Language of document : ECLI:EU:C:2015:489

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 16ης Ιουλίου 2015 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Πρόσβαση στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 – Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ – Κανονισμός (ΕΚ) 45/2001 – Άρθρο 8 – Εξαίρεση από το δικαίωμα προσβάσεως – Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Έννοια του όρου “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα” – Προϋποθέσεις διαβιβάσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Όνομα του συντάκτη παρατηρήσεως επί σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) σχετικά με τη επιστημονική τεκμηρίωση που πρέπει να επισυνάπτεται στις αιτήσεις άδειας διαθέσεως προϊόντων φυτοπροστασίας στην αγορά – Άρνηση προσβάσεως»

Στην υπόθεση C‑615/13 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 2013,

ClientEarth, με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο),

Pesticide Action Network Europe (PAN Europe), με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο),

εκπροσωπούμενες από τον P. Kirch, avocat,

αναιρεσείουσες,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), εκπροσωπούμενη από τον D. Detken και την C. Pintado, επικουρούμενους από τον R. Van der Hout, advocaat,

αναιρεσίβλητη,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον B. Martenczuk και την L. Pignataro-Nolin, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,

υποστηριζόμενες από:

τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ), εκπροσωπούμενο από την A. Buchta και τον M. Pérez Asinari,

παρεμβαίνοντα στην αναιρετική δίκη,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts (εισηγητή), αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, A. Arabadjiev, J. L. da Cruz Vilaça και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón,

γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 22ας Ιανουαρίου 2015,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Απριλίου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτησή τους, η ClientEarth και η Pesticide Action Network Europe (PAN Europe) (στο εξής: PAN Europe) ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ClientEarth και PAN Europe κατά EFSA (T‑214/11, EU:T:2013:483, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή τους με αντικείμενο, αρχικώς, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), της 10ης Φεβρουαρίου 2011, περί απορρίψεως αιτήσεως προσβάσεως σε ορισμένα έγγραφα εργασίας σχετικά με κατευθυντήρια οδηγία, την οποία κατήρτισε η EFSA, με αποδέκτες τους φορείς που υποβάλλουν αιτήσεις άδειας διαθέσεως προϊόντων φυτοπροστασίας στην αγορά, και, στη συνέχεια, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της EFSA της 12ης Δεκεμβρίου 2011 περί ανακλήσεως της προγενέστερης αποφάσεως και παροχής στις αναιρεσείουσες προσβάσεως σε όλα τα ζητηθέντα πληροφοριακά στοιχεία, με την εξαίρεση όσων αφορούν τα ονόματα των εξωτερικών πραγματογνωμόνων οι οποίοι υπέβαλαν ορισμένες παρατηρήσεις επί του σχεδίου της εν λόγω κατευθυντήριας οδηγίας.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8, σ. 1), ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

α)      “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”: κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (στο εξής αποκαλούμενο “υποκείμενο των δεδομένων”)· ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική,

[...]».

3        Το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς αποδέκτες άλλους, εκτός από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας, οι οποίοι υπάγονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ», έχει ως εξής:

«Με την επιφύλαξη των άρθρων 4, 5, 6 και 10, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται σε αποδέκτες οι οποίοι εμπίπτουν στην εθνική νομοθεσία που θεσπίζεται κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ, μόνον εάν:

[...]

β)      […] ο αποδέκτης αποδεικνύει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων και δεν υφίστανται λόγοι να υποτεθεί ότι η διαβίβαση αυτή μπορεί να θίξει τα νόμιμα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων.»

4        Ο κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145, σ. 43), καθορίζει τις αρχές, τις προϋποθέσεις και τα όρια του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων αυτών.

5        Το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, που φέρει τον τίτλο «Εξαιρέσεις», ορίζει, στην παράγραφο 1, τα εξής:

«Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε ένα έγγραφο, η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:

[...]

β)      της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων.»

 Ιστορικό της διαφοράς

6        Το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (EE L 309, σ. 1), ορίζει ότι «[ο] αιτών [την άδεια διαθέσεως ορισμένου προϊόντος φυτοπροστασίας στην αγορά] προσθέτει στον φάκελο την επιστημονική βιβλιογραφία ομοτίμων, όπως ορίζεται από την [EFSA], σχετικά με τη δραστική ουσία και τους μεταβολίτες της όσον αφορά τις αρνητικές παρενέργειες στην υγεία, στο περιβάλλον και σε είδη-μη στόχο […]».

7        Στις 25 Σεπτεμβρίου 2009 η EFSA ζήτησε από το αρμόδιο για τη μεθοδολογία εκτιμήσεως τμήμα της να καταρτίσει κατευθυντήρια οδηγία για τον προσδιορισμό του τρόπου εφαρμογής της προμνησθείσας διατάξεως. Προς τον σκοπό αυτό, το εν λόγω τμήμα συνέστησε ομάδα εργασίας (στο εξής: ομάδα εργασίας).

8        Η ομάδα εργασίας υπέβαλε σχέδιο κατευθυντήριας οδηγίας σε δύο οργανισμούς της EFSA, ορισμένα μέλη των οποίων ήταν εξωτερικοί πραγματογνώμονες με αντίστοιχη επιστημονική κατάρτιση, και συγκεκριμένα στην επιστημονική ομάδα που ειδικεύεται στα προϊόντα φυτοπροστασίας και τα κατάλοιπά τους (στο εξής: PPR) και στη συντονιστική επιτροπή για τα φυτοφάρμακα (στο εξής: PSC). Οι ως άνω εξωτερικοί πραγματογνώμονες κλήθηκαν να υποβάλουν σε ατομική βάση τις παρατηρήσεις τους επί του προαναφερθέντος σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας.

9        Κατόπιν της υποβολής των παρατηρήσεων αυτών, η ομάδα εργασίας τροποποίησε το προαναφερθέν σχέδιο κατευθυντήριας οδηγίας. Στη συνέχεια, το τροποποιημένο σχέδιο υποβλήθηκε σε δημόσια διαβούλευση μεταξύ της 23ης Ιουλίου και της 15ης Οκτωβρίου 2010. Διάφορα πρόσωπα και φορείς, μεταξύ των οποίων η PAN Europe, υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του σχεδίου αυτού.

10      Στις 10 Νοεμβρίου 2010 η ClientEarth και η PAN Europe υπέβαλαν στην EFSA κοινή αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001. Η αίτηση αυτή αφορούσε διάφορα έγγραφα ή σύνολα εγγράφων σχετικά με την προπαρασκευή του σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των παρατηρήσεων των εξωτερικών πραγματογνωμόνων που ήταν μέλη της PPR και της PSC.

11      Με την από 1 Δεκεμβρίου 2010 επιστολή, η EFSA επέτρεψε την πρόσβαση της ClientEarth και της PAN Europe σε μέρος των επίμαχων εγγράφων. Εντούτοις, κατ’ επίκληση της εξαιρέσεως του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001, σχετικά με την προστασία των διαδικασιών λήψεως αποφάσεως εντός των θεσμικών οργάνων, αρνήθηκε τη γνωστοποίηση δύο συνόλων εγγράφων, και συγκεκριμένα, αφενός, των διαδοχικών κειμένων του σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας και, αφετέρου, των παρατηρήσεων των εξωτερικών πραγματογνωμόνων της PPR και της PSC επί του σχεδίου αυτού.

12      Στις 23 Δεκεμβρίου 2010 η ClientEarth και η PAN Europe υπέβαλαν αίτηση στην EFSA προκειμένου αυτή να αναθεωρήσει τη θέση που είχε διατυπώσει με την από 1 Δεκεμβρίου 2010 επιστολή της.

13      Με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, η EFSA επιβεβαίωσε ότι η πρόσβαση στα μη γνωστοποιηθέντα έγγραφα έπρεπε να μην επιτραπεί δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001 (στο εξής: πρώτη επιβεβαιωτική απόφαση).

14      Η κατευθυντήρια οδηγία εκδόθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα στην EFSA Journal.

15      Στις 12 Δεκεμβρίου 2011 η EFSA εξέδωσε και κοινοποίησε στην ClientEarth και στην PAN Europe νέα απόφαση επί της αιτήσεως που αυτές είχαν υποβάλει στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Επισήμανε ότι αποφάσισε να «ανακαλέσει», να «ακυρώσει» και να «αντικαταστήσει» την πρώτη επιβεβαιωτική απόφαση. Δυνάμει της νέας αυτής αποφάσεως, επέτρεψε την πρόσβαση της ClientEarth και της PAN Europe, μεταξύ άλλων, στις ατομικές παρατηρήσεις των εξωτερικών πραγματογνωμόνων της PPR και της PSC επί του σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας. Εντούτοις, διευκρίνισε ότι δεν γνωστοποιούσε τα ονόματα των εν λόγω πραγματογνωμόνων, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1049/2001 καθώς και με τη νομοθεσία της Ένωσης περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων, τον κανονισμό 45/2001. Υποστήριξε συναφώς ότι η γνωστοποίηση των ονομάτων των ως άνω πραγματογνωμόνων θα συνιστούσε διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 8 του κανονισμού 45/2001, και ότι, εν προκειμένω, δεν πληρούνταν οι προβλεπόμενες κατά το άρθρο αυτό προϋποθέσεις για μια τέτοια διαβίβαση.

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

16      Στις 11 Απριλίου 2011 η ClientEarth και η PAN Europe άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της πρώτης επιβεβαιωτικής αποφάσεως. Στη συνέχεια, έγινε δεκτό ότι η προσφυγή είχε στο εξής ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της EFSA της 12ης Δεκεμβρίου 2011, κατά το μέρος που με αυτή η EFSA αρνήθηκε να γνωστοποιήσει στην ClientEarth και στην PAN Europe τα ονόματα των εξωτερικών πραγματογνωμόνων που υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας.

17      Προς στήριξη της προσφυγής τους, η ClientEarth και η PAN Europe προέβαλαν τρεις λόγους ακυρώσεως.

18      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τους τρεις αυτούς λόγους αβάσιμους και, κατά συνέπεια, απέρριψε την προσφυγή.

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

19      Η ClientEarth και η PAN Europe ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει την EFSA στα δικαστικά έξοδα.

20      Η EFSA και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την ClientEarth και την PAN Europe στα έξοδα της διαδικασίας.

21      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 2014, επετράπη στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) να παρέμβει στην υπό κρίση υπόθεση υπέρ της EFSA και της Επιτροπής.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

22      Προς στήριξη της αιτήσεώς τους, η ClientEarth και η PAN Europe προβάλλουν τρεις λόγους αναιρέσεως.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

23      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά την βαρυνόμενη με πλάνη εφαρμογή της έννοιας «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 45/2001, η ClientEarth και η PAN Europe βάλλουν κατά της εκτιμήσεως που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο, ιδίως στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία το πληροφοριακό στοιχείο που θα τους παρείχε τη δυνατότητα να λάβουν γνώση της ταυτότητας του εξωτερικού πραγματογνώμονα που συνέταξε καθεμία από τις υποβληθείσες παρατηρήσεις (στο εξής: επίμαχο πληροφοριακό στοιχείο) εμπίπτει στην ως άνω έννοια.

24      Ειδικότερα, αμφισβητούν ότι δύναται να εμπίπτει στην έννοια αυτή ο συνδυασμός δεδομένων που αφορούν επιστημονικές γνωματεύσεις υποβληθείσες από πραγματογνώμονες στο πλαίσιο της συμμετοχής τους σε επιτροπή επιφορτισμένη με καθήκον δημόσιου χαρακτήρα προς το συμφέρον των πολιτών. Προσθέτουν ότι τα ονόματα των εμπλεκόμενων πραγματογνωμόνων, όπως επίσης οι γνωματεύσεις που αυτοί κατήρτισαν επί του σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας, είναι προσβάσιμα στο κοινό μέσω του ιστοτόπου της EFSA και ότι, ως εκ τούτου, το επίμαχο πληροφοριακό στοιχείο πρέπει επίσης να θεωρηθεί ως δημοσιοποιημένο. Επισημαίνουν ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η EFSA επιχείρησε να επαληθεύσει αν οι πραγματογνώμονες αυτοί ήταν αντίθετοι στη γνωστοποίηση του εν λόγω στοιχείου.

25      Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν επίσης ότι η υποβολή επιστημονικής γνωματεύσεως από πραγματογνώμονα στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας δεν εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής.

26      Η EFSA και η Επιτροπή, υποστηριζόμενες από τον ΕΕΠΔ, δεν δέχονται το βάσιμο της επιχειρηματολογίας αυτής.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

27      Κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 45/2001, στην έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» για τους σκοπούς του κανονισμού αυτού εμπίπτει «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί».

28      Εν προκειμένω, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η ClientEarth και η PAN Europe, ζητώντας τη γνωστοποίηση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου, επιθυμούν να λάβουν γνώση της ταυτότητας του εξωτερικού πραγματογνώμονα που συνέταξε καθεμία από τις υποβληθείσες παρατηρήσεις.

29      Το πληροφοριακό στοιχείο αυτό, καθόσον καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του συγκεκριμένου πραγματογνώμονα που έχει συντάξει την αντίστοιχη παρατήρηση, αφορά φυσικά πρόσωπα των οποίων η ταυτότητα είναι γνωστή και, επομένως, συνιστά σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 45/2001.

30      Όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 44 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το γεγονός ότι το εν λόγω πληροφοριακό στοιχείο εντάσσεται στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας δεν δύναται να αναιρέσει τον χαρακτηρισμό του ως συνόλου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Österreichischer Rundfunk κ.λπ., C‑465/00, C‑138/01 και C‑139/01, EU:C:2003:294, σκέψη 64· Επιτροπή κατά Bavarian Lager, C‑28/08 P, EU:C:2010:378, σκέψεις 66 έως 70, καθώς και Worten, C‑342/12, EU:C:2013:355, σκέψεις 19 και 22).

31      Ομοίως, το γεγονός ότι τόσο η ταυτότητα των εμπλεκόμενων πραγματογνωμόνων όσο και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν επί του σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας δημοσιοποιήθηκαν μέσω του ιστοτόπου της EFSA δεν σημαίνει ότι το επίμαχο πληροφοριακό στοιχείο έπαυσε να έχει τον ως άνω χαρακτηρισμό (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, C‑73/07, EU:C:2008:727, σκέψη 49).

32      Επιπλέον, όπως υποστήριξαν η EFSA, η Επιτροπή και ο ΕΕΠΔ, οι έννοιες «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 45/2001, και «δεδομένα της ιδιωτικής ζωής» δεν είναι ταυτόσημες. Επομένως, άνευ σημασίας στην εξεταζόμενη υπόθεση είναι το επιχείρημα της ClientEarth και της PAN Europe ότι το επίμαχο πληροφοριακό στοιχείο δεν εμπίπτει στην ιδιωτική ζωή των εμπλεκόμενων πραγματογνωμόνων.

33      Τέλος, δεδομένου ότι η αντίταξη του υποκειμένου των δεδομένων στη γνωστοποίηση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου δεν είναι συστατικό στοιχείο της έννοιας «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 45/2001, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο χαρακτηρισμός πληροφοριακού στοιχείου σχετικού με ορισμένο πρόσωπο ως δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα δεν εξαρτάται από την ύπαρξη τέτοιας αντιτάξεως.

34      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συνήγαγε ότι η EFSA βασίμως έκρινε ότι το επίμαχο πληροφοριακό στοιχείο συνιστούσε σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

35      Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

36      Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να εξετασθούν από κοινού.

 Επί του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

37      Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά τη βαρυνόμενη με πλάνη εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1049/2001 και του άρθρου 8, στοιχείο β΄, του κανονισμού 45/2001, η ClientEarth και η PAN Europe διατείνονται ότι ούτε το Γενικό Δικαστήριο ούτε η EFSA προέβησαν σε στάθμιση του συνόλου των συμφερόντων που προστατεύουν οι δύο αυτές διατάξεις, και συγκεκριμένα, αφενός, του «δικαιώματος στη διαφάνεια» και, αφετέρου, του δικαιώματος στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

38      Ειδικότερα, βάλλουν κατά του ότι το Γενικό Δικαστήριο αρκέστηκε να εξετάσει αν αυτές απέδειξαν την αναγκαιότητα της γνωστοποιήσεως του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων.

39      Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 5 ΣΕΕ, η ClientEarth και η PAN Europe υποστηρίζουν ότι η απόρριψη από το Γενικό Δικαστήριο των διαφόρων επιχειρημάτων που προέβαλαν για να αποδείξουν την αναγκαιότητα της γνωστοποιήσεως του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου δεν ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.

40      Η EFSA και η Επιτροπή, υποστηριζόμενες από τον ΕΕΠΔ, δεν δέχονται το βάσιμο της επιχειρηματολογίας που προβάλλουν η ClientEarth και η PAN Europe στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.

41      Όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η EFSA διατυπώνει καταρχάς αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό του. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός δεν προσδιορίζει επαρκώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου, περιορίζεται στην αναπαραγωγή επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως της EFSA της 12ης Δεκεμβρίου 2011 και, επομένως, αποσκοπεί στην επανεξέταση της προσφυγής που ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό, επανεξέταση για την οποία το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.

42      Στη συνέχεια, η EFSA υποστηρίζει, όπως ακριβώς και η Επιτροπή, ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως στερείται προδήλως ερείσματος, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο, συμφώνως προς τον κανονισμό 45/2001 και τη νομολογία του Δικαστηρίου, απλώς απαίτησε από τις αναιρεσείουσες να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους για την πρόσβαση στο επίμαχο πληροφοριακό στοιχείο. Η απαίτηση αυτή δεν είναι δυσανάλογη και διασφαλίζει πλήρως την αναγκαία εξισορρόπηση των υφιστάμενων συμφερόντων.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

–       Επί του παραδεκτού

43      Σε αντίθεση με όσα διατείνεται η EFSA, τα σημεία του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως που αφορούν τον τρίτο λόγο αναιρέσεως καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό του τμήματος εκείνου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το οποίο αφορά ο λόγος αυτός. Επιπλέον, στο πλαίσιο του ως άνω λόγου αναιρέσεως, η ClientEarth και η PAN Europe δεν αρκούνται στην επανάληψη των προγενέστερων επιχειρημάτων που προέβαλαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως της EFSA της 12ης Δεκεμβρίου 2011, αλλά βάλλουν κατά της πλάνης περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε εν προκειμένω το Γενικό Δικαστήριο κατά την εφαρμογή του άρθρου 8, στοιχείο β΄, του κανονισμού 45/2001. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.

–       Επί της ουσίας

44      Όταν αίτηση αποσκοπεί στην πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 45/2001, οι διατάξεις του κανονισμού 45/2001 εφαρμόζονται πλήρως, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 8, στοιχείο β΄, αυτού (βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Bavarian Lager, C‑28/08 P, EU:C:2010:378, σκέψη 63, και Strack κατά Επιτροπής, C‑127/13 P, EU:C:2014:2250, σκέψη 101).

45      Κατά το άρθρο 8, στοιχείο β΄, του κανονισμού 45/2001, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβάζονται μόνον εφόσον ο αποδέκτης αποδεικνύει την αναγκαιότητα της διαβιβάσεώς τους και δεν υφίσταται ορισμένος λόγος βάσει του οποίου θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η διαβίβαση αυτή δύναται να θίξει τα έννομα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων.

46      Από το γράμμα της προμνησθείσας διατάξεως προκύπτει ότι, όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διάταξη αυτή εξαρτά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τη συνδρομή δύο σωρευτικών προϋποθέσεων.

47      Στο πλαίσιο αυτό, απόκειται καταρχάς στον αιτούντα τη διαβίβαση να αποδείξει την αναγκαιότητά της. Εφόσον αυτή αποδειχθεί, το οικείο θεσμικό όργανο οφείλει να εξετάσει αν υφίσταται κάποιος λόγος βάσει του οποίου θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η εν λόγω διαβίβαση δύναται να θίξει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων. Εφόσον δεν υφίσταται τέτοιος λόγος, η ζητηθείσα διαβίβαση πρέπει να πραγματοποιηθεί, ενώ, στην αντίθετη περίπτωση, το οικείο θεσμικό όργανο οφείλει να προβεί σε στάθμιση των υφιστάμενων συμφερόντων προκειμένου να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως προσβάσεως (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Επιτροπή κατά Bavarian Lager, C‑28/08 P, EU:C:2010:378, σκέψεις 77 και 78, καθώς και Strack κατά Επιτροπής, C‑127/13 P, EU:C:2014:2250, σκέψεις 107 και 108· βλ. επίσης, υπό την ίδια έννοια, απόφαση Volker und Markus Schecke και Eifert, C‑92/09 και C‑93/09, EU:C:2010:662, σκέψη 85).

48      Από τα ανωτέρω έπεται ότι, σε αντίθεση με όσα διατείνονται η ClientEarth και η PAN Europe στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ορθώς η εξέταση του Γενικού Δικαστηρίου είχε ως αφετηρία το ζήτημα αν αυτές απέδειξαν την αναγκαιότητα της διαβιβάσεως του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου, κατά την έννοια του άρθρου 8, στοιχείο β΄, του κανονισμού 45/2001.

49      Θα πρέπει εντούτοις να ελεγχθεί αν, όπως υποστηρίζουν η ClientEarth και η PAN Europe στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο, κατά την ανωτέρω εξέταση, προέβη σε πεπλανημένη εφαρμογή της σχετικής με την αναγκαιότητα προϋποθέσεως.

50      Το πρώτο επιχείρημα που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και το οποίο εκτίθεται στη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηριζόταν στην ύπαρξη μιας γενικής επιταγής περί διαφάνειας απορρέουσας από τα άρθρα 1 ΣΕΕ, 11, παράγραφος 2, ΣΕΕ και 15 ΣΛΕΕ.

51      Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει συναφώς ότι δεν θα πρέπει να αναγνωρίζεται αυτομάτως υπεροχή του σκοπού της διαφάνειας έναντι του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (απόφαση Volker und Markus Schecke και Eifert, C‑92/09 και C‑93/09, EU:C:2010:662, σκέψη 85).

52      Επομένως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν, με το πρώτο επιχείρημά τους, την αναγκαιότητα της γνωστοποιήσεως του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου.

53      Το δεύτερο επιχείρημα, το οποίο εκτίθεται στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηριζόταν στην ύπαρξη κλίματος δυσπιστίας έναντι της EFSA, στην οποία συχνά προσαπτόταν μεροληπτική συμπεριφορά λόγω της συνεργασίας της με πραγματογνώμονες που είχαν προσωπικά συμφέροντα υπαγορευόμενα από τις σχέσεις τους με βιομηχανικούς κύκλους, καθώς και στην ανάγκη διασφαλίσεως της διαφάνειας των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων της εν λόγω αρχής.

54      Συναφώς, πρέπει, αφενός, να επισημανθεί ότι το επίμαχο πληροφοριακό στοιχείο αφορά πρόσωπα που μετείχαν με την ιδιότητα του έμμισθου πραγματογνώμονα στη διαδικασία καταρτίσεως από την EFSA εγγράφου κατευθυντήριας οδηγίας με αποδέκτες τους φορείς που επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση διαθέσεως προϊόντων φυτοπροστασίας στην αγορά.

55      Όπως υποστηρίζουν η ClientEarth και η PAN Europe, η γνωστοποίηση του ως άνω πληροφοριακού στοιχείου ήταν, στην αλληλουχία αυτή, αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια της διαδικασίας θεσπίσεως πράξεως η οποία επρόκειτο να έχει συνέπειες για τις δραστηριότητες οικονομικών φορέων και, ειδικότερα, προκειμένου να εκτιμηθεί ο τρόπος κατά τον οποίο καθένας από τους πραγματογνώμονες που έλαβαν μέρος στη διαδικασία αυτή επηρέασε, με την αντίστοιχη επιστημονική του γνωμάτευση, το περιεχόμενο της πράξεως αυτής.

56      Πράγματι, η διαφάνεια της διαδικασίας που ακολουθεί μια δημόσια αρχή για την έκδοση πράξεως αυτής της φύσεως συμβάλλει στην ενίσχυση τόσο της νομιμοποιήσεως της εν λόγω αρχής έναντι των αποδεκτών της πράξεως όσο και της εμπιστοσύνης των δεύτερων προς την πρώτη (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C‑39/05 P και C‑52/05 P, EU:C:2008:374, σκέψη 59, καθώς και Σουηδία κατά MyTravel και Επιτροπής, C‑506/08 P, EU:C:2011:496, σκέψη 113), καθώς και στην ενίσχυση της υπευθυνότητας της οικείας αρχής έναντι των πολιτών σε ένα δημοκρατικό σύστημα (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C‑39/05 P et C‑52/05 P, EU:C:2008:374, σκέψη 45· Συμβούλιο κατά Access Info Europe, C‑280/11 P, EU:C:2013:671, σκέψη 32, και Συμβούλιο κατά in ‘t Veld, C‑350/12 P, EU:C:2014:2039, σκέψεις 53, 106 και 107).

57      Αφετέρου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το επιχείρημα που μνημονεύεται στη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως όχι μόνο δεν περιορίζεται σε εκτιμήσεις γενικού και αφηρημένου χαρακτήρα, αλλ’ αντιθέτως, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηρίζεται σε μελέτη από την οποία προκύπτουν οι δεσμοί μεταξύ της πλειονότητας των πραγματογνωμόνων που μετείχαν σε ομάδα εργασίας της EFSA και ομάδων πιέσεως προερχόμενων από τη βιομηχανία.

58      Πάντως, μολονότι, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το όνομα, το βιογραφικό και οι δηλώσεις συμφερόντων των πραγματογνωμόνων που υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας γνωστοποιήθηκαν στην ClientEarth και στην PAN Europe, γεγονός πάντως είναι ότι η απόκτηση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου παρίσταται αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατός ο ακριβής έλεγχος της αμεροληψίας καθενός από τους πραγματογνώμονες αυτούς, κατά την άσκηση του επιστημονικού καθήκοντός του για λογαριασμό της EFSA.

59      Από τα ανωτέρω έπεται ότι κακώς το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι το επιχείρημα της ClientEarth και της PAN Europe, το οποίο εκτίθεται στη σκέψη 79 της αποφάσεως αυτής, δεν αρκούσε για την απόδειξη της αναγκαιότητας προς διαβίβαση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου.

60      Το αντεπιχείρημα επί του οποίου στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο στην προαναφερθείσα σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ClientEarth και η PAN Europe δεν αμφισβήτησαν την ανεξαρτησία κανενός από τους εμπλεκόμενους πραγματογνώμονες, ισοδυναμεί με πεπλανημένη εφαρμογή της προϋποθέσεως περί αναγκαιότητας της διαβιβάσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 8, στοιχείο β΄, του κανονισμού 45/2001. Εξάλλου, για να αμφισβητήσουν την ανεξαρτησία αυτή, η ClientEarth και η PAN Europe θα έπρεπε, σε μεγάλο βαθμό, να έχουν εκ των προτέρων γνώση της ταυτότητας του πραγματογνώμονα που συνέταξε καθεμία από τις υποβληθείσες παρατηρήσεις.

61      Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και, ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.

 Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

62      Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.

63      Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή της ClientEarth και της PAN Europe με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της EFSA της 12ης Δεκεμβρίου 2011 είναι ώριμη προς εκδίκαση και, επομένως, ότι πρέπει να αποφανθεί οριστικά επ’ αυτής.

64      Στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής, η ClientEarth και η PAN Europe, με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που έχουν προβάλει, υποστηρίζουν ότι υφίσταται δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη γνωστοποίηση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου, σύμφωνα με το άρθρο 8, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 45/2001.

65      Συναφώς, όσον αφορά το άρθρο 8, στοιχείο β΄, του κανονισμού 45/2001, από την εξέταση που περιλαμβάνεται στις σκέψεις 53 έως 61 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι τα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της ClientEarth και της PAN Europe ως προς τις κατηγορίες περί μεροληψίας που διατυπώθηκαν σε βάρος της EFSA σχετικά με την επιλογή των πραγματογνωμόνων της, καθώς και ως προς την ανάγκη να διασφαλιστεί η διαφάνεια των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων της εν λόγω δημόσιας αρχής, αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμο ότι η διαβίβαση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου είναι αναγκαία κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως.

66      Λαμβανομένου υπόψη του σωρευτικού χαρακτήρα των δύο προϋποθέσεων που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη, θα πρέπει, για την εκτίμηση της νομιμότητας της αποφάσεως της EFSA της 12ης Δεκεμβρίου 2011, να εξετασθεί επίσης αν υφίσταται κάποιος λόγος βάσει του οποίου θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η εν λόγω διαβίβαση δύναται να θίξει τα έννομα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων.

67      Συναφώς, όπως προκύπτει από την απάντηση της EFSA σε γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η αρχή αυτή υποστήριξε ότι υφίστατο τέτοιος λόγος, υπογραμμίζοντας ότι η γνωστοποίηση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου, αν πραγματοποιούνταν, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο που θα έθιγε την ακεραιότητα και την ιδιωτική ζωή των εμπλεκόμενων πραγματογνωμόνων. Προς τον σκοπό αυτό, αναφέρθηκε σε παραδείγματα ατομικών επιθέσεων που σημειώθηκαν σε βάρος πραγματογνωμόνων των οποίων είχε ζητήσει την επικουρία.

68      Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι τα ανωτέρω παραδείγματα αντλούνται από έγγραφα τα οποία προσκόμισαν η ClientEarth και η PAN Europe προκειμένου να τεκμηριώσουν τα επιχειρήματά τους σχετικά με τους δεσμούς που υφίσταντο μεταξύ ορισμένου αριθμού πραγματογνωμόνων επιλεγέντων από την EFSA και βιομηχανικών κύκλων, δεσμούς οι οποίοι αποτέλεσαν ακριβώς τον λόγο για τον οποίο διατυπώθηκαν κατηγορίες περί μεροληψίας σε βάρος της αρχής αυτής και των πραγματογνωμόνων της. Αντιθέτως, τα ως άνω παραδείγματα ουδόλως αποδεικνύουν ότι η γνωστοποίηση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου θα ήταν ικανή να προκαλέσει κίνδυνο προσβολής της ιδιωτικής ζωής ή της ακεραιότητας των εμπλεκόμενων πραγματογνωμόνων.

69      Από τα ανωτέρω έπεται ότι, ενώ η οικεία αρχή οφείλει να εκτιμά αν η ζητούμενη γνωστοποίηση είναι ικανή να θίξει κατά τρόπο συγκεκριμένο και ουσιαστικό το προστατευόμενο συμφέρον (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου, C‑39/05 P και C‑52/05 P, EU:C:2008:374, σκέψη 49), εντούτοις το επιχείρημα της EFSA ότι η γνωστοποίηση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου θα ενείχε κίνδυνο προσβολής της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας των εν λόγω πραγματογνωμόνων αποτελεί εκτίμηση γενικού χαρακτήρα που δεν τεκμηριώνεται από κανένα στοιχείο σχετικό με την υπό κρίση υπόθεση. Αντιθέτως, μια τέτοια γνωστοποίηση θα καθιστούσε αυτή καθεαυτή δυνατή τη διάλυση των επίμαχων υπονοιών περί μεροληψίας η θα παρείχε στους τυχόν εμπλεκόμενους πραγματογνώμονες τη δυνατότητα να αμφισβητούσουν, χρησιμοποιώντας ενδεχομένως τα διαθέσιμα μέσα έννομης προστασίας, το βάσιμο των προαναφερθεισών αιτιάσεων περί μεροληψίας.

70      Το επιχείρημα αυτό της EFSA, που δεν συνοδεύεται από αποδείξεις, αν γινόταν αποδεκτό, θα μπορούσε να ισχύει γενικώς για κάθε περίπτωση κατά την οποία μια αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητεί και λαμβάνει γνώμη πραγματογνωμόνων πριν την έκδοση πράξεως που έχει συνέπειες για τις δραστηριότητες οικονομικών φορέων ασχολούμενων με τον τομέα τον οποίο αφορά η εν λόγω πράξη, όποιος και αν είναι ο τομέας αυτός. Το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν αντίθετο στην επιταγή περί συσταλτικής ερμηνείας των εξαιρέσεων από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που κατέχουν τα θεσμικά όργανα, η οποία επιβάλλει να διαπιστώνεται η ύπαρξη κινδύνου συγκεκριμένης και ουσιαστικής προσβολής του προστατευόμενου συμφέροντος.

71      Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι, σε αντίθεση με όσα έκρινε η EFSA με την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2011, πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 8, στοιχείο β΄, του κανονισμού 45/2001 για να επιτραπεί η διαβίβαση του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου.

72      Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

73      Ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή και η απόφαση της EFSA της 12ης Δεκεμβρίου 2011 πρέπει να ακυρωθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

74      Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν το Δικαστήριο δέχεται την αίτηση αναιρέσεως και κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων. Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Το άρθρο 140 του εν λόγω Κανονισμού προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι τα θεσμικά όργανα που έχουν παρέμβει στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, και στην παράγραφο 3, ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι άλλος παρεμβαίνων, πλην των ρητώς οριζομένων στις προαναφερθείσες παραγράφους, φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

75      Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως της ClientEarth και της PAN Europe, καθώς και η προσφυγή που άσκησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, έγιναν δεκτές, πρέπει να αποφασιστεί ότι η EFSA φέρει τα δικαστικά έξοδά της και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ClientEarth και η PAN Europe στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας και της διαδικασίας στον πρώτο βαθμό, σύμφωνα με τα σχετικά αιτήματά τους. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της στο πλαίσιο αμφότερων των διαδικασιών. Ο ΕΕΠΔ φέρει τα δικαστικά έξοδά του στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ClientEarth και PAN Europe κατά EFSA (T‑214/11, EU:T:2013:483).

2)      Ακυρώνει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) της 12ης Δεκεμβρίου 2011.

3)      Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) φέρει τα δικαστικά έξοδά της και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ClientEarth και η Pesticide Action Network Europe (PAN Europe) στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας και της διαδικασίας στον πρώτο βαθμό.

4)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας και της διαδικασίας στον πρώτο βαθμό.

5)      Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) φέρει τα δικαστικά έξοδά του στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.