της EAAEΣ – Έκτακτος υπάλληλος – Ανακοίνωση κενής θέσεως – Απαίτηση ελάχιστης οκταετούς επαγγελματικής πείρας – Εσωτερικός υποψήφιος που εγκρίθηκε να ασκεί τα καθήκοντά του ως έκτακτος υπάλληλος μετά το πέρας περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας – Προσωρινή τοποθέτηση σε νέα θέση συνεπαγόμενη την κατάταξη σε ανώτερο βαθμό – Σφάλμα εκ παραδρομής στην ανακοίνωση κενής θέσεως – Ανάκληση της προσφοράς θέσεως εργασίας – Δυνατότητα εφαρμογής των ΓΕΔ – Διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»

Στην υπόθεση F‑116/14,

που έχει ως αντικείμενο προσφυγή‑αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ,

Simona Murariu, έκτακτη υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, κάτοικος Φρανκφούρτης επί του Μάιν (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον L. Levi, δικηγόρο,

προσφεύγουσα‑ενάγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EAΑΕΣ), εκπροσωπούμενης από την C. Coucke, επικουρούμενη από τον F. Tuytschaever, δικηγόρο,

καθής‑εναγομένης,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Barents, πρόεδρο, E. Perillo και J. Svenningsen (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: X. Lopez Bancalari, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Απριλίου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 23 Οκτωβρίου 2014, η S. Murariu άσκησε την παρούσα προσφυγή-αγωγή με τη οποία ζητεί, κατ’ ουσίαν, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2014 με την οποία, κατ’ αυτήν, ο εκτελεστικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕAΑΕΣ ή στο εξής: Αρχή) ανακάλεσε την από 7 Νοεμβρίου 2013 απόφασή του περί προσωρινού διορισμού της σε θέση που αποτελούσε το αντικείμενο ανακοινώσεως κενής θέσεως, καθώς και η απόφαση της 24ης Ιουλίου 2014 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεώς της και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η ΕAΑΕΣ σε αποκατάσταση της υλικής ζημίας και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που εκτιμά ότι έχει υποστεί.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων

2        Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 (στο εξής: ΚΥΚ) και εφαρμόζεται επί της ένδικης διαφοράς, ορίζει τα εξής:

«Ο υπάλληλος δύναται να κληθεί να καταλάβει, προσωρινά, θέση της ομάδας καθηκόντων του που αντιστοιχεί σε βαθμό ανώτερο του βαθμού στον οποίο ανήκει. Από την αρχή του τέταρτου μήνα αυτής της προσωρινής τοποθέτησης, εισπράττει εξισωτική αποζημίωση ίση με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούν στο βαθμό και στο κλιμάκιο στα οποία ανήκει και των αποδοχών τις οποίες θα ελάμβανε στο κλιμάκιο στο οποίο θα είχε καταταγεί αν είχε διορισθεί στο βαθμό που αντιστοιχεί στην προσωρινή του τοποθέτηση.

Η διάρκεια της προσωρινής τοποθέτησης δεν υπερβαίνει το ένα έτος, εκτός αν η τοποθέτηση έχει ως αντικείμενο να εξασφαλίσει, άμεσα ή έμμεσα, την αντικατάσταση υπαλλήλου που έχει αποσπασθεί για το συμφέρον της υπηρεσίας σε άλλη θέση ή έχει κληθεί υπό τα όπλα ή είναι σε αναρρωτική άδεια μεγάλης διάρκειας.»

3        Το άρθρο 110 του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«1.      Οι γενικές διατάξεις προς εκτέλεση του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εκδίδονται από κάθε όργανο κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού του και κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Οι Υπηρεσίες εκδίδουν, μετά από διαβούλευση με την οικεία επιτροπή προσωπικού και σε συμφωνία με την [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή, τους ενδεικνυόμενους, για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κανόνες εφαρμογής.

[…]

3.      Όλες αυτές οι γενικές διατάξεις, καθώς και όλοι οι κανόνες που θεσπίζονται με συμφωνία μεταξύ των οργάνων, γνωστοποιούνται στο προσωπικό.

[…]»

 Το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού

4        Όσον αφορά τους έκτακτους υπαλλήλους, το άρθρο 10 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2013 (στο εξής: ΚΛΠ) και εφαρμόζεται επί της ένδικης διαφοράς, ορίζει τα εξής:

«1.      Τ[ο] άρθρ[ο] […] 7 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εφαρμόζ[εται] κατ’ αναλογία.

2.      Η σύμβαση του εκτάκτου υπαλλήλου πρέπει να καθορίζει επακριβώς τον βαθμό και το κλιμάκιο στους οποίους προσλαμβάνεται ο έκτακτος υπάλληλος.

3.      Η τοποθέτηση εκτάκτου υπαλλήλου σε θέση που αντιστοιχεί σε βαθμό ανώτερο από τον βαθμό στον οποίο έχει προσληφθεί, καθιστά αναγκαία τη σύναψη συμπληρωματικής συμφωνίας στη σύμβαση προσλήψεώς του.

[…]»

5        Το άρθρο 14 του ΚΛΠ προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «[ο] έκτακτος υπάλληλος δύναται να υποχρεωθεί να πραγματοποιήσει περίοδο δοκιμασίας, η διάρκεια της οποίας δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι μήνες» και ότι «[ο] έκτακτος υπάλληλος, ο οποίος δεν επιδεικνύει επαρκή προσόντα για να διατηρηθεί στη θέση του απολύεται». Η διάταξη αυτή, όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 2014 τροποποιηθείσα με τον κανονισμό (EΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του [ΚΥΚ] […] καθώς και του [ΚΛΠ] (ΕΕ L 287, σ. 15), προβλέπει πλέον ότι η πραγματοποίηση τέτοιας περιόδου δοκιμασίας είναι υποχρεωτική.

6        Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του ΚΠΛ ορίζει ότι:

«Η αρχική κατάταξη του εκτάκτου υπαλλήλου καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

Σε περίπτωση τοποθετήσεως του υπαλλήλου σε θέση που αντιστοιχεί σε ανώτερο βαθμό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 τρίτη παράγραφος [του ΚΛΠ] η κατάταξή του καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.»

 Ο κανονισμός 1094/2010

7        Από το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕE) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής ([EΑΑΕΣ]), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/EΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/EΚ της Επιτροπής [για τη σύσταση της επιτροπής ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων (ΕΕΕΑΑΕΣ)] (ΕΕ L 331, σ. 48), προκύπτει ότι η Αρχή αποτελείται, μεταξύ άλλων, από «συμβούλιο εποπτών, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 43», «συμβούλιο διοίκησης, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 47», «πρόεδρο, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 48», και «εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 53».

8        Δυνάμει του άρθρου 40 του κανονισμού 1094/2010, «[τ]ο συμβούλιο εποπτών συγκροτείται από […] τον πρόεδρο, χωρίς δικαίωμα ψήφου, […] τον επικεφαλής της εθνικής δημόσιας αρχής που είναι αρμόδια για την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σε κάθε κράτος μέλος, ο οποίος συμμετέχει αυτοπροσώπως στις συνεδριάσεις τουλάχιστον δύο φορές ετησίως, […] έναν εκπρόσωπο της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής, χωρίς δικαίωμα ψήφου […] έναν εκπρόσωπο του Ε[υρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου], χωρίς δικαίωμα ψήφου, [και] έναν εκπρόσωπο καθεμιάς από τις άλλες δυο Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, χωρίς δικαίωμα ψήφου». Το δε άρθρο 45, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1094/2010 προβλέπει ότι «[τ]ο συμβούλιο διοίκησης συγκροτείται από τον πρόεδρο και έξι άλλα μέλη του συμβουλίου εποπτών, που εκλέγονται από τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου».

9        Το άρθρο 68 του κανονισμού 1094/2010, που επιγράφεται «Προσωπικό», ορίζει τα εξής:

«1.      Για το προσωπικό της Αρχής, περιλαμβανομένου του εκτελεστικού διευθυντή και του προέδρου της, ισχύουν ο [KYK], το [KΛΠ] και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή τους.

2.      Το συμβούλιο διοίκησης, σε συμφωνία με την [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του [ΚΥΚ].

[…]»

10      Το άρθρο 77 του κανονισμού 1094/2010, που επιγράφεται «Μεταβατικές διατάξεις για το προσωπικό», προβλέπει τα εξής:

«1.      Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 68, όλες οι συμβάσεις απασχόλησης και συμφωνίες αποσπάσεων που συνάπτονται από την ΕΕΕΑΑΕΣ ή τη γραμματεία της και οι οποίες ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 2011 θα εξακολουθήσουν να ισχύουν μέχρι την ημερομηνία λήξης τους. […]

2.      Σε όλα τα μέλη του προσωπικού με σύμβαση στα οποία παραπέμπει η παράγραφος 1 θα προταθεί η δυνατότητα σύναψης σύμβασης έκτακτου υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του [ΚΛΠ] για τους διάφορους βαθμούς που προβλέπονται στο οργανόγραμμα της Αρχής.

Μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων αρχή θα διοργανώσει εσωτερική επιλογή περιορισμένη στο προσωπικό που έχει συμβάσεις με την ΕΕΕΑΑΕΣ ή τη γραμματεία της, προκειμένου να ελεγχθούν η ικανότητα, η αποδοτικότητα και η ακεραιότητα του προσωπικού που πρόκειται να προσληφθεί. […]

3.      Ανάλογα με το είδος και το επίπεδο των προς επιτέλεση λειτουργιών, στους επιτυχόντες θα προταθούν συμβάσεις έκτακτου υπαλλήλου, διάρκειας αντίστοιχης τουλάχιστον του χρόνου που υπολείπεται βάσει της προηγούμενης σύμβασης.

[…]»

11      Δυνάμει, αντιστοίχως, του άρθρου 47, παράγραφος 2, και του άρθρου 53, παράγραφος 3, του κανονισμού 1094/2010, «[τ]ο συμβούλιο διοίκησης [της Αρχής] προτείνει στο συμβούλιο εποπτών [της Αρχής] ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας προς έγκριση» ενώ «[ο] εκτελεστικός διευθυντής [της Αρχής] λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ιδίως την έκδοση εσωτερικών διοικητικών εντολών και τη δημοσίευση ανακοινώσεων, για να διασφαλίσει τη λειτουργία της Αρχής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού».

 Η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011

12      Στις 30 Ιουνίου 2011, ο εκτελεστικός διευθυντής της ΕAΑΕΣ (στο εξής: εκτελεστικός διευθυντής) εξέδωσε απόφαση σχετικά με τη διαδικασία διαχειρίσεως των συμβάσεων σε περίπτωση επιτυχίας σε εσωτερική διαδικασία προσλήψεως («Decision on Contract Management – Handling of successful internal recruitment […]», στο εξής: απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011), η οποία έχει ως εξής:

«Υφίσταται επί του παρόντος κενό στον [ΚΥΚ] […] και στους κανόνες εφαρμογής από […] την EΑΑΕΣ όσον αφορά τη διαχείριση συμβάσεων σε περίπτωση επιτυχίας ενός εσωτερικού υποψηφίου σε [διαδικασία] προσλήψεως.

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πρώτη περίπτωση [την οποία αντιμετωπίζει η Υπηρεσία] και μέχρις ότου καθορισθεί η [επί του θέματος] πολιτική [της Αρχής], θα εφαρμόζονται τα ακόλουθα κριτήρια, τα οποία θα αποτελέσουν τη βάση για την μελλοντική πολιτική στο ζήτημα αυτό:

1.      Τα κατωτέρω οριζόμενα εφαρμόζονται επί των εσωτερικών υποψηφίων που έχουν επιτύχει [σε διαδικασία] προσλήψεως [σε άλλη θέση] με τα ίδια καθήκοντα.

2.      Τα κατωτέρω οριζόμενα συνεπάγονται τη σύναψη συμφωνίας συμπληρωματικής στην αρχική σύμβαση όσον αφορά, κατά περίπτωση, τον τίτλο της θέσεως, τον βαθμό και το κλιμάκιο.

3.      Ο διορισμός θα γίνεται στο κλιμάκιο 1 ή 2 [του βαθμού] αναλόγως του προηγούμενου κλιμακίου [του ενδιαφερομένου].

4.      Ουδεμία μεταβολή [θα επέρχεται] στην [αρχική] σύμβαση όσον αφορά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της περιόδου ανανεώσεως [της συμβάσεως].

5.      Υποχρέωση [πραγματοποιήσεως] περιόδου [έξι] μηνών προσωρινής τοποθετήσεως [στα νέα καθήκοντα].

6.      Κατά το πέρας της επιτυχούς ολοκληρώσεως της περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως στη θέση, θα εγκρίνεται η τοποθέτηση του μέλους του προσωπικού στη νέα θέση και οι αποδοχές [του] θα αυξάνονται αναδρομικώς [συμφώνως προς τον προταθέντα με την ανακοίνωση της εν λόγω κενής θέσεως βαθμό].

Τα κριτήρια αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεως με την [ε]πιτροπή [π]ροσωπικού.»

 Οι ΓΕΔ «Πρόσληψη»

13      Στις 10 Ιανουαρίου 2011, κατά την πρώτη συνεδρίαση του συμβουλίου διοικήσεως («Management Board») της EΑΑΕΣ, ο προσωρινός εκτελεστικός διευθυντής εξήγησε στα μέλη του συμβουλίου διοικήσεως ότι οι κανόνες εφαρμογής του ΚΥΚ και του ΚΛΠ επί του προσωπικού της Αρχής έπρεπε κατ’ αρχάς να εγκριθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτού καταστεί δυνατό να υιοθετηθούν από το «Board» της EAΑΕΣ («before there can be a final approval by the Board of EIOPA»).

14      Κατά τη συνεδρίαση που διεξήχθη στις 15 Νοεμβρίου 2012, το συμβούλιο διοικήσεως της EAΑΕΣ εξέδωσε τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις κατά την έννοια του άρθρου 110 του ΚΥΚ (στο εξής: ΓΕΔ) σχετικά με τη διαδικασία προσλήψεως και προσφυγής σε έκτακτους υπαλλήλους (στο εξής: ΓΕΔ «Πρόσληψη»). Το άρθρο 7, που επιγράφεται «Κατάταξη των [ε]κτάκτων [υ]παλλήλων», των ΓΕΔ «Πρόσληψη» προβλέπει ότι ο ελάχιστος αριθμός ετών επαγγελματικής πείρας, προκειμένου να είναι δυνατή η πρόσληψη σε θέση του βαθμού AD 8, είναι εννέα έτη.

 Οι ΓΕΔ «Μεταβατικά μέτρα»

15      Κατά τη συνεδρίασή του της 15ης Νοεμβρίου 2012, το συμβούλιο διοικήσεως της EAΑΕΣ εξέδωσε επίσης ΓΕΔ σχετικά με τη διαδικασία εσωτερικής επιλογής που προέβλεπαν οι μεταβατικές διατάξεις για το προσωπικό οι οποίες περιλαμβάνονται στο άρθρο 77 του κανονισμού 1094/2010.

 Η αρχική μορφή των πρακτικών της συνεδριάσεως του συμβουλίου διοικήσεως της 15ης Νοεμβρίου 2012

16      Από την αρχική μορφή των πρακτικών της συνεδριάσεως της 15ης Νοεμβρίου 2012 προκύπτει ότι το συμβούλιο διοικήσεως της EAΑΕΣ είχε αποφασίσει να ζητήσει από τα μέλη του συμβουλίου εποπτών (Board of Supervisors) να εγκρίνουν με έγγραφη διαδικασία τους κανόνες εφαρμογής του ΚΥΚ και του ΚΛΠ, με άλλα λόγια τις ΓΕΔ κατά την έννοια του άρθρου 110 του ΚΥΚ, οι οποίες είχαν ήδη λάβει την έγκριση της Επιτροπής.

 Ιστορικό της διαφοράς

17      Η προσφεύγουσα‑ενάγουσα [στο εξής: προσφεύγουσα] απασχολείτο από την ΕΕΕΑΑΕΣ ως έκτακτη υπάλληλος. Την 1η Ιανουαρίου 2011, όταν η EAΑΕΣ διαδέχτηκε την ΕΕΕΑΑΕΣ, αυτή συνήψε με την προσφεύγουσα σύμβαση αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας η προσφεύγουσα προσλαμβανόταν από την EAΑΕΣ ως έκτακτη υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ.

18      Την 1η Ιανουαρίου 2011, η προσφεύγουσα ανέλαβε έτσι καθήκοντα στην EAΑΕΣ ως εμπειρογνώμων της ομάδας καθηκόντων των υπαλλήλων διοικήσεως (AD) με βαθμό AD 5. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 της συμβάσεως προσλήψεώς της, πραγματοποίησε εξάμηνη περίοδο δοκιμαστικής υπηρεσίας, όπως προέβλεπε το άρθρο 14 του ΚΛΠ.

19      Κατόπιν διαδικασίας εσωτερικής επιλογής για θέση εμπειρογνώμονος ως προς τους παράγοντες της αγοράς (expert on stakeholders, στο εξής: expert on stakeholders) με βαθμό AD 6, μετά την ολοκλήρωση της οποίας έγινε δεκτή η υποψηφιότητά της, η προσφεύγουσα τοποθετήθηκε προσωρινώς στη θέση αυτή για έξι μήνες από τις 16 Οκτωβρίου 2011. Η ανάληψη των νέων καθηκόντων της έγινε βάσει των κριτηρίων που καθόριζε η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011.

20      Στις 19 Ιουλίου 2012, ήτοι κατά το πέρας της εξάμηνης περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως κατά τη διάρκεια της οποίας συνέχισε να λαμβάνει τις αποδοχές του βαθμού AD 5 που αντιστοιχεί στη θέση της η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, εγκρίθηκε η εκ μέρους της προσφεύγουσας ανάληψη των νέων καθηκόντων της ως expert on stakeholders, έγκριση συνοδευόμενη από κατάταξη στον βαθμό AD 6, και η προσφεύγουσα κατετάγη αναδρομικώς στον εν λόγω βαθμό, λαμβάνοντας, ως εκ τούτου, τις αντίστοιχες αποδοχές για την εξάμηνη περίοδο προσωρινής τοποθετήσεως, διατηρώντας ταυτοχρόνως το πλεονέκτημα της προσλήψεώς της βάσει συμβάσεως αορίστου χρόνου από την Αρχή.

21      Στις 24 Μαΐου 2013, η EΑΑΕΣ δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσεως αριθ. 1327TAAD08 (στο εξής: ανακοίνωση κενής θέσεως) για την πλήρωση της θέσεως του ανώτερου εμπειρογνώμονος στον τομέα των επαγγελματικών συντάξεων (senior expert on personal pensions) βαθμού AD 8 (στο εξής: θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος), για την οποία θα προτεινόταν στον επιλεγέντα υποψήφιο σύναψη συμβάσεως εργασίας με την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου, δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ, για αρχική διάρκεια τριών ετών. Όσον αφορά τα κριτήρια που θα έπρεπε να πληρούν οι υποψήφιοι, η ανακοίνωση κενής θέσεως προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι αυτοί έπρεπε «να αποδεικνύ[ουν, κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της υποψηφιότητάς τους, ήτοι την 16η Ιουνίου 2013,] τουλάχιστον [οκτώ] έτη επαγγελματικής πείρας πλήρους απασχολήσεως σε τομέα σχετικό με την προς πλήρωση θέση».

22      Η προσφεύγουσα υπέβαλε την υποψηφιότητά της για την ανακοινωθείσα κενή θέση. Στις 17 Ιουλίου 2013, η EAΑΕΣ την ενημέρωσε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι είχε επιλεγεί για τη θέση και της ζήτησε να επιβεβαιώσει το ενδιαφέρον της για αυτήν. Διευκρινιζόταν επίσης, με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι, εάν η προσφεύγουσα «αποδε[χόταν την πρόταση] θα τοποθε[τείτο] προσωρινώς σε αυτόν τον νέο βαθμό για περίοδο έξι μηνών [και ότι, εάν κατά το πέρας αυτής της περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως] η απόδοσή της ή[ταν] ικανοποιητική, θα εγκριν[όταν] η κατάταξή της σε αυτόν τον νέο βαθμό» («In case you accept it, you will be on provisional assignment on that new level for the period of [six] month[s]. If you passed it, you will be confirmed on that new level»). Την επομένη, η προσφεύγουσα επιβεβαίωσε ότι δεχόταν τη θέση η οποία της είχε προταθεί με τον τρόπο αυτόν.

23      Με σημείωμα της 7ης Νοεμβρίου 2013, και κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας που περιγράφεται στην απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, η οποία είχε ήδη ακολουθηθεί για την πρόσληψή της στη θέση του expert on stakeholders, η προσφεύγουσα τοποθετήθηκε, και πάλι προσωρινώς για περίοδο έξι μηνών, στη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013 (στο εξής: απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013). Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως, η προσφεύγουσα εξακολούθησε να λαμβάνει τις αποδοχές που αντιστοιχούσαν στον βαθμό AD 6 τον οποίο κατείχε στην προηγούμενη θέση της ως expert on stakeholders και δυνάμει του οποίου διατηρούσε το πλεονέκτημα της συμβάσεώς της ως έκτακτης υπαλλήλου προσληφθείσας για αόριστο χρόνο.

24      Κατά το πέρας της εξάμηνης περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως, που έληγε στις 15 Μαρτίου 2014, προβλεπόταν ότι, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιδόσεις της προσφεύγουσας κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής θα ικανοποιούσαν την Αρχή, θα μπορούσε να εγκριθεί η ανάληψη εκ μέρους της προσφεύγουσας των νέων καθηκόντων της και, συνεπώς, θα μπορούσε η προσφεύγουσα να καταταγεί στον βαθμό AD 8, που προέβλεπε η ανακοίνωση για την κενή θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, με αναδρομική ισχύ από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013 συμφώνως προς την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, ενώ θα διατηρούσε ταυτοχρόνως το πλεονέκτημα σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η προτεινόμενη με την ανακοίνωση κενής θέσεως θέση απασχολήσεως αφορούσε μόνον πρόσληψη για ορισμένο χρόνο, ήτοι για τρία έτη.

25      Στο πλαίσιο της πολιτικής της περί ετησίου εσωτερικού ελέγχου, η EAΑΕΣ διαπίστωσε σφάλμα το οποίο είχε εμφιλοχωρήσει στην ανακοίνωση κενής θέσεως. Συγκεκριμένα, όπως εξετέθη στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως, η εν λόγω ανακοίνωση απαιτούσε από τους υποψηφίους να αποδεικνύουν συναφή επαγγελματική πείρα τουλάχιστον οκτώ ετών, ενώ, δυνάμει των ΓΕΔ «Πρόσληψη», η πρόσληψη σε θέση βαθμού AD 8 είναι δυνατή, εντός της Αρχής, μόνο για τους υποψηφίους που αποδεικνύουν συναφή επαγγελματική πείρα τουλάχιστον εννέα ετών. Κατόπιν αυτού, ένα μέλος της ομάδας ανθρωπίνων πόρων ζήτησε, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, να μάθει από την προσφεύγουσα εάν ήταν σε θέση να αποδείξει, κατά την καταληκτική ημερομηνία της υποβολής των υποψηφιοτήτων για την ανακοινωθείσα κενή θέση, ήτοι μέχρις τις 16 Ιουνίου 2013, εννεαετή επαγγελματική πείρα, προκειμένου να μπορέσει να διεκδικήσει τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος.

26      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 10ης Φεβρουαρίου 2014, ο προϊστάμενος της προσφεύγουσας της ζήτησε να του προσκομίσει ορισμένα στοιχεία για να μπορέσει να ολοκληρώσει την έκθεση αξιολογήσεως της προσφεύγουσας για το 2013. Με την ευκαιρία αυτή, η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για το γεγονός ότι «ε[ίχε] ολοκληρώσει [με επιτυχία] τη δοκιμαστική περίοδο».

27      Στο πλαίσιο συναντήσεως με τον διευθυντή της διευθύνσεως «Κανονισμοί» που διεξήχθη την 11η Φεβρουαρίου 2014 (στο εξής: συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου 2014), η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για το γεγονός ότι η Αρχή είχε, λαμβανομένων υπόψη των ΓΕΔ «Πρόσληψη», ερωτηματικά ως προς τη διάρκεια της συναφούς επαγγελματικής πείρας της πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της ως ανώτερης εμπειρογνώμονος.

28      Στις 12 Φεβρουαρίου 2014, η προσφεύγουσα αναζήτησε, ανεπιτυχώς, πρόσβαση στο κείμενο των ΓΕΔ «Πρόσληψη», προκειμένου να λάβει δεόντως γνώση αυτών.

29      Στις 13 Φεβρουαρίου 2014, η έκθεση αξιολογήσεως της προσφεύγουσας για το έτος 2013 ολοκληρώθηκε. Από την εν λόγω έκθεση συνάγεται ότι οι επιδόσεις της ήσαν ικανοποιητικές στις δύο θέσεις που κατείχε κατά τη διάρκεια του οικείου έτους. Αυτή η θετική αξιολόγηση συμφωνούσε με τις αξιολογήσεις της για τα δύο προηγούμενα έτη.

30      Στις 19 Φεβρουαρίου 2014, η προσφεύγουσα απέκτησε εν τέλει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, πρόσβαση στις ΓΕΔ «Πρόσληψη». Εντούτοις, ισχυρίστηκε ότι ετέθησαν υπόψη της δύο διαφορετικά κείμενα των εν λόγω ΓΕΔ.

31      Με έγγραφο της 24ης Φεβρουαρίου 2014, το οποίο επιγράφεται «Αποτέλεσμα της διαδικασίας προσλήψεως [για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος]», ο εκτελεστικός διευθυντής ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι στην ανακοίνωση κενής θέσεως υπήρχε σφάλμα, δεδομένου ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι επιτάσσουν οι ΓΕΔ «Πρόσληψη», ήτοι ότι απαιτούνται τουλάχιστον εννέα έτη συναφούς επαγγελματικής πείρας προκειμένου να είναι δυνατή η κατάληψη θέσεως βαθμού AD 8 εντός της Αρχής, η ανακοίνωση κενής θέσεως ανέφερε εσφαλμένως ότι απαιτούνται οκτώ έτη. Ο εκτελεστικός διευθυντής εξέθετε εν συνεχεία ότι, δεδομένου ότι είχε διαπιστώσει ότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε, κατά την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των υποψηφιοτήτων, εννέα έτη συναφούς επαγγελματικής πείρας, πρώτον, ήταν υποχρεωμένος να απορρίψει την υποψηφιότητά της για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος και, δεύτερον, έστω και εάν, όπως τόνισε, η απόφασή του λαμβανόταν κατά το πέρας της εξάμηνης περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως σε θέση βαθμού AD 8, η οποία είχε αρχίσει στις 16 Σεπτεμβρίου 2013 και η οποία, βάσει των πληροφοριών του, ήταν ικανοποιητική, αδυνατούσε να εγκρίνει την εκ μέρους της ανάληψη καθηκόντων στον βαθμό αυτόν. Κατά συνέπεια, διατηρήθηκε η κατάταξη της προσφεύγουσας στον βαθμό AD 6, ήτοι στον βαθμό τον οποίο κατείχε λόγω της απασχολήσεώς της ως expert on stakeholders, και κατά την περίοδο εργασίας της από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013 και μετά, στο πλαίσιο των καθηκόντων της ως ανώτερης εμπειρογνώμονος, και τούτο κατ’ εφαρμογήν των κανόνων τους οποίους είχε ορίσει η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

32      Στις 12 Μαρτίου 2014, έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ της προσφεύγουσας, των διευθυντών της διευθύνσεως «Κανονισμοί» και της διευθύνσεως «Επιχειρήσεις» καθώς και του προϊσταμένου της μονάδας «Πολιτικές», προκειμένου να καθοριστεί ποια θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι πλέον η θέση απασχολήσεως της προσφεύγουσας εντός της Αρχής, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει κατ’ ουσίαν από τη δικογραφία, η προσφεύγουσα διατηρούσε το καθεστώς έκτακτης υπαλλήλου που είχε προσληφθεί με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στον βαθμό AD 6 στη θέση expert on stakeholders, την οποία κατείχε πριν από την προσωρινή τοποθέτησή της στη θέση της ανώτερης εμπειρογνώμονος.

33      Στις 25 Μαρτίου 2014, η προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Με την εν λόγω διοικητική ένσταση, ζητούσε από τον εκτελεστικό διευθυντή, αφενός, να προβεί στην έκδοση νέας αποφάσεως με την οποία να επιβεβαιώνει επισήμως την επιλεξιμότητά της για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος και, αφετέρου, να δώσει σαφείς οδηγίες προκειμένου να της καταβληθούν αναδρομικώς αποδοχές που αντιστοιχούσαν στον βαθμό AD 8 από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013, ημερομηνία από την οποία τοποθετήθηκε προσωρινώς στην εν λόγω θέση.

34      Προς στήριξη της διοικητικής ενστάσεώς της, η προσφεύγουσα προέβαλε κατ’ ουσίαν ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι είχε δεχθεί ο εκτελεστικός διευθυντής με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ΓΕΔ «Πρόσληψη» ουδόλως ίσχυαν ή εφαρμόζονταν στην περίπτωσή της, δεδομένου ότι δεν είχαν νομοτύπως εκδοθεί ούτε δημοσιευθεί ή άλλως αχθεί σε γνώση του προσωπικού της Αρχής ή των υποψηφίων και ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως παρέπεμπε βεβαίως σε έναν οδηγό προς χρήση των υποψηφίων και στο ΚΛΠ, πλην όμως ουδεμία μνεία έκανε των ΓΕΔ «Πρόσληψη». Η προσφεύγουσα τόνισε ιδίως ότι ο ίδιος ο εκτελεστικός διευθυντής είχε παραδεχθεί ότι στην ανακοίνωση κενής θέσεως υπήρχε σφάλμα σε σχέση με την ελάχιστη διάρκεια της συναφούς επαγγελματικής πείρας που απαιτείτο για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος.

35      Εξάλλου, όσον αφορά την διαδικασία εκδόσεως των ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ, κατά την έννοια του άρθρου 110 του ΚΥΚ, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι το συμβούλιο διοικήσεως της Αρχής είχε, τον Ιανουάριο του 2011, επισημάνει ότι αυτές έπρεπε προηγουμένως να εγκριθούν από την Επιτροπή, πράγμα το οποίο η Επιτροπή έπραξε στις 3 Απριλίου 2012, προτού το τελικό κείμενο των εν λόγω ΓΕΔ διαβιβαστεί στο «Board» της Αρχής, προκειμένου να τις εκδώσει. Ωστόσο, κατά την συνεδρίασή του της 15ης Νοεμβρίου 2012 και όπως τούτο προέκυπτε από τα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτής, οι ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ είχαν εκ νέου υποβληθεί στο συμβούλιο διοικήσεως, το οποίο είχε επισημάνει, με τα εν λόγω πρακτικά, ότι «[θ]α [ε]ζητ[είτο] από τα [μ]έλη του [συμβουλίου εποπτών] να εγκρίνουν τα έγγραφα σχετικά με τις [ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ] με έγγραφη διαδικασία» («The BoS Members will be asked to approve the HR implementing Rules documents by written procedure»). Εντούτοις, τόνισε η προσφεύγουσα, ενόσω η έγκριση αυτή με έγγραφη διαδικασία από το συμβούλιο εποπτών δεν είχε λάβει χώρα, οι ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ δεν ήταν δυνατόν να έχουν εκδοθεί από το συμβούλιο διοικήσεως, οπότε η απαίτηση ελάχιστης συναφούς επαγγελματικής πείρας εννέα ετών για τη δυνατότητα καταλήψεως θέσεως βαθμού AD 8, η οποία περιλαμβανόταν σε αυτό το οποίο δεν ήταν, ως εκ τούτου, παρά μόνον ένα σχέδιο ΓΕΔ χωρίς να έχει εισέτι εκδοθεί, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της αντί της απαιτήσεως οκταετούς πείρας η οποία, αντιθέτως, περιλαμβανόταν ρητώς στην ανακοίνωση κενής θέσεως.

36      Στις 10 Απριλίου 2014, ο εκτελεστικός διευθυντής ζήτησε από την προσφεύγουσα να επιβεβαιώσει την επιθυμία της να συνεχίσει να εργάζεται στην ΕΑΑΕΣ σε θέση βαθμού AD 6 που ήταν διαθέσιμη σε άλλη υπηρεσία στο πλαίσιο της εσωτερικής κινητικότητας. Στις 14 Απριλίου 2014, η προσφεύγουσα απάντησε, μεταξύ άλλων, ότι λυπόταν που δεν μπορούσε να καταλάβει εκ νέου την αρχική θέση της στην ομάδα εξωτερικών σχέσεων της μονάδας «Πολιτικές». Εν συνεχεία, ο εκτελεστικός διευθυντής αποφάσισε, στις 22 Μαΐου 2014 και συμφώνως προς την επιθυμία της, να επανατοποθετήσει την προσφεύγουσα στην ομάδα εξωτερικών σχέσεων της μονάδας «Πολιτικές».

37      Με απόφαση της 24ης Ιουλίου 2014, κοινοποιηθείσα στην προσφεύγουσα αυθημερόν, ο εκτελεστικός διευθυντής, ως αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχή (στο εξής: ΑΣΣΑ) της EAΑΕΣ, απέρριψε τη διοικητική ένσταση της 25ης Μαρτίου 2014 (στο εξής: απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως).

38      Κατ’ αρχάς, η ΑΣΣΑ της Αρχής αμφισβήτησε τη μη έκδοση των ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ από το συμβούλιο διοικήσεως κατά τη συνεδρίασή του της 15ης Νοεμβρίου 2012. Συγκεκριμένα, κατ’ αυτήν, είχαν τηρηθεί οι νόμιμες απαιτήσεις για την έκδοση τέτοιων ΓΕΔ, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τους φορείς που είναι εξουσιοδοτημένοι ή νομικώς υποχρεωμένοι να προβούν στην εν λόγω έκδοση, δεδομένου ότι τέτοιες ΓΕΔ πρέπει να εκδίδονται από το συμβούλιο διοικήσεως, κατόπιν εγκρίσεως της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού, όπως συνέβη εν προκειμένω. Στην πραγματικότητα, η μνεία, στα πρακτικά της συνεδριάσεως του συμβουλίου διοικήσεως της 15ης Νοεμβρίου 2012, περί υποβολής του κειμένου στα μέλη του συμβουλίου εποπτών προκειμένου να εγκριθεί από το εν λόγω συμβούλιο με έγγραφη διαδικασία, δεν αποτελούσε παρά παραδρομή κατά τη σύνταξη, δεδομένου ότι το συμβούλιο διοικήσεως δεν ήταν υποχρεωμένο να θέσει το κείμενο αυτό υπ’ όψιν του συμβουλίου εποπτών και ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη ούτε ήταν στις προθέσεις του συμβουλίου διοικήσεως.

39      Ως εκ τούτου, κατά την ΑΣΣΑ της Αρχής, η έκδοση και η θέση σε ισχύ των ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ δεν εξαρτώντο από παρέμβαση του συμβουλίου εποπτών, οπότε οι ΓΕΔ, που είχαν αχθεί σε γνώση του προσωπικού, μπορούσαν να εφαρμοστούν εν προκειμένω. Εξάλλου, η προσφεύγουσα είχε ενημερωθεί για το γεγονός ότι το συμβούλιο διοικήσεως είχε εν τω μεταξύ εκδώσει, στις 22 Ιουλίου 2014, διορθωτικό των πρακτικών της συνεδριάσεώς του της 15ης Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να διευκρινίσει ότι η διαδικασία την οποία είχε όντως ακολουθήσει το συμβούλιο διοικήσεως για την έκδοση των ΓΕΔ «Πρόσληψη» ήταν αυτή που όντως επέτασσε το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1094/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 110 του ΚΥΚ (στο εξής: διορθωτικό).

 Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία

40      Η προσφεύγουσα ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως·

–        να υποχρεώσει την EAAEΣ να αποκαταστήσει την υλική ζημία της, εκτιμώμενη στην διαφορά αποδοχών μεταξύ των αποδοχών θέσεως βαθμού AD 6 και των αποδοχών θέσεως βαθμού AD 8, πλέον τόκων υπερημερίας υπολογιζόμενων βάσει του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) προσαυξημένου κατά δύο μονάδες, κυρίως, από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013 και, επικουρικώς, για την περίοδο από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013 έως τις 24 Φεβρουαρίου 2014·

–        σε κάθε περίπτωση, να της επιδικάσει, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, ποσό το οποίο εκτιμάται κατά δικαία κρίση σε 20 000 ευρώ·

–        να καταδικάσει την EΑAEΣ στα δικαστικά έξοδα.

41      Η EΑΑΕΣ ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

–        να απορρίψει την προσφυγή‑αγωγή ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

42      Με επιστολή της Γραμματείας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 14ης Ιανουαρίου 2015, ο εισηγητής δικαστής στην παρούσα υπόθεση έθεσε, στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, ορισμένες ερωτήσεις στην Αρχή, στις οποίες αυτή απάντησε δεόντως στο πλαίσιο του υπομνήματός της αντικρούσεως.

43      Η Αρχή επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι ουδείς άλλος υποψήφιος του πίνακα επιτυχόντων ο οποίος καταρτίστηκε κατά το πέρας της κινηθείσας με την ανακοίνωση κενής θέσεως διαδικασίας προσλήψεως είχε διοριστεί στη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος και ότι δεν είχε προβεί ούτε σε δημοσίευση νέας ανακοινώσεως κενής θέσεως για την πλήρωση της εν λόγω θέσεως, διότι, στο πλαίσιο των περικοπών του προϋπολογισμού κατά 7,5 % για το οικονομικό έτος 2015, η θέση αυτή δεν θα ήταν πλέον διαθέσιμη εντός της EAΑΕΣ και θα απαιτείτο αναδιάταξη προκειμένου να καλυφθούν άλλες ανάγκες.

44      Όσον αφορά τον τρόπο της ανακοινώσεως των ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ στο προσωπικό της, η Αρχή διευκρίνισε, πρώτον, ότι, στο πλαίσιο μιας γενικής ενημερωτικής συγκεντρώσεως που διεξήχθη στις 12 Νοεμβρίου 2012, το προσωπικό ενημερώθηκε από το συμβούλιο διοικήσεως για την επικείμενη έκδοση των ΓΕΔ «Πρόσληψη». Η ημερήσια διάταξη αυτής της ενημερωτικής συγκεντρώσεως, που είχε διανεμηθεί σε όλα τα μέλη του προσωπικού, περιείχε συναφώς ένα σημείο που έφερε τον τίτλο «Επικαιροποίηση […] των ΓΕΔ [του ΚΥΚ και του ΚΛΠ]». Εξάλλου, η Αρχή διευκρίνισε ότι, στις 18 Δεκεμβρίου 2012, οι ΓΕΔ «Πρόσληψη» είχαν αχθεί σε γνώση του προσωπικού μέσω δημοσιεύσεως στον εσωτερικό δικτυακό τόπο της EAΑΕΣ που ονομάζεται «Allegro», στον οποίο ήταν γνωστό τοις πάσι εντός της Αρχής ότι το προσωπικό είχε πρόσβαση μέσω του φυλλομετρητή Firefox και όχι μέσω του φυλλομετρητή Internet Explorer. Η Αρχή διευκρίνισε ότι το σχέδιο των ΓΕΔ «Πρόσληψη» είχε και αυτό τεθεί στη διάθεση του προσωπικού στον εσωτερικό δικτυακό τόπο Allegro. Η Αρχή συνομολόγησε ότι το σχέδιο των ΓΕΔ «Πρόσληψη» παρουσίαζε ορισμένες διαφορές σε σχέση με τις τελικές ΓΕΔ «Πρόσληψη». Εντούτοις, υπενθύμισε ότι, σε κάθε περίπτωση, αμφότερα τα κείμενα προέβλεπαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ότι έπρεπε να αποδεικνύεται συναφής επαγγελματική πείρα τουλάχιστον εννέα ετών προκειμένου να είναι δυνατή η πρόσληψη σε θέση βαθμού AD 8.

45      Ενόψει της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας, οι διάδικοι κλήθηκαν, με την προκαταρκτική έκθεση ακροατηρίου, να απαντήσουν εγγράφως σε ορισμένα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν δεόντως στα μέτρα αυτά εντός της ταχθείσας προθεσμίας και, από την πλευρά της, η EAΑΕΣ κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις επί των απαντήσεων της προσφεύγουσας στα προαναφερθέντα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας. Η δε προσφεύγουσα διετύπωσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τις παρατηρήσεις της επί των γραπτών απαντήσεων της EAΑΕΣ στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας.

46      Στο πλαίσιο αυτό, η Αρχή επιβεβαίωσε ότι ουδεμία συμπληρωματική συμφωνία είχε επισήμως συναφθεί με την προσφεύγουσα σε σχέση με τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, διότι, κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 2011, η υπογραφή μιας τέτοιας συμπληρωματικής συμφωνίας στη σύμβαση προσλήψεως δεν νοείται να λάβει χώρα παρά μόνον κατά το πέρας της εξάμηνης περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως στη νέα θέση. Έτσι, ουδέποτε τροποποιήθηκε η προηγούμενη σύμβαση της προσφεύγουσας. Εξάλλου, η Αρχή επισήμανε στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ότι η προσφεύγουσα είχε, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματός της, λάβει άδεια για προσωπικούς λόγους διαρκείας ενός έτους προκειμένου να εργαστεί σε εθνική δημόσια αρχή εποπτείας των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και, συναφώς, η EAΑΕΣ διευκρίνισε ότι η προσφεύγουσα μπόρεσε να λάβει μια τέτοια άδεια αποκλειστικώς λόγω της ιδιότητάς της ως έκτακτης υπαλλήλου με σύμβαση αορίστου χρόνου, της οποίας το πλεονέκτημα μπόρεσε να διατηρήσει χάρη στους κανόνες τους οποίους θέσπισε η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 και των οποίων αμφισβητεί πλέον το κύρος. Συγκεκριμένα, ελλείψει των κανόνων αυτών, η προσφεύγουσα θα είχε προσληφθεί ως έκτακτη υπάλληλος ορισμένου χρόνου σε θέση βαθμού AD 8 από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013 και, έτσι, δεν θα μπορούσε να λάβει άδεια για προσωπικούς λόγους παρά μόνο για μέγιστη διάρκεια τριών μηνών, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί, εάν επιθυμούσε να αποδεχθεί την προσφορά θέσεως εργασίας διάρκειας ενός έτους εκ μέρους της προαναφερθείσας εθνικής δημόσιας αρχής εποπτείας των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, να παραιτηθεί από την EAΑΕΣ.

47      Τέλος, δεδομένου ότι η EAΑΕΣ δεν ήταν σε θέση, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, να απαντήσει σε ερώτηση μέλους του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης σε σχέση με το εάν η επιτροπή προσωπικού είχε διατυπώσει την άποψή της όχι μόνον επί της πρώτης μορφής του κειμένου των ΓΕΔ «Πρόσληψη», αλλά και, κατόπιν της γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, επί της δεύτερης μορφής του κειμένου των εν λόγω ΓΕΔ, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποφάσισε να μην περατώσει την προφορική διαδικασία κατά το πέρας της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, προκειμένου να παράσχει τη δυνατότητα στην EAΑΕΣ να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της απόψεώς της, πράγμα το οποίο έπραξε στις 12 Μαΐου 2015. Η δε προσφεύγουσα υπέβαλε, στις 22 Μαΐου 2015, παρατηρήσεις επί της απαντήσεως και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε συναφώς η EAΑΕΣ.

48      Στις 27 Μαΐου 2015, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης περάτωσε την προφορική διαδικασία.

 Σκεπτικό

 Επί του αντικειμένου της προσφυγής

49      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, ο δικαστής της Ένωσης δύναται να αποφασίσει ότι παρέλκει η κρίση ειδικά επί του αιτήματος που στρέφεται κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, όταν διαπιστώνει ότι το αίτημα αυτό στερείται αυτοτέλειας και, στην πραγματικότητα, συγχέεται με το αίτημα που στρέφεται κατά της αποφάσεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ιδίως όταν διαπιστώνει ότι η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως είναι αμιγώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως και ότι, επομένως, η ακύρωσή της δεν θα παρήγε στη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου χωριστά αποτελέσματα από εκείνα που απορρέουν από την ακύρωση της δεύτερης (αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑325/09 P, EU:T:2011:506, σκέψη 33, και της 19ης Νοεμβρίου 2014, EH κατά Επιτροπής, F‑42/14, EU:F:2014:250, σκέψη 85).

50      Εν προκειμένω, έστω και εάν η απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως είναι επιβεβαιωτική της προσβαλλομένης αποφάσεως και, επομένως, παρέλκει η κρίση ειδικώς επί του αιτήματος περί ακυρώσεως της απορριπτικής της διοικητικής ενστάσεως αποφάσεως, η αιτιολογία που περιλαμβάνεται σε αυτήν την τελευταία απόφαση διευκρινίζει ορισμένες αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη του εξελικτικού χαρακτήρα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η εν λόγω αιτιολογία πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς η εν λόγω αιτιολογία θεωρείται ότι συμπίπτει με αυτή της εν λόγω πράξεως (βλ. απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2014, EH κατά Επιτροπής, F‑42/14, EU:F:2014:250, σκέψη 86 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

 Επί των ακυρωτικών αιτημάτων

51      Προς στήριξη των ακυρωτικών αιτημάτων της, η προσφεύγουσα επικαλείται κατ’ ουσίαν πέντε λόγους ακυρώσεως που αντλούνται αντιστοίχως:

–        ο πρώτος, από παραβίαση των αρχών της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου,

–        ο δεύτερος, από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης,

–        ο τρίτος, από έλλειψη νομιμότητας των ΓΕΔ «Πρόσληψη» λόγω παραλείψεως διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού,

–        ο τέταρτος, από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–        ο πέμπτος, κυρίως, από έλλειψη νομιμότητας των κανόνων που περιλαμβάνει η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 και, επικουρικώς, από υπέρβαση του πεδίου εφαρμογής αυτής της ιδίας αποφάσεως.

 Επί του παραδεκτού ορισμένων λόγων ακυρώσεως

52      Η Αρχή προέβαλε αρχικώς, υπό το πρίσμα του κανόνα της αντιστοιχίας μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως και του δικογράφου της προσφυγής, ένσταση απαραδέκτου όσον αφορά τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους ακυρώσεως, προτού παραιτηθεί, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, από την ένσταση απαραδέκτου όσον αφορά τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως.

53      Η Αρχή υποστηρίζει ότι ο δεύτερος και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως είναι απαράδεκτοι, διότι η προσφεύγουσα δεν προέβαλε, με τη διοικητική ένστασή της, ούτε το ζήτημα της παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ούτε αυτό της νομιμότητας των κανόνων που προβλέπει η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, αλλά ούτε και ανέπτυξε επιχειρήματα στενώς συνδεόμενα με τα ζητήματα αυτά.

54      Συναφώς, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπενθυμίζει, αφενός, ότι, εφόσον η διαδικασία που προηγείται της δίκης έχει άτυπο χαρακτήρα, οι δε ενδιαφερόμενοι ενεργούν γενικά στο στάδιο αυτό, όπως συνέβη εν προκειμένω, χωρίς την επικουρία δικηγόρου, η Διοίκηση δεν πρέπει να ερμηνεύει τις διοικητικές ενστάσεις κατά τρόπο συσταλτικό, αλλά πρέπει αντιθέτως να τις ερευνά με ευρύτητα πνεύματος. Αφετέρου, το άρθρο 91 του ΚΥΚ δεν έχει ως σκοπό να δεσμεύει, άκαμπτα και οριστικά, το ενδεχόμενο στάδιο της ένδικης διαδικασίας, εφόσον η προσφυγή δεν μεταβάλλει ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως (απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2013, Επιτροπή κατά Mοσχονάκη, T‑476/11 P, EU:T:2013:557, σκέψη 76).

55      Ωστόσο, από τη διοικητική ένσταση προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είχε επισημάνει ότι επί τη βάσει της ανακοινώσεως κενής θέσεως και του οδηγού προς χρήση των υποψηφίων, ήτοι ενός επεξηγηματικού εγγράφου της EAΑΕΣ που ετέθη στη διάθεση τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών υποψηφίων, δεν ανέμενε ότι και άλλοι κανόνες πέραν αυτών του ΚΛΠ θα εφαρμόζονταν επί της οικείας διαδικασίας επιλογής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Αρχή δεν μπορεί ευλόγως να προβάλει, στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας, ότι δεν της παρασχέθηκε δυνατότητα να κατανοήσει με επαρκή ακρίβεια, στο στάδιο της διοικητικής ενστάσεως, ότι η ενδιαφερόμενη προτίθετο να επικαλεστεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2013, Επιτροπή κατά Μοσχονάκη, T‑476/11 P, EU:T:2013:557, σκέψη 78).

56      Ως εκ τούτου, η ένσταση απαραδέκτου που αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, λόγω παραβάσεως του κανόνα της αντιστοιχίας, πρέπει να απορριφθεί.

57      Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει ότι η αμφισβήτηση αυτή πράγματι δεν είχε προβληθεί ρητώς με τη διοικητική ένσταση, μολονότι ο κανόνας αντιστοιχίας μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως και του δικογράφου της προσφυγής επιβάλλει κατ’ αρχήν, επί ποινή απαραδέκτου, ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης να έχει ήδη προβληθεί στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, ώστε να έχουν περιέλθει σε γνώση της Διοικήσεως οι επικρίσεις που διατυπώνει ο ενδιαφερόμενος κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2013, Επιτροπή κατά Μοσχονάκη, T‑476/11 P, EU:T:2013:557, σκέψη 71).

58      Ωστόσο, αφενός, όσον αφορά τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, που, κυρίως, αντλείται από την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 2011, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί ότι, έστω και εάν η προσφεύγουσα παραδέχθηκε ότι είχε αποδεχθεί να υποβληθεί σε περίοδο προσωρινής τοποθετήσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας προσλήψεως στη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, εντούτοις, με τη διοικητική ένστασή της ζήτησε να αμείβεται, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, με τις αποδοχές που αντιστοιχούσαν στον βαθμό AD 8, πράγμα το οποίο ισοδυναμούσε με αμφισβήτηση της δυνατότητας, την οποία ωστόσο προέβλεπε η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, να εξαρτηθεί μια τέτοια καταβολή από την έγκριση της αναλήψεως εκ μέρους της ενδιαφερομένης των νέων καθηκόντων της κατά το πέρας της περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως και να μην τίθεται ζήτημα τέτοιας καταβολής παρά μόνον αναδρομικώς.

59      Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έχει ήδη αποφανθεί ότι ο προσφεύγων μπορεί να προβάλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας το πρώτον στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας, παρά τον κανόνα της αντιστοιχίας (βλ. αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 2014, CR κατά Κοινοβουλίου, F‑128/12, EU:F:2014:38, σκέψη 32, και της 18ης Σεπτεμβρίου 2014, Cerafogli κατά ΕΚΤ, F‑26/12, EU:F:2014:218, σκέψη 39, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑787/14 P). Έτσι, εν κατακλείδι και κατά πάγια νομολογία, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας προϋποθέτει μόνον, προκειμένου να είναι παραδεκτή, ότι η πράξη γενικής ισχύος, της οποίας προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας, είναι άμεσα ή έμμεσα εφαρμοστέα στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής και ότι υφίσταται άμεσος νομικός δεσμός μεταξύ της προσβαλλόμενης ατομικής αποφάσεως και της πράξεως γενικής ισχύος της οποίας προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας (βλ. αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2007, Walderdorff κατά Επιτροπής, T‑442/04, EU:T:2007:161, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 11ης Ιουλίου 2007, Wils κατά Κοινοβουλίου, F‑105/05, EU:F:2007:128, σκέψη 36).

60      Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι οι δύο προϋποθέσεις που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη πληρούνται εν προκειμένω όσον αφορά τόσο τις ΓΕΔ «Πρόσληψη» όσο και την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, πρέπει οι ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητας που αφορούν αντιστοίχως εκάστη εξ αυτών των δύο πράξεων γενικής ισχύος να κριθούν επίσης, σε κάθε περίπτωση και για αυτόν τον τελευταίο λόγο, παραδεκτές.

61      Τέλος, έστω και εάν το παραδεκτό του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως δεν αμφισβητήθηκε από την Αρχή, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει ότι, υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας στη σκέψη 59 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως, που αφορά την έλλειψη νομιμότητας των ΓΕΔ «Πρόσληψη» λόγω παραλείψεως διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού, ζήτημα το οποίο δεν ετέθη με την διοικητική ένσταση, είναι παραδεκτός.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση των αρχών της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

62      Πρώτον, όσον αφορά την αρχή της νομιμότητας, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ενόσω το συμβούλιο εποπτών δεν είχε, συμφώνως προς όσα είχε αποφασίσει το συμβούλιο διοικήσεως της EΑΑΕΣ κατά τη συνεδρίασή του της 15ης Νοεμβρίου 2012, εγκρίνει τις ΓΕΔ «Πρόσληψη», αυτές οι τελευταίες διατάξεις δεν μπορούσαν να συνιστούν νομική βάση δυνάμενη να καταργήσει την προϋπόθεση περί συναφούς επαγγελματικής πείρας τουλάχιστον οκτώ ετών η οποία περιλαμβανόταν στην ανακοίνωση κενής θέσεως και, έτσι, να δικαιολογήσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Συναφώς, η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι, εντούτοις, το συμβούλιο διοικήσεως, αποφασίζοντας να ζητήσει την έγκριση του συμβουλίου εποπτών, δεν παρέβη τον κανονισμό 1094/2010.

63      Το γεγονός ότι το συμβούλιο διοικήσεως έκρινε αναγκαίο να διορθώσει τα πρακτικά της συνεδριάσεώς του της 15ης Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να διευκρινίσει ότι οι ΓΕΔ «Πρόσληψη» είχαν εκδοθεί νομοτύπως, συνιστά, κατά την προσφεύγουσα, απόδειξη αντιφατικής προσεγγίσεως. Έτσι, κατά την προσφεύγουσα, για την περίοδο μεταξύ της 15ης Νοεμβρίου 2012, ημερομηνίας της προαναφερθείσας συνεδριάσεως του συμβουλίου διοικήσεως, και της 22ας Ιουλίου 2014, ημερομηνίας εκδόσεως του διορθωτικού, οι ΓΕΔ «Πρόσληψη» έπρεπε ακόμη να εγκριθούν από το συμβούλιο εποπτών, προκειμένου να θεωρηθούν εκδοθείσες και, συνεπώς, να τεθούν σε ισχύ. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα αμφισβητεί «τη νομιμότητα και την ύπαρξη του διορθωτικού».

64      Δεύτερον, όσον αφορά την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, αφενός, η ανακοίνωση κενής θέσεως η οποία συνιστά το δεσμευτικό νομικό πλαίσιο για την Αρχή και με γνώμονα την οποία είχε υποβάλει την υποψηφιότητά της, ουδεμία αναφορά στις ΓΕΔ «Πρόσληψη» περιείχε. Αφετέρου, δεδομένου ότι η Αρχή δεν τις είχε γνωστοποιήσει στο προσωπικό της, συμφώνως προς το άρθρο 110, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, τουλάχιστον κατά την ημερομηνία της κοινοποιήσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι ΓΕΔ «Πρόσληψη» δεν μπορούσαν, κατ’ αυτήν, να τύχουν εφαρμογής στην περίπτωσή της ή να της αντιταχθούν.

65      Η EAΑΕΣ ζητεί την απόρριψη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η μνεία εγκρίσεως των ΓΕΔ «Πρόσληψη» από το συμβούλιο εποπτών που περιέχεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως του συμβουλίου διοικήσεως της 15ης Νοεμβρίου 2012 δεν αποτελούσε παρά σφάλμα εκ παραδρομής κατά τη σύνταξη των πρακτικών και ότι, εξάλλου, αυτό το σφάλμα διορθώθηκε εν συνεχεία μέσω του διορθωτικού, όπως τούτο διευκρινίστηκε στην προσφεύγουσα με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

66      Όσον αφορά, πρώτον, την αρχή της νομιμότητας, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, συμφώνως προς το άρθρο 110 του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1094/2010, οι κανόνες εφαρμογής του ΚΥΚ και του ΚΛΠ, όπως είναι οι ΓΕΔ «Πρόσληψη», πρέπει να εκδίδονται από το συμβούλιο διοικήσεως, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού και σε συμφωνία με την Επιτροπή, και πρέπει να γνωστοποιούνται στο προσωπικό.

67      Δεν αμφισβητείται ότι, στις 3 Απριλίου 2012, η Επιτροπή ενέκρινε επισήμως το σχέδιο των ΓΕΔ «Πρόσληψη». Ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν υπήρξε ή όχι διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού, ζήτημα το οποίο θα αναλυθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως του τρίτου λόγου ακυρώσεως, πρέπει να εξεταστεί, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, κατά πόσον το συμβούλιο διοικήσεως αποτελούσε το εξουσιοδοτημένο για την έκδοση των ΓΕΔ «Πρόσληψη» όργανο και, ιδίως, κατά πόσον μπορούσε να τις εκδώσει χωρίς την παρέμβαση του συμβουλίου εποπτών.

68      Συναφώς, από το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1094/2010 προκύπτει σαφώς ότι οι ΓΕΔ «Πρόσληψη», που αποτελούν κανόνες εφαρμογής του ΚΥΚ και του ΚΛΠ επί του προσωπικού της Αρχής, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Ωστόσο, το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1094/2010 ορίζει ότι η έκδοση τέτοιων ΓΕΔ εμπίπτει στην αρμοδιότητα του συμβουλίου διοικήσεως.

69      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί ότι από μόνη την επίθεση της υπογραφής του προέδρου του συμβουλίου διοικήσεως σε μια από τις μορφές του κειμένου των ΓΕΔ «Πρόσληψη» μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το συμβούλιο διοικήσεως όντως ενέκρινε την εν λόγω μορφή. Συναφώς, όπως επισημαίνει κατ’ ουσίαν η Αρχή, η υπογραφή στην περίπτωση αυτή απλώς προσδίδει αυθεντικότητα στις ΓΕΔ ως πράξη εκδοθείσα από το συμβούλιο διοικήσεως. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι διατάξεις αυτές εκδόθηκαν από τον πρόεδρο της Αρχής ενεργούντα ατομικώς.

70      Όσον αφορά τη μνεία στα πρακτικά της συνεδριάσεως του συμβουλίου διοικήσεως της 15ης Νοεμβρίου 2012, στο πλαίσιο της οποίας εγκρίθηκαν οι ΓΕΔ «Πρόσληψη», που αναφέρει ότι η έκδοσή τους υπέκειτο στην έγκριση των μελών του συμβουλίου εποπτών και όχι μόνον του συμβουλίου διοικήσεως, αυτή δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι οι ΓΕΔ «Πρόσληψη» εκδόθηκαν από το συμβούλιο διοικήσεως κατά την εν λόγω συνεδρίαση ούτε επηρεάζει τη νομιμότητά τους ή ακόμη τη δυνατότητα εφαρμογής τους στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, το συμβούλιο διοικήσεως ήταν, σε κάθε περίπτωση, δυνάμει των διατάξεων που τυγχάνουν εφαρμογής επί της Αρχής, εν προκειμένω του κανονισμού 1094/2010 και ιδίως του άρθρου 68, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, το μόνο αρμόδιο να προβεί στην έκδοσή τους και, συναφώς, η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι οι ΓΕΔ «Πρόσληψη» ενέπιπταν επίσης στα προνόμια του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων ή ότι παραβίαζαν τα εν λόγω προνόμια. Εξάλλου, κανένα στοιχείο της δικογραφίας η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν δύναται να αναιρέσει ή έστω και μόνο να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της παρασχεθείσας από την Αρχή διευκρινίσεως, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω μνεία περί εγκρίσεως από το συμβούλιο εποπτών στα πρακτικά της συνεδριάσεως της 15ης Νοεμβρίου 2012 συνιστούσε απλώς σφάλμα εκ παραδρομής κατά τη σύνταξη των εν λόγω πρακτικών.

71      Πάντοτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η ανάγνωση του συνόλου των πρακτικών της πρώτης συνεδριάσεως του συμβουλίου διοικήσεως, η οποία διεξήχθη στις 10 Ιανουαρίου 2011, τείνει να επιβεβαιώσει ότι το συμβούλιο διοικήσεως, όταν αποφάσισε και ανακοίνωσε τη διαδικασία την οποία θα ακολουθούσε συναφώς, δεν είχε την πρόθεση ούτε εξέταζε το ενδεχόμενο να εξαρτήσει πράγματι την έκδοση των ΓΕΔ «Πρόσληψη» από τη συμφωνία των μελών του συμβουλίου εποπτών. Πράγματι, δεδομένου ότι η σύντμηση «BoS» αφορά το συμβούλιο εποπτών (Board of Supervisors), είναι σαφές ότι, όπως υποστηρίζει η EAΑΕΣ, η περιεχόμενη στο σημείο 7 των εν λόγω πρακτικών μνεία σε έγκριση από το «Board» της EΑΑΕΣ, και όχι από το «BoS», αποτελεί μνεία στο συμβούλιο διοικήσεως της EΑΑΕΣ και όχι στο συμβούλιο εποπτών. Έτσι, το περιεχόμενο των εν λόγω πρακτικών μάλλον επιβεβαιώνει ότι, εκ των υστέρων, η περιεχόμενη στα πρακτικά της συνεδριάσεως του συμβουλίου διοικήσεως της 15ης Νοεμβρίου 2012 μνεία της παρεμβάσεως των μελών του συμβουλίου εποπτών δεν ήταν παρά σφάλμα εκ παραδρομής και δεν μπορεί ευλόγως να ερμηνευθεί, στο πλαίσιο αυτό, ως έκφραση μιας συνειδητής αιφνίδιας βουλήσεως του συμβουλίου διοικήσεως να εξαρτήσει την έκδοση του κειμένου των ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ από προηγούμενη έγκριση του συμβουλίου εποπτών.

72      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας, κατά το οποίο, προβαίνοντας σε διόρθωση των πρακτικών της 15ης Νοεμβρίου 2012, η Αρχή υιοθέτησε μια αντιφατική προσέγγιση που είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει τις ΓΕΔ «Πρόσληψη» ανεφάρμοστες εν προκειμένω. Πράγματι, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί ότι, με το διορθωτικό του, το συμβούλιο διοικήσεως περιορίστηκε να διορθώσει ένα διαπιστωμένο σφάλμα εκ παραδρομής κατά τη σύνταξη των πρακτικών, προκειμένου το περιεχόμενο των πρακτικών της συνεδριάσεως της 15ης Νοεμβρίου 2012 να απηχεί την πραγματική διαδικασία που όντως ακολουθήθηκε για την έκδοση των ΓΕΔ «Πρόσληψη», ήτοι αυτήν που προβλέπει το άρθρο 110, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 του κανονισμού 1094/2010, και η οποία δεν προϋπέθετε την παρέμβαση του συμβουλίου εποπτών.

73      Όσον αφορά, δεύτερον, την αρχή ασφάλειας δικαίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η εν λόγω αρχή απαιτεί από τη Διοίκηση να παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που υπέχουν ή των δικαιωμάτων που διαθέτουν (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2007, ROM-projecten, C‑158/06, EU:C:2007:370, σκέψη 25, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, Skoma-Lux, C‑161/06, EU:C:2007:773, σκέψη 28, και της 10ης Μαρτίου 2009, Heinrich, C‑345/06, EU:C:2009:140, σκέψη 44). Επομένως, και κατά πάγια επίσης νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει να αποτελεί ο κανόνας τον οποίον θεσπίζει η Διοίκηση και ο οποίος καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών του προσωπικού της αντικείμενο της προσήκουσας δημοσιότητας σύμφωνα με τον τρόπο και τον τύπο που εναπόκειται στη Διοίκηση να καθορίσει (αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 2009, Wenig κατά Επιτροπής, F‑80/08, EU:F:2009:160, σκέψη 90, της 14ης Απριλίου 2011, Šimonis κατά Επιτροπής, F‑113/07, EU:F:2011:44, σκέψη 73, και της 15ης Οκτωβρίου 2014, Μοσχονάκη κατά Επιτροπής, F‑55/10 RENV, EU:F:2014:235, σκέψη 41).

74      Ειδικότερα, προκειμένου για τους κανόνες που αφορούν την πρόσληψη των εκτάκτων υπαλλήλων, η ΑΣΣΑ θεσμικού οργάνου ή οργανισμού οφείλει να αναφέρει όσο το δυνατόν ακριβέστερα στην ανακοίνωση κενής θέσεως τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την κατάληψη της θέσεως, ώστε να είναι σε θέση τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να εκτιμήσουν κατά πόσον μπορούν να υποβάλουν υποψηφιότητα (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 30ής Οκτωβρίου 1974, Grassi κατά Συμβουλίου, 188/73, EU:C:1974:112, σκέψη 40, και της 2ας Οκτωβρίου 1996, Vecchi κατά Επιτροπής, T‑356/94, EU:T:1996:136, σκέψη 50). Βεβαίως, η ΑΣΣΑ δεν υποχρεούται να υπενθυμίσει τις προϋποθέσεις που ρητώς προβλέπονται από τον ΚΥΚ, καθόσον οι υποψήφιοι τεκμαίρεται ότι τις γνωρίζουν, πλην όμως μια ανακοίνωση κενής θέσεως θα στερούνταν του αντικειμένου της, το οποίο συνίσταται στην ενημέρωση των υποψηφίων σχετικά με τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν προκειμένου να καταλάβουν τη θέση, αν η Διοίκηση μπορούσε να αποκλείσει υποψήφιο για λόγο ο οποίος δεν προβλέπεται ρητώς στην εν λόγω ανακοίνωση ή στον ΚΥΚ ή ο οποίος δεν έχει αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο δημοσιότητας στην οποία ο εν λόγω υποψήφιος είχε πρόσβαση ή την οποία γνώριζε (βλ. αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2011, Šimonis κατά Επιτροπής, F‑113/07, EU:F:2011:44, σκέψη 74, και της 15ης Οκτωβρίου 2014, Μοσχονάκη κατά Επιτροπής, F‑55/10 RENV, EU:F:2014:235, σκέψη 42).

75      Εν προκειμένω, ο λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί, κατά το πέρας της περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως, η τοποθέτηση της προσφεύγουσας στη θέση η οποία είχε αποτελέσει αντικείμενο της ανακοινώσεως κενής θέσεως, ήτοι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να αποδείξει την απαιτούμενη συναφή επαγγελματική πείρα διαρκείας τουλάχιστον εννέα ετών προκειμένου να καταλάβει τέτοια θέση βαθμού AD 8, δεν περιλαμβανόταν βεβαίως στην ανακοίνωση κενής θέσεως, δεδομένου ότι αυτή μνημόνευε εσφαλμένως απαίτηση ελάχιστης συναφούς επαγγελματικής πείρας οκτώ ετών. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί εντούτοις ότι, υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως νομολογίας, ένα θεσμικό όργανο ή ένας οργανισμός έχει, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα, αν όχι την υποχρέωση, προς διασφάλιση του σεβασμού της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τη διεξαγωγή των διαφόρων διαδικασιών επιλογής για θέσεις του ιδίου βαθμού, να αποκλείσει υποψήφιο που δεν πληροί μια προϋπόθεση η οποία, λόγω σφάλματος εκ παραδρομής στη σύνταξη της ανακοινώσεως, δεν περιελήφθη ως προϋπόθεση σε ανακοίνωση κενής θέσεως, αλλά η οποία προκύπτει, όπως εν προκειμένω, κατά τρόπο σαφή και μη αμφίσημο από τις ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ που έχει θεσπίσει το εν λόγω θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός και οι οποίες δημοσιοποιήθηκαν προσηκόντως και, ως εκ τούτου, τεκμαίρεται ότι τις γνωρίζει ένας υποψήφιος που επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια και ανήκει στο προσωπικό του συγκεκριμένου θεσμικού οργάνου ή του συγκεκριμένου οργανισμού.

76      Ωστόσο, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει, συναφώς, ότι οι ΓΕΔ «Πρόσληψη», στην οριστική τους μορφή, περιήλθαν σε γνώση του προσωπικού της Αρχής, στις 18 Δεκεμβρίου 2012, μέσω δημοσιεύσεως στον εσωτερικό δικτυακό τόπο Allegro, και τούτο, επιπλέον, μετά την πραγματοποίηση, στις 12 Νοεμβρίου 2012, ενημερωτικής συγκεντρώσεως για το προσωπικό. Αυτός ο τρόπος δημοσιεύσεως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 110, παράγραφος 3, του ΚΥΚ το οποίο αφήνει στην Διοίκηση ευρύ περιθώριο ως προς την επιλογή της μεθόδου γνωστοποιήσεως των πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 110 του ΚΥΚ (βλ., όσον αφορά μόνον την γνωστοποίηση στην επιτροπή προσωπικού, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1976, Küster κατά Κοινοβουλίου, 123/75, EU:C:1976:162, σκέψη 7).

77      Πρέπει να προστεθεί ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει κατά τρόπο πειστικό για ποιον λόγο δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση, στις 12 Φεβρουαρίου 2014 ή και πιο πριν, στις ΓΕΔ «Πρόσληψη», συνδεόμενη με τον εσωτερικό δικτυακό τόπο Allegro ο οποίος, όπως τόνισε η Αρχή, δεν ανοίγει με τον Internet Explorer, αλλά απαιτεί τη χρήση άλλου φυλλομετρητή, πράγμα το οποίο, όπως επίσης τόνισε η Αρχή χωρίς να διαψευσθεί επί του σημείου αυτού από την προσφεύγουσα, θεωρείται ότι είναι γνωστό σε όλο το προσωπικό της Αρχής. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι κάθε απόφαση η οποία υποβάλλεται, όπως οι ΓΕΔ «Πρόσληψη» προς έγκριση από το συμβούλιο διοικήσεως καταχωρίζεται σε έναν κοινό εξυπηρετητή διαδικτύου εντός της Αρχής και παραμένει διαρκώς προσβάσιμη για το σύνολο του προσωπικού. Ούτε αμφισβητεί ότι οι δύο μορφές του κειμένου των ΓΕΔ «Πρόσληψη», στις οποίες φέρεται να μην είχε πρόσβαση παρά μόνον, το πρώτον, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, ήσαν από πάσης απόψεως πανομοιότυπες όσον αφορά την απαίτηση συναφούς επαγγελματικής πείρας τουλάχιστον εννέα ετών προκειμένου να είναι δυνατή η κατάληψη θέσεως βαθμού AD 8 εντός της Αρχής.

78      Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από έλλειψη νομιμότητας των ΓΕΔ «Πρόσληψη» λόγω μη διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

79      Διατεινόμενη ότι η επιτροπή προσωπικού είχε συσταθεί εντός της Αρχής το πρώτον με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, η προσφεύγουσα υποστηρίζει προς στήριξη του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος πρέπει να εξεταστεί πριν από τον δεύτερο, ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές κατά τις οποίες δεν υφίστατο επιτροπή προσωπικού, είναι προφανές ότι, κατά παράβαση του άρθρου 110, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, δεν ήταν εφικτή η διαβούλευση με την επιτροπή αυτή πριν από τη συνεδρίαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, κατά την οποία το συμβούλιο διοικήσεως φέρεται, όπως υποστηρίζει η Αρχή, να εξέδωσε τις ΓΕΔ «Πρόσληψη».

80      Κατά την EAΑΕΣ, έλαβε χώρα η δέουσα διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού σχετικά με το κείμενο των ΓΕΔ «Πρόσληψη», το οποίο ενέκρινε η Επιτροπή και, εν συνεχεία, εξέδωσε το συμβούλιο διοικήσεως της Αρχής.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

81      Πρώτον, από την δικογραφία προκύπτει σαφώς ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η επιτροπή προσωπικού είχε συσταθεί πριν από τις 15 Νοεμβρίου 2012. Πράγματι, τα αποτελέσματα της πρώτης εκλογής των τριών μελών της επιτροπής προσωπικού ανακοινώθηκαν στις 13 Απριλίου 2011.

82      Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς την εφαρμοζόμενη κατ’ αναλογίαν σε οργανισμούς όπως είναι η EAΑΕΣ και προβλεπόμενη στο άρθρο 110, παράγραφος 1, του ΚΥΚ απαίτηση, σύμφωνα με την οποία οι ΓΕΔ θεσπίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) ή από την ΑΣΣΑ εκάστου οργάνου ή οργανισμού κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από την Αρχή σε παράρτημα του υπομνήματός της αντικρούσεως προκύπτει ότι, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, διοργανώθηκε συνάντηση μεταξύ της επιτροπής προσωπικού και της διευθύνσεως της EΑΑΕΣ και ότι, στο πλαίσιο της συναντήσεως αυτής, συμφωνήθηκε όπως η επιτροπή προσωπικού αποστείλει τις προτάσεις της σχετικά με τις τροποποιήσεις τριών σειρών ΓΕΔ που αφορούσαν, αντιστοίχως, τους έκτακτους υπαλλήλους, τους συμβασιούχους υπαλλήλους και τα μεσαία στελέχη. Συναφώς, στις 14 Οκτωβρίου 2011, ο συντονιστής των ανθρωπίνων πόρων απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην επιτροπή προσωπικού ζητώντας της να διατυπώσει τα σχόλιά της επί των προαναφερθεισών ΓΕΔ, ενώ, στις 14 Νοεμβρίου 2011, η επιτροπή προσωπικού απήντησε ότι δεν είχε σχόλια να διατυπώσει επί των διαφόρων ΓΕΔ που της υποβλήθηκαν προς έλεγχο.

83      Επομένως, ορθώς το κείμενο του προοιμίου των ΓΕΔ «Πρόσληψη» αναφέρεται με μονοσήμαντους όρους στο γεγονός ότι υπήρξε πράγματι διαβούλευση με το όργανο εκπροσωπήσεως του προσωπικού, επισημαίνοντας ότι «[τ]ο [σ]υμβούλιο [δ]ιοικήσεως της EΑΑΕΣ [εξέδωσε τις ΓΕΔ “Πρόσληψη”] συμφώνως προς το [ά]ρθρο 110 του [ΚΥΚ] και κατόπιν διαβουλεύσεως με την [ε]πιτροπή [π]ροσωπικού της EAΑΕΣ».

84      Δεύτερον, έστω και εάν, προς στήριξη του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε παρά μόνον ένα επιχείρημα, ήτοι το γεγονός ότι η επιτροπή προσωπικού δεν είχε συσταθεί προ της 15ης Νοεμβρίου 2012, επιχείρημα το οποίο απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση τέθηκε επίσης το ζήτημα, το οποίο έθεσε μέλος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, κατά πόσον υπήρξε εκ νέου διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού για το σχέδιο των ΓΕΔ «Πρόσληψη», όπως αυτό είχε τροποποιηθεί κατόπιν των διατυπωθεισών από την Επιτροπή παρατηρήσεων, από την αποδοχή των οποίων αυτή εξήρτησε την έγκριση του κειμένου κατά την έννοια του άρθρου 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1094/2010.

85      Συναφώς, όπως υπεμνήσθη στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 110 του ΚΥΚ ορίζει ότι οι οργανισμοί εκδίδουν τις ΓΕΔ μετά από διαβούλευση με την οικεία επιτροπή προσωπικού και σε συμφωνία με την Επιτροπή, ενώ το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1094/2010, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 110 του ΚΥΚ, διευκρινίζει ότι οι ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ πρέπει να εκδίδονται από το «συμβούλιο διοίκησης [της EAΑΕΣ], σε συμφωνία με την Επιτροπή».

86      Ενώ οι ΓΕΔ του άρθρου 110 του ΚΥΚ δεν μπορούν να θεσπιστούν από έναν οργανισμό χωρίς τη συμφωνία της Επιτροπής, και επομένως η Επιτροπή έχει κάποια εξουσία επιτηρήσεως, αντιθέτως προβλέπεται μόνο διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού, ήτοι μια μορφή απλής συμμετοχής στη λήψη αποφάσεως, η οποία δεν συνεπάγεται καμία υποχρέωση της Διοικήσεως να δώσει συνέχεια στις παρατηρήσεις που διατυπώνονται από την επιτροπή προσωπικού στο πλαίσιο της διαβουλεύσεως αυτής. Τούτου δοθέντος, η Διοίκηση οφείλει να τηρεί την υποχρέωση αυτή οσάκις η διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού είναι ικανή να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου της πράξεως που πρόκειται να εκδοθεί, άλλως θίγεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της υποχρεώσεως διαβουλεύσεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, Cerafogli και Poloni κατά ΕΚΤ, T‑63/02, EU:T:2003:308, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

87      Οι προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 110 του ΚΥΚ δεν ορίζουν τη χρονολογική σειρά των σταδίων της διαδικασίας εκδόσεως των γενικών εκτελεστικών διατάξεων από έναν οργανισμό, ιδίως ως προς το αν η επιτροπή προσωπικού του οργανισμού αυτού μπορεί ή πρέπει να διατυπώσει τη γνώμη της σε χρόνο προγενέστερο ή μεταγενέστερο της σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής. Συναφώς, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει εντούτοις ότι, στο κρίσιμο εν προκειμένω κανονιστικό πλαίσιο, η εξουσία θεσπίσεως των ΓΕΔ που επισήμως παρέχεται στο συμβούλιο διοικήσεως της Αρχής εξαρτάται από τη συμφωνία της Επιτροπής, οπότε, στην πράξη, τόσο η Αρχή όσο και η Επιτροπή έχουν εξουσία λήψεως αποφάσεως ως προς το ζήτημα αυτό. Έτσι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μπορεί να ζητηθεί, όπως εν προκειμένω, η γνώμη της επιτροπής προσωπικού ενός οργανισμού πριν από την έγκριση σχεδίου των ΓΕΔ από την Επιτροπή, υπό τον όρον ότι το κείμενο που θα εκδοθεί αργότερα τυπικώς από τον οργανισμό δεν θα διαφέρει ουσιωδώς, λόγω τροποποιήσεων που επήλθαν κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, από το κείμενο που είχε υποβληθεί αρχικώς στην επιτροπή προσωπικού.

88      Συνεπώς, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η Αρχή δεν θα ήταν υποχρεωμένη να ζητήσει εκ νέου τη γνώμη της επιτροπής προσωπικού προτού θεσπίσει τις ΓΕΔ «Πρόσληψη» παρά μόνον εάν είχε αποφασίσει να δεχθεί τις τροποποιήσεις της αρχικής προτάσεώς της που απαίτησε η Επιτροπή και οι οποίες θα επηρέαζαν ουσιωδώς την οικονομία της προτάσεως αυτής. Τέτοια υποχρέωση, αντιθέτως, δεν υφίσταται για επιμέρους και περιορισμένης σημασίας τροποποιήσεις, υπενθυμιζομένου ότι ο ουσιώδης χαρακτήρας μιας τροποποιήσεως πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του αντικειμένου και της θέσεως των τροποποιουμένων διατάξεων στο συνολικό κείμενο και όχι υπό το πρίσμα των κατ’ ιδίαν συνεπειών που μπορεί να έχουν στην κατάσταση των ενδιαφερομένων μονίμων υπαλλήλων ή μελών του λοιπού προσωπικού (βλ., συναφώς, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑443/07 P, EU:C:2008:767, σκέψη 52).

89      Πάντως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει, συναφώς, ότι, με την απόφαση C(2012) 2272 τελικό της 3ης Απριλίου 2012, η Επιτροπή ενέκρινε τις ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ τις οποίες είχαν εκδώσει διάφοροι οργανισμοί, μεταξύ δε αυτών τις ΓΕΔ «Πρόσληψη» της EAΑΕΣ. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το κείμενο της αποφάσεως αυτής, την οποία προσκόμισε η Αρχή, δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή είχε απαιτήσει τροποποίηση, επιμέρους ή ουσιώδη, του κειμένου των ΓΕΔ «Πρόσληψη» που της είχε υποβληθεί προς έγκριση. Αντιθέτως, με την προαναφερθείσα απόφαση περί εγκρίσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε, με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, ότι «[έ]νας ενδελεχής έλεγχος ε[ίχε] οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι [τ]α σχέδια των [ΓΕΔ] ακολουθούσαν, σε μεγάλο βαθμό, τις οικείες διατάξεις που είχε εκδώσει η Επιτροπή για το δικό της προσωπικό [και ότι ο]ι αποκλίσεις σε σχέση με τις διατάξεις της Επιτροπής [περιορίζονταν] σε ιδιαιτερότητες τ[ων] [εν λόγω] [ο]ργανισμών».

90      Ως εκ τούτου, κατ’ εφαρμογήν των αρχών που εκτίθενται στις σκέψεις 87 και 88 της παρούσας αποφάσεως, δεν υφίστατο εκ των προτέρων υποχρέωση για την EΑΑΕΔ να διαβουλευτεί εκ νέου με την επιτροπή προσωπικού για το σχέδιο των ΓΕΔ «Πρόσληψη» μετά την έκδοση από την Επιτροπή της αποφάσεως περί εγκρίσεως.

91      Εξάλλου, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την έκδοση των ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ από την Αρχή, διάφορα κείμενα των ΓΕΔ υποβλήθηκαν, από κοινού, στην επιτροπή προσωπικού και στην Επιτροπή. Συναφώς, στις 9 Νοεμβρίου 2012, ο συντονιστής ανθρωπίνων πόρων απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην επιτροπή προσωπικού στο οποίο γινόταν μνεία των συζητήσεων που είχαν διεξαχθεί με την εν λόγω επιτροπή σχετικά με τα σχέδια των ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ, περιλαμβανομένων των ΓΕΔ «Πρόσληψη», για τα οποία είχε ήδη ληφθεί η σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής και τα οποία θα υποβάλλονταν στο συμβούλιο διοικήσεως προκειμένου να εκδοθούν κατά τη συνεδρίασή του της 15ης Νοεμβρίου 2012. Εντούτοις, από το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συνάγεται ότι ένα και μόνο κείμενο δεν είχε εισέτι υποβληθεί, κατά την ημερομηνία της 9ης Νοεμβρίου 2012, στην επιτροπή προσωπικού και ότι η εν λόγω επιτροπή είχε ρητώς επισημάνει, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 14ης Νοεμβρίου 2012, ότι δεν είχε κάποιο σχόλιο να διατυπώσει σε σχέση με το εν λόγω κείμενο.

92      Έτσι, οι ανωτέρω διαπιστώσεις όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνουν, αφενός, ότι ουδεμία ουσιαστική τροποποίηση επήλθε στα σχέδια των ΓΕΔ σε σχέση με τα οποία είχε ήδη υπάρξει διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού. Αφετέρου και σε κάθε περίπτωση, επιβεβαιώνουν ότι η επιτροπή προσωπικού είχε εμπλακεί σε μεγάλο βαθμό στη διαδικασία εκδόσεως των διαφόρων ΓΕΔ του άρθρου 110 του ΚΥΚ και ότι δεν επιθυμούσε να προσθέσει παρατηρήσεις επί του κειμένου των ΓΕΔ «Πρόσληψη», για τη διαβίβαση του οποίου στο συμβούλιο διοικήσεως είχε ενημερωθεί με το προαναφερθέν μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 9ης Νοεμβρίου 2012 και του οποίου γνώριζε το περιεχόμενο, το οποίο, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι μπορεί να διέφερε από το περιεχόμενο του σχεδίου των ΓΕΔ «Πρόσληψη» που της είχε αρχικώς υποβληθεί, πάντως δεν μπορούσε να περιέχει παρά μόνον επιμέρους και περιορισμένης σημασίας τροποποιήσεις κατά την έννοια της προαναφερθείσας στη σκέψη 88 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας.

93      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας των ΓΕΔ «Πρόσληψη» λόγω μη διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

94      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Αρχή απέρριψε, αναδρομικώς, την υποψηφιότητά της στη διαδικασία προσλήψεως που κινήθηκε με την ανακοίνωση κενής θέσεως και, ιδίως, ότι της στέρησε δικαιώματα που της είχε παράσχει η απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, διορίζοντάς την στην οικεία θέση με ισχύ από 16 Σεπτεμβρίου 2013. Συμπεριφερόμενη με τον τρόπο αυτό, η Αρχή δεν σεβάστηκε την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που είχε αποκτήσει η προσφεύγουσα σχετικά με τη νομιμότητα της προσλήψεώς της που έλαβε χώρα στις 7 Νοεμβρίου 2013. Κατά την προσφεύγουσα, ουδεμία αντικειμενική περίσταση θα μπορούσε να την κάνει να αντιληφθεί το σφάλμα που είχε εμφιλοχωρήσει στην ανακοίνωση κενής θέσεως ή, ακόμη, την ύπαρξη στοιχείων δυναμένων να θέσουν εν αμφιβόλω τη νομιμότητα της αποφάσεως της 7ης Νοεμβρίου 2013.

95      Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Αρχή ενήργησε υπερβαίνοντας προφανώς τις εύλογες προθεσμίες, εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη, αντιστοίχως, επτά μήνες μετά την εκ μέρους της αποδοχή, στις 18 Ιουλίου 2013, της θέσεως του ανώτερου εμπειρογνώμονος και εννέα μήνες μετά τη δημοσίευση, στις 24 Μαΐου 2013, της ανακοινώσεως κενής θέσεως.

96      Η Αρχή ζητεί να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, προβάλλοντας ότι η έλλειψη νομιμότητας της προσλήψεώς της δεν ήταν δυνατό να διαφύγει της προσοχής της προσφεύγουσας, διότι οι ΓΕΔ «Πρόσληψη» είχαν δημοσιευθεί στον εσωτερικό δικτυακό τόπο της EAΑΕΣ. Επιπλέον, στο πλαίσιο των δεκατεσσάρων διαδικασιών προσλήψεως που διοργανώθηκαν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2011 και της 24ης Μαΐου 2013, ημερομηνίας της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως κενής θέσεως, η απόδειξη τουλάχιστον εννέα ετών συναφούς επαγγελματικής πείρας ήταν πάντοτε απαιτούμενη προϋπόθεση για την κάλυψη θέσεων βαθμού AD 8, πράγμα το οποίο, λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου μεγέθους της EAΑΕΣ, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε ευλόγως να αγνοεί.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

97      Προκαταρκτικώς, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία ανήκει στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ένωσης (βλ., ιδίως, απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, Dürbeck, 112/80, EU:C:1981:94, σκέψη 48), συνεπάγεται ότι κάθε μόνιμος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού έχει το δικαίωμα να επικαλείται την αρχή αυτή οσάκις βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η Διοίκηση της Ένωσης, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες. Επιπλέον, οι παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες με τους εφαρμοστέους κανόνες (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, ΕΥΑ κατά Καρατζόγλου, C 213/06 P, EU:C:2007:453, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

98      Παρότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μπορεί να περιορίσει το δικαίωμα της Διοικήσεως να ανακαλεί αναδρομικώς παράνομη πράξη στην περίπτωση που ο αποδέκτης της πράξεως μπορούσε να δώσει πίστη στην επίφαση νομιμότητας της πράξεως αυτής, η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ότι δεν πληρούται οσάκις υφίστανται αντικειμενικές συνθήκες βάσει των οποίων ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να έχει αντιληφθεί το επίμαχο σφάλμα, τουτέστιν, οσάκις υφίστανται στοιχεία ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα της πράξεως. Επομένως, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να βασιστεί στην επίφαση νομιμότητας της ανακαλουμένης πράξεως ιδίως όταν η εν λόγω πράξη στερείται νομικής βάσεως ή εκδόθηκε προδήλως κατά παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (απόφαση της 12ης Μαΐου 2010, Bui Van κατά Επιτροπής, T‑491/08 P, EU:T:2010:191, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

99      Εν προκειμένω, η ανακοίνωση κενής θέσεως ουδεμία παραπομπή περιελάμβανε, βεβαίως, στις ΓΕΔ «Πρόσληψη» και, επομένως, κατά μείζονα λόγο ουδεμία αναφορά περιείχε στο άρθρο 7 των εν λόγω ΓΕΔ, που απαιτεί συναφή επαγγελματική πείρα τουλάχιστον εννέα ετών για την κατάληψη θέσεως βαθμού AD 8. Εντούτοις, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εκτιμά ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε ευλόγως να αγνοεί ότι οι εν λόγω ΓΕΔ εφαρμόζονταν κατ’ ανάγκη στην περίπτωσή της.

100    Συγκεκριμένα, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι μια πεπειραμένη έκτακτη υπάλληλος, όπως η προσφεύγουσα, η οποία κατείχε ήδη θέση βαθμού AD 6 εντός της Αρχής, θα έπρεπε να διερωτηθεί ως προς την ελάχιστη διάρκεια της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας προκειμένου να προσληφθεί και/ή να καταταγεί σε θέση βαθμού AD 8 όπως αυτή που αποτέλεσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο εν προκειμένω δεδομένου ότι, αφενός, ο διορισμός στη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος συνεπαγόταν, στην περίπτωση της προσφεύγουσας, προαγωγή κατά δύο βαθμούς σε σχέση με την κατάταξή της στον βαθμό AD 6 συνεπεία της εργασίας της ως expert on stakeholders. Αφετέρου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται εν γένει η λειτουργία των οργανισμών της Ένωσης, το οποίο χαρακτηρίζεται ιδίως από το γεγονός ότι διαθέτουν περιορισμένο αριθμό προσωπικού και από την ύπαρξη ιδιαίτερων λειτουργικών περιορισμών (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2013, Eυρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης κατά Schuerings, T‑107/11 P, EU:T:2013:624, σκέψεις 97 και 100, καθώς και της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Tzikas κατά Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων, F‑120/13, EU:F:2014:197, σκέψη 93). Πάντως, πριν από την κάλυψη της θέσεως του ανώτερου εμπειρογνώμονος, η Αρχή, διοικητική οντότητα περιορισμένου μεγέθους που αριθμούσε μόνον 13 θέσεις της ομάδας καθηκόντων των βοηθών υπαλλήλων και 70 θέσεις της ομάδας καθηκόντων των υπαλλήλων διοικήσεως, εκ των οποίων μόνον 11 θέσεις στον βαθμό AD 8, είχε δημοσιεύσει τουλάχιστον δεκατέσσερις ανακοινώσεις κενής θέσεως για την πλήρωση θέσεων στον βαθμό AD 8 και, δι’ εκάστη των θέσεων αυτών, παγίως ζητείτο από τους υποψηφίους επαγγελματική πείρα τουλάχιστον εννέα ετών.

101    Εντούτοις, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια επίσης νομολογία, η σύμβαση προσλήψεως συνιστά τη βάση της σχέσεως εργασίας ενός εκτάκτου υπαλλήλου με το οικείο θεσμικό όργανο ή τον οικείο οργανισμό (αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 1977, Schertzer κατά Κοινοβουλίου, 25/68, EU:C:1977:158, σκέψη 40, και της 19ης Ιουνίου 1992, V. κατά Κοινοβουλίου, C‑18/91 P, EU:C:1992:269, σκέψη 39). Συνεπώς, όσον αφορά τη δυνατότητα να τεθεί τέρμα στη συμβατική σχέση, όταν αυτή έχει διαμορφωθεί με τη σύμπτωση των βουλήσεων των συμβαλλομένων μερών, η ΑΣΣΑ δεν ενεργεί μονομερώς όπως η ΑΔΑ, αλλά δεσμεύεται από τις συναφείς διατάξεις της συμβάσεως που τη συνδέει με τον υπάλληλό της ή, εν πάση περιπτώσει, υποχρεούται να τηρήσει τις διατάξεις του ΚΛΠ, ιδίως δε τα άρθρα 14 και 47 του εν λόγω Καθεστώτος.

102    Συναφώς, σε περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, όπου η EΑΑΕΣ ρητώς επιβεβαίωσε με τις γραπτές και προφορικές απαντήσεις της ότι δεν προτίθετο να επικαλεστεί καμία από τις προαναφερθείσες διατάξεις, αλλά να στηριχθεί αποκλειστικώς στην απόφασή της της 30ής Ιουνίου 2011, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί ότι, ανεξαρτήτως των εκτιμήσεων που συνδέονται με τον σεβασμό της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η ΑΣΣΑ της Αρχής δεν μπορούσε να αποφασίσει μονομερώς να ανακαλέσει την πρότασή της για θέση εργασίας, η οποία διεπόταν από τους όρους που προβλέπει η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, όπως τούτο υπεμνήσθη με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2013 με το οποίο επισημοποιήθηκε η πρόταση αυτή, και να απορρίψει αναδρομικώς την υποψηφιότητα της προσφεύγουσας.

103    Συγκεκριμένα, καίτοι καμία διάταξη του ΚΛΠ δεν απαγορεύει στην ΑΣΣΑ, μέσω συμβατικών διατάξεων ευνοϊκότερων για τους υπαλλήλους, να περιορίσει, προς το συμφέρον των εν λόγω υπαλλήλων, την εξουσία που αντλεί από το άρθρο 47 του ΚΛΠ προς καταγγελία των εγκύρως συναφθεισών συμβάσεων εργασίας (αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1994, Düchs κατά Επιτροπής, T‑558/93, EU:T:1994:279, σκέψη 43, και της 7ης Ιουλίου 2004, Schmitt κατά ΕΥΑ, T‑175/03, EU:T:2004:214, σκέψη 53), η εν λόγω αρχή δεν μπορεί ωστόσο, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπει το ΚΛΠ, να αποδεσμευθεί μονομερώς από τη συμβατική σχέση της με τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο. Ειδικότερα, μια προσφορά θέσεως εργασίας απευθυνθείσα σε υποψήφιο ενόψει της προσλήψεώς του ως εκτάκτου υπαλλήλου συνιστά ασφαλώς έκφραση απλής προθέσεως και, ως εκ τούτου, προπαρασκευαστική πράξη που δεν δημιουργεί δικαιώματα, η οποία μπορεί να ανακληθεί, παραδείγματος χάριν όταν η ΑΣΣΑ διαπιστώνει, σε χρόνο μεταγενέστερο της διατυπώσεως της προσφοράς θέσεως εργασίας, ότι ο υποψήφιος δεν πληροί μια από τις προϋποθέσεις προσλήψεως που προβλέπονται από το ΚΛΠ, την ανακοίνωση κενής θέσεως ή εσωτερικές διατάξεις (βλ., συναφώς, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2012, Eklund κατά Επιτροπής, F‑57/11, EU:F:2012:145, σκέψη 66, και διάταξη της 10ης Ιουλίου 2014, Mészáros κατά Επιτροπής, F‑22/13, EU:F:2014:189, σκέψη 73). Ωστόσο, η κατάσταση διαφέρει όταν η προσφορά αυτή έχει γίνει αποδεκτή, έχει υλοποιηθεί με απόφαση της ΑΣΣΑ, όπως αυτή της 7ης Νοεμβρίου 2013, και η νέα συμβατική σχέση έχει ήδη, στην πράξη, αποτελέσει αντικείμενο αρχής εκτελέσεως. Πράγματι, σε παρόμοια κατάσταση, η σύμπτωση των βουλήσεων των συμβαλλομένων μερών γεννά νέες υποχρεώσεις συμβατικής φύσεως οι οποίες περιορίζουν την εξουσία της ΑΣΣΑ να ενεργεί μονομερώς πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπονται από το ΚΛΠ, όπως οι περιπτώσεις του άρθρου 47 του Καθεστώτος αυτού, και, εν πάση περιπτώσει, να ενεργεί αναδρομικώς.

104    Ωστόσο, εν προκειμένω, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει, πρώτον, ότι η προσφεύγουσα είχε ρητώς αποδεχθεί, στις 18 Ιουλίου 2013, την προσφορά θέσεως εργασίας που της είχε γίνει την προτεραία από την Αρχή υπό τους όρους που περιλαμβάνονται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2013 που απηύθυνε η Αρχή στην προσφεύγουσα. Συναφώς, από το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συνάγεται ότι αυτό περιλαμβάνει δύο πτυχές: γινόταν μια πρώτη δεσμευτική πρόταση «προσωρινής τοποθετήσεως» στην προσφεύγουσα, η οποία διατηρούσε το πλεονέκτημα της προσλήψεώς της με σύμβαση αορίστου χρόνου στον βαθμό AD 6, ενώ της γινόταν μια δεύτερη πρόταση η οποία, αντιθέτως, εξηρτάτο από την ποιότητα των επιδόσεων της ενδιαφερομένης κατά την περίοδο της προσωρινής τοποθετήσεως. Έτσι, αυτό το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν περιείχε πρόταση άμεσης προσλήψεως υπό τους όρους της ανακοινώσεως κενής θέσεως, η οποία αναφερόταν μόνον στη θέση εκτάκτου υπαλλήλου για ορισμένο χρόνο τριών ετών κατά την έννοια του άρθρου 9 του ΚΛΠ. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει, δεύτερον, ότι η δεσμευτική πρόταση «προσωρινής τοποθετήσεως» υλοποιήθηκε, εν προκειμένω, με την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, έστω και εάν, τύποις, δεν επρόκειτο για συμπληρωματική συμφωνία στη σύμβαση προσλήψεως που υπέγραψαν τα δύο μέρη. Τρίτον, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα άσκησε όντως τα καθήκοντά της ως ανώτερη εμπειρογνώμων για χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών και ότι, τέταρτον, η EAΑΕΣ επισήμανε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ως νομική βάση, όχι κάποια διάταξη του ΚΛΠ, αλλά την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, την οποία είχε εκδώσει ο εκτελεστικός διευθυντής της Αρχής προκειμένου να καλύψει ένα κενό στον ΚΥΚ και στο ΚΛΠ.

105    Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ΑΣΣΑ της Αρχής δεν μπορούσε, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, να αποφασίσει, μονομερώς, με αναδρομική ισχύ και χωρίς συγκεκριμένη νομική βάση, να απορρίψει την υποψηφιότητα της προσφεύγουσας για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, πράγμα το οποίο ισοδυναμούσε, με άλλα λόγια, με ανάκληση της προτάσεως θέσεως εργασίας που της είχε απευθύνει στις 17 Ιουλίου 2013, κατά το δεσμευτικό σκέλος της που αφορούσε την προσωρινή τοποθέτηση, την οποία είχε ήδη αποδεχθεί η προσφεύγουσα και η οποία έχει, συνεπώς, εξαντλήσει τα αποτελέσματά της. Τούτο ισχύει έστω και εάν δεν επρόκειτο παρά μόνον για πρόταση προσωρινής τοποθετήσεως για περίοδο έξι μηνών με, εν τέλει, τη δυνατότητα για την προσφεύγουσα, αποδεχόμενη τη δεύτερη πρόταση εάν αυτή συγκεκριμενοποιείτο, να διατηρήσει τη σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία απέρρεε από την τρέχουσα σύμβασή της στον βαθμό AD 6, στη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος της οποίας κανονικά η πλήρωση προβλεπόταν μόνον για συγκεκριμένη διάρκεια τριών ετών.

106    Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καθόσον απορρίπτει αναδρομικώς την υποψηφιότητα της προσφεύγουσας για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη.

107    Όσον αφορά το κατά πόσον, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ιδίως με τη διατύπωση του αιτητικού της, η ΑΣΣΑ της Αρχής πράγματι ανακάλεσε την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, περί προσωρινής τοποθετήσεως της προσφεύγουσας στη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά ρητώς την ανάκληση της εν λόγω αποφάσεως της 7ης Νοεμβρίου 2013. Ωστόσο, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει ότι αυτή η τελευταία απόφαση προέβλεπε μόνον την προσωρινή τοποθέτηση της προσφεύγουσας από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013 και εξήγγελλε, σε περίπτωση εγκρίσεως της εκ μέρους της αναλήψεως των νέων καθηκόντων που, κατά συνέπεια, θα ασκούσε, τη μελλοντική έκδοση αποφάσεως από την ΑΣΣΑ, εν προκειμένω δε την πρόταση οριστικής τοποθετήσεως, με την οποία θα επιβεβαιωνόταν η κατάταξή της στον βαθμό AD 8 που προβλέπεται για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, και τούτο αναδρομικώς από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013. Σε τελική ανάλυση, δεδομένου ότι ακριβώς σε εκτέλεση αυτής της αποφάσεως της 7ης Νοεμβρίου 2013 η προσφεύγουσα αμειβόταν με τις αποδοχές του βαθμού AD 6 κατά την περίοδο προσωρινής τοποθετήσεως και δεδομένου ότι δεν απήλαυσε, λόγω της εν συνεχεία αρνήσεως της ΑΣΣΑ της Αρχής να εγκρίνει την ανάληψη των καθηκόντων της, του πλεονεκτήματος της αναδρομικής καταβολής, από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013, των αποδοχών του βαθμού AD 8, πρέπει να θεωρηθεί ότι η απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013 δεν ανακλήθηκε ούτε με άλλο τρόπο καταργήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι, αντιθέτως, εξάντλησε όλα τα αποτελέσματά της.

108    Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, διαπιστουμένης της ελλείψεως νομιμότητας της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθόσον, παραβλέποντας, στο πλαίσιο συμβατικής σχέσεως, κεκτημένα δικαιώματα και συμβατικούς όρους, απορρίπτει αναδρομικώς την υποψηφιότητα της προσφεύγουσας για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος και ανακαλεί σιωπηρώς την γενομένη στις 17 Ιουλίου 2013 προσφορά θέσεως εργασίας την οποία είχε ήδη αποδεχθεί η προσφεύγουσα.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

109    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Αρχή, μη παρέχοντάς της τη δυνατότητα να προβάλει λυσιτελώς τις παρατηρήσεις της πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προσέβαλε το δικαίωμά της ακροάσεως πριν από την έκδοση βλαπτικής για την ίδια αποφάσεως. Υποστηρίζει δε ότι, εάν της είχε παρασχεθεί η δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της σχετικά με το ζήτημα κατά πόσον η Αρχή μπορούσε νομίμως να προβεί στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, θα μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της.

110    Η EAΑΕΣ ζητεί την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η προσφεύγουσα άσκησε το δικαίωμά της ακροάσεως στο πλαίσιο των συνομιλιών που είχε στις 3 και 11 Φεβρουαρίου 2014, αντιστοίχως, με ένα μέλος της ομάδας ανθρωπίνων πόρων και με τον διευθυντή της διευθύνσεως «Kανονισμοί».

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

111    Όσον αφορά το κατά πόσον εν προκειμένω η Αρχή σεβάστηκε πλήρως το δικαίωμα ακροάσεως της προσφεύγουσας σχετικά με το ζήτημα εάν είχε τουλάχιστον εννεαετή συναφή επαγγελματική πείρα όταν υπέβαλε την υποψηφιότητά της για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, από τη δικογραφία και τις προφορικές αναπτύξεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει, αφενός, ότι η προσφεύγουσα είχε ενημερωθεί, κατά τη συνομιλία που είχε, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με μέλος της ομάδας ανθρωπίνων πόρων, ότι η Αρχή την εποχή εκείνη ήλεγχε το κατά πόσον πληρούσε την προϋπόθεση της εννεαετούς τουλάχιστον επαγγελματικής πείρας η οποία απαιτείτο προκειμένου να μπορεί να καταλάβει θέση βαθμού AD 8 και, αφετέρου, ότι, κατά τη συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου 2014 με τον διευθυντή της διευθύνσεως «Κανονισμοί», αμφότεροι επιχείρησαν να προσδιορίσουν, εάν, in concreto, πληρούσε ή όχι την προαναφερθείσα προϋπόθεση της εννεαετούς τουλάχιστον επαγγελματικής πείρας.

112    Μεταξύ άλλων, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά τη συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου 2014, ο διευθυντής της διευθύνσεως «Κανονισμοί» είχε παράσχει στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τον γενόμενο από την Διοίκηση υπολογισμό του αριθμού των ετών επαγγελματικής πείρας που είχε στο ενεργητικό της. Ως εκ τούτου, όσον αφορά την κατάσταση της προγενέστερης επαγγελματικής πείρας της, η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να προβάλει λυσιτελώς τις απόψεις της στον εν λόγω διευθυντή προτού ο εκτελεστικός διευθυντής εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

113    Πέραν του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα άσκησε το δικαίωμά της ακροάσεως στο πλαίσιο του ελέγχου της διαρκείας της επαγγελματικής πείρας της, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί, στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών που περιγράφηκαν, ότι, όχι μόνον η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να αγνοεί τη σημασία την οποία απέδιδε η Αρχή στο κατά πόσον αυτή αποδείκνυε τουλάχιστον εννέα έτη συναφούς επαγγελματικής πείρας προκειμένου να μπορεί να καταλάβει θέση βαθμού AD 8, αλλά και ότι η προσφεύγουσα είχε ενημερωθεί για το γεγονός ότι, προς λύπη της Αρχής, δεν μπορούσε να προσδοκά ότι θα εγκρινόταν η τοποθέτησή της στη θέση ανώτερου εμπειρογνώμονος στον βαθμό AD 8, καθώς αδυνατούσε να αποδείξει ότι διέθετε, κατά την ημερομηνία που προβλεπόταν στην ανακοίνωση κενής θέσεως, τουλάχιστον εννέα έτη συναφούς επαγγελματικής πείρας.

114    Εξάλλου, η προσφεύγουσα εξακολουθούσε να έχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει τις απόψεις της σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της επαγγελματικής πείρας της και με τις εντεύθεν έννομες συνέπειες κατά τη διάρκεια των δεκατριών ημερών που μεσολάβησαν μεταξύ της συναντήσεως της 11ης Φεβρουαρίου 2014 και της εκδόσεως, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Tzikas κατά Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων, F‑120/13, EU:F:2014:197, σκέψη 59).

115    Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει ότι η Αρχή, προτού αποφασίσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, να μην εγκρίνει την τοποθέτηση της προσφεύγουσας στη θέση ανώτερου εμπειρογνώμονος, σεβάστηκε το δικαίωμα ακροάσεως της προσφεύγουσας συμφώνως προς το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του Χάρτη.

116    Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως ο οποίος αντλείται, κυρίως, από την έλλειψη νομιμότητας των κανόνων που περιλαμβάνει η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 και, επικουρικώς, από υπέρβαση του πεδίου εφαρμογής της ιδίας αυτής αποφάσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

117    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν, κυρίως, ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 είναι παράνομη για τέσσερεις λόγους.

118    Πρώτον, ο εκτελεστικός διευθυντής δεν ήταν αρμόδιος να εκδώσει την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι, κατά την προσφεύγουσα, αυτή η αρμοδιότητα ανήκει στο συμβούλιο διοικήσεως το οποίο θα μπορούσε να προβεί στην έκδοση ενός ανάλογου κειμένου στηριζόμενο στο άρθρο 47, παράγραφος 2, του κανονισμού 1094/2010. Συναφώς, η προσφεύγουσα αμφισβητεί κατ’ ουσίαν ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 μπορεί να αποτελεί «διοικητική εντολή» κατά την έννοια του άρθρου 53, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού.

119    Δεύτερον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη νομιμότητα του λόγου που πρυτάνευσε κατά την έκδοση της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 2011, ήτοι της υπάρξεως νομικού κενού, το οποίο θα έπρεπε να καλυφθεί, μεταξύ του ΚΥΚ και των ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ που είχε εκδώσει η Αρχή για τις περιπτώσεις τοποθετήσεως σε νέες θέσεις εκτάκτων υπαλλήλων, υπαλλήλων τους οποίους ήδη απασχολεί η Αρχή με το ίδιο καθεστώς, καίτοι σε κατώτερο βαθμό. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, σε περίπτωση διαδοχικών τοποθετήσεων του ιδίου υπαλλήλου σε διαφορετικές θέσεις εντός της Αρχής και υπό το ίδιο καθεστώς εκτάκτου υπαλλήλου, μόνον για την πρώτη θέση θα έπρεπε να διανύεται δοκιμαστική περίοδος υπό τη μορφή της προβλεπομένης στο άρθρο 14 του ΚΛΠ περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, το ΚΛΠ δεν προβλέπει, στην περίπτωση εκτάκτου υπαλλήλου που είχε ήδη κριθεί ικανός προς ανάληψη καθηκόντων εντός οργανισμού κατά το πέρας της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας, ότι ο υπάλληλος αυτός μπορεί να υποχρεωθεί να διανύσει νέα περίοδο δοκιμαστικής υπηρεσίας οσάκις τοποθετείται σε άλλη θέση εκτάκτου υπαλλήλου, εντός του ιδίου οργανισμού, και τούτο ακόμη και εάν καλείται να ασκήσει διαφορετικά καθήκοντα ή να ασκήσει τα καθήκοντά του με ανώτερο βαθμό.

120    Τρίτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση οσάκις, όπως στην περίπτωσή της, ο ίδιος έκτακτος υπάλληλος παραμένει επί 18 μήνες σε «δοκιμαστική υπηρεσία» και τούτο, εν προκειμένω, στο πλαίσιο εργασιακής σχέσεως διάρκειας τριών μόνον ετών.

121    Τέταρτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Αρχή θα έπρεπε να καταργήσει την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, δεδομένου ότι ο λόγος υπάρξεώς της δεν ήταν άλλος από τη διαχείριση της πρώτης περιπτώσεως διαδοχικών τοποθετήσεων ενός εκτάκτου υπαλλήλου, και τούτο, μέχρι της θεσπίσεως μιας πολιτικής διαχειρίσεως των συμβάσεων των εκτάκτων υπαλλήλων. Ωστόσο, δεδομένου ότι είχαν εκδοθεί οι ΓΕΔ «Πρόσληψη», η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 δεν μπορούσε πλέον να εφαρμοστεί εν προκειμένω.

122    Επικουρικώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 εφαρμόστηκε εσφαλμένα στην περίπτωσή της. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως δεν μνημόνευε ούτε δοκιμαστική περίοδο ούτε την ύπαρξη της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 2011. Η προσφεύγουσα παραδέχθηκε πάντως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, αποδεχόμενη στις 18 Ιουλίου 2013 την πρόταση που αφορούσε τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, είχε αποδεχθεί να υποβληθεί στο καθεστώς της προσωρινής τοποθετήσεως το οποίο προέβλεπε η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011.

123    Η Αρχή ζητεί την απόρριψη του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, προβάλλοντας ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 αποτελεί «εσωτερική διοικητική εντολή» την οποία ο εκτελεστικός διευθυντής μπορούσε να εκδώσει στηριζόμενος στην αρμοδιότητα που του παρέχει συναφώς το άρθρο 53, παράγραφος 3, του κανονισμού 1094/2010. Ως προς το αντικείμενό της, η Αρχή διευκρινίζει ότι η απόφαση αυτή, η οποία εξεδόθη προς το συμφέρον του προσωπικού, σκοπεί να παράσχει τη δυνατότητα στους εσωτερικούς υποψηφίους της EAΑΕΣ να αρχίσουν να εργάζονται σε θέση ανώτερου βαθμού χωρίς να απολέσουν το πλεονέκτημα της προηγούμενης συμβάσεώς τους, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, η οποία, σε τελική ανάλυση, εξακολουθεί να είναι πάντοτε σε ισχύ και δεν έχει καταγγελθεί ούτε έχει καταστεί ανίσχυρη λόγω της προσωρινής τοποθετήσεως σε θέση ανώτερου βαθμού.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

124    Με τον πέμπτον λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει στην πραγματικότητα ένσταση ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 2011. Συναφώς, η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ρητώς, με τη διοικητική ένσταση, τη νομιμότητα της αποφάσεως αυτής ούτε, ιδίως, την ίδια την αρχή της εκ νέου υποχρεώσεως επιτυχούς ολοκληρώσεως δοκιμαστικής περιόδου ανάλογης προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 14 του ΚΛΠ υποχρέωση δοκιμαστικής υπηρεσίας. Ωστόσο, όπως εξετέθη με τις σκέψεις 58 έως 60 της παρούσας αποφάσεως, η εν λόγω ένσταση ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

125    Όσον αφορά την αρμοδιότητα ratione personae του εκτελεστικού διευθυντή για την έκδοση της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 2011, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση αυτή δύναται να εμπίπτει στην κατηγορία των «εσωτερικών διοικητικών εντολών», των οποίων η έκδοση ανήκει, δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 3, του κανονισμού 1094/2010, στην αρμοδιότητα του εκτελεστικού διευθυντή. Ως εκ τούτου, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 2011 πρέπει να απορριφθεί στο μέτρο που αφορά αναρµοδιότητα ratione personae.

126    Όσον αφορά την αναρµοδιότητα ratione materiae, πρέπει να εξεταστεί κατ’ αρχάς εάν, όπως προέβαλε ο εκτελεστικός διευθυντής με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, υπήρχε πράγματι κατά την ημερομηνία αυτή «νομικό κενό» μεταξύ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ και των εσωτερικών κανόνων της Αρχής περί εφαρμογής τους το οποίο δικαιολογούσε τη διαμόρφωση διοικητικής πρακτικής εισάγουσας παρέκκλιση όσον αφορά την πρόσληψη σε θέση εκτάκτου υπαλλήλου με σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία αφορούσε ανακοίνωση κενής θέσεως δημοσιευθείσα εκτός και εντός της Αρχής, υπαλλήλου τον οποίο η Αρχή ήδη απασχολούσε με σύμβαση αορίστου χρόνου με την ίδια ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου, πλην όμως σε βαθμό κατώτερο από αυτόν που αντιστοιχούσε στην προς πλήρωση θέση.

127    Εκ προοιμίου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 προβλέπει, στην πράξη και υπό την ονομασία «προσωρινή τοποθέτηση» («provisional assignment»), ότι η πρόσληψη, με άλλα λόγια η οριστική τοποθέτηση, του ενδιαφερομένου σε θέση ανώτερου βαθμού εξαρτάται και μετατίθεται χρονικά μέχρις ότου αποδειχθεί, κατά το πέρας δοκιμαστικής περιόδου έξι μηνών η οποία λαμβάνει τη μορφή προσωρινής τοποθετήσεως, η ποιότητα των επιδόσεων στο πλαίσιο των νέων καθηκόντων τα οποία, ως εκ τούτου, ασκούνται προσωρινώς. Αυτός ο μηχανισμός της «προσωρινής τοποθετήσεως» ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, με χρήση της δυνατότητας που έχει ένας έκτακτος υπάλληλος να καταλάβει προσωρινώς θέση αντιστοιχούσα σε ανώτερο βαθμό, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, το οποίο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία δυνάμει του άρθρου 10 του ΚΛΠ, με ταυτόχρονη όμως επιβολή σε αυτόν δοκιμαστικής περιόδου ανάλογης, ως προς τον σκοπό, προς τη δοκιμαστική υπηρεσία που προβλέπει το άρθρο 14 του ΚΛΠ. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο ενός τέτοιου μηχανισμού, ο οποίος δεν προβλέπεται στον ΚΥΚ ή στο ΚΛΠ, ούτε αναφέρεται στο άρθρο 14 του ΚΛΠ και ο οποίος φαίνεται έτσι να αποτελεί μηχανισμό sui generis, η πρόσληψη ή η νέα τοποθέτηση οριστικοποιείται μόνον μετά από μια δοκιμαστική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο έκτακτος υπάλληλος, ο οποίος έχει υπογράψει σύμβαση που αφορά άλλη θέση κατώτερου βαθμού, τοποθετείται προσωρινώς και μόνον στην προς πλήρωση θέση ανώτερου βαθμού που απετέλεσε το αντικείμενο ανακοινώσεως κενής θέσεως.

128    Συναφώς, το άρθρο 10, παράγραφος 3, του ΚΛΠ επιβάλλει βεβαίως στην περίπτωση νέας «τοποθετήσεως», έστω και «προσωρινής», κατά τη χρησιμοποιούμενη από την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 ορολογία, τη σύναψη συμπληρωματικής συμφωνίας στη σύμβαση προσλήψεως, η οποία πρέπει να συναφθεί ταυτοχρόνως με την τοποθέτηση σε άλλη θέση. Ωστόσο, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί, εν προκειμένω, αφενός, ότι η Αρχή και η προσφεύγουσα αποφάσισαν συμβατικώς, με τα αντίστοιχα μηνύματά τους ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης και 18ης Ιουλίου 2013, που είχαν ως αντικείμενο, αντιστοίχως, πρόταση και αποδοχή όσον αφορά τη θέση εργασίας που αποτελούσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως κενής θέσεως, την προσωρινή τοποθέτηση, χωρίς ωστόσο να προδικάσουν την οριστική τοποθέτηση, και ότι αυτά τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου πρέπει να θεωρηθούν ότι ισοδυναμούν, εν συνόλω, με συμπληρωματική συμφωνία στη σύμβαση προσλήψεως κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 3, του ΚΛΠ. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί, αφετέρου, ότι η σύναψη μιας τέτοιας συμπληρωματικής συμφωνίας δεν στέρησε από την ΑΣΣΑ της Αρχής τη δυνατότητα να αποφασίσει, κατά το πέρας της περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως της προσφεύγουσας, τη σύναψη νέας συμπληρωματικής συμφωνίας με την οποία θα αποφασιζόταν να αναλάβει οριστικώς τα νέα καθήκοντα και με νέο βαθμό.

129    Κατόπιν των διαπιστώσεων αυτών, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει ότι ουδεμία διάταξη του ΚΥΚ ή του ΚΛΠ ορίζει κατά τρόπο συγκεκριμένο κατά πόσον, πράγμα το οποίο αμφισβητεί η προσφεύγουσα, η Διοίκηση μπορεί, υπό τη μορφή προσωρινής τοποθετήσεως, να επιβάλει μια νέα δοκιμαστική περίοδο σε έκτακτο υπάλληλο, απασχολούμενο εν προκειμένω βάσει συμβάσεως αορίστου χρόνου, ο οποίος έχει ήδη κριθεί ικανός προς ανάληψη των καθηκόντων του δυνάμει του άρθρου 14 του ΚΛΠ, οσάκις επιθυμεί, σε μεταγενέστερο χρόνο, να τον τοποθετήσει ή να τον προσλάβει μόνιμα σε άλλη θέση εργασίας αντιστοιχούσα σε ανώτερο βαθμό.

130    Πράγματι, το άρθρο 10, παράγραφος 3, του ΚΛΠ προβλέπει μόνον ότι «[η] τοποθέτηση εκτάκτου υπαλλήλου σε θέση που αντιστοιχεί σε βαθμό ανώτερο από τον βαθμό στον οποίο έχει προσληφθεί, καθιστά αναγκαία τη σύναψη συμπληρωματικής συμφωνίας στη σύμβαση προσλήψεώς του». Εντούτοις, από το γράμμα ή την οικονομία των άρθρων 10 και 14 του ΚΛΠ δεν προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές δεν επιτρέπουν στη Διοίκηση να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο έκτακτο υπάλληλο να πραγματοποιήσει νέα περίοδο δοκιμαστικής υπηρεσίας κατά την έννοια του άρθρου 14 του ΚΛΠ ή άλλης μορφής δοκιμαστική περίοδο για τις ανάγκες της τοποθετήσεώς του στη νέα θέση.

131    Συνεπώς, η ΑΣΣΑ, όταν προσλαμβάνει σε μία από τις άλλες θέσεις της έναν από τους υπηρετούντες με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου εκτάκτους υπαλλήλους της που έχει ήδη εγκριθεί να ασκεί τα προηγούμενα καθήκοντά του κατόπιν δοκιμαστικής υπηρεσίας κατά το άρθρο 14 του ΚΛΠ, μπορεί να αποφασίσει να απαλλάξει τον ενδιαφερόμενο από την υποχρέωση πραγματοποιήσεως νέας περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας οσάκις θεωρεί ότι ο υπάλληλος συνεχίζει, υπό την ιδιότητα αυτή του εκτάκτου υπαλλήλου, τη σχέση εργασίας του με τον εργοδότη του, και τούτο ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία η συνέχιση της σχέσεως εργασίας συνοδεύεται από βαθμολογική προαγωγή ή εξέλιξη των ασκουμένων καθηκόντων και κατά την οποία η συναφής με τη νέα θέση του υπαλλήλου ανακοίνωση κενής θέσεως δεν αφορά παρά πρόσληψη για ορισμένο χρόνο.

132    Αντιθέτως, όταν η νέα σύμβαση εργασίας με την ίδια ΑΣΣΑ εντάσσεται στο πλαίσιο άλλης κατηγορίας θέσεων ή συνιστά ρήξη στη σταδιοδρομία του εκτάκτου υπαλλήλου που είχε ήδη εγκριθεί προς άσκηση των καθηκόντων του κατόπιν δοκιμαστικής υπηρεσίας κατά την έννοια του άρθρου 14 του ΚΛΠ, συνεπαγόμενη, παραδείγματος χάριν, ουσιώδη μεταβολή της φύσεως των ασκουμένων από τον ενδιαφερόμενο έκτακτο υπάλληλο καθηκόντων ή ακόμα, όπως εν προκειμένω, διαφορά δύο βαθμών μεταξύ των θέσεων, η ΑΣΣΑ μπορεί, στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει και οργανώσεως των υπηρεσιών της, να θεωρήσει, από πλευράς του άρθρου 14 του ΚΛΠ, ότι η σύμβαση προσλήψεως του ενδιαφερομένου, έστω και αν υλοποιείται με συμπληρωματική συμφωνία στην προγενέστερη σύμβαση, αφορά διαφορετική θέση συνεπαγόμενη ότι ο ενδιαφερόμενος, όπως οι εξωτερικοί του θεσμικού οργάνου ή του οργανισμού υποψήφιοι, δηλαδή οι έκτακτοι υπάλληλοι άλλων θεσμικών οργάνων ή άλλων οργανισμών ή ακόμα πρόσωπα που δεν εργάζονται στην υπηρεσία της Ένωσης, οφείλει να παράσχει απόδειξη περί του ότι διαθέτει επαρκή επαγγελματικά προσόντα για τα νέα καθήκοντα, δικαιολογούσα την επιβεβαίωσή του στα καθήκοντα αυτά και την κατάταξή του σε βαθμό ανώτερο του προηγουμένου.

133    Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί ότι η Αρχή μπορούσε να προβλέψει, με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, ότι υποψήφιος για πληρωτέα θέση εντός της Αρχής, που ήδη υπηρετεί στην Αρχή ως έκτακτος υπάλληλος και κρίθηκε μεν ικανός να ασκεί τα καθήκοντά του αλλά σε βαθμό κατώτερο από αυτόν της συγκεκριμένης θέσεως, μπορεί να υποβληθεί, όπως και ένας εξωτερικός της Αρχής υποψήφιος που υποβάλλεται σε δοκιμαστική υπηρεσία στην επίμαχη θέση κατά την έννοια του άρθρου 14 του ΚΛΠ, σε μια νέα μορφή εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου υπηρεσίας, από τα αποτελέσματα της οποίας θα εξαρτηθεί η μεταγενέστερη οριστική πρόσληψη στα νέα καθήκοντα και στον νέο ανώτερο βαθμό με συμπληρωματική συμφωνία στη σύμβασή του προβλέπουσα τη νέα μόνιμη τοποθέτησή του στη θέση αυτή. Μια τέτοια ερμηνεία, που εμπνέεται από την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 14 του ΚΛΠ σε έκτακτο υπάλληλο μη νεοπροσληφθέντα από θεσμικό όργανο ή άλλον οργανισμό, αλλά ο οποίος διαθέτει ήδη σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου στο εν λόγω θεσμικό όργανο ή στον εν λόγω οργανισμό συναφθείσα κατόπιν δοκιμαστικής υπηρεσίας κατά το άρθρο 14 του ΚΛΠ, επιτρέπει επίσης να μη περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση οι έκτακτοι υπάλληλοι που έχουν ήδη εγκριθεί να εκτελούν καθήκοντα στον οργανισμό διότι, ενδεχομένως, ο οργανισμός θα ωθείτο να προτιμά την πρόσληψη υποψηφίων από τους οποίους θα μπορούσε να απαιτήσει την αξιολόγηση των ικανοτήτων τους κατά το πέρας δοκιμαστικής περιόδου, εν προκειμένω υπό τους όρους του άρθρου 14 του ΚΛΠ, σε βάρος ακριβώς των εσωτερικών του οργανισμού υποψηφίων τους οποίους δεν θα μπορούσε να υποβάλει σε νέα δοκιμαστική υπηρεσία.

134    Πρέπει ακολούθως να εξεταστεί εάν, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η Αρχή μπορούσε να εξαρτήσει την εκ μέρους της προσφεύγουσας είσπραξη αποδοχών του βαθμού AD 8 από την επιτυχή ολοκλήρωση της περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως.

135    Συναφώς, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως που αφορούν την πρόσληψη έκτακτων υπαλλήλων δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει εκ προοιμίου ότι, κατ’ αρχήν, κάθε υποψήφιος που γίνεται δεκτός κατόπιν διαδικασίας επιλογής πρέπει να προσλαμβάνεται για τη διάρκεια και στον βαθμό που προβλέπει η αντίστοιχη ανακοίνωση κενής θέσεως, ήτοι, εν προκειμένω, στον βαθμό AD 8 με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας τριών ετών. Συναφώς, η Αρχή επιβεβαίωσε ότι οποιοσδήποτε εξωτερικός υποψήφιος θα είχε προσληφθεί στον βαθμό αυτόν και για τη διάρκεια αυτή, ανεξαρτήτως κατά πόσον ήταν προηγουμένως έκτακτος υπάλληλος ο οποίος είχε ήδη υποβληθεί ή όχι σε περίοδο δοκιμαστικής υπηρεσίας δυνάμει του άρθρου 14 του ΚΛΠ σε άλλο θεσμικό όργανο ή οργανισμό. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει εντούτοις ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η προσφεύγουσα επιθυμεί την εξακολούθηση της συμβάσεώς της εργασίας αορίστου χρόνου, στο πλαίσιο της οποίας κατείχε, προτού τοποθετηθεί προσωρινώς στη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, τη θέση του expert on stakeholders.

136    Εξάλλου, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, που εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν επί των εκτάκτων υπαλλήλων δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του ΚΛΠ, προβλέπει τη δυνατότητα να μην καταβάλλονται αμέσως στον μόνιμο υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού, που καλείται να ασκήσει προσωρινώς, για μέγιστο διάστημα ενός έτους, καθήκοντα για τα οποία προβλέπεται κατά κανόνα κατάταξη σε ανώτερο βαθμό από αυτόν της αρχικής του θέσεως, οι αποδοχές που αντιστοιχούν στον ανώτερο βαθμό. Έτσι, το άρθρο αυτό προβλέπει τη δυνατότητα προσωρινής τοποθετήσεως, την οποία πάντως περιορίζει σε μια περίοδο τεσσάρων μηνών κατ’ ανώτατο όριο, πέραν της οποίας ο ενδιαφερόμενος πρέπει, κατ’ ουσίαν, να λαμβάνει τις αποδοχές που αντιστοιχούν στον ανώτερο βαθμό. Εν προκειμένω, και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η Αρχή δεν επικαλέστηκε τη διάταξη αυτή, υπήρξε προδήλως υπέρβαση της μέγιστης περιόδου των τεσσάρων μηνών.

137    Κατόπιν των εκτιμήσεων αυτών, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει ότι ο μηχανισμός που θεσπίστηκε με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011 δεν προβλέπεται ρητώς ούτε από το ΚΛΠ ούτε από τον ΚΥΚ, που εφαρμόζεται κατ’ αναλογία. Χάρη στον μηχανισμό αυτόν η Αρχή μπορεί συγκεκριμένα να παράσχει τη δυνατότητα σε έναν από τους έκτακτους υπαλλήλους της να λάβει, μεσοπρόθεσμα, χωρίς να απολέσει το πλεονέκτημα της προηγούμενης συμβάσεώς του εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, τον ανώτερο βαθμό που προβλέπεται για τη θέση για την οποία υπέβαλε υποψηφιότητα, στην οποία δεν θα τοποθετηθεί οριστικώς παρά μόνον κατά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου έξι μηνών που πραγματοποιείται υπό τη μορφή της προαναφερθείσας προσωρινής τοποθετήσεως. Ο μηχανισμός αυτός είναι, ως προς την αρχή που τον διέπει, ιδιαίτερα ευνοϊκός, ιδίως σε περιπτώσεις όπως είναι αυτή της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να καταταγούν σε υψηλότερους βαθμούς χωρίς να βαρύνονται με την υποχρέωση λύσεως της προηγούμενης συμβάσεως, υποχρέωση η οποία, αντιθέτως, επιβάλλεται στον υποψήφιο ο οποίος δεν εργάζεται εντός της Αρχής.

138    Υπό το πρίσμα αυτό, η Αρχή σκόπευε, αφενός, να εξασφαλίσει ότι ο οικείος υπάλληλος επιδεικνύει επαρκείς επαγγελματικές ικανότητες προκειμένου να κριθεί ικανός προς ανάληψη καθηκόντων και να τοποθετηθεί μονίμως και οριστικώς στη νέα θέση που απετέλεσε το αντικείμενο της δημοσιευθείσας ανακοινώσεως κενής θέσεως και προκειμένου να λάβει αναδρομικώς, κατά το πέρας της περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως, τις αποδοχές που αντιστοιχούν στον ανώτερο βαθμό που προβλέπεται για την άσκηση των νέων καθηκόντων. Αφετέρου, η Αρχή επιθυμούσε να εξασφαλίσει μια ορισμένη προστασία στους έκτακτους υπαλλήλους της οι οποίοι είχαν ήδη κριθεί ικανοί προς ανάληψη καθηκόντων εντός αυτής, μη επιβάλλοντάς τους εν προκειμένω τη λύση της προηγούμενης συμβάσεώς τους, ενδεχομένως αορίστου χρόνου, παρέχοντάς τους έτσι τη δυνατότητα, εν αντιθέσει προς τους έκτακτους υπαλλήλους που προέρχονται από άλλα όργανα ή οργανισμούς, να μην απολέσουν την εργασία τους στην περίπτωση κατά την οποία, κατά το πέρας της περιόδου προσωρινής τοποθετήσεως, δεν θα είχαν επιδείξει επαρκείς επαγγελματικές ικανότητες, εκτιμώμενες με γνώμονα τα νέα καθήκοντα.

139    Εντούτοις, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί ότι οι εσωτερικοί υποψήφιοι της Αρχής οι οποίοι καλούνται να τοποθετηθούν σε θέση ανώτερου βαθμού, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, καλούνται να ασκήσουν τα καθήκοντα που συνδέονται με την εν λόγω θέση. Ως εκ τούτου, σε μια περίπτωση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, κατά την οποία η Διοίκηση δεν έχει την πρόθεση να επικαλεστεί την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, που αφορά την προσωρινή άσκηση καθηκόντων ανώτερου βαθμού, ούτε, κατά μείζονα λόγο, τη δυνατότητα προσωρινής τοποθετήσεως ενός υπαλλήλου, επί τέσσερεις μήνες, σε θέση ανώτερου βαθμού με διατήρηση όμως των αποδοχών της αρχικής του θέσεως, κατώτερου βαθμού, ουδείς αντικειμενικός και νομικός λόγος μπορεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η προσφεύγουσα, ως εσωτερική υποψήφια της Αρχής, δεν κατέστη δυνατό να λάβει αμέσως τις αποδοχές του βαθμού ο οποίος είχε ανακοινωθεί για την θέση την οποία αφορούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως, για την οποία είχε υποβάλει υποψηφιότητα και την οποία κατείχε στο πλαίσιο προσωρινής τοποθετήσεως.

140    Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, στο μέτρο που προβλέπει, στο σημείο της 6, ότι ο έκτακτος υπάλληλος, ο οποίος τοποθετείται προσωρινώς σε θέση για την οποία προβλέπεται κανονικά κατάταξη σε βαθμό ανώτερο εκείνου της θέσεως που ήδη κατέχει, δεν κατατάσσεται αμέσως στον βαθμό που προβλέπει η συναφής προς τη θέση αυτή ανακοίνωση κενής θέσεως, αλλά μόνον αναδρομικώς κατά το πέρας εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου, είναι ανίσχυρη διότι καταλήγει, σε περιπτώσεις όπως αυτή της προσφεύγουσας, στην προσωρινή τοποθέτηση εσωτερικού υποψηφίου της Αρχής σε θέση που έχει αποτελέσει το αντικείμενο δημοσιευθείσας διαδικασίας επιλογής χωρίς να του χορηγείται η κατάταξη που προβλέπεται για τη θέση που αφορά η ανακοίνωση κενής θέσεως, και τούτο μολονότι ο ενδιαφερόμενος κλήθηκε να ασκήσει πλήρως τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στην επίμαχη θέση για περίοδο υπερβαίνουσα τους τέσσερεις μήνες.

141    Ως εκ τούτου, η ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί στο μέτρο που στερεί από την προσφεύγουσα το πλεονέκτημα των αποδοχών που αντιστοιχούν προς τον βαθμό AD 8 κατά τη δοκιμαστική περίοδο ασκήσεως των καθηκόντων υπό τη μορφή της προσωρινής τοποθετήσεως, ήτοι κατά την περίοδο από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έως 24 Φεβρουαρίου 2014.

 Επί των αποζημιωτικών αιτημάτων

 Επιχειρήματα των διαδίκων

142    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του παρανόμου χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως, θα έπρεπε να απασχολείται από τον Οργανισμό στον βαθμό AD 8 από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013. Ως εκ τούτου, ζητεί, κυρίως, την καταβολή της διαφοράς αποδοχών μεταξύ των βαθμών AD 6 και AD 8 από της ημερομηνίας αυτής και εφεξής ή, επικουρικώς, για την περίοδο από 16 Σεπτεμβρίου 2013 έως 24 Φεβρουαρίου 2014. Εξάλλου, φρονεί ότι υπέστη ηθική βλάβη. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της ποιότητας των επιδόσεών της, καθώς και του βαθμού επαγγελματισμού και προσηλώσεως στις δραστηριότητες του Οργανισμού, υποστηρίζει ότι αισθάνθηκε, εν προκειμένω, τεράστια αδικία που δικαιολογεί να της επιδικαστεί ποσό 20 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της εν λόγω ηθικής βλάβης.

143    Η Αρχή υποστηρίζει ότι, λόγω μη προβολής του με τη διοικητική ένσταση, το αποζημιωτικό αίτημα, τουλάχιστον όσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι υπέστη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Εν πάση περιπτώσει, τα αιτήματα τόσο περί καταβολής αποζημιώσεως για την υλική ζημία όσο και περί χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

144    Όσον αφορά το παραδεκτό των αποζημιωτικών αιτημάτων, κατά πάγια νομολογία, όταν υφίσταται, όπως εν προκειμένω, άμεση σχέση μεταξύ προσφυγής ακυρώσεως και αγωγής αποζημιώσεως, η τελευταία είναι παραδεκτή ως παρεπόμενη της προσφυγής ακυρώσεως, χωρίς να πρέπει κατ’ ανάγκην να έχει προηγηθεί αυτής αίτηση καλούσα τη Διοίκηση να αποκαταστήσει την προβαλλόμενη ζημία και διοικητική ένσταση αμφισβητούσα το βάσιμο της σιωπηρής ή ρητής απορρίψεως της αιτήσεως (απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, Violetti κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑5/05 και F‑7/05, EU:F:2009:39, σκέψη 120 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα είχε, με τη διοικητική ένστασή της, όχι μόνον ζητήσει να εγκριθεί η εκ μέρους της ανάληψη των καθηκόντων του ανώτερου εμπειρογνώμονος, αλλά είχε επίσης ζητήσει από την Αρχή να διατάξει, για την περίπτωσή της, την καταβολή αποδοχών αντίστοιχων προς τον βαθμό AD 8 από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013. Ένα τέτοιο αίτημα έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα.

145    Επί της ουσίας, όσον αφορά την προβαλλόμενη από την προσφεύγουσα υλική ζημία, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης φρονεί ότι, όσον αφορά την περίοδο της προσωρινής τοποθετήσεως κατά την οποία πράγματι απασχολήθηκε η προσφεύγουσα, ήτοι την περίοδο μεταξύ της 16ης Σεπτεμβρίου 2013 και της 24ης Φεβρουαρίου 2014, από το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως, που τάσσεται υπέρ της ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνάγεται ότι η προσφεύγουσα υπέστη βεβαία και πραγματική ζημία κατά την περίοδο αυτή, διότι, με την επιφύλαξη της τετράμηνης περιόδου που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, το οποίο είναι εφαρμοστέο σε περίπτωση προσωρινής ασκήσεως καθηκόντων ανώτερου βαθμού, θα έπρεπε να λαμβάνει τις αποδοχές που αντιστοιχούν στον βαθμό AD 8 και όχι στον βαθμό AD 6. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνουν δεκτά τα αιτήματά της περί καταβολής αποζημιώσεως στο μέτρο που με αυτά ζητείται η αποκατάσταση της υλικής ζημίας την οποία υπέστη κατά την περίοδο της προσωρινής τοποθετήσεως, καθώς και το αίτημά της περί προσαυξήσεως του ποσού αυτής της αποζημιώσεως με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους βάσει του επιτοκίου αναχρηματοδοτήσεως της ΕΚΤ, προσαυξανομένου κατά δύο μονάδες.

146    Αντιθέτως, όσον αφορά την περίοδο μετά την 24η Φεβρουαρίου 2014, ημερομηνία της προσβαλλομένης αποφάσεως από την οποία η προσφεύγουσα έπαυσε πλέον να ασκεί τα καθήκοντα του ανώτερου εμπειρογνώμονος, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει ότι, εάν, όπως αξιώνει, η προσφεύγουσα είχε, αμέσως και οριστικώς, τοποθετηθεί στη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, τούτο θα έπρεπε κατ’ αρχήν να γίνει υπό τους όρους της ανακοινώσεως κενής θέσεως, ήτοι, βεβαίως, στον βαθμό AD 8, πλην όμως για συγκεκριμένη διάρκεια τριών ετών. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η ΑΣΣΑ θα μπορούσε να απαιτήσει τη λύση της προηγούμενης συμβάσεως λόγω της ουσιωδώς διαφορετικής φύσεως των καθηκόντων και του ανώτερου βαθμού που προβλεπόταν για την εν λόγω νέα θέση.

147    Εντούτοις, από τη δικογραφία, ιδίως δε από τα αντίστοιχα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Αρχής και της προσφεύγουσας της 17ης και της 18ης Ιουλίου 2013, που επέχουν θέση συμπληρωματικής συμφωνίας στην τότε ισχύουσα σύμβασή της, η οποία συμπληρωματική συμφωνία επισημοποιήθηκε με την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, συνάγεται ότι αρχικώς τα μέρη δεν είχαν συμβατικώς αποφασίσει παρά μόνον την «προσωρινή τοποθέτηση» της προσφεύγουσας στη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος και όχι την οριστική τοποθέτηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως ορθώς προέβαλε η Αρχή, η ΑΣΣΑ μπορούσε να μεταθέσει, σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ασκήσεως των οικείων καθηκόντων υπό τη μορφή προσωρινής τοποθετήσεως, τη σύναψη και την υπογραφή μιας νέας συμπληρωματικής συμφωνίας προβλέπουσας, εν συνεχεία, μια νέα τοποθέτηση της προσφεύγουσας, οριστικού χαρακτήρα αυτή τη φορά, η οποία θα υποκαθιστούσε, συμβατικώς, την προηγούμενη τοποθέτησή της, ήτοι την τοποθέτηση ως expert on stakeholders.

148    Επομένως, εν προκειμένω, η ΑΣΣΑ της Αρχής μπορούσε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, να αρνηθεί να επιβεβαιώσει την ανάληψη των καθηκόντων του ανώτερου εμπειρογνώμονος εκ μέρους της προσφεύγουσας, πράγμα που ισοδυναμούσε, σε τελική ανάλυση, με άρνηση να της προτείνει νέα συμπληρωματική συμφωνία στη σύμβασή της περιλαμβάνουσα πρόταση μόνιμης και οριστικής αναλήψεως των καθηκόντων του ανώτερου εμπειρογνώμονος, και τούτο για τον νόμιμο λόγο ότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση της αποδείξεως ότι διέθετε συναφή επαγγελματική πείρα τουλάχιστον εννέα ετών στις 16 Ιουνίου 2013, όπως προβλεπόταν από τις ΓΕΔ «Πρόσληψη», με συνέπεια να μπορεί εντούτοις να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντα του expert on stakeholders ή άλλα καθήκοντα για τα οποία παρέμενε στην υπηρεσία της Αρχής, εν προκειμένω με σύμβαση αορίστου χρόνου, ήτοι καθήκοντα αντιστοιχούντα στον βαθμό AD 6.

149    Ως εκ τούτου, στο μέτρο που αφορούν υλική ζημία μεταγενέστερη της 24ης Φεβρουαρίου 2014 και απορρέουσα από τη διαφορά αποδοχών μεταξύ των βαθμών AD 6 και AD 8, τα αποζημιωτικά αιτήματα πρέπει να απορριφθούν.

150    Ως προς την προβαλλόμενη ηθική βλάβη, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ακύρωση μιας παράνομης πράξεως, όπως είναι η προσβαλλόμενη απόφαση, μπορεί να συνιστά, αυτή καθαυτή, πρόσφορη και, κατ’ αρχήν, επαρκή ικανοποίηση κάθε ηθικής βλάβης που τυχόν προκάλεσε η εν λόγω πράξη, εκτός και εάν ο προσφεύγων – ενάγων αποδεικνύει ότι υπέστη ηθική βλάβη η οποία είναι δυνατό να διαχωριστεί από την παρανομία που δικαιολογεί την ακύρωση και δεν μπορεί να επανορθωθεί πλήρως με την ακύρωση αυτή (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2006, Girardot κατά Επιτροπής, T‑10/02, EU:T:2006:148, σκέψη 131, και της 19 Νοεμβρίου 2009, Μιχαήλ κατά Επιτροπής, T‑49/08 P, EU:T:2009:456, σκέψη 88).

151    Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα προέβαλε κατ’ ουσίαν τη συμπεριφορά της, την απόδοσή της και την ποιότητα των επαγγελματικών της επιδόσεων, προκειμένου να αποδείξει ότι υπέστη ηθική βλάβη συνιστάμενη στο αίσθημα της αδικίας και της μη αναγνωρίσεως της πραγματικής αξίας της εργασίας την οποία επιτέλεσε, καθώς και στην εντύπωση, αν όχι στην πεποίθηση, ότι υποβαθμίστηκε.

152    Από τη νομολογία προκύπτει ότι το αίσθημα της αδικίας και οι ταλαιπωρίες που προκαλεί το γεγονός ότι ένα πρόσωπο υποχρεούται να κινήσει την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, εν συνεχεία δε να ασκήσει προσφυγή, προκειμένου να αναγνωριστούν τα δικαιώματά του, μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να συνιστούν ζημία δυνάμενη να προέρχεται από το γεγονός και μόνον ότι η Διοίκηση διέπραξε παρανομία (βλ., συναφώς, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990, Culin κατά Επιτροπής, C‑343/87, EU:C:1990:49, σκέψεις 27 και 28).

153    Συναφώς, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει ότι το ειδικό καθεστώς της προσωρινής τοποθετήσεως σε θέση ανώτερου βαθμού, το οποίο θέσπισε η Αρχή υπό τη μορφή «διοικητικής εντολής», όπως είναι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, δεν θεσπίστηκε βεβαίως, εν αντιθέσει προς τις ΓΕΔ του ΚΥΚ και του ΚΛΠ τις οποίες εξέδωσε η Αρχή, κατόπιν κοινής συμφωνίας με το θεσµικό όργανο εποπτείας της EΑΑΕΣ, ήτοι την Επιτροπή, και, για τους προεκτεθέντες λόγους, δεν είναι απολύτως σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του ΚΥΚ και του ΚΛΠ.

154    Εντούτοις, το εν λόγω ειδικό καθεστώς προφανώς σχεδιάσθηκε προκειμένου να παράσχει στους έκτακτους υπαλλήλους που είχαν ήδη κριθεί ικανοί προς ανάληψη των καθηκόντων τους εντός της Αρχής, όπως η προσφεύγουσα, το πλεονέκτημα ενός τρόπου ταχείας προσβάσεως σε θέσεις ανώτερων βαθμών, χωρίς να απολέσουν το πλεονέκτημα της αρχικής προσλήψεώς τους, στην περίπτωση κατά την οποία, κατά το πέρας της εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας τα νέα καθήκοντα ασκούνται στο πλαίσιο προσωρινής τοποθετήσεως, δεν θα αποδείκνυαν ότι μπορούν να ανταποκριθούν κατά τρόπο ικανοποιητικό στα νέα καθήκοντα, οπότε η αρχική πρόσληψη ανακτά πλήρως την ισχύ της, χωρίς να καθίσταται ανίσχυρη.

155    Έτσι, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, είναι προφανές ότι, σε τελική ανάλυση, η προσφεύγουσα επωφελήθηκε μεν από το ειδικό καθεστώς προσωρινής τοποθετήσεως, που προβλέφθηκε από την EΑΑΕΣ, για τη θέση του expert on stakeholders και για τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, πλην όμως υπέστη, όσον αφορά αυτήν την τελευταία θέση, τα μειονεκτήματα του εν λόγω καθεστώτος. Αυτό το καθεστώς της έδωσε ιδίως τη δυνατότητα, εν αντιθέσει προς τους εκτός της Αρχής υποψηφίους που πιθανώς να υποχρεώνονταν να παραιτηθούν από τα καθήκοντά τους προκειμένου να καταλάβουν τη θέση του ανώτερου εμπειρογνώμονος, να διατηρήσει το πλεονέκτημα της προσλήψεώς της με σύμβαση αορίστου χρόνου στον βαθμό AD 6. Υπό τις συνθήκες αυτές, ανεξαρτήτως των επιδόσεων της ενδιαφερομένης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κρίνει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη ηθικής βλάβης διακριτής σε σχέση με την παρανομία στην οποία στηρίχθηκε η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και μη δυνάμενης να αποκατασταθεί πλήρως με την εν λόγω ακύρωση.

156    Από όλα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι:

–        η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον:

–        παραβλέποντας, στο πλαίσιο συμβατικής σχέσεως, κεκτημένα δικαιώματα και συμβατικούς όρους, απορρίπτει αναδρομικώς την υποψηφιότητα της προσφεύγουσας για τη θέση ανώτερου εμπειρογνώμονος και ανακαλεί σιωπηρώς την γενομένη στις 17 Ιουλίου 2013 προσφορά θέσεως εργασίας, υπό καθεστώς προσωρινής τοποθετήσεως, την οποία είχε ήδη αποδεχθεί η προσφεύγουσα·

–        στερεί από την προσφεύγουσα το πλεονέκτημα των αποδοχών που αντιστοιχούν στον βαθμό AD 8 κατά την περίοδο της προσωρινής τοποθετήσεώς της στη θέση από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013 έως τις 24 Φεβρουαρίου 2014·

–        τα αιτήματα ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν κατά τα λοιπά·

–        η EΑΑΕΣ πρέπει να υποχρεωθεί να αποκαταστήσει την υλική ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα μεταξύ της 16ης Σεπτεμβρίου 2013 και της 24ης Φεβρουαρίου 2014, η οποία ανέρχεται στο ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά των αποδοχών μεταξύ των βαθμών AD 6 και AD 8, πλέον τόκων υπερημερίας, από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013, υπολογιζόμενων με το επιτόκιο που έχει ορίσει η ΕΚΤ για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, το οποίο ίσχυε για την οικεία περίοδο, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες·

–        τα αποζημιωτικά αιτήματα πρέπει να απορριφθούν κατά τα λοιπά.

 Επί των δικαστικών εξόδων

157    Κατά το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του όγδοου κεφαλαίου του δεύτερου τίτλου του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του τελευταίου. Βάσει του άρθρου 102, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει, όταν απαιτείται από λόγους επιεικείας, ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει μεν τα δικαστικά έξοδά του, πλην όμως καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα έξοδα του αντιδίκου ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά.

158    Από το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η Αρχή είναι ο διάδικος ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ότι ηττήθηκε εν μέρει. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα ζήτησε ρητώς, με το αιτητικό της προσφυγής‑αγωγής της, να καταδικασθεί η EΑΑΕΣ στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως το γεγονός ότι η κατάσταση της προσφεύγουσας οφείλεται εν μέρει σε σφάλμα εκ παραδρομής κατά τη σύνταξη της ανακοινώσεως κενής θέσεως και ότι, κατά συνέπεια, η Αρχή εσφαλμένως της απηύθυνε προσφορά θέσεως εργασίας την οποία εν συνεχεία παρανόμως ανακάλεσε κατά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου, δικαιολογούν, σε κάθε περίπτωση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως η EΑΑΕΣ φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα και καταδικαστεί στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της προσφεύγουσας, έστω και αν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δέχθηκε εν μέρει μόνον την προσφυγή - αγωγή.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2014 της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων καθόσον:

–        παραβλέποντας, στο πλαίσιο συμβατικής σχέσεως, κεκτημένα δικαιώματα και συμβατικούς όρους, απορρίπτει αναδρομικώς την υποψηφιότητα της S. Murariu για τη θέση ανώτερου εμπειρογνώμονος στον τομέα των επαγγελματικών συντάξεων (senior expert on personal pensions) και ανακαλεί σιωπηρώς την γενομένη στις 17 Ιουλίου 2013 προσφορά θέσεως εργασίας, υπό καθεστώς προσωρινής τοποθετήσεως, την οποία είχε ήδη αποδεχθεί η S. Murariu·

–        στερεί από την S. Murariu το πλεονέκτημα των αποδοχών που αντιστοιχούν στον βαθμό AD 8 κατά την περίοδο της προσωρινής τοποθετήσεώς της στη θέση από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013 έως τις 24 Φεβρουαρίου 2014.

2)      Απορρίπτει τα αιτήματα ακυρώσεως κατά τα λοιπά.

3)      Υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων να αποκαταστήσει την υλική ζημία που υπέστη η S. Murariu μεταξύ της 16ης Σεπτεμβρίου 2013 και της 24ης Φεβρουαρίου 2014, η οποία ανέρχεται στο ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά των αποδοχών μεταξύ των βαθμών AD 6 και AD 8, πλέον τόκων υπερημερίας, από τις 16 Σεπτεμβρίου 2013, υπολογιζόμενων με το επιτόκιο που έχει ορίσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, το οποίο ίσχυε για την οικεία περίοδο, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες.

4)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά τα αποζημιωτικά αιτήματα.

5)      Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων φέρει τα δικαστικά έξοδά της και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της S. Murariu.

Barents

Perillo

Svenningsen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Ιουλίου 2015.

Η Γραμματέας

 

       Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

       R. Barents


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.