Language of document : ECLI:EU:F:2014:254

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα)

της 26ης Νοεμβρίου 2014

Υπόθεση F‑57/11 DEP

Gustav Eklund

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση – Διαδικασία – Καθορισμός των δικαστικών εξόδων – Αποδοτέα έξοδα – Αναγκαία έξοδα – Αμοιβές καταβαλλόμενες από θεσμικό όργανο στον δικηγόρο του – Υποχρέωση του ηττηθέντος προσφεύγοντος να καταβάλει τις εν λόγω αμοιβές – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο»

Αντικείμενο:      Αίτημα καθορισμού των δικαστικών εξόδων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 1, του τότε ισχύοντος Κανονισμού Διαδικασίας (στο εξής: προϊσχύσας Κανονισμός Διαδικασίας), κατόπιν της αποφάσεως Eklund κατά Επιτροπής (F‑57/11, EU:F:2012:145).

Απόφαση:      Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, στο πλαίσιο της υποθέσεως F‑57/11, Eklund κατά Επιτροπής, καθορίζει το ποσό των αποδοτέων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δικαστικών εξόδων από τον προσφεύγοντα στο συνολικό ποσό των 5 709 ευρώ, συν τους τόκους υπερημερίας από την ημερομηνία επιδόσεως της παρούσας διατάξεως μέχρι την ημερομηνία πραγματοποιήσεως της πραγματικής πληρωμής, με το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, το οποίο ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός λήξεως της προθεσμίας, προσαυξανόμενο κατά τρεισήμισι ποσοστιαίες μονάδες.

Περίληψη

1.      Ένδικη διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Δυνάμενα να αναζητηθούν έξοδα – Αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι –Έννοια – Αμοιβή καταβληθείσα από θεσμικό όργανο στον δικηγόρο του – Περιλαμβάνεται

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 19, εδ. 1, και παράρτημα I, άρθρο 7 § 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 91, στοιχείο β΄)

2.      Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Κατοχύρωση με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Έξοδα στα οποία υποβλήθηκε θεσμικό όργανο στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του δικαστή της Ένωσης – Υποχρέωση του αντιδίκου να αποδώσει τα δυνάμενα να αναζητηθούν έξοδα – Επιτρέπεται

(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

1.      Από το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο ισχύει για το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του παραρτήματος Ι του εν λόγω Οργανισμού, προκύπτει ότι τα θεσμικά όργανα είναι ελεύθερα να ζητούν την αρωγή δικηγόρου. Η αμοιβή του δικηγόρου αυτού εμπίπτει στην έννοια των αναγκαίων εξόδων της διαδικασίας, χωρίς το θεσμικό όργανο να υποχρεούται να αποδείξει ότι η αρωγή αυτή ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη.

Συναφώς, το γεγονός ότι το θεσμικό όργανο χρησιμοποίησε τόσο εκπροσώπους όσο και δικηγόρο στερείται μεν συνεπειών ως προς το αν τα επίμαχα έξοδα μπορούν πράγματι να αναζητηθούν, δεδομένου ότι απαγορεύεται ο κατ’ αρχήν αποκλεισμός τους, πλην όμως μπορεί να έχει αντίκτυπο στον καθορισμό του ποσού στο οποίο ανέρχονται τα τελικώς αποδοτέα δικαστικά έξοδα. Κάθε άλλη ερμηνεία, βάσει της οποίας το δικαίωμα του θεσμικού οργάνου να αξιώσει το σύνολο ή μέρος της αμοιβής που κατέβαλε σε δικηγόρο εξαρτάται από την απόδειξη του ότι ήταν αντικειμενικώς απαραίτητη η προσφυγή στις υπηρεσίες του εν λόγω δικηγόρου, θα συνιστούσε στην πραγματικότητα έμμεσο περιορισμό της ελευθερίας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και θα είχε ως αποτέλεσμα ο δικαστής της Ένωσης να πρέπει να υποκαταστήσει, με τη δική του εκτίμηση, την εκτίμηση των οργάνων που έχουν την ευθύνη για την οργάνωση των υπηρεσιών τους. Όμως, μια τέτοια ερμηνεία απάδει τόσο προς το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου όσο και προς την εξουσία εσωτερικής οργανώσεως της οποίας απολαύουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα της Ένωσης όσον αφορά τη διαχείριση των υποθέσεών τους ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Αντιθέτως, η συνεκτίμηση της εκπροσωπήσεως από έναν ή περισσότερους εκπροσώπους στο πλευρό του εν λόγω δικηγόρου συνάδει με τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει ο δικαστής της Ένωσης στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων δυνάμει του άρθρου 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.

(βλ. σκέψεις 34 και 35)

Παραπομπές:

ΔΕΕ: διατάξεις Dietz κατά Επιτροπής, 126/76 DEP, EU:C:1979:158, σκέψη 6, και Επιτροπή κατά Καλλιανού, C-323/06 P-DEP, EU:C:2012:49, σκέψεις 10 και 11

ΓΔΕΕ: διατάξεις Kerstens κατά Επιτροπής, T-498/09 P-DEP, EU:T:2012:147, σκέψη 20, και Marcuccio κατά Επιτροπής, T-278/07 P-DEP, EU:T:2013:269, σκέψεις 14 και 15

2.      Το δικαίωμα προσβάσεως στη δικαιοσύνη συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία διατυπώνεται σήμερα με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Επιπλέον, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 6, παράγραφος 1, προκύπτει ότι το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, που διασφαλίζεται στο άρθρο αυτό, είναι δικαίωμα συγκεκριμένο και πραγματικό και όχι θεωρητικό ή πλασματικό.

Συναφώς, ναι μεν η αναζήτηση από ένα διάδικο ο οποίος έχει καταδικαστεί να καταβάλει προδήλως υπερβολικά δικαστικά έξοδα ενδέχεται να επηρεάσει τον συγκεκριμένο και πραγματικό χαρακτήρα του δικαιώματος προσβάσεως στη δικαιοσύνη, πλην όμως αφενός, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε, για την εξασφάλιση αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη, ότι τα πρόσωπα που τελούν σε πλήρη ή μερική αδυναμία να ανταποκριθούν στα έξοδα νομικής αρωγής και δικαστικής εκπροσωπήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης μπορούν να απολαύουν νομικής αρωγής και αφετέρου, οι κανόνες της ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης διαδικασίας επιτρέπουν μόνον την αναζήτηση των αναγκαίων εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης.

(βλ. σκέψεις 40 έως 42)

Παραπομπή: :

ΔΕΕ: απόφαση Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ., C‑334/12 RX‑II, EU:C:2013:134, σκέψεις 40 και 42