Language of document : ECLI:EU:C:2016:40

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 21ης Ιανουαρίου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Καθορισμός του εφαρμοστέου δικαίου — Κανονισμοί (ΕΚ) 864/2007 και (ΕΚ) 593/2008 — Οδηγία 2009/103/ΕΚ — Ατύχημα που προκλήθηκε από φορτηγό συνδεδεμένο με ρυμουλκούμενο, ενώ τα δύο οχήματα καλύπτονταν για αστική ευθύνη από διαφορετική ασφαλιστική εταιρία — Ατύχημα που προκλήθηκε σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο καταρτίστηκαν οι συμβάσεις ασφαλίσεως αστικής ευθύνης — Αγωγή εξ αναγωγής μεταξύ των ασφαλιστών — Εφαρμοστέο δίκαιο — Έννοια των όρων “συμβατικές ενοχές” και “εξωσυμβατικές ενοχές”»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑359/14 και C‑475/14,

με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υποβληθείσες, αντιστοίχως, από το Vilniaus miesto apylinkės teismas (Λιθουανία) και το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Λιθουανία) με αποφάσεις της 15ης Ιουλίου και της 8ης Οκτωβρίου 2014, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 23 Ιουλίου και στις 17 Οκτωβρίου 2014, στο πλαίσιο των δικών

«ERGO Insurance» SE, που ενεργεί διά της «ERGO Insurance» SE Lietuvos filialas,

κατά

«If P&C Insurance» AS, που ενεργεί διά της «IF P&C Insurance» AS filialas (C‑359/14),

και

«Gjensidige Baltic» AAS, που ενεργεί διά της «Gjensidige Baltic» AAS Lietuvos filialas,

κατά

«PZU Lietuva» UAB DK (C‑475/14),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο του τρίτου τμήματος, προεδρεύοντα του τετάρτου τμήματος, J. Malenovský, M. Safjan (εισηγητή), S. Prechal και K. Jürimäe, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η «ERGO Insurance» SE, που ενεργεί διά της «ERGO Insurance» SE Lietuvos filialas, εκπροσωπούμενη από τον M. Navickas, advokatas,

–        η «Gjensidige Baltic» AAS, που ενεργεί διά της «Gjensidige Baltic» AAS Lietuvos filialas, εκπροσωπούμενη από τον A. Rjabovs,

–        η «If P&C Insurance» AS, που ενεργεί διά της «If P&C Insurance» AS filialas, εκπροσωπούμενη από την A. Kunčiuvienė,

–        η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις R. Krasuckaitė και G. Taluntytė, καθώς και από τον D. Kriaučiūnas,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και την J. Kemper,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Steiblytė και τον M. Wilderspin,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ L 263, σ. 11), καθώς και των κανονισμών (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177, σ. 6, στο εξής: κανονισμός Ρώμη Ι), και (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ) (ΕΕ L 199, σ. 40, στο εξής: κανονισμός Ρώμη ΙI).

2        Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ, αφενός, της «ERGO Insurance» SE και της «If P&C Insurance» AS και, αφετέρου, της «Gjensidige Baltic» AAS (στο εξής: Gjensidige Baltic) και της «PZU Lietuva» UAB DK (στο εξής: PZU Lieuva), οι οποίες είναι ασφαλιστικές εταιρίες, σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο σε αγωγές εξ αναγωγής ασκηθείσες μεταξύ των προαναφερθέντων μερών, κατόπιν τροχαίων ατυχημάτων που συνέβησαν στη Γερμανία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο κανονισμός Ρώμη Ι

3        Κατά την αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού Ρώμη Ι:

«Το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής και οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να συνάδουν προς τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις [(ΕΕ L 12, σ. 1, στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες Ι)] και προς τον κανονισμό [Ρώμη ΙI].»

4        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη Ι καθορίζει το πεδίο εφαρμογής αυτού ως εξής:

«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων.

Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις.»

5        Το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής», προβλέπει:

«1.      Ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 3 και με την επιφύλαξη των άρθρων 5 έως 8, το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση καθορίζεται ως εξής:

α)      η σύμβαση πώλησης αγαθών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πωλητής έχει τη συνήθη διαμονή του·

β)      η σύμβαση παροχής υπηρεσιών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πάροχος υπηρεσίας έχει τη συνήθη διαμονή του·

γ)      η σύμβαση που έχει ως αντικείμενο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ή μίσθωση ακινήτου διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ευρίσκεται το ακίνητο·

δ)      παρά το στοιχείο γ), η μίσθωση ακινήτου που συνάπτεται για προσωρινή ιδιωτική χρήση μέγιστης διάρκειας έξι συνεχών μηνών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο ιδιοκτήτης έχει τη συνήθη διαμονή του, εφόσον ο μισθωτής είναι φυσικό πρόσωπο και έχει τη συνήθη διαμονή του στην ίδια χώρα·

ε)      η σύμβαση δικαιόχρησης διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο δικαιοδόχος έχει τη συνήθη διαμονή του·

στ)      η σύμβαση διανομής διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο διανομέας έχει τη συνήθη διαμονή του·

ζ)      η σύμβαση πώλησης αγαθών διά πλειστηριασμού διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία λαμβάνει χώρα ο πλειστηριασμός, εφόσον ο τόπος αυτός μπορεί να προσδιορισθεί·

η)      η σύμβαση που συνάπτεται στο πλαίσιο πολυμερούς συστήματος, το οποίο εξασφαλίζει ή διευκολύνει τη σύμπτωση πολλαπλών συμφερόντων τρίτων για πώληση και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, εδάφιο 17, της οδηγίας 2004/39/ΕΚ σύμφωνα με κανόνες που δεν κάνουν διακρίσεις, και διεπόμενη από ένα μόνο δίκαιο, διέπεται από το εν λόγω δίκαιο.

2.      Όταν η σύμβαση δεν καλύπτεται από την παράγραφο 1 ή όταν τα στοιχεία της σύμβασης καλύπτονται από περισσότερα του ενός από τα στοιχεία α) έως η) της παραγράφου 1, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία το μέρος το οποίο οφείλει να εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή (characteristic performance) της σύμβασης, έχει τη συνήθη διαμονή του.

3.      Αν από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης προκύπτει ότι η σύμβαση, ελλείψει επιλογής δικαίου, έχει εμφανώς στενότερους δεσμούς με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 ή 2, εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας.

4.      Εφόσον το εφαρμοστέο δίκαιο δεν μπορεί να καθορισθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα.»

6        Το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Συμβάσεις ασφάλισης», έχει ως εξής:

«1.      Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε συμβάσεις προβλεπόμενες στην παράγραφο 2, ανεξαρτήτως του εάν ο καλυπτόμενος κίνδυνος ευρίσκεται σε κράτος μέλος, και σε όλες τις άλλες συμβάσεις ασφάλισης οι οποίες καλύπτουν κινδύνους που ευρίσκονται εντός της επικράτειας των κρατών μελών. Δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις αντασφάλισης.

2.      Οι συμβάσεις ασφάλισης που καλύπτουν μεγάλους κινδύνους, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 στοιχείο δ) της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής [(ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2005 (ΕΕ L 323, σ. 1),] διέπονται από το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού.

Στο μέτρο που τα μέρη δεν έχουν επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο, η σύμβαση ασφάλισης διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ο ασφαλιστής έχει τη συνήθη διαμονή του. Όταν από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης προκύπτει ότι η σύμβαση προδήλως συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας.

[…]

6.      Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η χώρα όπου βρίσκεται ο κίνδυνος προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο δ) της δεύτερης οδηγίας 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, σχετικά με τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για την άμεση ασφάλιση εκτός της ασφάλισης ζωής και τη θέσπιση διατάξεων για τη διευκόλυνση και την αποτελεσματική άσκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών [(ΕΕ L 172, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2005/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005 (ΕΕ L 149, σ. 14),] και, στην περίπτωση ασφάλισης ζωής, η χώρα όπου ευρίσκεται ο κίνδυνος είναι η χώρα της ασφαλιστικής υποχρέωσης κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2002/83/ΕΚ.»

7        Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «Υποκατάσταση εκ του νόμου»:

«Όταν, δυνάμει μιας συμβατικής ενοχής, ένα πρόσωπο (“ο δανειστής”) έχει απαίτηση έναντι άλλου προσώπου (“ο οφειλέτης”), και ένα τρίτο πρόσωπο έχει την υποχρέωση να ικανοποιήσει τον δανειστή, ή τον έχει πράγματι ικανοποιήσει εκπληρώνοντας την υποχρέωση αυτή, το δίκαιο που διέπει την υποχρέωση του τρίτου να ικανοποιήσει τον δανειστή καθορίζει αν και σε ποιο βαθμό αυτός ο τρίτος δικαιούται να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που είχε ο δανειστής κατά του οφειλέτη σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τη σχέση τους.»

8        Το άρθρο 16 του κανονισμού Ρώμη Ι, με τίτλο «Παθητική ενοχή εις ολόκληρον», ορίζει:

«Στην περίπτωση που ένας δανειστής έχει απαιτήσεις έναντι περισσότερων οφειλετών, οι οποίοι ευθύνονται για την ίδια απαίτηση, και ένας εκ των οφειλετών έχει ήδη ικανοποιήσει, εν όλω ή εν μέρει, την απαίτηση, το δίκαιο το οποίο διέπει την υποχρέωση του οφειλέτη έναντι του δανειστή διέπει επίσης το δικαίωμα του οφειλέτη να στραφεί κατά των λοιπών οφειλετών. Οι λοιποί οφειλέτες μπορούν να αντιτάσσουν κατά τον δανειστή τα μέσα άμυνας τα οποία διαθέτουν στο μέτρο που επιτρέπεται από το δίκαιο το οποίο διέπει τις υποχρεώσεις τους έναντι του δανειστή.»

9        Το άρθρο 23 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Σχέση με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου», προβλέπει:

«Με την εξαίρεση του άρθρου 7, ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου οι οποίες, σε ειδικά θέματα, ρυθμίζουν τους κανόνες σύγκρουσης νόμων στον τομέα των συμβατικών ενοχών.»

 Ο κανονισμός Ρώμη ΙI

10      Η αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού Ρώμη ΙI ορίζει:

«Το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής και οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να συνάδουν προς τον κανονισμό [Βρυξέλλες Ι] και προς τα νομοθετήματα σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές.»

11      Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, υπό τον τίτλο «Γενικός κανόνας»:

«1.      Το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.

2.      Ωστόσο, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.

3.      Αν από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης προκύπτει ότι η σύμβαση, ελλείψει επιλογής δικαίου, έχει εμφανώς στενότερους δεσμούς με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 ή 2, εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας. Ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα θα μπορούσε να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία.»

12      Το άρθρο 15 του κανονισμού Ρώμη ΙI, με τίτλο «Περιεχόμενο του εφαρμοστέου δικαίου», προβλέπει:

«Το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές δυνάμει του παρόντος κανονισμού διέπει ιδίως:

α)      τις προϋποθέσεις και την έκταση της ευθύνης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των προσώπων που δύνανται να φέρουν ευθύνη για τις πράξεις τους·

β)      τους λόγους απαλλαγής από την ευθύνη, περιορισμού και καταμερισμού της ευθύνης·

[...]».

13      Το άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή του υπευθύνου», ορίζει:

«Ο ζημιωθείς δύναται να στραφεί απευθείας κατά του ασφαλιστή του υποχρέου για την καταβολή αποζημιώσεως, εφόσον αυτό προβλέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στην εξωσυμβατική ενοχή ή το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση ασφαλίσεως.»

14      Το άρθρο 19 του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «Υποκατάσταση», έχει ως εξής:

«Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο (“ο δανειστής”) έχει αξίωση βασιζόμενη σε εξωσυμβατική ενοχή έναντι άλλου προσώπου (“ο οφειλέτης”), και ένας τρίτος έχει την υποχρέωση να ικανοποιήσει τον δανειστή, ή τον έχει όντως ικανοποιήσει εκπληρώνοντας την υποχρέωση αυτή, το εφαρμοστέο σ’ αυτή την υποχρέωση του τρίτου δίκαιο καθορίζει εάν και σε ποιο βαθμό αυτός ο τρίτος δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματα που έχει ο δανειστής κατά του οφειλέτη σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τη σχέση τους.»

15      Κατά το άρθρο 20 του κανονισμού Ρώμη ΙI, με τίτλο «Παθητική ενοχή εις ολόκληρον»:

«Αν ο δανειστής έχει αξιώσεις κατά πολλών οφειλετών οι οποίοι ευθύνονται για την αυτή αξίωση, και ένας από τους οφειλέτες τον έχει ήδη ικανοποιήσει εν όλω ή εν μέρει, το δικαίωμα του συγκεκριμένου οφειλέτη να στραφεί κατά των υπολοίπων διέπεται από το εφαρμοστέο δίκαιο στην εξωσυμβατική σχέση αυτού προς τον δανειστή.»

16      Το άρθρο 27 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Σχέση με άλλες διατάξεις κοινοτικού δικαίου», ορίζει:

«Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου οι οποίες, σε ειδικά θέματα, θεσπίζουν κανόνες περί σύγκρουσης δικαίων στον τομέα των εξωσυμβατικών ενοχών.»

 Η οδηγία 2009/103

17      Η αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας 2009/103 έχει ως εξής:

«Προς το συμφέρον του ασφαλιζόμενου, θα πρέπει κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο να διασφαλίζει, σε κάθε κράτος μέλος, έναντι ενιαίου ασφάλιστρου, την κάλυψη που απαιτείται από τη νομοθεσία του ή την κάλυψη που απαιτεί η νομοθεσία του κράτους μέλους της συνήθους στάθμευσης του οχήματος, όταν αυτή η τελευταία είναι υψηλότερη.»

18      Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 3 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Υποχρέωση ασφάλισης των οχημάτων», ορίζει:

«Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο ώστε η ασφαλιστική σύμβαση να καλύπτει επίσης:

α)      τις ζημίες που προκαλούνται στο έδαφος των άλλων κρατών μελών, σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθεσίες στα κράτη αυτά·

[…]».

19      Το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Ενιαίο ασφάλιστρο», έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι όλα τα συμβόλαια υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των οχημάτων:

α)      καλύπτουν, βάσει ενιαίου ασφαλίστρου, και καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ολόκληρο το έδαφος της Κοινότητας, περιλαμβανομένου και του χρονικού διαστήματος τυχόν παραμονής του οχήματος σε άλλα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της σύμβασης και

β)      εξασφαλίζουν, βάσει αυτού του ίδιου ενιαίου ασφαλίστρου, σε κάθε κράτος μέλος, την κάλυψη που απαιτείται από τη νομοθεσία του ή την κάλυψη που απαιτεί η νομοθεσία του κράτους μέλους της συνήθους στάθμευσης του οχήματος, όταν αυτή η τελευταία είναι υψηλότερη.»

 Το δίκαιο της Λιθουανίας

20      Οι διατάξεις της οδηγίας 2009/103 μεταφέρθηκαν στην εσωτερική νομοθεσία με τον νόμο περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (TPVCAPDĮ), της 5ης Μαρτίου 2004 (Žin., 2004, n° 46-1498), όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο X‑1137, της 17ης Μαΐου 2007 (Žin., 2007, n° 61-2340, στο εξής: νόμος περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως).

21      Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του νόμου περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως, με τίτλο «Εδαφική κάλυψη της ασφαλιστικής συμβάσεως», ορίζει:

«Μετά την καταβολή του ενιαίου (κύριου) ασφαλίστρου, η ασφαλιστική σύμβαση [οχήματος με συνήθη στάθμευση επί του λιθουανικού εδάφους] ή η ασφαλιστική σύμβαση διασυνοριακής καλύψεως παρέχει, καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβάσεως, συμπεριλαμβανομένης κάθε τυχόν παραμονής του οχήματος σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, εντός κάθε κράτους μέλους, την κάλυψη που απαιτείται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού σχετικά με την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, ή την κάλυψη που προκύπτει από τον παρόντα νόμο, όταν αυτή η τελευταία είναι υψηλότερη. [...]»

22      Κατά το άρθρο 11 του νόμου περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως, με τίτλο «Ποσά ασφαλιστικής καλύψεως και ασφαλίστρων»:

«[...]

3.      Ο ασφαλιστής υποχρεούται στην καταβολή αποζημιώσεως για ζημία που προκλήθηκε στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους της Ένωσης, βάσει του υψηλότερου προβλεπόμενου ποσού ασφαλιστικής καλύψεως, ήτοι, βάσει του ποσού ασφαλιστικής καλύψεως που προβλέπεται από τις νομοθετικές ρυθμίσεις του εν λόγω κράτους μέλους ή βάσει των ποσών ασφαλιστικής καλύψεως όπως αυτά εξειδικεύονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

[...]»

23      Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, με τίτλο «Αρχές που διέπουν την καταβολής αποζημιώσεως», προβλέπει:

«Ο ασφαλιστής ενέχεται στην καταβολή αποζημιώσεως εάν ο χρήστης του αυτοκινήτου οχήματος φέρει την αστική ευθύνη της ζημίας που προκλήθηκε στον ζημιωθέντα τρίτο. Κατά την καταβολή της αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη οι νομοθετικές ρυθμίσεις περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης των χρηστών αυτοκινήτων οχημάτων που προβλέπονται από το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου συνέβη το τροχαίο ατύχημα.

[...]»

 Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Η υπόθεση C‑359/14

24      Την 1η Σεπτεμβρίου 2011, στα περίχωρα του Mannheim (Γερμανία), έλκον όχημα μαζί με το προσδεδεμένο σε αυτό ρυμουλκούμενο ανατράπηκε στο οδόστρωμα ενώ επιχειρούσε αναστροφή. Οι αστυνομικοί που επενέβησαν στον τόπο του ατυχήματος διαπίστωσαν ότι υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του έλκοντος οχήματος. Κατά συνέπεια, ο ασφαλιστής του εν λόγω οχήματος, το υποκατάστημα της «ERGO Insurance» SE, κατέβαλε στα θύματα του ατυχήματος αποζημίωση 7 760,02 λιθουανικά λίτας (LTL) (περίπου 2 255 ευρώ). Ο εν λόγω ασφαλιστής άσκησε εν συνεχεία αγωγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας να υποχρεωθεί ο ασφαλιστής του ρυμουλκούμενου, ήτοι το υποκατάστημα της «If P&C Insurance» AS, ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενος για την προκληθείσα ζημία, να επιβαρυνθεί με το ήμισυ της ασφαλιστικής αποζημιώσεως που υποχρεώθηκε να καταβάλει.

25      Κατά το αιτούν δικαστήριο, υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου στη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ασφαλιστών δικαίου.

26      Υπό τις συνθήκες αυτές το Vilniaus miesto apylinkės teismas (πρωτοδικείο Vilnius) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού [Ρώμη Ι], κατά το οποίο, “[ε]φόσον το εφαρμοστέο δίκαιο δεν μπορεί να καθοριστεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 [του ως άνω άρθρου 4], η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα”, την έννοια ότι σε περιπτώσεις όπως η επίμαχη [στην υπόθεση της κύριας δίκης] εφαρμόζεται το γερμανικό δίκαιο;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, έχει ο κανόνας του άρθρου 4 του κανονισμού [Ρώμη II] την έννοια ότι, σε περιπτώσεις όπως η επίμαχη [στην υπόθεση της κύριας δίκης], το εφαρμοστέο δίκαιο στη διαφορά μεταξύ του ασφαλιστή του έλκοντος οχήματος και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου οχήματος πρέπει να προσδιοριστεί βάσει του δικαίου της χώρας όπου προκλήθηκε η οφειλόμενη στο τροχαίο ατύχημα ζημία;»

 Η υπόθεση C‑475/14

27      Σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στη Γερμανία στις 21 Ιανουαρίου 2011 έλκον όχημα που έφερε ρυμουλκούμενο προξένησε υλικές ζημίες σε περιουσία τρίτων. Το έλκον όχημα ήταν τότε ασφαλισμένο για αστική ευθύνη στο υποκατάστημα της Gjensidige Baltic στη Λιθουανία. Το ρυμουλκούμενο ήταν ασφαλισμένο στο πλαίσιο ασφαλιστικής συμβάσεως για αστική ευθύνη συναφθείσα με την PZU Lietuva.

28      Έναντι των αξιώσεων που προέβαλαν τα θύματα του ατυχήματος αυτού στη Γερμανία, η Gjensidige Baltic κατέβαλε, ως αποζημίωση, το ποσό των 4 331,05 LTL (περίπου 1 254 ευρώ). Η Gjensidige Baltic φρονεί ότι, καθόσον η εν λόγω αποζημίωση καλύπτει το σύνολο των ζημιών των θυμάτων, μπορούσε να ασκήσει αγωγή εξ αναγωγής κατά της PZU Lietuva, αναζητώντας το ήμισυ του ως άνω ποσού, ήτοι 2 165,53 LTL (περίπου 629 ευρώ).

29      Με απόφαση της 2ας Ιανουαρίου 2013, το Vilniaus miesto apylinkės teismas έκανε δεκτό το αίτημα της Gjensidige Baltic. Υποχρέωσε την PZU Lietuva να της καταβάλει το ποσό των 2 165,53 LTL πλέον τόκων με ετήσιο επιτόκιο 6 %. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II, εφαρμοστέο στην εξωσυμβατική ενοχή που απορρέει από το ζημιογόνο γεγονός είναι το γερμανικό δίκαιο. Πάντως, κατά το γερμανικό δίκαιο, η ευθύνη για ζημίες που οφείλονται σε τροχαίο ατύχημα προκληθέν από όχημα με ρυμουλκούμενο πρέπει να επιμερίζεται. Ο ασφαλιστής που θα καταβάλει την αποζημίωση δικαιούται να ζητήσει το ήμισυ του ποσού της αποζημιώσεως από τον έτερο ασφαλιστή.

30      Με απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2013, το Vilniaus apygardos teismas (εφετείο του Vilnius) εξαφάνισε την απόφαση του Vilniaus miesto apylinkės teismas και απέρριψε την ασκηθείσα από την Gjensidige Baltic αγωγή εξ αναγωγής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι, εν προκειμένω, τα ζητήματα σχετικά με την αστική ευθύνη που απορρέει από την κυκλοφορία οχήματος πρέπει να επιλύονται βάσει της συμβάσεως υποχρεωτικής ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία οχήματος και ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του κανονισμού Ρώμη ΙI. Συγκεκριμένα, εφόσον στην περίπτωση που αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης έχει συναφθεί σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως, δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση αδικοπρακτική ευθύνη. Το εν λόγω δικαστήριο, θεωρώντας ότι η υποχρέωση της PZU Lietuva απορρέει από τη σύμβαση υποχρεωτικής ασφαλίσεως, αποφάνθηκε ότι πρέπει να εφαρμοστεί το δίκαιο της Λιθουανίας.

31      Με αίτηση αναιρέσεως ασκηθείσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Gjensidige Baltic ζητεί την αναίρεση της προαναφερθείσας αποφάσεως και την επικύρωση της αποφάσεως του Vilniaus miesto apylinkės teismas της 2ας Ιανουαρίου 2013.

32      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατ’ ουσίαν, αντικείμενο της διαφοράς είναι ο χαρακτηρισμός της έννομης σχέσεως μεταξύ των ασφαλιστών του έλκοντος οχήματος και του ρυμουλκούμενου, καθώς και ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου στην εν λόγω σχέση δικαίου. Ο χαρακτηρισμός αυτός έχει καθοριστική σημασία για τη συγκεκριμένη διαφορά, διότι στη λιθουανική και στη γερμανική έννομη τάξη ισχύουν διαφορετικές αρχές όσον αφορά τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ του ασφαλιστή του έλκοντος οχήματος και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από συζευγμένο όχημα.

33      Εξάλλου, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί εάν, όπως υποστηρίζει η Gjensidige Baltic, το άρθρο 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/103 θεσπίζει κανόνα συγκρούσεως, κατά τον οποίο, σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ ασφαλιστών, όπως αυτή της κύριας δίκης, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο του τόπου του ατυχήματος.

34      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Θέτει το άρθρο 14, στοιχείο βʹ, της [οδηγίας 2009/103] έναν κανόνα συγκρούσεως νόμων, ο οποίος ratione personae πρέπει να εφαρμόζεται όχι μόνο στα θύματα τροχαίων ατυχημάτων αλλά και στους ασφαλιστές των υπαίτιων για την πρόκληση της ζημίας οχημάτων, με σκοπό τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στις μεταξύ τους σχέσεις, και συνιστά η συγκεκριμένη διάταξη ειδικό κανόνα δικαίου σε σχέση με τους κανόνες που διέπουν το εφαρμοστέο δίκαιο και προβλέπονται από τους κανονισμούς Ρώμη Ι και Ρώμη ΙΙ;

2)      Εάν στο πρώτο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η έννοια των “συμβατικών ενοχών” κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη I καλύπτει έννομες σχέσεις όπως αυτές μεταξύ των ασφαλιστών στην υπό κρίση υπόθεση. Εάν πράγματι η έννοια των “συμβατικών ενοχών” καλύπτει τις έννομες σχέσεις μεταξύ των ασφαλιστών, εμπίπτουν οι εν λόγω σχέσεις στην κατηγορία των συμβάσεων ασφαλίσεως (έννομες σχέσεις) και πρέπει το εφαρμοστέο σε αυτές δίκαιο να καθοριστεί βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού Ρώμη I;

3)      Εάν οι απαντήσεις που θα δοθούν στα πρώτα δύο ερωτήματα είναι αρνητικές, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής εξ αναγωγής, οι έννομες σχέσεις μεταξύ των ασφαλιστών συνδυασμού οχημάτων εμπίπτουν στην έννοια των “εξωσυμβατικών ενοχών” κατά τον κανονισμό Ρώμη II και αν, κατά τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II, οι εν λόγω σχέσεις πρέπει ή όχι να θεωρούνται ως παρεπόμενες έννομες σχέσεις που απορρέουν από τροχαίο ατύχημα (αδικοπραξία). Σε μια περίπτωση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει οι ασφαλιστές του συνδυασμού οχημάτων να αντιμετωπίζονται ως οφειλέτες οι οποίοι ευθύνονται για την ίδια αξίωση κατά την έννοια του άρθρου 20 του κανονισμού Ρώμη II, και το εφαρμοστέο δίκαιο στις μεταξύ τους σχέσεις να καθορίζεται βάσει του εν λόγω κανόνα;»

35      Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Νοεμβρίου 2014, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑359/14 και C‑475/14 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

36      Με τα ερωτήματά τους, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί πώς πρέπει να ερμηνευθούν οι κανονισμοί Ρώμη Ι και Ρώμη ΙI, καθώς και η οδηγία 2009/103 ούτως ώστε να προσδιοριστεί το εφαρμοστέο δίκαιο στο πλαίσιο αγωγής εξ αναγωγής ασκηθείσα από ασφαλιστή έλκοντος οχήματος, ο οποίος αποζημίωσε το θύμα ατυχήματος προκληθέντος από τον οδηγό του εν λόγω οχήματος, κατά του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου κατά το ατύχημα αυτό οχήματος.

37      Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 αυτών, οι κανονισμοί Ρώμη Ι και Ρώμη ΙI εναρμόνισαν τους κανόνες συγκρούσεως των εφαρμοστέων δικαίων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις όσον αφορά τις συμβατικές και τις εξωσυμβατικές ενοχές αντιστοίχως. Το εφαρμοστέο δίκαιο στις δύο αυτές κατηγορίες ενοχών προσδιορίζεται βάσει των διατάξεων ενός εκ των δύο αυτών κανονισμών, με την επιφύλαξη, ωστόσο, των κανόνων των άρθρων 23 και 25 του κανονισμού Ρώμη Ι, καθώς και των άρθρων 27 και 28 του κανονισμού Ρώμη ΙI.

38      Ως προς το τελευταίο σημείο, επισημαίνεται, αφενός, σε απάντηση του ερωτήματος του Lietuvos Aukščiausiasis Teismas στην υπόθεση C‑475/14, ότι το άρθρο 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/103 δεν θέτει ειδικό κανόνα συγκρούσεως σε σχέση με τους κανόνες συγκρούσεως των κανονισμών Ρώμη Ι και Ρώμη ΙI όσον αφορά τις αγωγές εξ αναγωγής μεταξύ ασφαλιστών και, ως εκ τούτου, δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 23 του κανονισμού Ρώμη Ι και 27 του κανονισμού Ρώμη ΙI.

39      Η οδηγία 2009/103 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του θύματος του τροχαίου ατυχήματος και του κατόχου του υπαίτιου για το ατύχημα αυτό οχήματος. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 12 αυτής, γενικός σκοπός της οδηγίας είναι να διασφαλίσει την προστασία των θυμάτων ατυχημάτων παρέχοντας την εγγύηση ενός ελαχίστου επιπέδου ασφαλιστικής καλύψεώς τους.

40      Δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό της οδηγίας 2009/103 ότι αυτή αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων συγκρούσεως.

41      Ειδικότερα, το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 26 αυτής, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν απλώς τα αναγκαία μέτρα ώστε, αφενός, οι ασφαλίσεις των οχημάτων να καλύπτουν, με ενιαίο ασφάλιστρο, όλο το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη διάρκεια της συμβάσεως και, αφετέρου, να εξασφαλίζεται, βάσει του ασφαλίστρου αυτού, σε κάθε κράτος μέλος, η κάλυψη που απαιτείται από τη νομοθεσία του ή από τη νομοθεσία του κράτους μέλους της συνήθους στάθμευσης του οχήματος, όταν η δεύτερη είναι υψηλότερη.

42      Επομένως, η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικώς την εδαφική έκταση και τον βαθμό της καλύψεως που οφείλει να παράσχει ο ασφαλιστής, προκειμένου να εξασφαλίζεται επαρκής προστασία των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων. Δεν συνάγεται εξ αυτού ότι υπάρχει κανόνας κατά τον οποίο η κατά τα προεκτεθέντα προσδιοριζόμενη νομοθεσία του κράτους μέλους διέπει τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των ασφαλιστών.

43      Όσον αφορά, αφετέρου, τα πεδία εφαρμογής των κανονισμών Ρώμη Ι και Ρώμη ΙI, οι έννοιες «συμβατικές ενοχές» και «εξωσυμβατικές ενοχές» στους εν λόγω κανονισμούς πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, με γνώμονα κυρίως την οικονομία και τους σκοπούς των κανονισμών αυτών (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση ÖFAB, C‑147/12, EU:C:2013:490, σκέψη 27). Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 7 αμφοτέρων των κανονισμών, ότι οι κανονισμοί αυτοί πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο συνεκτικό μεταξύ τους, αλλά και με τον κανονισμό Βρυξέλλες Ι, στο άρθρο 5 του οποίου γίνεται διάκριση μεταξύ διαφορών εκ συμβάσεως και ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας.

44      Όπως προκύπτει από τη σχετική με τον κανονισμό αυτόν νομολογία του Δικαστηρίου, ως «εκ συμβάσεως», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, χαρακτηρίζεται μόνον η έννομη υποχρέωση την οποία ένα πρόσωπο ανέλαβε ελεύθερα έναντι άλλου προσώπου και στην οποία στηρίζεται η αγωγή (βλ. απόφαση Kolassa, C‑375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 39). Κατ’ αναλογία και σύμφωνα με την προαναφερθείσα στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως απαίτηση συνεκτικής εφαρμογής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με τον όρο «συμβατική ενοχή» στο άρθρο 1 του κανονισμού Ρώμη Ι προσδιορίζεται η έννομη υποχρέωση την οποία ένα πρόσωπο ανέλαβε ελεύθερα έναντι άλλου προσώπου.

45      Όσον αφορά τον όρο «εξωσυμβατική ενοχή» στο άρθρο 1 του κανονισμού Ρώμη ΙI, υπενθυμίζεται ότι η έννοια της «ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», κατά το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, καλύπτει οποιαδήποτε αξίωση έχει έρεισμα στην ευθύνη του εναγομένου και δεν αφορά «διαφορές εκ συμβάσεως», κατά την έννοια του σημείου 1 του εν λόγω άρθρου 5 (απόφαση ÖFAB, C‑147/12, EU:C:2013:490, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επισημαίνεται, ακόμη, ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 του κανονισμού Ρώμη ΙI, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται σε ενοχές απορρέουσες από ζημία, δηλαδή όλες τις συνέπειες των αδικοπραξιών, του αδικαιολογήτου πλουτισμού, της διοίκησης αλλοτρίων ή της culpa in contrahendo [ευθύνης κατά τις διαπραγματεύσεις].

46      Βάσει των στοιχείων αυτών, ως «εξωσυμβατική ενοχή», κατά την έννοια του κανονισμού Ρώμη ΙI, νοείται η ενοχή που απορρέει από τις αιτίες που απαριθμούνται στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού και παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.

47      Εν προκειμένω, από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει ότι συμβατικές ενοχές, κατά την έννοια του κανονισμού Ρώμη Ι, υφίστανται μεταξύ των ασφαλιστών και, αντιστοίχως, του κατόχου ή του οδηγού του έλκοντος οχήματος και του κατόχου του ρυμουλκούμενου. Αντιθέτως, δεν υφίσταται καμία συμβατική δέσμευση μεταξύ των δύο ασφαλιστών.

48      Περαιτέρω, η ύπαρξη και η έκταση της υποχρεώσεως αποζημιώσεως των θυμάτων στις υποθέσεις των κύριων δικών εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από εκτιμήσεις σχετικά με τα τροχαία ατυχήματα που αποτελούν τις αιτίες των επίμαχων ζημιών. Οι εκτιμήσεις αυτές αφορούν ευθύνη από αδικοπραξία και όχι τη συμβατική σχέση μεταξύ ασφαλιστών και ασφαλισμένων.

49      Όσον αφορά τη δυνατότητα του ασφαλιστή του έλκοντος οχήματος, ο οποίος αποζημίωσε το θύμα για το σύνολο της ζημίας που αυτό υπέστη λόγω του ατυχήματος στο οποίο εμπλέκεται τόσο το έλκον όχημα όσο και το συνδεδεμένο με αυτό ρυμουλκούμενο, να ασκήσει αγωγή εξ αναγωγής κατά του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, επισημαίνονται τα εξής.

50      Πρώτον, το δικαίωμα του ασφαλιστή του έλκοντος οχήματος, ο οδηγός του οποίου προκάλεσε το ατύχημα, να στραφεί κατά του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου δεν απορρέει, μετά την καταβολή της αποζημιώσεως στο θύμα, από την ασφαλιστική σύμβαση, αλλά προϋποθέτει αδικοπρακτική ευθύνη του κατόχου του ρυμουλκούμενου έναντι του ως άνω θύματος.

51      Επομένως, η ενοχή προς αποζημίωση η οποία βαρύνει τον κάτοχο του ρυμουλκούμενου αποτελεί «εξωσυμβατική ενοχή», κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού Ρώμη ΙI. Επομένως, το εφαρμοστέο στην εν λόγω ενοχή δίκαιο πρέπει να προσδιοριστεί βάσει των διατάξεων του κανονισμού αυτού.

52      Κατά το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού και με την επιφύλαξη αντίθετων διατάξεων αυτού, εφαρμοστέο σε περίπτωση εξωσυμβατικής ενοχής είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ήτοι, στις υποθέσεις των κύριων δικών, της χώρας όπου επήλθε η ευθέως οφειλόμενη στο ατύχημα ζημία (βλ., συναφώς, απόφαση Lazar, C‑350/14, EU:C:2015:802, σκέψη 24). Κατά το άρθρο 15, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού Ρώμη ΙI, το δίκαιο αυτό διέπει τις προϋποθέσεις και την έκταση της ευθύνης, καθώς και τους λόγους καταμερισμού της.

53      Επομένως, βάσει δικαίου του τόπου επελεύσεως της άμεσης ζημίας, ήτοι, εν προκειμένου, του δικαίου της Γερμανίας, πρέπει να προσδιοριστούν οι υπόχρεοι της υποχρεώσεως αποζημιώσεως του θύματος, καθώς και, ενδεχομένως, η αντίστοιχη συμβολή του κατόχου του ρυμουλκούμενου και του κατόχου ή του οδηγού του έλκοντος οχήματος στη ζημία που υπέστη το θύμα.

54      Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση του ασφαλιστή να αποζημιώσει το θύμα για την προκληθείσα ζημία δεν απορρέει από την εν λόγω ζημία, αλλά από τη σύμβαση μεταξύ του θύματος και του υπόχρεου ασφαλιστή. Επομένως, η υποχρέωση αποζημιώσεως απορρέει από συμβατική ενοχή, οπότε το εφαρμοστέο σε αυτή δίκαιο πρέπει να προσδιοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού Ρώμη Ι.

55      Πρέπει, συνεπώς, να διερευνηθεί, στο πλαίσιο του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στις συμβάσεις ασφαλίσεως των επίμαχων στις υποθέσεις των κύριων δικών ελκόντων οχημάτων και των συνδεδεμένων με αυτών ρυμουλκούμενων, εάν οι ασφαλιστές των δύο αυτών τύπων οχημάτων ήταν όντως υποχρεωμένοι, βάσει των συμβάσεων αυτών, να αποζημιώσουν τα θύματα των ατυχημάτων που προκλήθηκαν από τα οχήματα αυτά.

56      Τρίτον, όσον αφορά το αν ο ασφαλιστής έλκοντος οχήματος ο οποίος αποζημίωσε το θύμα δύναται, ενδεχομένως, να στραφεί αναγωγικώς κατά του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, επισημαίνεται ότι το άρθρο 19 του κανονισμού Ρώμη ΙI εισάγει διάκριση μεταξύ αξιώσεων εξ αδικοπραξίας και συμβατικών αξιώσεων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που ένα τρίτος, ήτοι ο ασφαλιστής, αποζημιώσει, εις εκπλήρωση σχετικής υποχρεώσεως, το θύμα ατυχήματος, το οποίο έχει αξίωση αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας έναντι του οδηγού ή του κατόχου του οχήματος.

57      Ειδικότερα, το άρθρο 19 του κανονισμού Ρώμη ΙI προβλέπει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η ενδεχόμενη υποκατάσταση στα δικαιώματα του θύματος διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στην υποχρέωση του τρίτου, ήτοι του ασφαλιστή της αστικής ευθύνης, να αποζημιώσει το θύμα.

58      Επομένως, δεδομένου ότι η υποχρέωση του ασφαλιστή να καλύψει την αστική ευθύνη του ασφαλισμένου έναντι του θύματος απορρέει από την ασφαλιστική σύμβαση που έχει συνάψει με τον ασφαλισμένο, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται ο ασφαλιστής να ασκήσει τα δικαιώματα του θύματος του ατυχήματος έναντι των ευθυνόμενων για το ατύχημα προσώπων ορίζονται κατά το εθνικό δίκαιο που διέπει την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση, το δε δίκαιο αυτό προσδιορίζεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7 του κανονισμού Ρώμη Ι.

59      Αντιθέτως, το εφαρμοστέο δίκαιο για τον καθορισμό των προσώπων στα οποία μπορεί να καταλογιστεί ευθύνη, καθώς και για τον ενδεχόμενο καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ αυτών και των αντίστοιχων ασφαλιστών προσδιορίζεται, κατά το προαναφερθέν άρθρο 19, βάσει των άρθρων 4 επ. του κανονισμού Ρώμη ΙI.

60      Πρέπει, επίσης, να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση που, κατά το εφαρμοστέο βάσει των ως άνω διατάξεων του κανονισμού Ρώμη ΙI δίκαιο, το θύμα τροχαίου ατυχήματος προκληθέντος από έλκον όχημα με ρυμουλκούμενο έχει αξιώσεις τόσο έναντι του κατόχου όσο και έναντι του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, ο ασφαλιστής του έλκοντος οχήματος, εφόσον αποζημιώσει το θύμα, δύναται να στραφεί κατά του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου στον βαθμό που το εφαρμοστέο, κατά το άρθρο 7 του κανονισμού Ρώμη Ι, στην ασφαλιστική σύμβαση δίκαιο προβλέπει την υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του θύματος.

61      Συνεπώς, εναπόκειται στα αιτούντα δικαστήρια να διαπιστώσουν, αρχικώς, πώς πρέπει να καταμεριστεί η καταβλητέα στα θύματα αποζημίωση μεταξύ, αφενός, του οδηγού και του κατόχου του έλκοντος οχήματος και, αφετέρου, του κατόχου του ρυμουλκούμενου, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους δυνάμει του κανονισμού Ρώμη II κανόνες του εθνικού δικαίου.

62      Εν συνεχεία, πρέπει να προσδιοριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού Ρώμη Ι, το δίκαιο που έχει εφαρμογή στις συμβάσεις μεταξύ των εναγόντων στις κύριες δίκες ασφαλιστών και του αντίστοιχου ασφαλισμένου, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν και κατά πόσον οι εν λόγω ασφαλιστές δύναται να ασκήσουν αναγωγικώς τα δικαιώματα του θύματος έναντι του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου.

63      Βάσει των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/103 έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν περιέχει ειδικό κανόνα συγκρούσεως για τον προσδιορισμό του δικαίου που έχει εφαρμογή σε αγωγή εξ αναγωγής μεταξύ ασφαλιστών υπό περιστάσεις όπως αυτές των υποθέσεων των κύριων δικών.

64      Οι κανονισμοί Ρώμη Ι και Ρώμη ΙI έχουν την έννοια ότι το δίκαιο που έχει εφαρμογή σε αγωγή εξ αναγωγής ασκηθείσα από τον ασφαλιστή έλκοντος οχήματος, ο οποίος αποζημίωσε τα θύματα ατυχήματος προκληθέντος από τον οδηγό του εν λόγω οχήματος, κατά του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου κατά το ατύχημα αυτό οχήματος προσδιορίζεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7 του κανονισμού Ρώμη Ι, εφόσον οι εφαρμοστέοι στο ατύχημα αυτό, κατά τα άρθρα 4 επ. του κανονισμού Ρώμη ΙI, κανόνες περί αδικοπρακτικής ευθύνης προβλέπουν καταμερισμό της υποχρεώσεως αποζημιώσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

65      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 14, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής, έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν περιέχει ειδικό κανόνα συγκρούσεως για τον προσδιορισμό του δικαίου που έχει εφαρμογή σε αγωγή εξ αναγωγής μεταξύ ασφαλιστών υπό περιστάσεις όπως αυτές των υποθέσεων των κύριων δικών.

Οι κανονισμοί (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), και (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ), έχουν την έννοια ότι το δίκαιο που έχει εφαρμογή σε αγωγή εξ αναγωγής ασκηθείσα από τον ασφαλιστή έλκοντος οχήματος, ο οποίος αποζημίωσε τα θύματα ατυχήματος προκληθέντος από τον οδηγό του εν λόγω οχήματος, κατά του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου κατά το ατύχημα αυτό οχήματος προσδιορίζεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7 του κανονισμού 593/2008, εφόσον οι εφαρμοστέοι στο ατύχημα αυτό, κατά τα άρθρα 4 επ. του κανονισμού 864/2007, κανόνες περί αδικοπρακτικής ευθύνης προβλέπουν καταμερισμό της υποχρεώσεως αποζημιώσεως.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική.