Language of document : ECLI:EU:C:2015:727

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 22ας Οκτωβρίου 2015 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως — Κρατική ενίσχυση — Ελληνικά καζίνα — Σύστημα το οποίο προβλέπει την επιβολή επιβαρύνσεως με συντελεστή 80 % επί εισιτηρίων διαφορετικής αξίας — Απόφαση κηρύσσουσα την ενίσχυση ασύμβατη προς την εσωτερική αγορά — Έννοια της “κρατικής ενισχύσεως” — Πλεονέκτημα — Αίτηση αναιρέσεως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη»

Στην υπόθεση C‑530/14 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ασκήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2014,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Bouchagiar και P.‑J. Loewenthal,

αναιρεσείουσα,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η

Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους K. Μπόσκοβιτς και Π. Μυλωνόπουλο,

προσφεύγουσα πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, J.‑C. Bonichot, A. Arabadjiev (εισηγητή), J. L. da Cruz Vilaça και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: A. Calot Escobar

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Σεπτεμβρίου 2014 Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑425/11, EU:T:2014:768, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση 2011/716/ΕE της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 2011, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 16/10 (πρώην NN 22/10, πρώην CP 318/09), την οποία χορήγησε η Ελληνική Δημοκρατία σε ορισμένα ελληνικά καζίνα (ΕΕ L 285, σ. 25, στο εξής: επίδικη απόφαση).

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Στις σκέψεις 1 έως 12, 18 και 19 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συνόψισε το ιστορικό της διαφοράς ως εξής:

«1      Έως το 1994 λειτουργούσαν στην Ελλάδα τρία καζίνα, και συγκεκριμένα του Μοντ Παρνές, της Κέρκυρας και της Ρόδου. Η τιμή του εισιτηρίου καθοριζόταν από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (στο εξής: EOT), ο οποίος ανήκει στο Δημόσιο. Το 1997, η τιμή του εισιτηρίου, η οποία είχε καθοριστεί σε 2 000 δραχμές (περίπου 6 ευρώ) για το καζίνο του Μοντ Παρνές και σε 1 500 δραχμές για τα καζίνα της Κέρκυρας και της Ρόδου, καθορίστηκε σε 2 000 δραχμές για το καζίνο της Κέρκυρας. Ο νόμος 2160/1993 (ΦΕΚ A΄ 118/19.7.1993) προέβλεπε ότι τα τρία αυτά καζίνα θα εξακολουθούσαν να λειτουργούν ως λέσχες του ΕΟΤ έως ότου η αρμόδια επιτροπή τους χορηγήσει άδεια λειτουργίας.

2      Ο νόμος 2206/1994 (ΦΕΚ A΄ 62/20.4.1994) προέβλεπε τη χορήγηση συγκεκριμένου αριθμού αδειών λειτουργίας. Το άρθρο 2, παράγραφος 10, του νόμου αυτού όριζε ότι η τιμή του εισιτηρίου στα καζίνα ορισμένων περιοχών καθορίζεται με υπουργική απόφαση και ότι με την απόφαση αυτή καθορίζεται και το ποσοστό της τιμής αυτής που αποδίδεται στο Δημόσιο.

3      Συναφώς, με την παράγραφο 1 της αποφάσεως 1128269/1226/0015/ΠΟΛ.1292 του Υπουργού Οικονομικών, της 16ης Νοεμβρίου 1995 (ΦΕΚ Β΄ 982/B/1995, στο εξής: υπουργική απόφαση του 1995), οι επιχειρήσεις των καζίνων υποχρεώθηκαν, από τις 15 Δεκεμβρίου 1995, να εκδίδουν εισιτήριο ανά άτομο, σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως. Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 5 της εν λόγω αποφάσεως, η τιμή του εισιτηρίου ορίστηκε σε 5 000 δραχμές, ποσό το οποίο μετατράπηκε σε 15 ευρώ με το άρθρο 31, παράγραφος 13, του νόμου 2873/2000 (ΦΕΚ Α΄ 285/28.12.2000). Κατά την παράγραφο 6 της υπουργικής αποφάσεως του 1995, σε περίπτωση εισόδου στον χώρο του καζίνου προσώπων από τα οποία, για λόγους επαγγελματικής προβολής ή κοινωνικής υποχρεώσεως, δεν εισπράττεται τίμημα, εκδίδονται εισιτήρια από ιδιαίτερη σειρά. Επίσης, στην παράγραφο 7 της υπουργικής αποφάσεως του 1995 ορίζεται ότι οι επιχειρήσεις των καζίνων παρακρατούν το 20 % της συνολικής αξίας του εισιτηρίου, ως “δικαίωμα διάθεσης και κάλυψης δαπανών”, στο οποίο περιλαμβάνεται ο αναλογών ΦΠΑ, το δε υπόλοιπο ποσό αποτελεί “δικαίωμα του Δημοσίου”. Κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως, σε περίπτωση εκδόσεως δωρεάν εισιτηρίων, το δικαίωμα του Δημοσίου καταβάλλεται λαμβανομένης υπόψη της τιμής του εισιτηρίου όπως αυτή έχει καθοριστεί με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου.

4      Μετά το 1995, το καζίνο του Μοντ Παρνές, το καζίνο της Κέρκυρας και το καζίνο της Ρόδου εξακολούθησαν να λειτουργούν ως λέσχες του ΕΟΤ. Εν συνεχεία, η εκμετάλλευση του καζίνου της Κέρκυρας και του καζίνου του Μοντ Παρνές περιήλθε από τον ΕΟΤ στην Ελληνική Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης (στο εξής: ETA), η οποία ανήκε εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο. Έως την ιδιωτικοποίησή του στις 30 Αυγούστου 2010, η τιμή του εισιτηρίου στο καζίνο της Κέρκυρας ήταν 6 ευρώ και το καζίνο αυτό συνέχισε να καταβάλει, κατ’ εφαρμογήν της υπουργικής αποφάσεως του 1995, το 80 % των αντίστοιχων ποσών στο Δημόσιο. Ομοίως, στο καζίνο της Ρόδου χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας το 1996 και, μετά την ιδιωτικοποίησή του τον Απρίλιο του 1999, η τιμή του εισιτηρίου ορίστηκε σε 5 000 δραχμές (15 ευρώ). Από το τέλος του 2000 έως το 2003, στο καζίνο του Μοντ Παρνές η τιμή του εισιτηρίου ήταν 1 500 δραχμές, ποσό που μετατράπηκε σε 6 ευρώ από 1ης Ιανουαρίου 2002, το δε 80 % της τιμής του εισιτηρίου αποδίδεται, από το τέλος του 2000, στο Δημόσιο.

5      Στα έξι καζίνα που δημιουργήθηκαν μετά το 1995 βάσει του νόμου 2206/1994, δηλαδή στα καζίνα της Χαλκιδικής, του Λουτρακίου, της Θεσσαλονίκης, του Ρίο (Αχαΐα), της Ξάνθης (Θράκη) και της Σύρου, η τιμή του εισιτηρίου ορίστηκε σε 15 ευρώ, εξαιρουμένου αυτού της Θεσσαλονίκης.

6      Στο καζίνο της Θεσσαλονίκης (το οποίο εκμεταλλεύεται η εταιρία Regency Entertainment Ψυχαγωγική και Τουριστική ΑΕ) η τιμή του εισιτηρίου ορίστηκε σε 6 ευρώ δυνάμει του νομοθετικού διατάγματος 2687/1953, περί επενδύσεως και προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού (ΦΕΚ A΄ 317/10.11.1953), το οποίο προβλέπει ότι, για τις επιχειρήσεις που συστήνονται με επένδυση κεφαλαίων εξωτερικού, εφαρμόζεται καθεστώς τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκό με αυτό που εφαρμόζεται για άλλες ομοειδείς ημεδαπές επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, το αίτημα της επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται το καζίνο να οριστεί η τιμή του εισιτηρίου στο καζίνο της Θεσσαλονίκης στο ίδιο ύψος με την τιμή του εισιτηρίου στο καζίνο του Μοντ Παρνές, δηλαδή σε 6 ευρώ, έγινε δεκτό κατόπιν της γνωμοδοτήσεως 631/1997 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους της 16ης Οκτωβρίου 1997. Η παράγραφος 7 της υπουργικής αποφάσεως του 1995 σχετικά με το δικαίωμα του Δημοσίου επί των εισιτηρίων εφαρμόστηκε ως προς το καζίνο της Θεσσαλονίκης.

7      Στις 8 Ιουλίου 2009, η Κοινοπραξία Τουριστική Λουτρακίου AE OTA (επιχείρηση που εκμεταλλεύεται το καζίνο του Λουτρακίου) υπέβαλε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καταγγελία με αντικείμενο τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με το σύστημα των εισιτηρίων των καζίνων, υποστηρίζοντας ότι το σύστημα αυτό ισοδυναμεί με τη χορήγηση κρατικής ενισχύσεως σε τρεις επιχειρήσεις, δηλαδή στο καζίνο του Μοντ Παρνές, στο καζίνο της Κέρκυρας και στο καζίνο της Θεσσαλονίκης.

8      Μετά την ανταλλαγή παρατηρήσεων, η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία εξετάσεως με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2010.

9      Παρατηρήσεις υπέβαλαν στην Επιτροπή οι ελληνικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη.

10      Η Επιτροπή εξέδωσε στις 19 Μαΐου 2004 την [επίδικη] απόφαση.

11      Κατά την αιτιολογική σκέψη 9 της [επίδικης] αποφάσεως, το επίμαχο μέτρο αφορούσε την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση ορισμένων καζίνων από τις ελληνικές αρχές κατά τρόπο που προκαλεί δυσμενείς διακρίσεις, αφενός, διά της επιβολής ενιαίου φόρου 80 % επί της τιμής των εισιτηρίων στα καζίνα και, αφετέρου, παραλλήλως, διά του καθορισμού δύο διαφορετικών νόμιμων τιμών εισιτηρίου. Συγκεκριμένα, η τιμή του εισιτηρίου είχε καθοριστεί σε 6 ευρώ για ορισμένα καζίνα τα οποία η Επιτροπή χαρακτήρισε ως “δημόσια” και σε 15 ευρώ για ορισμένα καζίνα τα οποία χαρακτήρισε ως “ιδιωτικά”. Κατά την αιτιολογική σκέψη 10 της [επίδικης] αποφάσεως, το επίμαχο μέτρο ήταν προς όφελος του καζίνου του Μοντ Παρνές, του καζίνου της Κέρκυρας, του καζίνου της Θεσσαλονίκης και του καζίνου της Ρόδου.

12      Εν συνεχεία, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως. Ειδικότερα, με τις αιτιολογικές σκέψεις 65 και 67 της [επίδικης] αποφάσεως, η Επιτροπή εκτίμησε ότι το επίμαχο μέτρο έχει αποτελέσματα όμοια με αυτά ενός φορολογικού μέτρου, διότι τα καζίνα με χαμηλότερη τιμή εισιτηρίου απαλλάσσονται από επιβάρυνση την οποία θα επωμίζονταν εάν δεν τύγχαναν ευνοϊκής φορολογικής μεταχειρίσεως. Συνεπώς, το εν λόγω μέτρο παρείχε στα ωφελούμενα καζίνα πλεονέκτημα, διότι μείωνε την κατ’ άτομο φορολογική επιβάρυνση επί του συνολικού αντίστοιχου εισοδήματός τους. Κατά την αιτιολογική σκέψη 72 της [επίδικης] αποφάσεως, το γεγονός ότι και ο πελάτης ωφελείται από τη χαμηλότερη τιμή του εισιτηρίου δεν αποκλείει το επίμαχο μέτρο να συνιστά πλεονέκτημα για τα συγκεκριμένα καζίνα. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 73 και 74 της [επίδικης] αποφάσεως, η εμπορική πρακτική που συνίσταται στη δωρεάν χορήγηση εισιτηρίων, για τα οποία τα καζίνα υποχρεούνται πάντως να καταβάλλουν στο Δημόσιο το 80 % της ονομαστικής αξίας τους, ενισχύει το επίμαχο πλεονέκτημα. Η Επιτροπή εκτίμησε, βάσει διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων, ότι η πρακτική αυτή των δωρεάν εισιτηρίων δεν χρησιμοποιείται κατ’ εξαίρεση στα καζίνα που επωφελήθηκαν από την επίμαχη ενίσχυση. Επίσης, με την αιτιολογική σκέψη 77 της [επίδικης] αποφάσεως, η Επιτροπή απέρριψε το επιχείρημα ότι ευνοούνται τα καζίνα με υψηλότερη τιμή εισιτηρίου. Συγκεκριμένα, επισήμανε ότι το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα καζίνα με χαμηλότερη τιμή εισιτηρίου είναι ελκυστικότερα για τους πελάτες και το γεγονός ότι τα έσοδα από τα εισιτήρια αποτελούν μέρος μόνον των συνολικών εσόδων του καζίνου. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, το καζίνο της Θεσσαλονίκης επιδίωξε το ίδιο να υπαχθεί στη χαμηλή τιμή εισιτηρίου κατ’ εφαρμογήν του νομοθετικού διατάγματος 2687/1953, διά του οποίου παρεχόταν στις επιχειρήσεις που επενδύουν κεφάλαια εξωτερικού η πλέον ευνοϊκή μεταχείριση που παρέχεται στις ημεδαπές επιχειρήσεις (αιτιολογική σκέψη 78 της [επίδικης] αποφάσεως). Η Επιτροπή απέρριψε ακόμη, με τις αιτιολογικές σκέψεις 79 και 80 της [επίδικης] αποφάσεως, το επιχείρημα ότι τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τη χαμηλότερη τιμή του εισιτηρίου αντισταθμίζονται από άλλα φορολογικά και κανονιστικά μέτρα και κατέληξε στη διαπίστωση περί υπάρξεως πλεονεκτήματος.

[...]

18      Τέλος, όσον αφορά την υπολογισμό του ύψους της ενισχύσεως και την ανάκτησή της, η Επιτροπή εκτίμησε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι από τα καζίνα που ωφελούνται από την ενίσχυση η Ελληνική Δημοκρατία έχει απώλεια φορολογικών εσόδων που αντιστοιχεί σε 7,20 ευρώ ανά εισιτήριο, ήτοι στη διαφορά μεταξύ του δικαιώματος αξίας 12 ευρώ ανά εισιτήριο που αποδίδεται στο Δημόσιο από τα καζίνα που εκδίδουν εισιτήριο 15 ευρώ και του δικαιώματος αξίας 4,80 ευρώ ανά εισιτήριο που αποδίδεται στο Δημόσιο από τα καζίνα που εκδίδουν εισιτήριο 6 ευρώ. Η Επιτροπή επισήμανε ακόμη ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η επιμέρους κατάσταση κάθε καζίνου και, όσον αφορά ιδίως το καζίνο του Μοντ Παρνές και το καζίνο της Κέρκυρας, το γεγονός ότι, υπό την επιφύλαξη παροχής περαιτέρω πληροφοριακών στοιχείων από τις ελληνικές αρχές, πιθανολογείται ότι από τις 21 Οκτωβρίου 1999 έως το τέλος του 2000 δεν καταβλήθηκαν δικαιώματα στο Δημόσιο. Όσον αφορά τον υπολογισμό του ύψους της προς ανάκτηση ενισχύσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν διέθετε επαρκή στοιχεία για την ακριβή εκτίμηση των σχετικών ποσών και ότι, ως εκ τούτου, περιορίστηκε στη διαπίστωση της υποχρεώσεως ανακτήσεως των εν λόγω ενισχύσεων, αφήνοντας στις εθνικές αρχές τη μέριμνα να υπολογίσουν το ακριβές προς ανάκτηση ποσό βάσει των οδηγιών που περιέχει η απόφασή της. Συναφώς, από την αιτιολογική σκέψη 146 της [επίδικης] αποφάσεως προκύπτει ότι τα προς ανάκτηση ποσά είναι κυρίως αυτά που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ, αφενός, των 4,80 ευρώ ανά εισιτήριο που καταβάλλουν τα καζίνα όπου ισχύει το εισιτήριο των 6 ευρώ και, αφετέρου, των 12 ευρώ ανά εισιτήριο που καταβάλλουν τα καζίνα όπου ισχύει το εισιτήριο των 15 ευρώ, δηλαδή 7,20 ευρώ ανά εισιτήριο.

19      [Τα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1 του] διατακτικού της [επίδικης] αποφάσεως [έχουν] ως εξής:

“Άρθρο 1

Οι κρατικές ενισχύσεις που έθεσε σε εφαρμογή η Ελληνική Δημοκρατία και συνίστανται στη διακριτική φορολογική μεταχείριση υπέρ ορισμένων καζίνων μέσω της εφαρμογής διαφόρων μερικώς επιτακτικών και παραλλήλως ισχυουσών νομικών διατάξεων που αφορούν:

–        τον καθορισμό ενιαίου φόρου 80 % επί της τιμής των εισιτηρίων εισόδου, και

–        τον ορισμό δύο άνισων νόμιμων τιμών εισιτηρίων εισόδου ύψους 6 και 15 ευρώ αντίστοιχα για τα δημόσια και τα ιδιωτικά καζίνα, τέθηκαν παράνομα σε εφαρμογή από την Ελληνική Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά διότι προσδίδουν στα ακόλουθα καζίνα αποδέκτες: Regency Casino Mont Parnès, Regency Casino Thessaloniki και το καζίνο Κέρκυρας (εφόσον το καζίνο Ρόιδου δεν είναι πλέον αποδέκτης ενίσχυσης από τον Απρίλιο του 1999) αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Άρθρο 2

Η Ελληνική Δημοκρατία ανακτά από τα καζίνα αποδέκτες τη μη [συμβατή] ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1, η οποία χορηγήθηκε μετά την 21η Οκτωβρίου 1999.

[…]”»

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

3        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Αυγούστου 2011, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής.

4        Προς στήριξη της προσφυγής της, η Ελληνική Δημοκρατία προέβαλε τέσσερις λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος αντλείτο από παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

5        Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο και, ως εκ τούτου, ακύρωσε την επίδικη απόφαση.

 Αιτήματα των διαδίκων

6        Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, και

–        να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.

7        Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

8        Κατά το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, σε κάθε στάδιο της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, εν όλω ή εν μέρει, με αιτιολογημένη διάταξη, τούτο δε χωρίς προφορική διαδικασία.

9        Το ως άνω άρθρο πρέπει να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση.

10      Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει έναν και μόνο λόγο, ο οποίος αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε τρία σκέλη.

 Επί του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, το οποίο αντλείται από την ύπαρξη πλεονεκτήματος υπέρ των δημοσίων καζίνων

 Επιχειρήματα των διαδίκων

11      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 52 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα δημόσια καζίνα δεν απολάμβαναν πλεονεκτήματος λόγω της καταβολής φόρου ανά εισιτήριο κατώτερου από εκείνον που καταβάλλουν τα ιδιωτικά καζίνα.

12      Καταρχάς, η Επιτροπή εκτιμά ότι η περιγραφή από το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, του επίμαχου μέτρου ως «εξαρχής [δικαιώματος] του Δημοσίου» είναι εσφαλμένη, καθόσον η εθνική νομοθεσία παρέχει στα καζίνα τη δυνατότητα να προσφέρουν δωρεάν είσοδο υπό την προϋπόθεση ότι καταβάλλουν, εξ ιδίων πόρων, τον φόρο ο οποίος αναλογεί στο 80 % της τιμής εισόδου ανά πελάτη. Η δυνατότητα αυτή συνεπάγεται ότι το επίμαχο μέτρο έχει επίσης τα χαρακτηριστικά απαλλαγής από τον φόρο που τα καζίνα θα έπρεπε να καταβάλουν επί των ιδίων πόρων.

13      Εν συνεχεία, η Επιτροπή εκτιμά ότι η συλλογιστική που αναπτύσσεται στις σκέψεις 52 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον η ύπαρξη πλεονεκτήματος δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς για τον λόγο ότι η εθνική νομοθεσία επιτρέπει στα καζίνα να παρακρατούν το 20 % της τιμής του εισιτηρίου. Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού η Επιτροπή παραθέτει δύο παραδείγματα.

14      Πρώτον, αν υποτεθεί ότι δημόσια αρχή επιβάλλει τέλη στις αερομεταφορές το ύψος των οποίων διαφοροποιείται αναλόγως του εάν ο αερομεταφορέας υπάγεται στον δημόσιο τομέα (6 ευρώ ανά επιβάτη) ή τον ιδιωτικό τομέα (15 ευρώ ανά επιβάτη), δεν χωρεί αμφιβολία, κατά την Επιτροπή, ότι οι δημόσιοι αερομεταφορείς θα απολάμβαναν επιλεκτικού πλεονεκτήματος, ανερχόμενου στα 9 ευρώ ανά επιβάτη και χρηματοδοτούμενου μέσω κρατικών πόρων.

15      Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι οι φορολογικές δαπάνες αποτελούν δαπάνες τις οποίες κανονικώς φέρει η οικεία επιχείρηση, η μείωση φόρου είναι ικανή να εξασφαλίσει επιλεκτικό πλεονέκτημα σε επιχείρηση η οποία καταβάλλει μόνο τον μειωμένο φόρο, ακόμα και όταν ο νόμος την υποχρεώνει να μετακυλίει τον φόρο αυτόν στους πελάτες της.

16      Δεύτερον, αν υποτεθεί ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία επιτρέπει στα καζίνα να παρακρατούν 1 ευρώ ανά εισιτήριο, τα δημόσια καζίνα θα κατέβαλλαν στο Δημόσιο φόρο ύψους 5 ευρώ ανά πελάτη, ενώ τα ιδιωτικά καζίνα θα κατέβαλλαν φόρο ύψους 14 ευρώ ανά πελάτη. Εν τοιαύτη περιπτώσει, η Επιτροπή εκτιμά ότι χωρίς αμφιβολία η νομοθεσία αυτή εξασφαλίζει πλεονέκτημα στα δημόσια καζίνα, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσόν των 9 ευρώ φόρου ανά πελάτη.

17      Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το επίμαχο μέτρο έχει ως αποτέλεσμα τα δημόσια καζίνα να πρέπει να καταβάλλουν στο Δημόσιο 7,2 ευρώ φόρου λιγότερα για κάθε πελάτη, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως βασίσθηκε στο στοιχείο ότι η διαφορά αυτή αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένο ποσοστό της αξίας του εισιτηρίου. Συγκεκριμένα, το ζήτημα εάν η ως άνω διαφορά προκύπτει από διαφορετικές τιμές εισιτηρίου επί των οποίων παρακρατείται συγκεκριμένο ποσοστό υπέρ των καζίνων ή από διαφορετικές τιμές εισιτηρίου επί των οποίων παρακρατείται συγκεκριμένο ποσό υπέρ των καζίνων δεν μπορεί να μεταβάλει την εκτίμηση περί του εάν το μέτρο αυτό εξασφαλίζει ή όχι πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, τα δημόσια καζίνα καταβάλλουν χαμηλότερο φόρο ανά πελάτη.

18      Τέλος, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον, στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε κρίσιμο το στοιχείο ότι τα δημόσια καζίνα, πριν καταβάλουν στο Δημόσιο φόρους ανερχόμενους στο 80 % της τιμής των εισιτηρίων, παρακρατούν ποσόν το οποίο είναι 2,5 φορές χαμηλότερο από εκείνο που παρακρατούν τα ιδιωτικά καζίνα. Συναφώς, το γεγονός ότι τα δημόσια καζίνα εισπράττουν μόνον 6 ευρώ ανά πελάτη δεν αναιρεί την ύπαρξη πλεονεκτήματος ύψους 7,2 ευρώ ανά πελάτη.

19      Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Επιτροπής.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

20      Πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί, ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, καίτοι τα καζίνα υποχρεούνται να εισπράττουν το σύνολο της αξίας του εισιτηρίου, μόνον το 20 % της αξίας αυτής αποτελεί έσοδο για τον προϋπολογισμό τους, ενώ το υπόλοιπο 80 % αποτελεί εξαρχής δικαίωμα του Δημοσίου και αποδίδεται σε αυτό μηνιαίως από τα καζίνα.

21      Εν συνεχεία, στις σκέψεις 54 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη λογιστικού πλεονεκτήματος υπέρ των καζίνων τα οποία έχουν τιμή εισιτηρίου 6 ευρώ δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι τα ποσά τα οποία καταβλήθηκαν στο Δημόσιο από τα καζίνα ως δικαιώματα αυτού επί της τιμής των εισιτηρίων είναι απλώς και μόνον ευθέως ανάλογα των ποσών που κάθε καζίνο εισπράττει από τα εισιτήρια και, ακολούθως, ότι το επίμαχο μέτρο δεν ισοδυναμεί με μείωση της φορολογικής βάσεως, διότι τα ποσά τα οποία αποδίδει κάθε καζίνο αντιστοιχούν στο 80 % του συνόλου των πραγματικών εισπράξεών του από τα εισιτήρια.

22      Τέλος, στις σκέψεις 59 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το πλεονέκτημα το οποίο επικαλέστηκε η Επιτροπή συνίσταται αποκλειστικώς στη λογιστική διαφορά λόγω της οποίας τα καζίνα με τιμή εισιτηρίου 6 ευρώ αποδίδουν στο Δημόσιο ποσό χαμηλότερο απ’ ό,τι τα λοιπά καζίνα. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ιδίως ότι, κατά την Επιτροπή, η ελκυστικότητα των μειωμένων τιμών εισιτηρίων για τους πελάτες δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο προσδιορισμού του πλεονεκτήματος.

23      Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Επιτροπής σχετικά με την ερμηνεία, από μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, υπενθυμίζεται ότι αιτίαση αντλούμενη από εσφαλμένη εκτίμηση περί του εθνικού δικαίου είναι παραδεκτή εφόσον προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε το εν λόγω δίκαιο (απόφαση Cetarsa κατά Επιτροπής, C‑181/11 P, EU:C:2012:455, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

24      Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η ως άνω επιχειρηματολογία σκοπεί στην αμφισβήτηση, χωρίς να προβάλλεται παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων, της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου η οποία περιλαμβάνεται στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία, δεδομένου ότι το 80 % της αξίας της τιμής του εισιτηρίου πρέπει να καταβάλλεται από τα καζίνο στο Ελληνικό Δημόσιο, αποτελεί εξαρχής δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία αυτή είναι απαράδεκτη.

25      Όσον αφορά την υπόθεση την οποία διατύπωσε η Επιτροπή και συνοψίσθηκε στη σκέψη 14 της παρούσας διατάξεως, επισημαίνεται ότι αντλείται, αφενός, από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων Στυλιανάκης (C‑92/01, EU:C:2003:72) και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑70/99, EU:C:2001:355), σχετικά με διαφοροποίηση του ποσού των τελών που βαρύνουν τους επιβάτες αεροπορικών μεταφορών.

26      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά το ποσό των τελών αερολιμένα το οποίο επηρεάζει άμεσα και αυτομάτως την τιμή της μεταφοράς, ότι ο ορισμός, από κράτος μέλος, αεροπορικών τελών για πτήσεις προς άλλα κράτη μέλη υψηλότερων από εκείνα που επιβάλλονται στις πτήσεις εσωτερικού, δύναται να ευνοεί την πρόσβαση στις πτήσεις εσωτερικού σε σχέση με τις άλλες πτήσεις, καθόσον το ποσό των τελών αυτών μετακυλίεται αυτομάτως στο κόστος της μεταφοράς (βλ., κατ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑70/99, EU:C:2001:355, σκέψη 20, και Στυλιανάκης, C‑92/01, EU:C:2003:72, σκέψη 28).

27      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τέτοιου είδους τέλη είναι ασύμβατα προς την εσωτερική αγορά λόγω του ότι ευνοούν τ συγκεκριμένη κατηγορία πτήσεων σε σχέση με άλλη, δεδομένου ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, οι πτήσεις εσωτερικού είναι ελκυστικότερες για τους επιβάτες από τις λοιπές πτήσεις.

28      Ωστόσο, στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, όπως επισήμανε και η ίδια η Επιτροπή, η ελκυστικότητα που παρουσίαζαν για τους πελάτες οι χαμηλότερες τιμές εισιτηρίων δεν ελήφθη υπόψη ως στοιχείο του προσδιορισμού του πλεονεκτήματος του οποίου την ύπαρξη διαπίστωσε.

29      Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν μπορεί να αντλήσει από την ως άνω νομολογία κανένα λυσιτελές επιχείρημα προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της.

30      Αφετέρου, καθόσον η Επιτροπή επικαλείται, προς στήριξη της ίδιας θέσεως, την απόφαση Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke (C‑143/99, EU:C:2001:598), επισημαίνεται ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, εισπραττόταν φόρος επί της καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας από τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας και μετακυλίετο από αυτούς στους καταναλωτές. Εντούτοις, η οικεία εθνική νομοθεσία προέβλεπε την μερική επιστροφή του φόρου αυτού στους καταναλωτές στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδεικνυόταν ότι επρόκειτο για επιχειρήσεις με κύρια δραστηριότητα την παραγωγή ενσώματων αγαθών, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από το ευεργέτημα της επιστροφής οι επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών.

31      Στη σκέψη 55 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες προβλέπουν μερική επιστροφή φόρων επί της ενέργειας μόνο στις επιχειρήσεις για τις οποίες αποδεικνυόταν ότι είχαν ως κύρια δραστηριότητα την παραγωγή ενσώματων αγαθών έπρεπε να εκληφθούν ως κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.

32      Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, όπως επισημάνθηκε, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το 80 % της τιμής των εισιτηρίων των καζίνων, ανεξαρτήτως του εάν αυτά είναι δημόσια ή ιδιωτικά, αποτελεί εξαρχής δικαίωμα του Δημοσίου το οποίο αποδίδεται σε αυτό μηνιαίως, και μόνον το 20 % της αξίας αυτής αποτελεί έσοδο για τον προϋπολογισμό των ως άνω καζίνων. Επομένως, είναι σαφές ότι τα καζίνα λειτουργούν δίκην απλών εισπρακτόρων και διαμεσολαβητών όσον αφορά το εν λόγω δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου και ότι το δικαίωμα αυτό δεν βαρύνει τους προϋπολογισμούς των οικείων επιχειρήσεων, αντιθέτως προς τους φόρους σχετικά με τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke (C‑143/99, EU:C:2001:598).

33      Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς ούτε την υπόθεση Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke (C‑143/99, EU:C:2001:598).

34      Το ίδιο ισχύει και για την επιχειρηματολογία η οποία συνοψίσθηκε στη σκέψη 16 της παρούσας διατάξεως, καθόσον ο συνδυασμός διαφοροποιημένων τιμών εισιτηρίων και δικαιωμάτων του Δημοσίου εισπραττομένων άμεσα επί των εν λόγω τιμών εισιτηρίων παραμένει φορολογικά ουδέτερος για τους προϋπολογισμούς των καζίνων και συνεπώς δεν παρέχει σε ορισμένα εξ αυτών λογιστικό πλεονέκτημα.

35      Συνεπώς, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή στην επιχειρηματολογία της η οποία συνοψίσθηκε στις σκέψεις 17 και 18 της παρούσας διατάξεως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο βασίστηκε στο στοιχείο ότι η διαφορά που υφίσταται μεταξύ των δύο ποσών, κατ’ απόλυτο τιμή, τα οποία πρέπει να αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο αντιστοιχεί στο ίδιο ποσοστό των διαφορετικών ποσών τα οποία εισπράττονται από τις δύο κατηγορίες καζίνων.

36      Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη.

37      Επομένως, το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, το οποίο αντλείται από εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως από το Γενικό Δικαστήριο

 Επιχειρήματα των διαδίκων

38      Κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 59 έως 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν αρκούσε η Επιτροπή να αποδείξει ότι το πλεονέκτημα το οποίο εξασφάλιζε το επίμαχο μέτρο αποτελεί φορολογική διάκριση απορρέουσα άμεσα εκ του νόμου, αλλά ότι έπρεπε να είχε βασίσει την ύπαρξη πλεονεκτήματος σε οικονομική ανάλυση των συνεπειών από την εφαρμογή του επίμαχου μέτρου.

39      Απαιτώντας τέτοιου είδους ανάλυση, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, κατά την Επιτροπή, σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το βάρος αποδείξεως που φέρει η Επιτροπή, δεδομένου ότι η εθνική νομοθεσία εισάγει διάκριση απορρέουσα άμεσα εκ του νόμου.

40      Συγκεκριμένα, πάντα κατά την Επιτροπή, προκύπτει από τη νομολογία ότι η ύπαρξη πλεονεκτήματος τεκμαίρεται εφόσον τέτοια διάκριση συνάγεται με επαρκή βαθμό βεβαιότητας από την εθνική νομοθεσία η οποία διέπει τη λειτουργία των επίμαχων επιχειρήσεων, χωρίς να υποχρεούται η Επιτροπή να αποδείξει τις πραγματικές συνέπειες που έχει η εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας.

41      Στην παρούσα υπόθεση, η εθνική νομοθεσία η οποία διέπει τη λειτουργία των ελληνικών καζίνων προβλέπει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι τα ιδιωτικά καζίνα υποχρεούνται να καταβάλλουν στο κράτος φόρο επί του εισιτηρίου ύψους 12 ευρώ ανά πελάτη, ενώ τα δημόσια καζίνα υποχρεούνται να καταβάλλουν φόρο επί του εισιτηρίου ύψους μόνον 4,8 ευρώ ανά πελάτη, ακόμα και όταν προσφέρεται ελεύθερη είσοδος, επομένως ανεξαρτήτως του χρηματικού ποσού που πραγματικώς εισπράττουν τα καζίνα από τα εισιτήρια. Ως εκ τούτου, η φορολογική διάκριση που, κατά την Επιτροπή, εισάγει το επίμαχο μέτρο είναι άμεση και απορρέουσα εκ του νόμου.

42      Αυτή η φορολογική διάκριση έχει ως αποτέλεσμα τα δημόσια καζίνα να καταβάλλουν, επί του συνόλου των εσόδων τους, χαμηλότερο φόρο εισιτηρίου ανά πελάτη από εκείνον που καταβάλλουν τα ιδιωτικά καζίνα.

43      Εάν, όμως, η Επιτροπή έπρεπε να προβεί σε εξαντλητικό και λεπτομερειακό έλεγχο συνεκτιμώντας όλες τις οικονομικές παραμέτρους για κάθε καζίνο που απολαύει της εφαρμογής του επίμαχου μέτρου προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτό πράγματι ευνοεί προδήλως ορισμένες επιχειρήσεις, τους εξασφαλίζει πλεονέκτημα και συνιστά κρατική ενίσχυση, η εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ θα καθίστατο πρακτικώς αδύνατη στην πλειονότητα των υποθέσεων στον τομέα των φορολογικών ενισχύσεων.

44      Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Επιτροπής.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

45      Στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας, όπως αυτά διευκρινίστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκύπτει ότι το πλεονέκτημα στο οποίο αναφέρεται στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή συνίσταται μόνο στη λογιστική διαφορά, λόγω της οποίας τα καζίνα με τιμή εισιτηρίου 6 ευρώ αποδίδουν στο Δημόσιο ποσό χαμηλότερο απ’ ό,τι τα λοιπά καζίνα.

46      Στη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διέλαβε ότι, ερωτηθείσα συναφώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή τόνισε ότι η έννοια του συνολικού εισοδήματος του καζίνου δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως προσδιοριστικό στοιχείο του υφιστάμενου, εν προκειμένω, πλεονεκτήματος.

47      Στη σκέψη 63 της ίδιας αποφάσεως, η οποία ήδη μνημονεύθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι, όσον αφορά την έννοια της προσελκύσεως πελατών, η οποία αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 77 της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή επισήμανε, επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ούτε η έννοια αυτή έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως ουσιώδες στοιχείο του διαπιστωθέντος πλεονεκτήματος.

48      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι με επάλληλη αιτιολογία το Γενικό Δικαστήριο διέλαβε, στις σκέψεις 62 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις εκτιμήσεις κατά των οποίων βάλλει η Επιτροπή. Κατά πάγια δε νομολογία του Δικαστηρίου, τα επιχειρήματα και οι λόγοι που στρέφονται κατά εκτιμήσεων που διατυπώνονται επαλλήλως από το Γενικό Δικαστήριο είναι αλυσιτελή.

49      Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο.

 Επί του τρίτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, το οποίο αντλείται από πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την εκτίμηση σχετικά με την έκδοση δωρεάν εισιτηρίων

 Επιχειρήματα των διαδίκων

50      Κατά την Επιτροπή, στις σκέψεις 74 έως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον έκρινε, αφενός, ότι η πρακτική της ελεύθερης εισόδου δεν ήταν ικανή να ενισχύσει το πλεονέκτημα που εξασφάλιζε το επίμαχο μέτρο, δεδομένου ότι αυτή στην πραγματικότητα δεν εξασφάλιζε κανένα πλεονέκτημα, και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή υποχρεούτο να αποδείξει ότι ο αριθμός των δωρεάν εισιτηρίων ήταν υπερβολικά υψηλός σε σχέση με τους σκοπούς της ελληνικής νομοθεσίας βάσει της οποίας επιτρεπόταν η πρακτική αυτή, και, κατά τούτο, παραβίαζε τις προϋποθέσεις της εν λόγω νομοθεσίας.

51      Πρώτον, η Επιτροπή θεωρεί ότι, καθόσον απέδειξε ότι το επίδικο μέτρο εξασφαλίζει πλεονέκτημα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι η πρακτική της ελεύθερης εισόδου δεν ενισχύει το πλεονέκτημα αυτό. Ειδικότερα, το κόστος της ελεύθερης εισόδου για τα ιδιωτικά καζίνα είναι πολύ υψηλότερο από το αντίστοιχο για τα δημόσια καζίνα. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η ελεύθερη είσοδος μετατρέπει το επίδικο μέτρο σε φορολογικό μέτρο το οποίο απαλλάσσει τα δημόσια καζίνα από φόρο τον οποίο, κανονικώς, οφείλουν να καταβάλλουν επί του συνόλου των εσόδων τους.

52      Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επέβαλε εσφαλμένα στην ίδια το βάρος αποδείξεως της υπάρξεως πλεονεκτήματος σε σχέση με την πρακτική της ελεύθερης εισόδου, καθόσον της επέβαλε να αποδείξει ότι τα καζίνα εκδίδουν, στην πραγματικότητα, αριθμό δωρεάν εισιτηρίων υπερβολικά υψηλό σε σχέση με τον αριθμό των εισιτηρίων που θα καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την εθνική νομοθεσία σκοπού.

53      Πράγματι, δεδομένου ότι το επίμαχο μέτρο εξασφαλίζει πλεονέκτημα οσάκις ένας πελάτης επισκέπτεται δημόσιο καζίνο και δεδομένου ότι το πλεονέκτημα αυτό απορρέει άμεσα από την εθνική νομοθεσία, η ύπαρξη απτού πλεονεκτήματος υπέρ των δημοσίων καζίνων αποδεικνύεται αφής στιγμής αυτά προσφέρουν ελεύθερη είσοδο, ανεξαρτήτως της συχνότητας αυτής της πρακτικής.

54      Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Επιτροπής.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

55      Η επιχειρηματολογία η οποία εκτέθηκε στη σκέψη 51 της παρούσας διατάξεως δεν ευσταθεί. Συγκεκριμένα, καίτοι δι’ αυτής η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πρακτική της ελεύθερης εισόδου ενισχύει λογιστικό πλεονέκτημα ήδη αποδεδειγμένο, διαπιστώθηκε, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι από μόνη της η διαφορά μεταξύ των ποσών που καταβάλλονται στο κράτος ανά πωλούμενο εισιτήριο εισόδου δεν εξασφαλίζει κανένα πλεονέκτημα στα καζίνα με τιμή εισιτηρίου 6 ευρώ.

56      Καθόσον η Επιτροπή βάλλει, με την επιχειρηματολογία η οποία συνοψίσθηκε στις σκέψεις 52 και 53 της παρούσας διατάξεως, κατά της εκτιμήσεως που περιλαμβάνεται στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την ύπαρξη διακριτού και συγκεκριμένου πλεονεκτήματος συνδεόμενου προς την έκδοση δωρεάν εισιτηρίων, διαπιστώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αυτό επαλλήλως, καθόσον υπενθύμισε, στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στην επίδικη απόφαση, η περίπτωση των δωρεάν εισιτηρίων εκτέθηκε απλώς ως επιβεβαιωτικό στοιχείο της υπάρξεως του φερόμενου ως λογιστικού πλεονεκτήματος.

57      Ως εκ τούτου, το σύνολο της επιχειρηματολογίας η οποία συνοψίσθηκε στις σκέψεις 52 και 53 της παρούσας διατάξεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αλυσιτελής.

58      Υπό τις συνθήκες αυτές, το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

59      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη.

 Επί των δικαστικών εξόδων

60      Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων.

61      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

62      Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε ως προς τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως που προέβαλε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) διατάσσει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.