Language of document : ECLI:EU:C:2016:41

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 21ης Ιανουαρίου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Άρθρο 6, σημείο 2 — Διεθνής δικαιοδοσία — Προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή ή άλλη προσεπίκληση εκ μέρους τρίτου σε διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η αρχική δίκη»

Στην υπόθεση C‑521/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, την οποία υπέβαλε το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο, Φινλανδία) με απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Νοεμβρίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

SOVAG — Schwarzmeer und Ostsee Versicherungs-Aktiengesellschaft

κατά

If Vahinkovakuutusyhtiö Oy,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο του τρίτου τμήματος, προεδρεύοντα του τέταρτου τμήματος, J. Malenovský, M. Safjan (εισηγητή), A. Prechal και K. Jürimäe, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Y. Bot

γραμματέας: I. Illéssy, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 2015,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η SOVAG — Schwarzmeer und Ostsee Versicherungs-Aktiengesellschaft, εκπροσωπούμενη από τον R. Heß, Rechtsanwalt, και τον E. Salonen, asianajaja, καθώς και από τον A. Staudinger,

–        η If Vahinkovakuutusyhtiö Oy, εκπροσωπούμενη από τον J. Tanhuanpää,

–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Wilderspin και E. Paasivirta,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της SOVAG — Schwarzmeer und Ostsee Versicherungs-Aktiengesellschaft (στο εξής: SOVAG), ασφαλιστικής εταιρίας εδρεύουσας στη Γερμανία, και της If Vahinkovakuutusyhtiö Oy (στο εξής: If), ασφαλιστικής εταιρίας εδρεύουσας στη Φινλανδία, με αντικείμενο αίτημα επιστροφής χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε ως αποζημίωση σε θύμα τροχαίου ατυχήματος.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Όπως καθίσταται σαφές στην αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 44/2001, σκοπός του κανονισμού αυτού είναι η θέσπιση, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, «διατάξεων σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και σχετικά με την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών που δεσμεύονται από [αυτόν] τον κανονισμό».

4        Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 έως 13 και 15 του ίδιου κανονισμού έχουν ως εξής:

«(11)      Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.

(13)      Στις συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας […] είναι σκόπιμο να προστατεύεται ο αδύναμος διάδικος με ευνοϊκότερους για τα συμφέροντά του κανόνες δικαιοδοσίας.

[...]

(15)      Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε δύο κράτη μέλη. [...]»

5        Οι κανόνες δικαιοδοσίας περιέχονται στο κεφάλαιο ΙΙ του εν λόγω κανονισμού.

6        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 1 του κεφαλαίου II υπό τον τίτλο «Γενικές Διατάξεις», ορίζει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

7        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στο τμήμα 1, προβλέπει τα κάτωθι:

«Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.»

8        Το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, το οποίο περιλαμβάνεται στο ίδιο τμήμα, ορίζει τα εξής:

«1.      Αν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία στο έδαφος κράτους μέλους, η διεθνής δικαιοδοσία σε κάθε κράτος μέλος ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη των άρθρων 22 και 23.

2.      Κατά του εναγομένου αυτού, κάθε πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του, μπορεί να επικαλεσθεί στο κράτος αυτό, όπως και οι ημεδαποί, τους εκεί ισχύοντες κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας, και ιδίως εκείνους που προβλέπονται στο παράρτημα I.»

9        Βάσει του άρθρου 5, σημείο 5, του κανονισμού 44/2001, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου ΙΙ υπό τον τίτλο «Ειδικές δικαιοδοσίες», πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης, ενώπιον του δικαστηρίου της τοποθεσίας τους.

10      Το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στο τμήμα 2, προβλέπει τα ακόλουθα:

«[Πρόσωπο που κατοικεί εντός κράτους μέλους] μπορεί να εναχθεί επίσης:

1)      αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους·

2)      αν πρόκειται για προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή ή άλλη προσεπίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της κύριας δίκης, εκτός αν μόνος σκοπός τους ήταν να απομακρύνουν τον εγγυητή ή τον προσεπικαλούμενο από το δικαστήριο που θα είχε διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωσή τους·

[…]».

11      Το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 3 του κεφαλαίου ΙΙ υπό τον τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων», ορίζει τα κάτωθι:

«Σε υποθέσεις ασφαλίσεων η διεθνής δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το παρόν τμήμα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 και του άρθρου 5, σημείο 5.»

12      Το άρθρο 11 του ίδιου πάντοτε κανονισμού, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στο τμήμα 3, έχει ως εξής:

«1.      Σε υποθέσεις ασφάλισης αστικής ευθύνης, ο ασφαλιστής μπορεί επίσης να προσεπικληθεί ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλισμένου, αν το δίκαιο του δικαστηρίου το επιτρέπει.

2.      Οι διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε περίπτωση ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, εφόσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται.

3.      Αν το δίκαιο που διέπει την ευθεία αγωγή προβλέπει την προσεπίκληση του αντισυμβαλλόμενου του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, το ίδιο δικαστήριο έχει δικαιοδοσία και ως προς αυτούς.»

 Το φινλανδικό δίκαιο

13      Το άρθρο 5 του κεφαλαίου 18 του φινλανδικού κώδικα δικονομίας (Suomen oikeudenkäymiskaari) προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ο διάδικος ο οποίος προτίθεται, σε περίπτωση που ηττηθεί, να προβάλει έναντι τρίτου αναγωγική αξίωση ή αξίωση αποζημιώσεως ή άλλη αντίστοιχη αξίωση, δύναται να ασκήσει αγωγή με το αντικείμενο αυτό στο πλαίσιο της ίδιας δίκης.

Όποιος προτίθεται, ενόψει της εκβάσεως της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, να ασκήσει αγωγή που αφορά αξίωση κατά την έννοια [του πρώτου εδαφίου] έναντι ενός ή αμφότερων των διαδίκων, δύναται να την ασκήσει στο πλαίσιο της ίδιας δίκης.»

14      Το άρθρο 61 του νόμου για την ασφάλιση ατυχημάτων [Tapaturmavakuutuslaki (1948/608)], της 20ής Αυγούστου 1948 (στο εξής: νόμος για την ασφάλιση ατυχημάτων), έχει ως εξής:

«Όποιος έλαβε αποζημίωση σύμφωνα με τον παρόντα νόμο έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για τις συνέπειες της βλάβης από τον υπαίτιο ή από άλλον υπόχρεο αποζημιώσεως και βάσει άλλου νόμου. Ωστόσο, η επιπλέον αποζημίωση που θα χορηγηθεί δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό της διαφοράς μεταξύ της πλήρους αποζημιώσεως και της αποζημιώσεως που καταβλήθηκε σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

Ο ασφαλιστικός φορέας, ο οποίος υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση κατά τον παρόντα νόμο, δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού από υπόχρεο αποζημιώσεως κατά την έννοια [του πρώτου εδαφίου], αλλά όχι από εκείνον που έχει εκπληρώσει ήδη καλόπιστα την υποχρέωσή του προς αποζημίωση ούτε από εκείνον που έχει υποχρέωση αποζημιώσεως δυνάμει του νόμου περί της ευθύνης για ελαττωματικά προϊόντα.

Δεν επιτρέπεται πάντως η αποζημίωση την οποία θα λάβει κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ασφαλιστικός φορέας να είναι υψηλότερη από εκείνη που θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ζημιωθείς ή οι οικείοι του.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

15      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο Α, θύμα τροχαίου ατυχήματος στη Γερμανία, άσκησε αγωγή κατά της SOVAG, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα που προκάλεσε το ατύχημα, ενώπιον του Länsi-Uudenmaan käräjäoikeus (πρωτοδικείου της δυτικής Uusimaa). Με το δικόγραφο της αγωγής, ο Α προέβαλε, μεταξύ άλλων, αίτημα να αναγνωριστεί ότι είχε υποστεί σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση στην αυχενική μοίρα και ότι, λόγω του ατυχήματος αυτού, είχε περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης ανικανότητας προς εργασία.

16      Δεδομένου ότι το εν λόγω τροχαίο ατύχημα ήταν ταυτόχρονα και εργατικό ατύχημα υπό την έννοια του νόμου για την ασφάλιση ατυχημάτων, η If, η οποία έχει την έδρα της στη Φινλανδία, κατέβαλε στον Α, δυνάμει του ως άνω νόμου, αποζημίωση λόγω του ατυχήματος αυτού.

17      Ενόσω εκκρεμούσε η αγωγή του A κατά της SOVAG, η If άσκησε επίσης αγωγή κατά της SOVAG ενώπιον του ιδίου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ζήτησε να διαπιστωθεί ότι ο A είχε υποστεί, μεταξύ άλλων ζημιών, σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση της αυχενικής μοίρας και, κατά συνέπεια, έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία να εργασθεί. Επιπλέον, η If ζήτησε, βάσει του άρθρου 61, παράγραφος 2, του νόμου για την ασφάλιση ατυχημάτων, να υποχρεωθεί η SOVAG να της επιστρέψει, πλέον τόκων, το σύνολο των ποσών που είχε καταβάλει ή επρόκειτο να καταβάλει, ως αποζημίωση, στον Α λόγω του τροχαίου ατυχήματος.

18      Η If ζήτησε να συνεκδικαστεί η δική της αγωγή με εκείνη την οποία είχε ασκήσει ο A. Η SOVAG, από την πλευρά της, προέβαλε ένσταση αναρμοδιότητας, υποστηρίζοντας ότι τα φινλανδικά δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγωγής της If.

19      Με διάταξη της 20ής Δεκεμβρίου 2012, το Länsi-Uudenmaan käräjäoikeus, στηριζόμενο στις διατάξεις του τμήματος 3 του κεφαλαίου II του κανονισμού 44/2001, έκρινε απαράδεκτη την αγωγή της If κατά της SOVAG, με την αιτιολογία ότι τα φινλανδικά δικαστήρια δεν είχαν συναφώς διεθνή δικαιοδοσία.

20      Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι από το άρθρο 8 του ως άνω κανονισμού συνάγεται ότι η διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων καθορίζεται, κατ’ ανάγκην, αποκλειστικά και μόνον από τις διατάξεις του τμήματος 3 του κεφαλαίου II του εν λόγω κανονισμού, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5, του ίδιου πάντοτε κανονισμού.

21      Με απόφαση της 24ης Απριλίου 2013, το Turun hovioikeus (εφετείο του Turku), ενώπιον του οποίου η If άσκησε έφεση, εξαφάνισε τη διάταξη του Länsi-Uudenmaan käräjäoikeus.

22      Κατά το Turun hovioikeus, εφαρμοστέο στην υπόθεση της κύριας δίκης ήταν το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, και όχι οι διατάξεις του τμήματος 3 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού αυτού, αφού η αγωγή της If κατά της SOVAG είχε άμεση συνάφεια με την ένδικη διαφορά μεταξύ του A και της SOVAG.

23      Η SOVAG άσκησε αναίρεση κατά της δευτεροβάθμιας αποφάσεως ενώπιον του Korkein oikeus.

24      Κατά το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα που τίθεται είναι αν το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 καλύπτει την προκειμένη περίπτωση, όπου τρίτος ασκεί αγωγή κατά προσώπου το οποίο είναι διάδικος ενώπιον του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η αρχική δίκη.

25      Κατόπιν τούτου, το Korkein oikeus αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του αγωγή η οποία έχει ως αντικείμενο αναγωγική αξίωση ή άλλη, στενά συνδεδεμένη με την αρχική αγωγή, αντίστοιχη αξίωση και ασκείται, παραδεκτώς βάσει της εθνικής νομοθεσίας, από τρίτον κατά ενός εκ των διαδίκων, ώστε να κριθεί και αυτή στο πλαίσιο της ίδιας δίκης;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

26      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του αγωγή την οποία ασκεί τρίτος, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διατάξεις, κατά του εναγομένου της αρχικής δίκης με αντικείμενο μια αξίωση στενά συνδεδεμένη με την αρχική αξίωση, καθόσον ζητείται η επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν ως αποζημίωση από τον εν λόγω τρίτο στον ενάγοντα της αρχικής δίκης.

27      Υπενθυμίζεται εισαγωγικώς ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 44/2001, το οποίο ορίζει ότι η διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων καθορίζεται βάσει των άρθρων 8 έως 14 του ως άνω κανονισμού, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5, του ίδιου κανονισμού, δεν αναφέρεται στο άρθρο 6, σημείο 2, του εν λόγω κανονισμού.

28      Κατά τη SOVAG, η τελευταία αυτή διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής για τον λόγο ότι το τμήμα 3 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού 44/2001 καθιερώνει, όσον αφορά τις υποθέσεις ασφαλίσεως, ένα αυτοτελές σύστημα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας.

29      Σημειωτέον πάντως ότι σκοπός του συγκεκριμένου τμήματος του κανονισμού 44/2001 είναι, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 13 του ίδιου κανονισμού, να προστατεύεται το πιο αδύναμο μέρος, ήτοι ο ασφαλισμένος, μέσω κανόνων δικαιοδοσίας που είναι ευνοϊκότεροι για τα συμφέροντά του σε σχέση με τους γενικούς κανόνες.

30      Στην υπόθεση όμως της κύριας δίκης η προβαλλόμενη αξίωση εντάσσεται στο πλαίσιο σχέσεων μεταξύ επαγγελματιών του ασφαλιστικού τομέα και δεν μπορεί να επηρεάσει τη δικονομική κατάσταση κάποιου μέρους τεκμαιρόμενου ως πιο αδύναμου. Δεδομένου ότι ο σκοπός της προστασίας του πιο αδύναμου μέρους εκπληρώθηκε άπαξ η διεθνής δικαιοδοσία έχει καθοριστεί βάσει του τμήματος 3 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού 44/2001, τυχόν μεταγενέστερες δικονομικές εξελίξεις οι οποίες αφορούν αποκλειστικά σχέσεις μεταξύ επαγγελματιών δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου τμήματος (βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις GIE Réunion européenne κ.λπ., C‑77/04, EU:C:2005:327, σκέψεις 20 και 23, και Vorarlberger Gebietskrankenkasse, C‑347/08, EU:C:2009:561, σκέψη 42).

31      Επομένως, δεδομένου ότι αξίωση που προβάλλεται, όπως εν προκειμένω, από έναν ασφαλιστικό φορέα κατά άλλου δεν καλύπτεται από το τμήμα 3, το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 θα έχει εφαρμογή επί τέτοιας αξιώσεως υπό την προϋπόθεση ότι αυτή καταλέγεται μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες αναφέρεται η εν λόγω διάταξη.

32      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη, σε πρώτη φάση, το γράμμα του άρθρου 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001.

33      Η διατύπωση πολλών γλωσσικών αποδόσεων της διατάξεως αυτής, παραδείγματος χάρη της γερμανικής, της γαλλικής, της φινλανδικής και της σουηδικής, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αρχική αγωγή αρμόδιο να επιληφθεί και της αγωγής που ασκείται από τρίτον κατά ενός εκ των διαδίκων της αρχικής δίκης.

34      Αντιθέτως, άλλες γλωσσικές αποδόσεις της ίδιας διατάξεως, όπως η αγγλική, μάλλον περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής της στις περιπτώσεις όπου η αγωγή ασκείται κατά τρίτου («a person domiciled in a Member State may also be sued: [...] as a third party»).

35      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αποκλίσεως μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με βάση την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο (απόφαση Jakutis και Kretingalės kooperatinė ŽŪB, C‑103/14, EU:C:2015:752, σκέψη 103).

36      Κατά συνέπεια, θα πρέπει, σε δεύτερη φάση, να ληφθεί υπόψη η όλη οικονομία και ο σκοπός του κανονισμού 44/2001.

37      Τονίζεται συναφώς ότι, μολονότι οι κανόνες ειδικής δωσιδικίας πρέπει να ερμηνεύονται στενά, και άρα εντός των ορίων των περιπτώσεων στις οποίες ρητώς αναφέρεται ο κανονισμός 44/2001 (βλ., στο πνεύμα αυτό, απόφαση CDC Hydrogen Peroxide, C‑352/13, EU:C:2015:335, σκέψη 18), πολλοί από τους σκοπούς που επιδιώκονται με τον εν λόγω κανονισμό συνηγορούν υπέρ μιας ερμηνείας υπό την έννοια ότι και η αγωγή τρίτου κατά ενός εκ των διαδίκων της αρχικής δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, σημείο 2, του κανονισμού αυτού.

38      Πιο συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 15 του ως άνω κανονισμού υπογραμμίζεται ότι για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδικάσεως της ίδιας υπόθεσης και να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να εκδίδονται σε δύο κράτη μέλη ασυμβίβαστες μεταξύ τους αποφάσεις, ενώ στην αιτιολογική σκέψη 12 του ίδιου κανονισμού υπενθυμίζεται ότι είναι αναγκαίο να συμπληρώνεται η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν είτε λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή προς διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.

39      Εν προκειμένω, η εξέταση, στο πλαίσιο της ίδιας δίκης, τόσο της αρχικής αξιώσεως όσο και μιας αξιώσεως η οποία προβλήθηκε από τρίτον κατά ενός εκ των διαδίκων της δίκης αυτής και συνδέεται στενά με την αρχική αξίωση, είναι πιθανό να εξυπηρετεί τους προαναφερθέντες σκοπούς στην περίπτωση όπου ζημιωθείς άσκησε αγωγή κατά του υπεύθυνου για τη ζημία ασφαλιστικού φορέα και ένας άλλος ασφαλιστικός φορέας, που έχει ήδη αποζημιώσει εν μέρει το ίδιο θύμα, ζητεί από τον πρώτο ασφαλιστικό φορέα την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.

40      Πράγματι, αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα, θα συνέτρεχε ο κίνδυνος δύο δικαστήρια να καταλήξουν, στην ίδια υπόθεση, σε διαφορετικές λύσεις με τις αποφάσεις τους, των οποίων η αναγνώριση και η εκτέλεση θα ήταν, ως εκ τούτου, αβέβαιες.

41      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, σε σχέση με τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), ότι η αγωγή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή για την ανόρθωση των ζημιών από ατύχημα και η αγωγή με την οποία ο εν λόγω ασφαλιστής στρέφεται αναγωγικά, προς αποζημίωση, έναντι άλλου ασφαλιστή που φέρεται να έχει καλύψει το ίδιο συμβάν πρέπει να θεωρούνται, αντιστοίχως, ως αρχική αγωγή και ως προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή κατά την έννοια του άρθρου 6, σημείο 2, της εν λόγω Συμβάσεως (βλ., σχετικά, απόφαση GIE Réunion européenne κ.λπ., C‑77/04, EU:C:2005:327, σκέψη 27).

42      Το Δικαστήριο στηρίχθηκε συναφώς στην έκθεση του P. Jenard (EE 1986, C 298, σ. 29) σχετικά με τη Σύμβαση αυτή.

43      Δεδομένου ότι η ερμηνεία του Δικαστηρίου όσον αφορά τις διατάξεις της ως άνω Συμβάσεως ισχύει και για εκείνες του κανονισμού 44/2001, εφόσον οι διατάξεις των δύο αυτών ρυθμίσεων μπορούν να χαρακτηριστούν ταυτόσημες (απόφαση CDC Hydrogen Peroxide, C‑352/13, EU:C:2015:335, σκέψη 60), πρέπει να γίνει δεκτό ότι τούτο όντως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 6, σημείο 2, της ίδιας Συμβάσεως και του άρθρου 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 αντιστοίχως.

44      Λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της ερμηνείας που δόθηκε με τη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως και, αφετέρου, των σκοπών που υπενθυμίστηκαν με τις σκέψεις 38 και 39 αυτής, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 έχει εφαρμογή επί μιας αξιώσεως όπως η προβαλλόμενη στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπερ επιβεβαιώνει, άλλωστε, τη διαπίστωση στην οποία προέβη ο P. Jenard με την προαναφερθείσα έκθεσή του, ότι δηλαδή η προσεπίκληση μπορεί να καλύπτει και την περίπτωση όπου τρίτος καθίσταται διάδικος προκειμένου να προασπίσει δικά του συμφέροντα.

45      Δεδομένου ότι το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού απαιτεί να υφίσταται συνάφεια μεταξύ, αφενός, της αρχικής αγωγής και, αφετέρου, της προσεπικλήσεως δικονομικού εγγυητή ή οποιασδήποτε άλλης προσεπικλήσεως κατά την έννοια της συγκεκριμένης διατάξεως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο το οποίο έχει επιληφθεί της αρχικής αγωγής να ελέγξει κατά πόσον υπάρχει τέτοια συνάφεια, υπό την έννοια ότι οφείλει να βεβαιωθεί ότι η προσεπίκληση δεν έχει ως μοναδικό σκοπό να απομακρύνει τον εναγόμενο από το δικαστήριο που θα είχε διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωσή του (βλ., σχετικά, απόφαση GIE Réunion européenne κ.λπ., C‑77/04, EU:C:2005:327, σκέψεις 30 και 32).

46      Επ’ αυτού, το γεγονός ότι εθνική διάταξη, όπως εν προκειμένω το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, του κεφαλαίου 18 του φινλανδικού κώδικα δικονομίας, εξαρτά τη δυνατότητα τρίτου να ασκήσει αγωγή στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης από την προϋπόθεση ότι η αγωγή του πρέπει να συνδέεται με την αρχική αξίωση αποτελεί, ασφαλώς, ένα στοιχείο που αποτρέπει την καταστρατήγηση του άρθρου 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001.

47      Κατά συνέπεια, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του αγωγή την οποία ασκεί τρίτος, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διατάξεις, κατά του εναγομένου της αρχικής δίκης με αντικείμενο μια αξίωση στενά συνδεδεμένη με την αρχική αξίωση, καθόσον ζητείται η επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν ως αποζημίωση από τον εν λόγω τρίτο στον ενάγοντα της αρχικής δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι η αγωγή αυτή δεν έχει ως μοναδικό σκοπό να απομακρύνει τον ενάγοντα από το δικαστήριο το οποίο θα είχε διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωσή του.

 Επί των δικαστικών εξόδων

48      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του αγωγή την οποία ασκεί τρίτος, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διατάξεις, κατά του εναγομένου της αρχικής δίκης με αντικείμενο μια αξίωση στενά συνδεδεμένη με την αρχική αξίωση, καθόσον ζητείται η επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν ως αποζημίωση από τον εν λόγω τρίτο στον ενάγοντα της αρχικής δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι η αγωγή αυτή δεν έχει ως μοναδικό σκοπό να απομακρύνει τον ενάγοντα από το δικαστήριο το οποίο θα είχε διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωσή του.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.