Language of document : ECLI:EU:C:2015:586

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 10ης Σεπτεμβρίου 2015 (1)

Υπόθεση C‑350/14

Florin Lazar

κατά

Allianz SpA

[αίτηση του Tribunale di Trieste (Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές — Κανονισμός (EK) 864/2007 (Ρώμη II) — Άρθρο 4, παράγραφος 1 — Έννοιες “χώρα στην οποία επέρχεται η ζημία”, “ζημία” και “έμμεσα αποτελέσματα του ζημιογόνου γεγονότος” — Μέλη της οικογενείας θανόντος σε τροχαίο ατύχημα — Άτομα που έχουν δικαίωμα αποκαταστάσεως της περιουσιακής και μη περιουσιακής ζημίας τα οποία κατοικούν σε διαφορετικές χώρες»





1.        Ισχύων από τις 11 Ιανουαρίου 2009, ο κανονισμός (ΕΚ) 864/2007 (2) αποσκοπεί, προς κατοχύρωση της ασφαλείας δικαίου και λαμβανομένων υπόψη των γενικώς υφισταμένων εννόμων συμφερόντων, στην εναρμόνιση των κανόνων περί συγκρούσεως δικαίων στον τομέα των εξωσυμβατικών ενοχών. Ο κανονισμός αυτός, αντιθέτως, δεν προορίζεται να εναρμονίσει το ουσιαστικό δίκαιο των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα αυτό, πράγμα το οποίο μπορεί να δημιουργήσει ορισμένες ερμηνευτικές δυσχέρειες. Πράγματι, καταφεύγοντας, ιδίως για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε αγωγές εξωσυμβατικής ευθύνης, σε έννοιες οι οποίες είναι ασφαλώς γνωστές στο σύνολο των κρατών μελών, των οποίων όμως το περιεχόμενο και ο τρόπος με τον οποίο γίνονται αντιληπτές μπορούν να διαφέρουν αισθητά σε κάθε έννομη τάξη, ο δικαστής μπορεί να κληθεί να επιλύσει πολύ λεπτά ζητήματα όταν επιλαμβάνεται, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς, αγωγών προσώπων που δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα.

2.        Τούτο ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού, ο οποίος, ελλείψει σχετικής επιλογής εκ μέρους των διαδίκων, καθιστά τον «τόπο επελεύσεως της ζημίας» το αποφασιστικό κριτήριο όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο σε αγωγή εξωσυμβατικής ευθύνης. Τι καλύπτει η εν λόγω ζημία, διευκρινιζομένου ότι, κατά την ως άνω διάταξη, η ζημία αυτή πρέπει να διακρίνεται από το «γενεσιουργό γεγονός» της; Οι ζημίες τις οποίες υφίστανται οι οικείοι του θύματος τροχαίου ατυχήματος, που λογίζονται, δυνάμει του εθνικού δικαίου, ως ενεργούντες εξ ιδίου δικαιώματος (jure proprio), μπορούν να εξομοιωθούν με τις «ζημίες» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II ή πρέπει μάλλον να λογίζονται ως «έμμεσα αποτελέσματα» αυτών;

3.        Τα ερωτήματα αυτά εκφράζουν το διακύβευμα της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, με την οποία καλείται το Δικαστήριο, με τρόπο τουλάχιστον πρωτόγνωρο (3), να παράσχει ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με τις έννοιες που περιλαμβάνονται στη διάταξη αυτή. Η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του F. Lazar, κατοίκου Ρουμανίας, και της ιταλικής ασφαλιστικής εταιρίας Allianz SpA, σχετικά με την αποκατάσταση περιουσιακών και μη περιουσιακών ζημιών που αυτός υποστηρίζει ότι υπέστη jure proprio λόγω του θανάτου της θυγατέρας του, Ρουμάνας υπηκόου κατοίκου Ιταλίας, επελθόντος εντός του κράτους μέλους αυτού κατόπιν τροχαίου ατυχήματος το οποίο προκάλεσε όχημα αγνώστων στοιχείων.

I –    Το νομικό πλαίσιο

 Α —   Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Ο κανονισμός Ρώμη II

4.        Κατά την αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού Ρώμη II:

«Το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής και οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να συνάδουν προς τον κανονισμό [(ΕΚ) 44/2001 (4)] και προς τα νομοθετήματα σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές.»

5.        H αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού Ρώμη II έχει ως εξής:

«Το εφαρμοστέο δίκαιο θα πρέπει να ορίζεται βάσει του τόπου επέλευσης της ζημίας, ασχέτως της χώρας ή των χωρών όπου θα μπορούσαν να επέλθουν οι έμμεσες συνέπειες. Συνεπώς, σε περιπτώσεις προσωπικής ή περιουσιακής ζημίας, η χώρα επέλευσης της ζημίας θα πρέπει να είναι η χώρα στην οποία επήλθε η προσωπική ή η περιουσιακή ζημία, αντιστοίχως.»

6.        Το άρθρο 4 του κανονισμού Ρώμη II, με τίτλο «Γενικός κανόνας», έχει ως ακολούθως:

«1.      Το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.

2.      Ωστόσο, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.

3.      Εάν, από το σύνολο των περιστάσεων, συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία.»

7.        Κατά το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, του κανονισμού Ρώμη II, το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές δυνάμει του κανονισμού αυτού διέπει ιδίως «την ύπαρξη, τον χαρακτήρα και την αποτίμηση των ζημιών ή της επιδιωκόμενης αποκατάστασης της ζημίας» και, στοιχείο στʹ, «τα πρόσωπα που δικαιούνται αποκατάστασης της προσωπικής ζημίας που υπέστησαν».

2.      Ο κανονισμός Βρυξέλλες I

8.        Το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, το οποίο περιλαμβάνεται στο τιτλοφορούμενο «Ειδικές δικαιοδοσίες» τμήμα 2 του κεφαλαίου II του εν λόγω κανονισμού, προβλέπει τα ακόλουθα:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

[…]

3)      ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός».

 B —   Το ιταλικό δίκαιο

9.        Όπως εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο, το Corte suprema di cassazione (ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο) ερμήνευσε τα άρθρα 2043 και 2059 του ιταλικού αστικού κώδικα υπό την έννοια ότι τα μέλη της οικογενείας του θανόντος δικαιούνται, jure proprio, αποκατάσταση των περιουσιακών και μη περιουσιακών ζημιών τους. Όσον αφορά τις μη περιουσιακές ζημίες, μπορούν να αναγνωρίζονται συναφώς οι ακόλουθες ζημίες: βλάβη της υγείας (ιατρικώς διαπιστωθείσα βλάβη), η ηθική βλάβη (ψυχική οδύνη) και η ζημία στις κοινωνικές σχέσεις (σημαντική αλλοίωση των συνθηκών της καθημερινής ζωής).

10.      Πάντοτε κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 283, παράγραφος 1, στοιχεία a και c, του κώδικα ιδιωτικών ασφαλίσεων προβλέπει ότι, όταν το όχημα που προκάλεσε τη ζημία είναι αγνώστων στοιχείων, το Fondo di garanzia per le vittime della strada (ταμείο εγγυήσεως για τα θύματα τροχαίων) καταβάλλει αποζημίωση για τις ζημίες που προκαλούνται από τροχαίο ατύχημα μέσω ασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίες καθορίζονται για το σύνολο της επικράτειας.

II – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

11.      H υπόθεση της κύριας δίκης έχει ως αντικείμενο αγωγή αποκαταστάσεως των περιουσιακών και μη περιουσιακών ζημιών που φέρεται ότι υπέστησαν οι ενδιαφερόμενοι jure proprio, ασκηθείσα από κάτοικο Ρουμανίας πατέρα Ρουμάνας υπηκόου κατοίκου Ιταλίας η οποία έχασε τη ζωή της εντός του τελευταίου κράτους μέλους κατόπιν τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 18 Μαΐου 2012, προκληθέν από όχημα αγνώστων στοιχείων.

12.      Η σχετική αγωγή ασκήθηκε κατά της ασφαλιστικής εταιρίας Allianz SpA, έχουσας την ιδιότητα του αρμόδιου φορέα τον οποίο έχει καθορίσει το ταμείο εγγυήσεως για τα θύματα τροχαίων, που είναι ο οργανισμός στον οποίο ανατίθεται η καταβολή αποζημιώσεων για ζημίες προκαλούμενες από την κυκλοφορία οχημάτων αγνώστων στοιχείων.

13.      Η μητέρα και η γιαγιά του θύματος, αμφότερες Ρουμάνες υπήκοοι που κατοικούν στην Ιταλία, παρενέβησαν επίσης στη διαφορά και ζήτησαν την αποκατάσταση των περιουσιακών και μη περιουσιακών ζημιών που υπέστησαν jure proprio.

14.      Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επί του εφαρμοστέου στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως δικαίου και, ειδικότερα, επί της ερμηνείας του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II.

15.      Με απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014 το Tribunale di Trieste αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«Πώς πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 864/2007 […], κατά το οποίο “το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία”; Συγκεκριμένα:

1)      Πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια του “τόπου στον οποίο έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός” κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του [κανονισμού 864/2007], σε περίπτωση αγωγής αποζημιώσεως για περιουσιακή και μη περιουσιακή ζημία την οποία άσκησαν συγγενείς θανόντος σε τροχαίο ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα στο κράτος του δικάζοντος δικαστηρίου, όταν αυτά τα μέλη της οικογένειας κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπέστησαν στο κράτος αυτό την εν λόγω ζημία;

2)      Μήπως, για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 864/2007, η περιουσιακή και μη περιουσιακή ζημία που υπέστησαν, στο κράτος κατοικίας τους, συγγενείς θανόντος σε τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα στο κράτος του δικάζοντος δικαστηρίου, πρέπει να χαρακτηριστεί ως “ζημία” υπό την έννοια του πρώτου μέρους του άρθρου 4, παράγραφος 1, ή ως “έμμεσα αποτελέσματα” υπό την έννοια του δεύτερου μέρους της ίδιας διατάξεως;»

16.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι παρεμβαίνοντες στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Αυστριακή και η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο F. Lazar δεν κατέθεσε παρατηρήσεις.

III – Νομική ανάλυση

17.      Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κύριου κριτηρίου, το οποίο καθιερώνει ο κανονισμός Ρώμη II, που στηρίζεται στον τόπο επελεύσεως της ζημίας προς προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στις εξωσυμβατικές ενοχές.

18.      Πριν προχωρήσω στην κατά κύριο λόγο εξέταση των υποβαλλόμενων ερωτημάτων, πισεύω ότι είναι αναγκαίες ορισμένες προκαταρκτικές διευκρινίσεις σχετικές με την οικονομία του μηχανισμού που προβλέπει ο κανονισμός Ρώμη II για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στις εξωσυμβατικές ενοχές.

 A —      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί της οικονομίας του μηχανισμού που προβλέπει ο κανονισμός Ρώμη II

19.      Από πολλά χρόνια (5), οι διαφορές των κανόνων συγκρούσεως νομοθεσιών που έχουν εφαρμογή στον τομέα των εξωσυμβατικών ενοχών έχουν καταστήσει σαφή την ανάγκη ενοποιήσεως στον τομέα αυτόν, προκειμένου να εξασφαλίζεται κάποιος βαθμός προβλεψιμότητας όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο και, παράλληλα, να αμβλύνονται τα μειονεκτήματα που απορρέουν από καταστάσεις όπου παρατηρείται άγρα δωσιδικίας («forum shopping»).

20.      Καρπός συμβιβασμού μεταξύ της ανάγκης κατοχυρώσεως ορισμένου επιπέδου ασφαλείας δικαίου, με προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διαδίκων μέσω της θεσπίσεως σταθερών κριτηρίων υπαγωγής σε κάποιο εθνικό δίκαιο, και της επιθυμίας διατηρήσεως κάποιας ευελιξίας όταν η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών καταλήγει σε αποτελέσματα που κρίνονται απρόσφορα, ο κανονισμός Ρώμη II ακολουθεί τις μέχρι τώρα προτιμώμενες στο σύγχρονο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο λύσεις.

21.      Ο μηχανισμός προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου στις εξωσυμβατικές ενοχές μπορεί να περιγραφεί σχηματικά ως ακολούθως.

22.      Ο κανονισμός Ρώμη II θεσπίζει ορισμένα σταθερά κριτήρια υπαγωγής σε εθνικό δίκαιο. Επί του σημείου αυτού, ο ως άνω κανονισμός, ελλείψει ρητής επιλογής των μερών όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (βλ. άρθρο 14), χαρακτηρίζεται από τη θέσπιση, αφενός, ενός γενικού κανόνα (άρθρο 4) και, αφετέρου, πέντε ειδικών κανόνων άρσεως συγκρούσεως νομοθεσιών (άρθρα 5 έως 9 (6) του κανονισμού).

23.      Όσον αφορά τον γενικό κανόνα, που είναι ο μόνος ο οποίος ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, από την πρόταση κανονισμού για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές, που υποβλήθηκε στις 22 Ιουλίου 2003 (7), απορρέει ότι ο κύριος σκοπός του κανονισμού Ρώμη II ήταν να βελτιώσει την προβλεψιμότητα των λύσεων, προς κατοχύρωση της ασφαλείας δικαίου.

24.      Συγκεκριμένα, πρέπει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με όσα είχαν γίνει δεκτά στη Σύμβαση για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η οποία άνοιξε προς υπογραφή στη Ρώμη στις 19 Ιουνίου 1980 (8), η οποία όριζε, καταρχήν, ως εφαρμοστέο δίκαιο αυτό της χώρας με την οποία η οικεία κατάσταση έχει τους στενότερους δεσμούς, ο κανονισμός αυτός υιοθετεί σαφώς, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, το σταθερό κριτήριο υπαγωγής το οποίο αποτελεί ο τόπος επελεύσεως της ζημίας (locus damni).

25.      Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι, σε αντίθεση με τα κριτήρια υπαγωγής που γίνονται δεκτά στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας στη Σύμβαση των Βρυξελλών και στον κανονισμό Βρυξέλλες I, που παρέχει στον ενδιαφερόμενο ο οποίος έχει υποστεί ζημία τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το γενεσιουργό γεγονός και εκείνου της ζημίας, ο κανονισμός Ρώμη II υιοθετεί ένα ενιαίο κριτήριο υπαγωγής.

26.      Συναφώς, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού Ρώμη II προκύπτει ότι οι προτάσεις τροποποιήσεως που υπέβαλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι οποίες αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση περισσότερης ευελιξίας (9), απορρίφθηκαν από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Επιτροπή, που έκριναν ότι το άρθρο 4 εξασφαλίζει τόσο την «απαίτηση ασφαλείας δικαίου όσο και την ανάγκη αποδόσεως δικαιοσύνης σε συνάρτηση με τις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις».

27.      Επιλέγοντας τον locus damni ως κριτήριο υπαγωγής σε κάποιο εθνικό δίκαιο, ο κανονισμός Ρώμη II υιοθετεί με τον τρόπο αυτόν έναν απολύτως κλασικό κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου περί άρσεως της συγκρούσεως νομοθεσιών, κανόνα που παρουσιάζει αναμφισβήτητα πολλά πλεονεκτήματα.

28.      Πρώτον, ο εν λόγω κανόνας υπαγωγής, σε συμφωνία με τους σκοπούς που παραθέτει η αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού Ρώμη II (10), κρίνεται ότι δημιουργεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των διαδίκων. Πράγματι, το δίκαιο του τόπου επελεύσεως της ζημίας είναι ένα ουδέτερο δίκαιο που δεν ευνοεί ούτε τον υπαίτιο της ζημίας ούτε τον ζημιωθέντα.

29.      Καίτοι είναι ακριβές, όπως έχει υπογραμμιστεί από πολλούς σχολιαστές (11), ότι ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου δικαίου σε συνάρτηση με τον τόπο επελεύσεως της ζημίας μπορεί να έχει εντελώς τυχαίο και απρόβλεπτο χαρακτήρα σε ορισμένες καταστάσεις —πράγμα το οποίο, σε τελική ανάλυση, θίγει τον σκοπό προβλεψιμότητας των λύσεων τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός— το ως άνω μειονέκτημα κάθε άλλο παρά είναι ανυπέρβλητο. Πράγματι, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η εφαρμογή του εφαρμοστέου βάσει του τόπου επελεύσεως της ζημίας δικαίου θα μπορεί πάντοτε να υποχωρεί είτε υπέρ του δικαίου του τόπου διαμονής, όταν ο ζημιωθείς και ο υπαίτιος έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα (άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη II), είτε υπέρ του δικαίου άλλης χώρας όταν προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων της οικείας υποθέσεως ότι το ζημιογόνο γεγονός εμφανίζει στενότερο δεσμό με την εν λόγω χώρα (η καλούμενη «ρήτρα εξαιρέσεως», που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού). Θα επανέλθω επ’ αυτού στην κατωτέρω ανάπτυξη.

30.      Δεύτερον, η επιλογή του locus damni είναι σύμφωνη με έναν σύγχρονο τρόπο προσεγγίσεως του δικαίου αστικής ευθύνης, που τάσσεται υπέρ μιας αρχής της αστικής ευθύνης καλούμενης «αντικειμενικής», η λειτουργία της οποίας είναι κυρίως αντισταθμιστική. Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό προσεγγίσεως, η αστική ευθύνη έχει περισσότερο ως αντικείμενο την αποκατάσταση της ζημίας παρά την επιβολή κυρώσεως για ενέργειες που κρίνονται επιλήψιμες. Εξ αυτού συνάγεται ότι αποδίδεται μεγαλύτερη σημασία στον τόπο επελεύσεως της ζημίας παρά σε εκείνον του γενεσιουργού της γεγονότος. Έχει επίσης υπογραμμιστεί ότι ο γενικός κανόνας που ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II, ο οποίος αποκλείει την εφαρμογή του lex loci delicti commissi, παρέχει τη δυνατότητα μεταξύ άλλων επιλύσεως του ζητήματος, περί του οποίου υφίστανται έντονες διαφωνίες, του εφαρμοστέου δικαίου στις καλούμενες «σύνθετες» αδικοπραξίες, οι οποίες έχουν ως χαρακτηριστικό ότι άλλος είναι ο τόπος του γενεσιουργού γεγονότος της ζημίας και άλλος αυτός της ζημίας.

31.      Τι νοείται, όμως, ως τόπος επελεύσεως της ζημίας; Αυτό ακριβώς το ζήτημα ανακύπτει από την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

 B —      Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

32.      Όπως σημειώνει το αιτούν δικαστήριο, ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου δικαίου στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες. Πράγματι, υφίσταται ένα βέβαιο συμφέρον το εφαρμοστέο σε μια αγωγή αποζημιώσεως δίκαιο να είναι ένα συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο και όχι κάποιο άλλο. Ειδικότερα, η ύπαρξη δικαιώματος αποκαταστάσεως των ζημιών που προβάλλουν τα μέλη της οικογενείας του ατόμου το οποίο έχασε τη ζωή του στο επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ατύχημα, ο χαρακτηρισμός των ζημιών αυτών και ο αποζημιώσιμος χαρακτήρας τους εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την επιλογή του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου.

33.      Συναφώς, καίτοι το σύνολο των εθνικών εννόμων τάξεων όπως φαίνεται αναγνωρίζει την ύπαρξη δικαιωμάτων αποζημιώσεως υπέρ των μελών της οικογενείας του θανόντος, πρέπει να τονιστούν οι ουσιώδεις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τον χαρακτηρισμό, τη φύση και την έκταση της δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημίας των ελκόντων δικαιώματα από άτομο που έχασε τη ζωή του σε ατύχημα.

34.      Πράγματι, τα εθνικά συστήματα εξωσυμβατικής ευθύνης, τα οποία, αναλόγως της περιπτώσεως, παρέχουν τη δυνατότητα αποζημιώσεως για έμμεσες ζημίες ή απαιτούν άμεση προσβολή προστατευομένου εννόμου συμφέροντος, έχουν προφανώς δομικές διαφορές. Επιπλέον, στα διάφορα εθνικά δίκαια, τα δικαιώματα αποζημιώσεως που αναγνωρίζονται υπέρ των μελών της οικογενείας του θανόντος, είτε περιουσιακά είτε μη περιουσιακά, λογίζονται άλλοτε ως αυτοτελή δικαιώματα (iure proprio), άλλοτε ως παρακολουθηματικά εκείνων του θανόντος.

35.      Όπως είχε τονίσει ο γενικός εισαγγελέας J. Darmon στις προτάσεις του στην υπόθεση Dumez France και Tracoba (12), η φύση της έμμεσης ζημίας αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πιο ευαίσθητα και αμφιλεγόμενα ζητήματα του δικαίου της ευθύνης, καθόσον η ζημία αυτή λογίζεται από ορισμένους ως αποτελούσα προβολή σε εμμέσως ζημιωθέντα της ζημίας που έχει υποστεί ο αρχικώς ζημιωθείς, ενώ για άλλους πρόκειται, αντιθέτως, για αυτοτελή ζημία (13). Κατά τα λοιπά, το ζήτημα αυτό δεν τίθεται στα κράτη μέλη που δεν αναγνωρίζουν τέτοιο δικαίωμα προκειμένου περί έμμεσης ζημίας και, επομένως, αγνοούν την έννοια της έμμεσης ζημίας (14).

36.      Όσον αφορά τα τροχαία ατυχήματα, πρέπει εξάλλου να υπογραμμιστεί ότι πολλά κράτη μέλη (15), παρά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού Ρώμη II και σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (16), συνεχίζουν να εφαρμόζουν τη Σύμβαση για το εφαρμοστέο δίκαιο στα τροχαία ατυχήματα, που συνήφθη στη Χάγη στις 4 Μαΐου 1971 (17), σύμβαση η οποία προβλέπει ως εφαρμοστέο δίκαιο το lex loci delicti commissi, χωρίς τη δυνατότητα των διαδίκων να επιλέξουν άλλο δίκαιο, προβλέπον κριτήρια υπαγωγής διαφορετικά από τα τιθέμενα στο άρθρο 4 του κανονισμού Ρώμη II (18). Τούτο είναι ενδεικτικό περί του πόσο μπορεί να καθίσταται περίπλοκη η προβληματική που συνδέεται με τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε περίπτωση αγωγών αποζημιώσεως προς αποκατάσταση ζημιών που προκαλούνται κατόπιν τροχαίου ατυχήματος (19).

37.      Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, από τις πληροφορίες του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το εφαρμοστέο ιταλικό δίκαιο, ήτοι τα άρθρα 2043 και 2059 του ιταλικού αστικού κώδικα όπως ερμηνεύονται από το Corte suprema di cassazione, δέχεται μια ιδιαίτερα ευρεία αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστησαν τα μέλη της οικογενείας ατόμου που έχασε τη ζωή του σε ατύχημα, ειδικότερα προκειμένου περί θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων. Πράγματι, δυνάμει του ιταλικού δικαίου, η ζημία που προκύπτει από τον θάνατο μέλους της οικογενείας είναι άμεση ζημία (jure proprio) αυτής. Εξ αυτού συνάγεται, όπως φαίνεται, ότι η ενοχική σχέση που υφίσταται μεταξύ του μέλους της οικογενείας του θανόντος και του υπαιτίου της ζημίας (ή, αν αυτός είναι άγνωστος, του φορέα που είναι υπεύθυνος για την καταβολή σχετικής αποζημιώσεως) είναι ανεξάρτητη εκείνης που συνδέει το άτομο που έχασε τη ζωή του με τον εν λόγω φορέα.

38.      Ωστόσο, επιβάλλεται εν προκειμένω η διαπίστωση ότι, παρά τη φαινομενική απλότητά του, το κριτήριο του τόπου επελεύσεως της ζημίας, που χαρακτηρίζει τον γενικό κανόνα προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου στις εξωσυμβατικές υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II, έχει προκαλέσει ερμηνευτικές δυσχέρειες.

39.      Στο πλαίσιο της κυρίας δίκης αντιπαρατίθενται δύο θεωρίες.

40.      Κατά την πρώτη, την οποία υποστηρίζει η Αυστριακή Κυβέρνηση, οι περιουσιακές και μη περιουσιακές ζημίες που υφίστανται τα μέλη της οικογενείας θανόντος εντός άλλου κράτους μέλους δεν είναι κατ’ ανάγκη έμμεσα αποτελέσματα υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II του ζημιογόνου γεγονότος. Εξ αυτού προκύπτει ιδίως ότι αγωγή αποζημιώσεως στηριζόμενη σε περιουσιακά δικαιώματα τα οποία προβάλλουν οι οικείοι ατόμου το οποίο έχασε τη ζωή του κατόπιν τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στο κράτος του επιληφθέντος δικαστηρίου, καθόσον στηρίζεται σε ενοχή διαφορετική εκείνης που συνδέει τον αντίδικο και τον θανόντα στο ατύχημα, πρέπει να εκτιμάται βάσει του δικαίου του τόπου στον οποίο επέρχεται η ζημία την οποία υφίστανται οι εν λόγω οικείοι, δηλαδή του τόπου της συνήθους διαμονής τους, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού Ρώμη II, από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι υφίστανται προδήλως στενότερες σχέσεις με άλλη χώρα.

41.      Κατά τη δεύτερη, με την οποία τάσσονται ιδιαίτερα οι παρεμβαίνοντες της κύριας δίκης και η Επιτροπή, οι ζημίες τις οποίες υφίστανται, στη χώρα διαμονής τους, οι οικείοι ατόμου που έχασε τη ζωή του σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη εντός του κράτους του επιληφθέντος δικαστηρίου πρέπει να λογίζονται ως έμμεσα αποτελέσματα της ζημίας του αμέσου θύματος του ατυχήματος. Ο όρος «χώρα στην οποία επέρχεται η ζημία» πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αναφέρεται στον τόπο στον οποίο προκλήθηκε η ζημία, που είναι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο τόπος του τροχαίου ατυχήματος.

42.      Όπως πρότεινε η Επιτροπή, είναι σκόπιμο να αντιστραφεί η σειρά εξετάσεως των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου.

43.      Πράγματι, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II προβλέπει, στο δεύτερο μέρος του, ότι ο τόπος όπου το ζημιογόνο γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα δεν ασκεί επιρροή προς προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε εξωσυμβατική ενοχή. Κατά συνέπεια, σε ένα πρώτο στάδιο, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II έχει την έννοια ότι η ζημία που υφίστανται, στη χώρα διαμονής τους, οι οικείοι ατόμου το οποίο έχασε τη ζωή του σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη εντός του κράτους του επιληφθέντος δικαστηρίου πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «ζημία» υπό την έννοια του πρώτου μέρους της διατάξεως αυτής ή ως «έμμεσα αποτελέσματα» του ζημιογόνου γεγονότος υπό την έννοια του δεύτερου μέρους της ως άνω διατάξεως.

44.      Με βάση την απάντηση που θα δοθεί στο πρώτο ζήτημα θα πρέπει να οριστεί, στη συνέχεια, η έννοια της «χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία» όσον αφορά αγωγή αποζημιώσεως με αίτημα αποκαταστάσεως των περιουσιακών και μη περιουσιακών ζημιών που υπέστησαν οι οικείοι ατόμου που έχασε τη ζωή του σε ατύχημα.

1.      Πρώτη πτυχή (δεύτερο ερώτημα): χαρακτηρισμός των περιουσιακών και μη περιουσιακών ζημιών που υφίστανται, στη χώρα διαμονής τους, οι οικείοι θανόντος σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη εντός του κράτους του επιληφθέντος δικαστηρίου

45.      Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II προβλέπει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία. Όπως προκύπτει από τις διευκρινίσεις που περιλαμβάνονται ρητώς στη διάταξη αυτή, ο τόπος επελεύσεως της ζημίας πρέπει να διακρίνεται, πρώτον, από τον τόπο στον οποίο έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός και, δεύτερον, από τον τόπο επελεύσεως των εμμέσων αποτελεσμάτων του ζημιογόνου γεγονότος.

46.      Πιστεύω ότι απορρέει σαφώς από τις προπαρασκευαστικές εργασίες, ιδίως από την έκθεση που συνοδεύει την πρόταση του κανονισμού Ρώμη II, ότι η διάταξη αυτή ορίζει ως βασικό κανόνα το δίκαιο του τόπου όπου επήλθε ή υπάρχει κίνδυνος να επέλθει η άμεση ζημία (20).

47.      Η ως άνω έκθεση αναφέρει επίσης, όσον αφορά ακριβώς το παράδειγμα ενός τροχαίου ατυχήματος, ότι «ο τόπος της άμεσης ζημίας είναι εκείνος της σύγκρουσης, ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες οικονομικές ζημίες ή ηθικές βλάβες που επέρχονται σε άλλη χώρα» (21).

48.      Πάντοτε κατά την έκθεση αυτή, η Επιτροπή αναφέρεται ρητώς στη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών (22), διάταξη η οποία, όπως και εκείνη του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού Βρυξέλλες I, προβαίνει σε διάκριση μεταξύ άμεσης ζημίας και έμμεσης ζημίας.

49.      Η ως άνω αναφορά στον κανονισμό Βρυξέλλες I περιλαμβάνεται στις αιτιολογίες του κανονισμού Ρώμη II, όπου εκτίθεται, στην αιτιολογική σκέψη 7, ότι το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής και οι διατάξεις του τελευταίου κανονισμού πρέπει να συνάδουν προς τον ως άνω πρώτο κανονισμό.

50.      Εντούτοις, πρέπει να υπενθυμίσω ότι, όπως έχει κρίνει κατ’ επανάληψη το Δικαστήριο (23), ο κανόνας της ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών στηρίζεται στην ύπαρξη μιας ιδιαίτερα στενής σχέσεως μεταξύ της αμφισβητήσεως και της διεθνούς δικαιοδοσίας άλλων δικαστηρίων πέραν εκείνων της κατοικίας του εναγομένου και αποσκοπεί, σε τελική ανάλυση, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και στην εύρυθμη διεξαγωγή της δίκης. Συναφώς, υπογραμμίστηκε ότι η συγκέντρωση των ανακυπτόντων ζητημάτων στο πλαίσιο ενός και του αυτού δικαστηρίου ικανοποιεί ιδίως μια αντικειμενική ανάγκη από πλευράς αποδείξεως ή οργανώσεως της δίκης (24).

51.      Η ως άνω ανάγκη, που έχει οπωσδήποτε σημασία για τον προσδιορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν έχει οπωσδήποτε τα ίδια χαρακτηριστικά όπως και προκειμένου περί του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου. Το Δικαστήριο πάντοτε τόνιζε την ανάγκη αποφυγής της αυξήσεως των αρμοδίων για την ίδια έννομη σχέση δικαστηρίων και τη διαπίστωση ότι το δικαστήριο του τόπου επελεύσεως της ζημίας είναι συνήθως το πλέον κατάλληλο να αποφανθεί, ιδίως λόγω της εγγύτητας προς τη διαφορά και της ευχέρειας σε σχέση με τη διεξαγωγή των αποδείξεων (25).

52.      Εντούτοις, πιστεύω ότι, καίτοι οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει, αντιστοίχως, καθεμία από τις νομικές αυτές πράξεις διαφέρουν κάπως, οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό Ρώμη II πρέπει να γίνονται αντιληπτές, στο μέτρο του δυνατού, λαμβανομένων υπόψη των ερμηνειών που γίνονται δεκτές στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών ή του κανονισμού Βρυξέλλες I. Πράγματι, πρέπει να υφίσταται κάποιος παραλληλισμός στην ερμηνεία των εννοιών αυτών, καθόσον όλα τα σχετικά νομοθετήματα επιδιώκουν ως σκοπό την προβλεψιμότητα των λύσεων.

53.      Ποια διδάγματα μπορούν να συναχθούν από τη νομολογία περί της ερμηνείας του άρθρου 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και του κανονισμού Βρυξέλλες I;

54.      Συναφώς, αξίζει να παρατεθούν ορισμένες υποθέσεις.

55.      Όσον αφορά την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Dumez France και Tracoba (26), πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί της εννοίας του «τόπου όπου επήλθε η ζημία» στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας στη Γαλλία από δύο γαλλικές εταιρίες κατά τραπεζών εγκατεστημένων στη Γερμανία, με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που υποστήριζαν ότι υπέστησαν κατόπιν της πτωχεύσεως ορισμένων από τις θυγατρικές τους, οι οποίες ήταν εγκατεστημένες στη Γερμανία, πτώχευση που οφειλόταν στην καταγγελία, εκ μέρους των τραπεζών αυτών, των πιστώσεων που είχαν χορηγήσει στις ως άνω θυγατρικές στο πλαίσιο προγράμματος ανεγέρσεως κτιρίων.

56.      Κληθέν να αποφανθεί επί της φύσεως της προβαλλομένης ζημίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ζημία που προέβαλαν οι μητρικές εταιρίες ήταν μόνον έμμεση συνέπεια των οικονομικών ζημιών που είχαν αρχικά υποστεί οι θυγατρικές τους κατόπιν της καταγγελίας των πιστώσεων και των εργασιών που ακολούθησαν. Επί του ζητήματος αυτού, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «στην υπό κρίση υπόθεση, η προβαλλόμενη ζημία είναι απλώς η έμμεση συνέπεια της ζημίας την οποία υπέστησαν αρχικά άλλα νομικά πρόσωπα, που ήταν τα άμεσα θύματα της ζημίας, η οποία επήλθε σε τόπο διαφορετικό από εκείνο όπου ο εμμέσως ζημιωθείς υπέστη στη συνέχεια βλάβη» (27).

57.      Εξετάζοντας στη συνέχεια αν η έννοια του «τόπου όπου επέρχεται η ζημία», όπως αυτή χρησιμοποιείται στην απόφαση Bier, καλούμενη «απόφαση Mines de potasse d’Alsace» (21/76, EU:C:1976:166), αφορούσε τον τόπο όπου οι εμμέσως ζημιωθέντες υφίστανται τις ζημιογόνες περιουσιακές συνέπειες, το Δικαστήριο έκρινε ότι, καίτοι, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, η έννοια αυτή μπορεί να αφορά τον τόπο όπου επήλθε η ζημία, δεν μπορεί όμως να ερμηνεύεται ως αναφερόμενη στον τόπο όπου το ζημιογόνο γεγονός, ο υπαίτιος του οποίου υπέχει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή εξ οιονεί αδικοπραξίας, παρήγαγε απευθείας τα ζημιογόνα αποτελέσματά του σε βάρος του αμέσως ζημιωθέντος (28). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο τόπος όπου εκδηλώθηκε η αρχική ζημία έχει συνήθως στενό σύνδεσμο με τα άλλα στοιχεία που στοιχειοθετούν την ευθύνη, ενώ αυτό δεν συμβαίνει, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τον τόπο κατοικίας του εμμέσως ζημιωθέντος (29).

58.      Ο ως άνω τρόπος προσεγγίσεως επιβεβαιώθηκε, στη συνέχεια, με την απόφαση Marinari (30), υπόθεση στην οποία ρητώς αναφέρθηκε η Επιτροπή στην πρόταση κανονισμού της 22ας Ιουλίου 2003 (31) και η οποία αφορούσε το αν η έννοια του «τόπου όπου επήλθε η ζημία» προσδιορίζει αποκλειστικά τον τόπο όπου προκλήθηκε υλική ζημία σε πρόσωπα ή σε πράγματα ή και τον τόπο όπου επήλθε το σύνολο των περιουσιακών ζημιών, ενδεχομένως σε άλλες χώρες.

59.      Το Δικαστήριο συνήγαγε, και πάλι, ότι, μολονότι γίνεται δεκτό ότι η έννοια «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, μπορεί να καλύπτει τόσο τον τόπο όπου επήλθε η ζημία όσο και τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, εντούτοις, η έννοια αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί τόσο ευρέως ώστε να περιλαμβάνει κάθε τόπο στον οποίο μπορούν να γίνουν αισθητές οι επιζήμιες συνέπειες ενός γεγονότος που έχει ήδη προκαλέσει ζημία επελθούσα πράγματι σε άλλο τόπο. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ερμηνευτικά ότι η έννοια αυτή καλύπτει τον τόπο στον οποίο ο ζημιωθείς ισχυρίζεται ότι υπέστη περιουσιακή ζημία η οποία αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας που υπέστη ο ίδιος εντός άλλου συμβαλλομένου κράτους (32).

60.      Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Shevill κ.λπ. (C‑68/93, EU:C:1995:61), όπου το Δικαστήριο είχε κληθεί να ερμηνεύσει την έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» προς προσδιορισμό του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί αγωγής αποζημιώσεως όσον αφορά ζημίες προκληθείσες κατόπιν της διαδόσεως, εντός διαφόρων κρατών μελών, δυσφημιστικού άρθρου στον τύπο, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι παρατηρήσεις που αυτό είχε διατυπώσει στις αποφάσεις Bier, καλούμενη «Mines de potasse d’Alsace», και Dumez France και Tracoba (C‑220/88, EU:C:1990:8), όσον αφορά υλικές ζημίες, ίσχυαν επίσης σε περίπτωση μη περιουσιακών ζημιών.

61.      Παρουσιάζει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, όσον αφορά ζημία που εκδηλώνεται στους τόπους όπου κυκλοφορεί το δημοσίευμα, το Δικαστήριο συνεπέρανε ότι το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ζημιωθείς μπορεί να εναγάγει τον εκδότη είτε ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους του τόπου εγκαταστάσεως του εκδότη του δυσφημιστικού δημοσιεύματος, τα οποία είναι αρμόδια για την αποκατάσταση του συνόλου των ζημιών που προκύπτουν από τη δυσφήμιση, είτε ενώπιον των δικαστηρίων κάθε συμβαλλόμενου κράτους εντός του οποίου έλαβε διάδοση το δημοσίευμα και όπου ο ζημιωθείς διατείνεται ότι προσβλήθηκε η υπόληψή του, αρμόδια μόνο για τις ζημίες που προκλήθηκαν εντός του κράτους του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί πράγματι να λογίζεται ότι υφίσταται όχι μία, αλλά πολλές αρχικές ζημίες.

62.      Στη συνέχεια, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Kronhofer (C‑168/02, EU:C:2004:364) έπρεπε να προσδιοριστεί αν η έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» μπορούσε να αφορά τον τόπο κατοικίας του ζημιωθέντος, όπου βρίσκεται «το επίκεντρο της περιουσίας του», οπότε ο ζημιωθείς θα δικαιούται να ασκήσει αγωγή προς αποκατάσταση της ζημίας του ενώπιον του αντίστοιχου δικαστηρίου. Το ζήτημα αυτό ανέκυπτε στο ειδικό πλαίσιο μιας αγωγής προς αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας ιδιώτη κατόπιν της πραγματοποιήσεως χρηματιστηριακών πράξεων σχετικών με περιουσιακά στοιχεία του τελευταίου τα οποία ο ίδιος είχε προηγουμένως επενδύσει σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος πέραν εκείνου της κατοικίας του.

63.      Το Δικαστήριο έκρινε ότι άρμοζε μια αρνητική απάντηση στο ζήτημα αυτό.

64.      Υπενθυμίζοντας τα διδάγματα από την απόφαση Marinari (C‑364/13, EU:C:1995:289), το Δικαστήριο έκρινε ότι η έκφραση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν μπορεί να ερμηνεύεται τόσο ευρέως ώστε να καλύπτει κάθε τόπο στον οποίο θα μπορούσαν να γίνουν αισθητές οι επιζήμιες συνέπειες ενός γεγονότος που έχει ήδη προκαλέσει ζημία όντως επελθούσα σε άλλον τόπο (33). Προς στήριξη του συμπεράσματος αυτού, το Δικαστήριο εξέθεσε περαιτέρω ότι μια τέτοια ερμηνεία εξαρτά τον προσδιορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου από αβέβαιες περιστάσεις, όπως είναι ο τόπος όπου βρίσκεται «το επίκεντρο της περιουσίας» του ζημιωθέντος και, κατά συνέπεια, δεν υπηρετεί την ανάγκη ενισχύσεως της έννομης προστασίας των εγκατεστημένων στην Ένωση προσώπων (34).

65.      Τέλος, πλέον προσφάτως, αποφαινόμενο τη φορά αυτή επί της ερμηνείας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού Βρυξέλλες I, το Δικαστήριο έκρινε, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Zuid-Chemie (C‑189/08, EU:C:2009:475), όσον αφορά διαφορά μεταξύ επιχειρήσεως παραγωγής λιπασμάτων και άλλης επιχειρήσεως που προμήθευε τις αναγκαίες πρώτες ύλες για την παραγωγή των λιπασμάτων αυτών σχετικά με την παράδοση μολυσμένου προϊόντος, ότι με τις λέξεις «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δηλώνεται ο τόπος όπου επήλθε η αρχική ζημία λόγω της φυσιολογικής χρήσεως του προϊόντος για τον σκοπό για τον οποίο αυτό προορίζεται.

66.      Κατά τη γνώμη μου, η νομολογία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, επομένως, ασκεί σαφώς επιρροή εν προκειμένω. Τούτο ισχύει καθόσον μάλιστα, όπως πολύ ορθώς υπογράμμισαν η Επιτροπή και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» (που χρησιμοποιείται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και του κανονισμού Βρυξέλλες I), η οποία αναφέρεται όχι μόνον στον τόπο του ζημιογόνου γεγονότος, αλλά και σε εκείνον όπου η ζημία παράγει αποτελέσματα, είναι ευρύτερη από αυτήν της «χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία» (που χρησιμοποιείται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II).

67.      Από τη νομολογία αυτή απορρέει ότι οι ζημίες τις οποίες υφίστανται, στη χώρα διαμονής τους, οι οικείοι ατόμου που έχασε τη ζωή του σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβη εντός του κράτους του επιληφθέντος δικαστηρίου πρέπει να χαρακτηρίζονται ως «έμμεσα αποτελέσματα» της ζημίας που υπέστη αρχικώς το άμεσο θύμα του ατυχήματος.

68.      Επιπλέον, όπως ανέφερα προηγουμένως, καθώς φαίνεται, η διάκριση μεταξύ του γενεσιουργού γεγονότος της ζημίας και της ίδιας ζημίας αντιστοιχεί περισσότερο στην επιθυμία να δοθεί προτεραιότητα σε έναν αντικειμενικό τρόπο προσεγγίσεως της ευθύνης παρά στην πρόθεση διευρύνσεως της φύσεως των ζημιών που αφορά η διάταξη αυτή.

69.      Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού Ρώμη II εκθέτει ειδικότερα ότι «σε περιπτώσεις προσωπικής ή περιουσιακής ζημίας, η χώρα επέλευσης της ζημίας θα πρέπει να είναι η χώρα στην οποία επήλθε η προσωπική ή η περιουσιακή ζημία, αντιστοίχως».

70.      Κατά συνέπεια, όπως φαίνεται, κρίσιμος για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε αγωγή αποζημιώσεως είναι μόνον ο τόπος όπου επέρχεται η άμεση ζημία, τούτο δε ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τον οποίο δίδουν τα εθνικά δίκαια όσον αφορά τη φύση ή τον αποζημιώσιμο χαρακτήρα των εν λόγω ζημιών.

71.      Σε τελική ανάλυση, επομένως, τείνω σαφώς να δεχθώ τον τρόπο προσεγγίσεως που προτείνει η Επιτροπή επ’ αυτού, τούτο δε για διαφόρους λόγους.

72.      Πρώτον, επιβάλλεται η έννοια «χώρα στην οποία επέρχεται η ζημία» να ερμηνεύεται αυτοτελώς και αντικειμενικώς, ειδάλλως παραβλέπεται το γεγονός ότι ο κανονισμός Ρώμη II αποσκοπεί στη θέσπιση ενιαίων κανόνων στους τομείς εφαρμογής του.

73.      Όπως προανέφερα, τα δίκαια των κρατών μελών χαρακτηρίζονται από σημαντικές διαφορές όσον αφορά τη φύση και την έκταση των ζημιών τις οποίες υφίστανται τα μέλη της οικογενείας ενός ατόμου. Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η ζημία την οποία αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II καλύπτει στην πραγματικότητα, επιπλέον αυτής που υπέστη απευθείας ο θανών, και το σύνολο των ζημιών που λογίζεται ότι έχουν υποστεί jure proprio οι έλκοντες δικαιώματα από το εν λόγω άτομο, υπάρχει κίνδυνος το γεγονός που πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικώς να υποδιαιρείται σε πολλές επιμέρους σχέσεις υπαγόμενες, αναλόγως της συνήθους διαμονής του ενδιαφερομένου, σε διαφορετικές νομοθεσίες. Συναφώς, μπορεί να γίνει δεκτό ότι, περιορίζοντας τους παράγοντες που αποτελούν κριτήριο υπαγωγής σε κάποιο εθνικό δίκαιο δυνάμει του γενικού κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II (βλ. σημεία 25 και 26 των προτάσεών μου), ο νομοθέτης επιδίωξε παράλληλα να περιορίσει τον αριθμό των νομοθεσιών που μπορούν να έχουν εφαρμογή σε κάθε κατάσταση.

74.      Στο πλαίσιο αυτό, η ερμηνεία κατά την οποία ο γενικός κανόνας τον οποίο θέτει η έκφραση «χώρα στην οποία επέρχεται η ζημία», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II, αναφέρεται στον τόπο της άμεσης ζημίας —εν προκειμένω σε αυτόν της θανατηφόρου συγκρούσεως— έχει το πλεονέκτημα ότι είναι απλή και αντικειμενική, όταν το σύνολο των προβαλλόμενων ζημιών απορρέουν, στην πραγματικότητα, από την ίδια αιτία. Όπως εκθέτει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, η εφαρμογή του δικαίου του τόπου επελεύσεως του ατυχήματος εμποδίζει ιδίως τη διάσπαση του περιστατικού που αποτελεί το αντικείμενο της δικαστικής εκτιμήσεως σε διάφορα μέρη διεπόμενα από διαφορετικό δίκαιο σε συνάρτηση με τη νομοθεσία του τόπου κατοικίας των ζημιωθέντων.

75.      Δεύτερον, πιστεύω ότι η ως άνω εκτίμηση είναι απολύτως σύμφωνη προς την προβλεψιμότητα η οποία επιδιώκεται με την έκδοση του κανονισμού Ρώμη II. Πράγματι, στις περισσότερες περιπτώσεις, ο υπαίτιος ζημίας είναι σε θέση να προβλέψει τις συνέπειες εντός άλλων χωρών των ενεργειών του ή των ενεργειών προσώπων έναντι των οποίων αυτός υπέχει ευθύνη. Ομοίως, ο ζημιωθείς γνωρίζει καταρχήν το όλο νομικό πλαίσιο στο οποίο είναι εκτεθειμένος ο ίδιος ή η περιουσία του. Άλλως, τόσο ο υπαίτιος όσο και ο ζημιωθείς είναι ενημερωμένοι και λαμβάνουν, ιδίως όσον αφορά την ασφάλισή τους, τα μέτρα τα οποία επιβάλλονται σε σχέση με το εφαρμοστέο δίκαιο εντός της χώρας ή των χωρών ενδεχόμενης επελεύσεως της ζημίας (35).

76.      Τρίτον, ο γενικός κανόνας προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου στον κανονισμό Ρώμη II, σε αντίθεση με άλλους κανόνες (36), χαρακτηρίζεται από ουδετερότητα. Εντούτοις, στο παράδειγμα της περιουσιακής ζημίας ατόμων ελκόντων δικαιώματα από άτομο που έχασε τη ζωή του σε τροχαίο ατύχημα, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ουδετερότητα του νόμου θίγεται στον βαθμό που η ζημία αυτή επέρχεται πάντοτε στον τόπο κατοικίας του ζημιωθέντος.

77.      Τέταρτον, βρίσκω την ερμηνεία αυτή σύμφωνη και προς την άλλη αρχή που συνάγεται από τα σύμφωνα με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο κριτήρια υπαγωγής, ήτοι την αρχή της εγγύτητας, που αποσκοπεί, στο μέτρο του δυνατού, στην υπαγωγή μιας καταστάσεως στο δίκαιο της χώρας με την οποία αυτή έχει τις στενότερες σχέσεις. Πράγματι, ενώ ο τόπος του ατυχήματος έχει αναμφισβήτητα σχέση με τα άλλα στοιχεία που θεμελιώνουν την ευθύνη, τούτο δεν συμβαίνει οπωσδήποτε με την κατοικία του εμμέσως ζημιωθέντος (37).

78.      Επιστρέφοντας στο παράδειγμα της υποθέσεως της κύριας δίκης, πρέπει να σημειωθεί ότι η άσκηση αγωγής κατά της ασφαλιστικής εταιρίας Allianz, υπό την ιδιότητά της ως εταιρίας ορισθείσας από το ταμείο εγγυήσεως για τα θύματα τροχαίων, κατέστη δυνατή, λόγω μη εντοπισμού του υπεύθυνου για τη θανατηφόρα σύγκρουση οχήματος, ακριβώς δυνάμει του ιταλικού δικαίου (38).

79.      Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο κανονισμός Ρώμη II θεσπίζει διορθωτικούς μηχανισμούς που παρέχουν τη δυνατότητα να αποφεύγεται, με πολλούς τρόπους, η φαινομενική ακαμψία του κανόνα του τόπου επελεύσεως της ζημίας.

80.      Καταρχάς, η εφαρμογή του lex loci damni πρέπει να αποκλείεται σε περίπτωση που ο υπαίτιος και ο ζημιωθείς διαμένουν συνήθως στην ίδια χώρα. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται το δίκαιο της τελευταίας αυτής χώρας. Η εν λόγω παρέκκλιση, με την οποία επιχειρείται να δοθεί προτεραιότητα στο δίκαιο της χώρας με την οποία η οικεία κατάσταση παρουσιάζει μεγαλύτερη εγγύτητα, αποφεύγει τις καταστάσεις καθαρά τυχαίας υπαγωγής σε κάποιο εθνικό δίκαιο και έχει μεγάλη χρησιμότητα σε περίπτωση, π.χ., τροχαίων ατυχημάτων. Ως παράδειγμα τέτοιας περιπτώσεως μπορεί να αναφερθεί η σύγκρουση μεταξύ δύο οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία, των οποίων οι οδηγοί διαμένουν αμφότεροι στη Γερμανία, το οποίο συμβαίνει στη Δανία στο πλαίσιο μιας μεταβάσεως στην τελευταία αυτή χώρα με επιστροφή αυθημερόν με σκοπό τη μεταφορά εμπορευμάτων. Στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή του lex loci damni μπορεί να υποχωρήσει υπέρ της εφαρμογής του γερμανικού δικαίου.

81.      Στη συνέχεια, ο κανόνας που τίθεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II μπορεί να υποχωρεί, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού όταν καταλήγει σε παράλογα αποτελέσματα, υπέρ του δικαίου της χώρας με την οποία η οικεία κατάσταση εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό. Σύμφωνα με την εν λόγω ρήτρα, που παρέχει τη δυνατότητα αποφυγής των σχετικών δυσχερειών, σε περίπτωση, π.χ., που ο υπαίτιος και ο ζημιωθείς δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας που λογίζεται ως αποτελούσα το επίκεντρο της επίμαχης καταστάσεως (39). Μια τέτοια ρήτρα θα είναι απολύτως χρήσιμη σε περίπτωση στην οποία, για παράδειγμα, διαπιστώνεται ότι, σε αντίθεση με την κατάσταση στην υπόθεση της κύριας δίκης, η κατοικία του αμέσου θύματος του ατυχήματος, εκείνη του φερόμενου ως υπαιτίου ή κάθε άλλη περίσταση συνδεόμενη με την επέλευση του ατυχήματος δεν έχουν σχέση με τη χώρα επελεύσεως του εν λόγω ατυχήματος και συνδέονται σαφώς με άλλη χώρα.

82.      Τέλος, ενώ μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο lex loci damni μπορεί να είναι, υπό ορισμένες περιστάσεις, δυσμενής όταν οι κατά το μάλλον ή ήττον αμέσως ζημιωθέντες έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε διαφορετική χώρα από αυτή όπου συνέβη το ατύχημα, η αιτιολογική σκέψη 33 του κανονισμού Ρώμη II καλεί ακριβώς το επιλαμβανόμενο δικαστήριο να συνεκτιμήσει, για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημιώσεως που χορηγείται λόγω σωματικής βλάβης, «όλες τις οικείες πραγματικές περιστάσεις του θύματος, και ιδίως τις πραγματικές του βλάβες, και τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης και αποκατάστασής του». Κατά συνέπεια, το δικαστήριο αυτό καλείται να λάβει υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, ειδικότερα κατά την εκτίμηση των ζημιών των ατόμων που δεν διαμένουν στη χώρα του τόπου του θανατηφόρου ατυχήματος, τις διαφορές του βιοτικού επιπέδου, καθώς και τα έξοδα στα οποία όντως υποβλήθηκαν ή με τα οποία επιβαρύνθηκαν οι ως άνω ζημιωθέντες στη χώρα διαμονής τους.

2.      Δεύτερη πτυχή: η έννοια της «χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία»

83.      Όπως προκύπτει από την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, δεδομένου ότι οι ζημίες τις οποίες υφίστανται οι οικείοι του θύματος ατυχήματος είναι έμμεσα αποτελέσματα του ατυχήματος, ο τόπος όπου επέρχονται οι ζημίες αυτές ουδόλως ασκεί επιρροή για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου. Πράγματι, σε συμφωνία με όσα δέχεται η νομολογία περί της Συμβάσεως των Βρυξελλών και του κανονισμού Βρυξέλλες I, ως τόπος στον οποίο επέρχεται η ζημία πρέπει να λογίζεται αυτός στον οποίο συνέβη το γεγονός, εν προκειμένω το τροχαίο ατύχημα, το οποίο παράγει απευθείας τα ζημιογόνα αποτελέσματά του έναντι του αμέσως ζημιωθέντος.

84.      Εν πάση περιπτώσει, είμαι της γνώμης ότι, υπό τις ειδικές συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, ως «χώρα στην οποία επέρχεται η ζημία» πρέπει να νοείται ο τόπος όπου συνέβη το τροχαίο ατύχημα. Η έννοια αυτή δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως περιλαμβάνουσα τους τόπους των άλλων ζημιών που προκαλούνται από το ίδιο ατύχημα, είτε στο άμεσο θύμα του ατυχήματος αυτού είτε σε τρίτους οικείους του θύματος. Στο πλαίσιο αυτό, ελάχιστη σημασία έχει ο περιουσιακός ή μη περιουσιακός χαρακτήρας των προβαλλόμενων ζημιών.

IV – Πρόταση

85.      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνεται να δοθεί στα υποβληθέντα από το Tribunale di Trieste ερωτήματα η ακόλουθη απάντηση:

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (EK) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II»), έχει την έννοια ότι οι ζημίες τις οποίες υφίστανται, στη χώρα διαμονής τους, οι οικείοι ατόμου που έχασε τη ζωή του σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβη εντός του κράτους του επιληφθέντος δικαστηρίου πρέπει να χαρακτηρίζονται ως «έμμεσα αποτελέσματα» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής. Κατά συνέπεια, ο όρος «χώρα στην οποία επέρχεται η ζημία», κατά την ίδια διάταξη, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αναφέρεται στον τόπο όπου το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή το τροχαίο ατύχημα, παρήγαγε απευθείας τα ζημιογόνα αποτελέσματά του σε βάρος του αμέσως ζημιωθέντος.


1 —      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 — Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II») (ΕΕ L 199, σ. 40, στο εξής: κανονισμός Ρώμη II).


3 — Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι όχι μόνον το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη, μέχρι σήμερα, την ευκαιρία να αποφανθεί επί του περιεχομένου της διατάξεως αυτής, αλλά και ότι, ευρύτερα, δεν έχει ακόμη ερμηνεύσει τον κανονισμό Ρώμη II επί της ουσίας. Πράγματι, με εξαίρεση την απόφαση Homawoo (C‑412/10, EU:C:2011:747), που αφορούσε τη δυνατότητα εφαρμογής ratione temporis του εν λόγω κανονισμού, το Δικαστήριο, μέχρι τώρα, έχει μόνον αναφερθεί στον εν λόγω κανονισμό (βλ. αποφάσεις Football Dataco κ.λπ., C‑173/11, EU:C:2012:642, και Kainz, C‑45/13, EU:C:2014:7). Εντούτοις, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού Ρώμη II ζητείται στο πλαίσιο πολλών άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ., ειδικότερα, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Prüller-Frey, C‑240/14, EU:C:2015:325· συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑359/14 και C‑475/14, ERGO Insurance κ.λπ., καθώς και υπόθεση C‑191/15, Verein für Konsumenteninformation).


4 —      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1, στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες I).


5 — Βλ., συναφώς, τις πρώτες προσπάθειες ενοποιήσεως των κανόνων άρσεως των συγκρούσεων στον τομέα της εξωσυμβατικής ευθύνης που έγιναν το 1972 με το σχέδιο κοινοτικής συμβάσεως για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές και εξωσυμβατικές ενοχές (Revuecritiquededroitinternationalprivé, 1973, σ. 209).


6 — Οι ειδικοί κανόνες που θέτουν οι διατάξεις αυτές αφορούν, αντιστοίχως, την «Ευθύνη λόγω ελαττωματικού προϊόντος», τον «Αθέμιτο ανταγωνισμό και [τις] πράξεις που περιορίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό» την «Περιβαλλοντική ζημία», την «Προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας» και τη «Συλλογική δράση».


7 — COM(2003) 427 τελικό, σημείο 2.1 της προτάσεως.


8 — ΕΕ 1984, L 146, σ. 1. Βλ., συναφώς, τον γενικό κανόνα προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου στη σύμβαση ελλείψει επιλογής των μερών ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 4 της εν λόγω Συμβάσεως.


9 — Βλ., ιδίως, έκθεση της επιτροπής νομικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου της 27ης Ιουνίου 2005 επί της προτάσεως κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II») [COM(2003)0427 — C5-0338/2003 — 2003/0168(COD)], που πρότεινε να προβλεφθεί μια διάταξη κατά την οποία «σε περίπτωση σωματικής βλάβης από τροχαίο ατύχημα και λαμβανομένης υπόψη της οδηγίας για την ασφάλιση αυτοκινήτων, το δικαστήριο καθώς και η ασφάλιση του υπαίτιου οδηγού εφαρμόζουν, όσον αφορά τις λεπτομέρειες της αποζημιώσεως και του υπολογισμού του ύψους της, τους κανόνες που ισχύουν στον τόπο της συνήθους διαμονής του θύματος, εκτός αν η λύση αυτή είναι άδικη για το θύμα».


10 — Κατά την ως άνω αιτιολογική σκέψη, «[η] ύπαρξη ενιαίων κανόνων αναμένεται να βελτιώσει την προβλεψιμότητα των δικαστικών αποφάσεων και να εξασφαλίσει εύλογη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του φερομένου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος […]».


11 —      Βλ., για παράδειγμα, Boskovic, O., «Loi applicable aux obligations non contractuelles (matières civile et commerciale)», Répertoire de droit européen, με ενημέρωση τον Σεπτέμβριο του 2010, σημείο 26.


12 — C‑220/88, EU:C:1989:595.


13 — Όπ.π., σημεία 23 και 24.


14 — Βλ., για μιαν επισκόπηση των εθνικών νομοθεσιών που ίσχυαν κατά την περίοδο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως αυτής, σχετική παράθεση η οποία περιλαμβάνεται στα σημεία 34 έως 38 των προαναφερθεισών προτάσεων.


15 — Πρόκειται για το Βασίλειο του Βελγίου, τη Δημοκρατία της Τσεχίας, το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Λετονίας, τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, τη Δημοκρατία της Αυστρίας, τη Δημοκρατία της Πολωνίας, τη Δημοκρατία της Σλοβενίας και τη Σλοβακική Δημοκρατία.


16 — Κατά τη διάταξη αυτή, «[ο] παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή διεθνών συμβάσεων των οποίων ένα ή περισσότερα κράτη μέλη είναι μέρη κατά τον χρόνο έκδοσης του παρόντος κανονισμού και οι οποίες θεσπίζουν κανόνες περί σύγκρουσης δικαίων στον τομέα των εξωσυμβατικών ενοχών».


17 — Ως παράδειγμα της εφαρμογής της συμβάσεως αυτής παρά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού Ρώμη II, βλ. απόφαση Haasová (C‑22/12, EU:C:2013:692, σκέψη 36).


18 — Επ’ αυτού, το πρώτο τμήμα του γαλλικού Cour de cassation έκρινε προσφάτως, στο πλαίσιο μιας υποθέσεως που είχε ορισμένες ομοιότητες με την υπόθεση της κύριας δίκης, ότι η σύμβαση αυτή υπερέχει του κανονισμού Ρώμη II (απόφαση του Cour de cassation, 1ο αστικό τμήμα, της 30ής Απριλίου 2014, n° 13-11.932, ECLI:FR:CCASS:2014:C100428).


19 —      Για μια επισκόπηση των σχετικών ανακυπτόντων ζητημάτων, βλ. ιδίως, Malatesta, A., «The Law Applicable to Traffic Accidents», The Unification of Choice of Law Rules on Torts and Other Non-Contractual Obligations in Europe, 2006, σ. 85 έως 106· Kadner Graziano, T., The Rome II Regulation and the Hague Conventions on Traffic Accidents and Product Liability — Interaction, Conflicts and Future Perspectives, Nederlands Internationaal Privaatrecht. 26e jaarg. 2008, afl. 4, σ. 425 έως 429· von Hein, J., «Article 4 and Traffic Accidents», The Rome II Regulation on the law applicable to non-contractual obligations, 2009, σ. 153 έως 173· Nagy, C. I., «The Rome II Regulation and Traffic Accidents: Uniform Conflict Rules with Some Room for Forum Shopping — How So?», Journal of Private International Law, τόμος 6, 2010, αριθ. 1, σ. 93-108, και Papettas, J., «Direct Actions Against Insurers of Intra-Community Cross Border Traffic Accidents: Rome II and the Motor Insurance Directives», Journal of Private International Law, τόμος 8, 2012, αριθ. 2, σ. 297 έως 321.


20 — Βλ. COM(2003) 427 τελικό της 22ας Ιουλίου 2003, σ. 12.


21 — Όπ.π.


22 — Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπογράφηκε στο Βρυξέλλες στις 27 Σεπτεμβρίου 1968 (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).


23 — Βλ. αποφάσεις Bier, καλούμενη «Mines de potasse d’Alsace» (C‑21/76, EU:C:1976:166, σκέψη 11), Marinari (C‑364/93, EU:C:1995:289, σκέψεις 10 επ.), και Shevill κ.λπ. (C‑68/93, EU:C:1995:61, σκέψεις 19 επ.).


24 — Βλ., επ’ αυτού, απόφαση Kronhofer (C‑168/02, EU:C:2004:364, σκέψη 18).


25 — Βλ., ιδίως, απόφαση DFDS Torline (C‑18/02, EU:C:2004:74, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


26 — C‑220/88, EU:C:1990:8.


27 — Απόφαση Dumez France και Tracoba (C‑220/88, EU:C:1990:8, σκέψεις 13 και 14).


28 — Απόφαση Dumez France και Tracoba (C‑220/88, EU:C:1990:8, σκέψη 20).


29 — Απόφαση Dumez France και Tracoba (C‑220/88, EU:C:1990:8, σκέψη 21).


30 —      Απόφαση Marinari (C‑364/93, EU:C:1995:289).


31 — Βλ. σ. 12 της εν λόγω προτάσεως.


32 — Απόφαση Marinari (C‑364/93, EU:C:1995:289, σκέψεις 14 και 15).


33 — Απόφαση Kronhofer (C‑168/02, EU:C:2004:36, σκέψη 19).


34 — Απόφαση Kronhofer (C‑168/02, EU:C:2004:36, σκέψη 20).


35 —      Βλ. Calliess, G.-P., Rome Regulations: Commentary on the European Rules of the Conflict of Laws, 2η έκδ., Wolters Kluwer, 2015, σ. 498.


36 — Βλ. ειδικότερα άρθρα 6 (όσον αφορά τις πράξεις του ανταγωνισμού) και 7 (όσον αφορά την προσβολή του περιβάλλοντος) του κανονισμού Ρώμη II.


37 — Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Dumez France και Tracoba (C‑220/88, EU:C:1990:8, σκέψη 21).


38 — Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 283, στοιχεία a και c, του ιταλικού κώδικα ιδιωτικών ασφαλίσεων προβλέπει ότι, όταν το όχημα που προκάλεσε τη ζημία είναι άγνωστο, το ταμείο εγγυήσεως για τα θύματα τροχαίων καταβάλλει αποζημίωση για τις ζημίες που προκαλούνται από τροχαίο ατύχημα μέσω ασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίες καθορίζονται για το σύνολο της επικράτειας.


39 — Βλ. την έκθεση που συνοδεύει την πρόταση του κανονισμού Ρώμη II, προαναφερθείσα, σημείο 13.