Language of document : ECLI:EU:C:2016:50

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 26ης Ιανουαρίου 2016 (1)

Υπόθεση C‑233/14

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Βασιλείου των Κάτω Χωρών

«Ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης — Ίση μεταχείριση — Πρόσβαση σε προτιμησιακές τιμές εισιτηρίων για τα δημόσια μέσα μεταφοράς — Σπουδαστές της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των σπουδαστών του προγράμματος Erasmus — Άρθρα 18, 20 και 21 ΣΛΕΕ — Άρθρο 24 της οδηγίας 2004/38 — Παραδεκτό»





1.        Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την προσφυγή που άσκησε σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (στο εξής: Κάτω Χώρες) παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 18, 20 και 21 ΣΛΕΕ και το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ (2), για τον λόγο ότι χορηγεί κάρτα που εξασφαλίζει πρόσβαση σε φθηνότερα εισιτήρια για τα δημόσια μέσα μεταφοράς (στο εξής: σπουδαστική κάρτα OV) στους μη Ολλανδούς σπουδαστές της Ένωσης που σπουδάζουν στις Κάτω Χώρες, ήτοι σε σπουδαστές του προγράμματος Erasmus και σε σπουδαστές εκτός του πλαισίου του προγράμματος Erasmus (στο εξής: κανονικοί σπουδαστές) (3) υπό λιγότερο ευνοϊκούς όρους σε σύγκριση με τους όρους που προβλέπονται προς τούτο για τους Ολλανδούς υπηκόους που σπουδάζουν στις Κάτω Χώρες.

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

2.        Το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας «[ε]ντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών τους […]».

3.        Το άρθρο 20, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ θεσπίζει την ιθαγένεια της Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Το άρθρο 20, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ορίζει ότι οι πολίτες της Ένωσης «[…] έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες», στα οποία περιλαμβάνεται «το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών» (άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ). Εξάλλου, τα δικαιώματα αυτά ασκούνται «[…] υπό τους όρους και εντός των ορίων που ορίζονται από τις Συνθήκες και από τα μέτρα που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους».

4.        Το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει ότι «κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της».

5.        Το άρθρο 165, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει ότι «η Ένωση συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους» υπό την προϋπόθεση ότι σέβεται την αρμοδιότητα των κρατών μελών «για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος […]». Κατά το άρθρο 165, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, η δράση της Ένωσης έχει ως στόχο «να ευνοεί την κινητικότητα των φοιτητών». Προκειμένου να συμβάλει στην υλοποίηση των στόχων του άρθρου 165 ΣΛΕΕ, το άρθρο 165, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο οφείλουν να θεσπίζουν δράσεις ενθάρρυνσης, χωρίς να εναρμονίζουν τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών. Ανάλογη διάταξη περιλαμβάνεται στο άρθρο 166, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ όσον αφορά την πολιτική επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.

 Η οδηγία 2004/38/ΕΚ

6.        Η οδηγία 2004/38 ισχύει για «[…] όλους τους πολίτες της Ένωσης που μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι, καθώς και για τα μέλη των οικογενειών τους που τους συνοδεύουν ή μεταβαίνουν στο κράτος μέλος αυτό […]» (άρθρο 3, παράγραφος 1).

7.        Κατά την αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας 2004/38, «[οι] απολαύοντες του δικαιώματος διαμονής δεν θα πρέπει […] να καθίστανται υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά την αρχική περίοδο διαμονής τους» και «[γ]ια τον σκοπό αυτό, το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των τριών μηνών, θα πρέπει να υπόκειται σε όρους».

8.        Κατά γενικό κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2004/38, οι πολίτες της Ένωσης αποκτούν το δικαίωμα μόνιμης διαμονής σε κράτος μέλος υποδοχής κατόπιν νομίμου διαμονής εκεί για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών. Έως τότε, έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών υπό όρους. Ειδικότερα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 θεσπίζει τέτοιο δικαίωμα διαμονής για πολίτες της Ένωσης οι οποίοι «[…] έχουν εγγραφεί σε ιδιωτικό ή δημόσιο ίδρυμα, εγκεκριμένο ή χρηματοδοτούμενο από το κράτος μέλος υποδοχής βάσει της νομοθεσίας ή της διοικητικής πρακτικής του, για να παρακολουθήσουν κατά κύριο λόγο σπουδές, συμπεριλαμβανομένων μαθημάτων επαγγελματικής κατάρτισης» και οι οποίοι «[…] διαθέτουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής και βεβαιώνουν την αρμόδια εθνική αρχή, με δήλωση ή με ισοδύναμο μέσο της επιλογής τους, ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της παραμονής τους» (4).

9.        Το άρθρο 24 της οδηγίας 2004/38 ορίζει:

«1.      Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητώς στη Συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο, όλοι οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής βάσει της παρούσας οδηγίας απολαύουν ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με τους ημεδαπούς του εν λόγω κράτους μέλους εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης. Το ευεργέτημα του δικαιώματος αυτού εκτείνεται στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον έχουν δικαίωμα διαμονής ή μόνιμης διαμονής.

2.      Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι υποχρεωμένο να χορηγεί δικαίωμα σε κοινωνικές παροχές κατά τους πρώτους τρεις μήνες της διαμονής, ή, κατά περίπτωση, κατά το μακρότερο χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, ούτε να δίνει, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, σπουδαστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, αποτελούμενη από σπουδαστικές υποτροφίες ή σπουδαστικά δάνεια σε άλλα πρόσωπα εκτός από μισθωτούς, μη μισθωτούς, σε πρόσωπα που διατηρούν αυτή την ιδιότητα και στα μέλη των οικογενειών τους.» (5)

 Η νομοθεσία της Ένωσης που διέπει το πρόγραμμα Erasmus

10.      Με την απόφαση 87/327/ΕΟΚ (6) του Συμβουλίου θεσπίστηκε το «πρόγραμμα Erasmus», το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου 1987 (7), με σκοπό να επιτευχθεί σημαντική αύξηση της κινητικότητας των φοιτητών στην (τότε) Κοινότητα και να προωθηθεί η στενότερη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων (8). Παράρτημα στην απόφαση αυτή καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή όφειλε να εφαρμόσει το πρόγραμμα Erasmus (9).

11.      Η εκτέλεση του προγράμματος Erasmus περιελάμβανε τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού δικτύου πανεπιστημιακής συνεργασίας, που αποτελείτο από τα πανεπιστήμια που είχαν συνάψει στο πλαίσιο του προγράμματος ERASMUS συμφωνίες ανταλλαγής φοιτητών και διδακτικού προσωπικού με πανεπιστήμια άλλων κρατών μελών και αναγνώριζαν τις περιόδους φοιτήσεως σε πανεπιστήμια άλλα από το πανεπιστήμιο προελεύσεως. Στόχος των συγκεκριμένων διαπανεπιστημιακών συμφωνιών ήταν η παροχή στους φοιτητές ενός πανεπιστημίου της δυνατότητας να φοιτήσουν για μια πλήρως αναγνωρισμένη περίοδο σε ένα τουλάχιστον άλλο κράτος μέλος, ως τμήμα του πτυχίου τους ή του ακαδημαϊκού τους τίτλου. Για καθένα από τα κοινά αυτά προγράμματα, τα συμμετέχοντα πανεπιστήμια δικαιούνταν να λάβουν ετήσιες ενισχύσεις. Η Κοινότητα όφειλε ακόμη να θεσπίσει σύστημα φοιτητικών υποτροφιών το οποίο θα παρείχε απευθείας χρηματοδότηση στους σπουδαστές που συμμετείχαν στο πρόγραμμα Erasmus (στο εξής: σπουδαστές του προγράμματος Erasmus) και το οποίο θα διαχειρίζονταν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Οι υποτροφίες θα χορηγούνταν υπό συγκεκριμένους όρους, μεταξύ των οποίων είναι και οι εξής. Οι υποτροφίες θα κάλυπταν τις δαπάνες μετακινήσεως (δηλαδή τα έξοδα του ταξιδιού), την εκμάθηση ξένης γλώσσας, αν χρειαζόταν, καθώς και το υψηλότερο κόστος ζωής στη χώρα υποδοχής. Το πανεπιστήμιο υποδοχής δεν απαιτούσε την καταβολή διδάκτρων, ο δε υπότροφος εξακολουθούσε να καταβάλλει στο πανεπιστήμιο προελεύσεως τα τυχόν επιβαλλόμενα δίδακτρα. Οι υποτροφίες που παρέχονταν σε φοιτητή στη χώρα του εξακολουθούσαν να παρέχονται στους σπουδαστές του προγράμματος Erasmus κατά τη φοίτησή τους στο πανεπιστήμιο υποδοχής (10).

12.      Μολονότι το πρόγραμμα Erasmus έχει υποστεί πλήθος αλλαγών, εντούτοις τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του φαίνεται ότι έχουν παραμείνει απαράλλακτα. Επί του παρόντος, εντάσσεται στο κεντρικό πρόγραμμα που αποκαλείται «Erasmus+» το οποίο αποτελεί ένα ενιαίο πρόγραμμα για την εκπαίδευση, την κατάρτιση, τη νεολαία και τον αθλητισμό. Ο κανονισμός (ΕΕ) 1288/2013 (στο εξής: κανονισμός του προγράμματος Erasmus+) (11) θέσπισε το πρόγραμμα Erasmus+ (στο εξής: πρόγραμμα Erasmus+) (12) επί τη βάσει των άρθρων 165, παράγραφος 4, και 166, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ. Το πρόγραμμα Erasmus+ καλύπτει, μεταξύ άλλων, «όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης και κατάρτισης, σε μια προοπτική διά βίου μάθησης», συμπεριλαμβανομένης της «ανώτατης εκπαίδευσης (Erasmus)» (13). Η «μαθησιακή κινητικότητα» (14) ανήκει στους τύπους δράσεων μέσω των οποίων ο κανονισμός αυτός προωθεί τους στόχους του στον τομέα της εκπαιδεύσεως και της καταρτίσεως (15). Το άρθρο 1, παράγραφος 2, προβλέπει ότι το πρόγραμμα πρέπει να λειτουργεί κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020.

13.      Στην αιτιολογική σκέψη 40 του κανονισμού του προγράμματος Erasmus+ διαλαμβάνεται ότι «[γ]ια να βελτιωθεί η πρόσβαση στο [πρόγραμμα Erasmus+], οι επιχορηγήσεις για τη στήριξη της κινητικότητας των προσώπων θα πρέπει να προσαρμόζονται στο κόστος διαβίωσης και παραμονής στη χώρα υποδοχής».

14.      Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού του προγράμματος Erasmus+, στο πλαίσιο της μαθησιακής κινητικότητας των ατόμων υποστηρίζεται «η κινητικότητα των σπουδαστών σε όλους τους κύκλους της ανώτατης εκπαίδευσης και των σπουδαστών, μαθητευομένων και μαθητών επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, [η οποία] μπορεί να πάρει τη μορφή σπουδών σε ίδρυμα-εταίρο ή πρακτικής άσκησης ή απόκτησης πείρας ως μαθητευόμενου, βοηθού ή ασκούμενου στο εξωτερικό» στις χώρες του προγράμματος Erasmus+ που περιλαμβάνονται στο άρθρο 24, παράγραφος 1 (16).

15.      Σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 7, του κανονισμού του προγράμματος Erasmus+, τα κονδύλια για τη μαθησιακή κινητικότητα των ατόμων πρέπει να τα διαχειρίζεται ο εθνικός οργανισμός ή εθνικοί οργανισμοί και πρέπει να κατανέμονται με βάση τον πληθυσμό και το κόστος ζωής στο κράτος μέλος, την απόσταση μεταξύ των πρωτευουσών των κρατών μελών και την απόδοση.

16.      Ο χάρτης φοιτητή Erasmus+ αποτελεί επεξηγηματικό έγγραφο το οποίο εκπόνησε η Επιτροπή για τους σπουδαστές που συμμετέχουν στο πρόγραμμα Erasmus+ (17). Επεξηγεί τους κανόνες που διέπουν τη συμμετοχή σε ένα τέτοιο πρόγραμμα. Κάθε σπουδαστής οφείλει να υπογράψει (i) σύμβαση επιχορηγήσεως (ακόμα και αν δεν λάβει χρηματική ενίσχυση από την Ένωση), κατ’ αρχάς με το ίδρυμα προελεύσεως του κράτους καταγωγής όπου ο σπουδαστής είναι εγγεγραμμένος, και (ii) συμφωνία φοιτήσεως με το ανωτέρω ίδρυμα προελεύσεως όσο και με το ίδρυμα του κράτους υποδοχής. Η δεύτερη συμφωνία καθορίζει τις λεπτομέρειες των προγραμματισμένων δραστηριοτήτων του σπουδαστή στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων των μονάδων που θα λάβει και θα συνυπολογίσουν για την απόκτηση του πτυχίου στο ίδρυμα προελεύσεώς του. Επιπλέον, ο χάρτης φοιτητή Erasmus+ αναφέρει ότι το ίδρυμα υποδοχής δεν θα ζητήσει από τον σπουδαστή να καταβάλει δίδακτρα, έξοδα εγγραφής, έξοδα εξετάσεων, έξοδα για πρόσβαση στα εργαστήρια και στις βιβλιοθήκες κατά τη διάρκεια της περιόδου που ο φοιτητής σπουδάζει στο ίδρυμα του κράτους υποδοχής. Ο σπουδαστής, ωστόσο, ενδέχεται να χρειαστεί να καταβάλει μικροποσά, όπως καταβάλλουν και οι γηγενείς φοιτητές, για ασφάλεια, φοιτητικούς συλλόγους/σωματεία φοιτητών και για τη χρήση υλικών ή εξοπλισμού που σχετίζονται με τις σπουδές. Εξάλλου, η υποτροφία ή τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί από την χώρα προελεύσεως, εξακολουθούν να ισχύουν.

 Το ολλανδικό δίκαιο

17.      Ο νόμος του 2000 περί χρηματοδοτήσεως σπουδών (Wet Studiefinanciering 2000, στο εξής: Wsf 2000) καθορίζει το εύρος και τους όρους χρηματοδοτήσεως σπουδών (στο εξής: χρηματοδότηση σπουδών) στις Κάτω Χώρες και στην αλλοδαπή. H απόφαση περί χρηματοδοτήσεως σπουδών 2000 (Besluit studiefinanciering 2000, στο εξής: Bsf 2000) είναι εφαρμοστική του συγκεκριμένου νόμου. Το άρθρο 2.1 του Wsf 2000 ορίζει ότι οι προϋποθέσεις χρηματοδοτήσεως αφορούν την ιθαγένεια (άρθρο 2.2), την ηλικία (άρθρο 2.3) και το είδος εκπαιδεύσεως (κεφάλαια 2.2 έως 2.4 (18)).

18.      Το άρθρο 1.1.1 του Wsf 2000 ορίζει ως «σπουδαστή» το πρόσωπο που ακολουθεί ανώτατες σπουδές και δεν είναι εξωτερικός σπουδαστής (19) και ως «συμμετέχοντα» το πρόσωπο που ακολουθεί επαγγελματική εκπαίδευση (20). Στην ανάλυση που ακολουθεί θα αναφέρομαι στις δύο αυτές κατηγορίες χρησιμοποιώντας, αντίστοιχα, τους όρους «σπουδαστές πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως» και «σπουδαστές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως».

19.      Το άρθρο 2.2.1 του Wsf 2000 ορίζει ότι επιλέξιμοι για χρηματοδότηση είναι: οι σπουδαστές πανεπιστημιακής και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως (21) οι οποίοι έχουν την ολλανδική ιθαγένεια· οι σπουδαστές οι οποίοι δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια αλλά εξομοιώνονται με Ολλανδό υπήκοο όσον αφορά τη χρηματοδότηση σπουδών δυνάμει διεθνούς συνθήκης ή αποφάσεως διεθνούς οργανισμού· οι σπουδαστές οι οποίοι δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια αλλά κατοικούν στις Κάτω Χώρες και περιλαμβάνονται σε κατηγορία προσώπων που πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα με τους Ολλανδούς υπηκόους όσον αφορά τη χρηματοδότηση σπουδών. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία προσώπων, το άρθρο 2.2.2 του Wsf 2000 προβλέπει τη δυνατότητα να περιορίζεται με αυτοτελές μέτρο η υποχρέωση για ίση μεταχείριση στη διασφάλιση ενός ποσού που να καλύπτει τα έξοδα προσβάσεως στην εκπαίδευση.

20.      Σύμφωνα με το άρθρο 2.3 του Wsf 2000, οι σπουδαστές πανεπιστημιακής και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως είναι επιλέξιμοι για χρηματοδότηση από την ηλικία των 18 έως την ηλικία των 30 ετών.

21.      Η προϋπόθεση που αφορά την εκπαίδευση στο άρθρο 2.1.c του Wsf 2000 αφορά την εκπαίδευση όπως αυτή περιγράφεται στα κεφάλαια 2.2 έως 2.4 του Wsf 2000. Τα κεφάλαια αυτά καλύπτουν την επαγγελματική και την ανώτατη εκπαίδευση τόσο στις Κάτω Χώρες όσο και στην αλλοδαπή. Εξ αυτών συνάγεται ότι οι σπουδαστές πανεπιστημιακής και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως πρέπει να είναι εγγεγραμμένοι σε σχετικά ιδρύματα προκειμένου να είναι επιλέξιμοι για χρηματοδότηση σπουδών.

22.      Το άρθρο 3.1.1 του Wsf 2000 προβλέπει ότι η χρηματοδότηση σπουδών μπορεί να συνίσταται σε βασική επιχορήγηση, βασικό δάνειο και πρόσθετη επιχορήγηση ή πρόσθετο δάνειο. Η χρηματοδότηση σπουδών για σπουδαστές πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως (σε αντίθεση με τους σπουδαστές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) περιλαμβάνει επίσης μια «collegegeldkrediet» ή πίστωση για τα δίδακτρα του ιδρύματος, η οποία ορίζεται στο άρθρο 1.1.1 του Wsf 2000 ως δάνειο το οποίο λαμβάνει ο σπουδαστής που ακολουθεί ανώτατη εκπαίδευση προκειμένου να αποπληρώσει τα δίδακτρα του ιδρύματος. Σύμφωνα με το άρθρο 3.1.2 του Wsf 2000, η χρηματοδότηση σπουδών μπορεί να χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικώς υπό μορφή επιχορηγήσεως, δανείου ή «prestatiebeurs» («επιχορήγηση που συναρτάται με την επίδοση», η οποία ορίζεται στο άρθρο 1.1.1 του Wsf 2000 ως έντοκο δάνειο το οποίο, υπό συγκεκριμένους όρους, μπορεί να μετατραπεί σε άτοκο). Το άρθρο 3.1.3 του Wsf 2000 ορίζει ότι το ποσό της χρηματοδοτήσεως σπουδών υπολογίζεται στη βάση ενός μηνιαίου προϋπολογισμού· όσον αφορά τους σπουδαστές πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, συνυπολογίζεται το δάνειο που λαμβάνει ο σπουδαστής προκειμένου να αποπληρώσει τα δίδακτρα του ιδρύματος.

23.      Το άρθρο 3.2.1 του Wsf 2000 προσδιορίζει τον μηναίο προϋπολογισμό ενός σπουδαστή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ως το συνολικό ποσό που καλύπτει τα έξοδα διαβιώσεως, τα δίδακτρα και τις δαπάνες μετακινήσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 3.3.1 του Wsf 2000, ο προϋπολογισμός ενός σπουδαστή πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως ανέρχεται στο συνολικό ποσό που καλύπτει τα έξοδα διαβιώσεως και τις δαπάνες μετακινήσεως.

24.      Το άρθρο 3.6.2 του Wsf 2000 ορίζει ότι, ελλείψει διατάξεων περί του αντιθέτου, το ποσό για τις δαπάνες μετακινήσεως αποτελεί μέρος της βασικής χρηματοδοτήσεως.

25.      Όσον αφορά τις σπουδές στις Κάτω Χώρες (άρθρο 3.7.1 του Wsf 2000), το ποσό το οποίο αφορά την κάλυψη των δαπανών μετακινήσεως έχει τη μορφή δικαιώματος χρήσεως δημόσιας συγκοινωνίας για ορισμένες ημέρες της εβδομάδας είτε δωρεάν είτε με μειωμένο εισιτήριο. Όσον αφορά τις σπουδές στην αλλοδαπή (άρθρο 3.7.2 του Wsf 2000), έχει τη μορφή ενός χρηματικού ποσού, όπως αυτό προσδιορίζεται στα άρθρα 4.8.1 και 5.3.1, πρώτο εδάφιο, του Wsf 2000. Οι τελευταίες διατάξεις ορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το ποσό για κάλυψη των δαπανών μετακινήσεως χορηγείται, αντιστοίχως, στους σπουδαστές επαγγελματικής και πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως ως επιχορήγηση που συναρτάται με την επίδοση [«prestatiebeurs»].

26.      Το άρθρο 3 της Bsf 2000 ορίζει τους σπουδαστές εκείνους οι οποίοι, μολονότι δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια, εντούτοις πρέπει να τυγχάνουν όμοιας μεταχειρίσεως με τους Ολλανδούς υπηκόους. Τα άρθρα 3a και 3b της Bsf 2000, τα οποία αφορούν (αντιστοίχως) τους σπουδαστές επαγγελματικής και πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, προσδιορίζουν τους μη Ολλανδούς σπουδαστές που πρέπει να εξομοιώνονται μόνο ως προς συγκεκριμένα σημεία με τους Ολλανδούς υπηκόους. Στο πρώτο εδάφιο αμφότερων των διατάξεων αυτών διευκρινίζεται ότι η ίση μεταχείριση με τους Ολλανδούς υπηκόους, κατά την έννοια του άρθρου 2.2.2. του Wsf 2000, περιορίζεται στην παροχή ενός ποσού ικανού να καλύπτει τα έξοδα προσβάσεως στην εκπαίδευση για σπουδαστές οι οποίοι: (i) έχουν την ιθαγένεια κράτους μέρους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (στο εξής: ΕΟΧ) ή της Ελβετίας (και στα μέλη των οικογενειών τους)· (ii) δεν είναι μισθωτοί, μη μισθωτοί, πρόσωπα που έχουν διατηρήσει την ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού και τα μέλη των οικογενειών τους· και (iii) δεν απολαύουν δικαιώματος μόνιμης κατοικίας κατά την έννοια του άρθρου 16, της οδηγίας 2004/38. Όσον αφορά τους σπουδαστές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, το άρθρο 3a.2 της Bsf 2000 διευκρινίζει ότι το συγκεκριμένο ποσό χορηγείται με τη μορφή χρηματοδοτήσεως ισόποσης προς τη βασική χρηματοδότηση ενός σπουδαστή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που ζει στην οικογενειακή στέγη. Εξάλλου, βάσει της τελευταίας φράσεως της διατάξεως αυτής, διευκρινίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό για κάλυψη των δαπανών μετακινήσεως δεν αποτελεί μέρος του ποσού της ενισχύσεως αυτής. Όσον αφορά τους σπουδαστές πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, το άρθρο 3b.2 προβλέπει ότι το συγκεκριμένο ποσό χορηγείται ως δάνειο το οποίο λαμβάνει ο σπουδαστής που ακολουθεί ανώτατη εκπαίδευση προκειμένου να αποπληρώσει τα δίδακτρα του ιδρύματος.

27.      Στο άρθρο 7.37.2 του νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα (Wet op het hoger onderwijs en wetenschappelijk onderzoek) διευκρινίζεται τι συνιστά εγγραφή σε αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα. H εγγραφή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, να προσκομίσει ο σπουδαστής απόδειξη ότι τα δίδακτρα που οφείλονται είναι πληρωμένα ή θα πληρωθούν.

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

28.      Στις 3 Νοεμβρίου 2008, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία Βρετανού υπηκόου, σύμφωνα με την οποία οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus που πραγματοποιούν μέρος των σπουδών τους στις Κάτω Χώρες είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το πλήρες αντίτιμο του εισιτηρίου για να μετακινούνται στο εσωτερικό με τα δημόσια μέσα μεταφοράς, ενώ οι Ολλανδοί σπουδαστές επωφελούνται μιας προτιμησιακής τιμής.

29.      Στις 19 Μαρτίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στις Κάτω Χώρες, ισχυριζόμενη ότι υπέπεσαν σε παράβαση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 24 της οδηγίας 2004/38 και των άρθρων 12, 17, 18 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρα 18, 20 και 21 ΣΛΕΕ).

30.      Οι Κάτω Χώρες, στην από 15 Μαΐου 2009 απάντησή τους, επικαλέστηκαν την παρέκκλιση του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ. Επίσης, υποστήριξαν ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus δεν συγκρίνονται, κατ’ ουσίαν, με τους κανονικούς σπουδαστές που είναι εγγεγραμμένοι σε κάποιο αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα και ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι υφίστανται όμοια μεταχείριση με τους Ολλανδούς υπηκόους.

31.      Η Επιτροπή, στην από 28 Ιανουαρίου 2010 αιτιολογημένη γνώμη της, επέμεινε στην άποψη ότι οι Κάτω Χώρες υπέπεσαν σε παράβαση του άρθρου 18 ΣΛΕΕ και του άρθρου 24 της οδηγίας 2004/38. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η σπουδαστική κάρτα OV δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, μολονότι δέχτηκε ότι η κάρτα καλύπτει δαπάνες διαβιώσεως. Οι Κάτω Χώρες κλήθηκαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός διμήνου από την παραλαβή της.

32.      Με την από 28 Μαΐου 2010 απάντησή τους, οι Κάτω Χώρες επανέλαβαν ότι, βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, είχαν το δικαίωμα να αρνηθούν να χορηγήσουν στους σπουδαστές του προγράμματος Erasmus τη σπουδαστική κάρτα OV. Ακόμη κι αν γινόταν δεκτό ότι ο μηχανισμός χρηματοδοτήσεως σπουδών εισήγε έμμεσα δυσμενείς διακρίσεις, αυτές ήταν δικαιολογημένες.

33.      Στις 26 Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή απηύθυνε προς τις Κάτω Χώρες συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη. Με αυτήν επισήμανε ότι η αιτίασή της αφορούσε όλους τους σπουδαστές οι οποίοι σπούδαζαν στις Κάτω Χώρες και δεν είχαν ολλανδική ιθαγένεια, και όχι μόνο τους σπουδαστές του προγράμματος Erasmus. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η επίδικη ρύθμιση συνεπάγεται άμεση δυσμενή διάκριση. Επίσης, απέρριψε τον ισχυρισμό των Κάτω Χωρών ότι η έμμεση δυσμενή διάκριση είναι δικαιολογημένη.

34.      Η Ολλανδική Κυβέρνηση, η οποία κλήθηκε εκ νέου να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη εντός διμήνου από την παραλαβή της, απάντησε με το έγγραφο της από 27ης Μαρτίου 2012. Σε αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη να γίνει διάκριση μεταξύ σπουδαστών του προγράμματος Erasmus και κανονικών σπουδαστών και αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus είναι εγγεγραμμένοι σε εκπαιδευτικό ίδρυμα στις Κάτω Χώρες.

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

35.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι οι Κάτω Χώρες, χορηγώντας κάρτες χρήσεως των δημόσιων μέσων μεταφοράς με προτιμησιακές τιμές εισιτηρίων, για σπουδαστές που πραγματοποιούν τις σπουδές τους εκεί, μόνο (i) στους Ολλανδούς σπουδαστές που είναι εγγεγραμμένοι σε ιδιωτικό ή δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα στις Κάτω Χώρες και (ii) στους σπουδαστές από άλλα κράτη μέλη οι οποίοι ανήκουν στους οικονομικά ενεργούς πολίτες στις Κάτω Χώρες ή έχουν αποκτήσει εκεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 18 ΣΛΕΕ (σε συνδυασμό με τα άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ) καθώς και από το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38. Επιπλέον, η Επιτροπή ζητεί να καταδικαστούν οι Κάτω Χώρες στα δικαστικά έξοδα.

36.      Οι Κάτω Χώρες ζητούν από το Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή, όσον αφορά την αιτίαση περί έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως και τους Ολλανδούς σπουδαστές που διαμένουν στην αλλοδαπή. Επίσης, διατείνονται ότι οι όροι υπό τους οποίους χορηγείται η σπουδαστική κάρτα δεν εισάγουν διακρίσεις μεταξύ Ολλανδών σπουδαστών και σπουδαστών από άλλα κράτη μέλη της Ένωσης. Οι Κάτω Χώρες ζητούν να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

 Τα επιχειρήματα των διαδίκων

37.      Όπως αναλύεται κατωτέρω (22), εγείρονται, εν προκειμένω, σημαντικά ζητήματα όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής που άσκησε η Επιτροπή. Τα ζητήματα αυτά οφείλονται, εν μέρει, στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή έχει εκθέσει τις αιτιάσεις της. Η παρουσίαση αυτή επηρεάζει και την αποτύπωση εκ μέρους μου των επιχειρημάτων ιδίως της Επιτροπής.

 Επί του παραδεκτού

38.      Οι Κάτω Χώρες υποστηρίζουν μετ’ επιτάσεως ότι η προσφυγή και η αιτιολογημένη γνώμη της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ πρέπει να εδράζονται στους ίδιους λόγους και στα ίδια επιχειρήματα και ότι οι αιτιάσεις πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο συνεπή και ακριβή. Η προσφυγή της Επιτροπής δεν πληροί τις απαιτήσεις αυτές.

39.      Σε ένα μέρος της προσφυγής, η Επιτροπή φαίνεται να καταγγέλλει ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus στις Κάτω Χώρες που έχουν την ολλανδική ιθαγένεια υφίστανται έμμεση δυσμενή διάκριση σε σύγκριση με τους μη Ολλανδούς υπηκόους σπουδαστές εκεί. Σε άλλος μέρος της προσφυγής της, ωστόσο, παραπονείται για τη μεταχείριση που υφίστανται οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus στις Κάτω Χώρες που δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια. Οι Κάτω Χώρες, από την πλευρά τους, υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν έχει προσδιορίσει προσηκόντως ούτε τις ομάδες ή την ομάδα σπουδαστών σε βάρος των οποίων φέρονται ότι εισάγουν οι ίδιες δυσμενή διάκριση ούτε τον τρόπο με τον οποίο τους μεταχειρίζονται δυσμενώς. Η τεκμηρίωση κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας ήταν εξίσου ασαφής και παραπλανητική και συνηγορεί υπέρ του ότι η αιτίαση της Επιτροπής περί έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως στην προσφυγή της είναι οψιφανής.

40.      Όσον αφορά την αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με τη μεταχείριση που υφίστανται οι Ολλανδοί σπουδαστές που διαμένουν στην αλλοδαπή, οι Κάτω Χώρες παρατηρούν ότι ένα τμήμα της προσφυγής που άσκησε η Επιτροπή επιγράφεται «σπουδαστές άλλοι από τους σπουδαστές του προγράμματος Erasmus —κανονικοί αλλοδαποί σπουδαστές, συμπεριλαμβανομένων των Ολλανδών σπουδαστών που διαβιούν στην αλλοδαπή». Οι Κάτω Χώρες δεν μπορούν να προσδιορίσουν ποια είναι η θέση της Επιτροπής αναφορικά με τους σπουδαστές αυτούς ή τη βάση της δυσμενούς μεταχειρίσεως που φέρονται ότι υφίστανται. Επαλλήλως, οι Κάτω Χώρες επισημαίνουν ότι οι Ολλανδοί σπουδαστές που διαβιούν στην αλλοδαπή είναι επιλέξιμοι για χρηματοδότηση σπουδών (συμπεριλαμβανομένης της σπουδαστικής κάρτας OV) εφόσον είναι εγγεγραμμένοι για να παρακολουθήσουν σπουδές με καθεστώς πλήρους φοιτήσεως σε κάποιο αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα στις Κάτω Χώρες και είναι κάτω των 30 ετών κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς τους για χρηματοδότηση σπουδών.

41.      Οι Κάτω Χώρες υποστηρίζουν ότι η έλλειψη σαφήνειας της αιτιάσεως που προβάλλει η Επιτροπή περί έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως καθιστά δυσχερή, αν όχι αδύνατη, την άμυνά τους: η αιτίαση δεν εκτίθεται με τρόπο συνεπή και ακριβή και τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογημένη γνώμη δεν αντιστοιχούν προς όσα εκτίθενται στην προσφυγή.

42.      Η Επιτροπή απαντά ότι τόσο από την αιτιολογημένη γνώμη όσο και τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη ότι, κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας, η ίδια δεν μπορούσε να αποκλείσει ότι η νομοθεσία των Κάτω Χωρών εισήγε ενδεχομένως έμμεση δυσμενή διάκριση. Το επιχείρημα της Επιτροπής, όπως αυτό διαλαμβάνεται στην προσφυγή της, δεν συνιστά παρά περαιτέρω ανάπτυξη του ισχυρισμού της κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας: ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ως νέα αιτίαση.

43.      Λαμβάνοντας υπόψη τη διευκρίνιση των Κάτω Χωρών ότι οι διαμένοντες στην αλλοδαπή Ολλανδοί σπουδαστές που είναι εγγεγραμμένοι σε ημεδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα προκειμένου να παρακολουθήσουν σπουδές με καθεστώς πλήρους φοιτήσεως και πληρούν το κριτήριο ηλικίας δικαιούνται χρηματοδοτήσεως των σπουδών τους, συμπεριλαμβανομένης της σπουδαστικής κάρτας OV, η Επιτροπή δέχεται ότι σε βάρος των σπουδαστών αυτών δεν συντρέχει περίπτωση δυσμενούς διακρίσεως. Μολονότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν υποστηρίζει πλέον τη συγκεκριμένη αιτίαση, εμμένει εντούτοις σε αυτήν όσον αφορά τους κανονικούς σπουδαστές οι οποίοι δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια.

 Επί της ουσίας

44.      Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ρύθμιση της ολλανδικής νομοθεσίας συνεπάγεται άμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος των σπουδαστών που δεν είναι Ολλανδοί υπήκοοι, δεν είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί, δεν διατηρούν την ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού (ούτε τα μέλη των οικογενειών τους) και δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι Κάτω Χωρών. Οι σπουδαστές αυτοί, σε αντίθεση με τους Ολλανδούς, δεν μπορούν να επωφελούνται της σπουδαστικής κάρτας OV. Το γεγονός ότι όλοι οι σπουδαστές, προκειμένου να αποκτήσουν την κάρτα, πρέπει να ικανοποιούν δύο ακόμα προϋποθέσεις δεν διαφοροποιεί την άμεση δυσμενή διάκριση που υφίστανται.

45.      Οι Κάτω Χώρες, αποκλείοντας την πρόσβαση στην κάρτα χρήσεως των δημόσιων μέσων μεταφοράς στους μη Ολλανδούς σπουδαστές του προγράμματος Erasmus που πραγματοποιούν τις σπουδές τους στις Κάτω Χώρες (ενώ την διασφαλίζουν στους διαμένοντες στην ημεδαπή Ολλανδούς σπουδαστές) υπέπεσαν σε παράβαση του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2, 2004/38. Η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας (23), σκέψεις 61, 62 και 64, η οποία εκδόθηκε στις 4 Οκτωβρίου 2012, μετά το πέρας του προ της ασκήσεως της προσφυγής σταδίου της διαδικασίας.

46.      Η Επιτροπή, μολονότι δέχεται ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus είναι και παραμένουν εγγεγραμμένοι στο εκπαιδευτικό ίδρυμα προελεύσεως, θεωρεί ότι το γεγονός αυτό δεν είναι κρίσιμο. Ο χάρτης φοιτητή Erasmus+ απαιτεί από το ίδρυμα υποδοχής να μεταχειρίζεται τους σπουδαστές αυτούς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τους δικούς του σπουδαστές. Ομολογουμένως, οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus δεν καταβάλλουν δίδακτρα εγγραφής στο ίδρυμα υποδοχής τους. Επωφελούνται, ωστόσο, κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στο εξωτερικό όλων των υπηρεσιών που συνδέονται με την εγγραφή στο ίδρυμα, όπως είναι η παρακολούθηση μαθημάτων, η εγγραφή, η συμμετοχή σε εξετάσεις, η πρόσβαση στα εργαστήρια και στις βιβλιοθήκες. Επ’ της βάσεως αυτής, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus είναι de facto εγγεγραμμένοι στις Κάτω Χώρες και ότι, ως εκ τούτου, πληρούν τις προϋποθέσεις λήψεως κάρτας χρήσεως δημόσιων μέσων μεταφοράς. Απαντώντας στον ισχυρισμό των Κάτω Χωρών ότι οι σπουδαστές του προγράμματος δεν βρίσκονται σε αντικειμενικώς συγκρίσιμη θέση με τους κανονικούς σπουδαστές, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψη 61, προκειμένου να υποστηρίξει ότι οι σπουδαστές είναι αντικειμενικώς συγκρίσιμοι υπό τον όρο ότι ο σπουδαστής αποδεικνύει την ύπαρξη αληθούς σχέσεως με το κράτος μέλος υποδοχής.

47.      Η Επιτροπή διαλαμβάνει στην προσφυγή της ότι, αφής στιγμής μόνον οι Κάτω Χώρες χορηγούν αυτού του είδους την ενίσχυση, δεν υφίσταται ο κίνδυνος σπουδαστής να λάβει οικονομική υποστήριξη για τις δαπάνες μετακινήσεώς του τόσο από το κράτος μέλος προελεύσεώς του όσο και από το κράτος μέλος υποδοχής του. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ωστόσο, η Επιτροπή υποστήριζε ότι σε αρκετά κράτη μέλη προβλέπονται παρόμοιες κάρτες, τις οποίες, ωστόσο, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, τα κράτη μέλη αρνούνται να χορηγήσουν.

48.      Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι Ολλανδός σπουδαστής ο οποίος, μολονότι είναι εγγεγραμμένος σε εκπαιδευτικό ίδρυμα της αλλοδαπής, εντούτοις αποφασίζει να πραγματοποιήσει μέρος των σπουδών του ως σπουδαστής του προγράμματος Erasmus στις Κάτω Χώρες, δεν ευρίσκεται σε συγκρίσιμη κατάσταση με τον σπουδαστή τον οποίο η Επιτροπή αναφέρει ως «τυπικό» μη Ολλανδό σπουδαστή του προγράμματος Erasmus. Ο πρώτος δικαιούται χρηματοδοτήσεως των σπουδών του στην αλλοδαπή (στο εξής: meeneembare studie financiering ή MNSF), τουτέστιν, μιας «φορητής» χρηματοδοτήσεως σπουδών, η οποία περιλαμβάνει ποσό ίσο με την αξία της σπουδαστικής OV. Ο δεύτερος δεν λαμβάνει κάποιο τέτοιο ποσό. Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, η Επιτροπή θεωρεί ότι «σαφώς» συντρέχει περίπτωση άμεσης δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας, η οποία αντιβαίνει στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε απάντηση επί σχετικού με αυτό ακριβώς το σημείο της προσφυγής ερωτήματος, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το σημείο της απαντήσεώς της όπου ανακάλεσε την αιτίαση περί δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος των διαμενόντων στην αλλοδαπή Ολλανδών σπουδαστών που εγγράφονται σε εκπαιδευτικό ίδρυμα για σπουδές στις Κάτω Χώρες καλύπτει εξίσου και το σημείο αυτό.

49.      Στο σημείο της προσφυγής της με τίτλο «Σπουδαστές του προγράμματος Erasmus — έμμεση δυσμενή διάκριση», η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η θέση των Κάτω Χωρών είναι ότι δεν υφίσταται έμμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος σπουδαστών του προγράμματος Erasmus που δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια, για τον λόγο ότι και οι Ολλανδοί σπουδαστές του προγράμματος Erasmus οι οποίοι μολονότι είναι εγγεγραμμένοι σε εκπαιδευτικό ίδρυμα της αλλοδαπής πραγματοποιούν μέρος των σπουδών του στις Κάτω Χώρες ως σπουδαστές του προγράμματος Erasmus, δεν δικαιούνται χρηματοδοτήσεως για κάλυψη των δαπανών μετακινήσεως. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, στις περιορισμένες περιπτώσεις Ολλανδών υπηκόων που σπουδάζουν στην αλλοδαπή και αποφασίζουν να ακολουθήσουν πρόγραμμα Erasmus στις Κάτω Χώρες, κανείς δεν θα λάβει κάποιο ποσό για κάλυψη των δαπανών μετακινήσεώς του, για τον λόγο ότι λαμβάνει ήδη για τις σπουδές του στην αλλοδαπή μια «φορητή» χρηματοδότηση σπουδών, πτυχή της οποίας είναι η κάλυψη των δαπανών μετακινήσεως. Αφής στιγμής οι μη Ολλανδοί σπουδαστές του προγράμματος Erasmus δεν δικαιούνται χρηματοδοτήσεως για κάλυψη των δαπανών μετακινήσεως, συνάγεται ότι η πρακτική που ακολουθούν οι Κάτω Χώρες συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος των σπουδαστών αυτών, κατά παράβαση του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38.

50.      Η Επιτροπή επικρίνει, επίσης, τη μεταχείριση που επιφυλάσσουν στους κανονικούς σπουδαστές οι Κάτω Χώρες. Σε απάντηση της θέσεως των Κάτω Χωρών ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 καλύπτει τη σπουδαστική κάρτα OV, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψεις 53 έως 55, εκ των οποίων (όπως υποστηρίζει) συνάγεται ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι μείωση της τιμής των κομίστρων για τους σπουδαστές (i) δεν συνιστά υποτροφία ή δάνειο κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 αλλά (ii) μια διαφορετικής μορφής σπουδαστική βοήθεια κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Το γεγονός ότι το ποσό για την κάλυψη των δαπανών μετακινήσεως παρέχεται αρχικώς με τη μορφή δανείου υπό όρους δεν σημαίνει ότι η ενίσχυση αυτή εμπίπτει αυτομάτως στο πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως του άρθρου 24, παράγραφος 2. Αφής στιγμής η αποπληρωμή του δανείου είναι υποχρεωτική σε περιορισμένες μόνο περιπτώσεις, η εν λόγω ενίσχυση πρέπει να λογίζεται ως υποτροφία υπό όρους η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

51.      Οι Κάτω Χώρες υποστηρίζουν ότι η προσφυγή κατά το μέτρο που αφορά τους μη Ολλανδούς κανονικούς σπουδαστές και τους σπουδαστές του προγράμματος Erasmus είναι αβάσιμη.

52.      Όσον αφορά τους μη Ολλανδούς κανονικούς σπουδαστές, οι Κάτω Χώρες επικαλούνται το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η σπουδαστική κάρτα OV συνιστά μέτρο ενισχύσεως για την κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως· υποστηρίζουν, επίσης, ότι συνιστά σπουδαστική υποτροφία ή σπουδαστικό δάνειο. Κατά πόσον η σπουδαστική κάρτα OV πρέπει να θεωρείται δάνειο υπό όρους ή, όπως προτείνει η Επιτροπή, υποτροφία υπό όρους δεν είναι κάτι κρίσιμο εν προκειμένω. Και στις δύο περιπτώσεις, οι Κάτω Χώρες μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 24, παράγραφος 2. Η Επιτροπή, λοιπόν, σφάλλει επικαλούμενη την απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας. Η υπόθεση αυτή αφορούσε μείωση στις δαπάνες μετακινήσεως για σπουδαστές των οποίων οι γονείς ελάμβαναν αυστριακό επίδομα τέκνου· ουδόλως συνδεόταν με χρηματοδότηση σπουδών. Στις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν, οι Κάτω Χώρες υποστηρίζουν ότι αυτός ο αμυντικός ισχυρισμός ισχύει επίσης και για τους μη Ολλανδούς σπουδαστές του προγράμματος Erasmus, μόνον όμως ως επικουρικό επιχείρημα. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ωστόσο, η Ολλανδική Κυβέρνηση φάνηκε να επικαλείται κατ’ αρχάς, όσον αφορά και αυτή την ομάδα σπουδαστών, το άρθρο 24, παράγραφος 2, προτού αναζητήσει έρεισμα στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38.

53.      Οι Κάτω Χώρες ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμη την αιτίαση της άμεσης δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος των μη Ολλανδών σπουδαστών του προγράμματος Erasmus. Η εν λόγω ομάδα σπουδαστών δεν είναι αντικειμενικώς συγκρίσιμη με τους Ολλανδούς σπουδαστές. Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην αλλοδαπή στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus, παραμένουν εγγεγραμμένοι στο εκπαιδευτικό ίδρυμα του κράτους μέλους προελεύσεως και δεν έχουν υποχρέωση να καταβάλουν δίδακτρα στο εκπαιδευτικό ίδρυμα υποδοχής. Το κράτος μέλος προελεύσεως παραμένει υπεύθυνο για τη χρηματική ενίσχυσή τους. Κατά συνέπεια, ουδείς σπουδαστής του προγράμματος Erasmus, ανεξαρτήτως υπηκοότητας, λαμβάνει από τις ολλανδικές αρχές χρηματοδότηση σπουδών (συμπεριλαμβανομένης της σπουδαστικής κάρτας OV). Εξάλλου, οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus λαμβάνουν από το κράτος μέλος προελεύσεως υποτροφία Erasmus η οποία σκοπεί στην αντιμετώπιση των πρόσθετων εξόδων που συνεπάγονται οι σπουδές στην αλλοδαπή. Το ύψος της υποτροφίας αυτής εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το ύψος των εξόδων διαβιώσεως στο κράτος μέλος υποδοχής. Ως εκ τούτου, οι Κάτω Χώρες καταλήγουν ότι δεν συντρέχει περίπτωση δυσμενούς διακρίσεως.

54.      Οι Κάτω Χώρες αμφισβητούν ακόμη το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus είναι de facto εγγεγραμμένοι σε εκπαιδευτικό ίδρυμα στις Κάτω Χώρες. Είναι αληθές ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus οφείλουν να συμμορφώνονται προς ορισμένες διατυπώσεις, οι οποίες ωστόσο είναι αμιγώς διοικητικής φύσεως και δεν αρκούν για να καταστήσουν έναν σπουδαστή του προγράμματος Erasmus επιλέξιμο για χρηματοδότηση σπουδών.

55.      Λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση της Επιτροπής, οι Κάτω Χώρες υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένως τις σκέψεις 61 έως 64 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Αυστρίας. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 δεν απαιτεί την απόδειξη αληθούς σχέσεως με το κράτος μέλος υποδοχής δια της εγγραφής σε εκπαιδευτικό ίδρυμα εκεί. Σε κάθε περίπτωση, οι σκέψεις αυτές της αποφάσεως αφορούν τη δικαιολόγηση της επίμαχης στην υπόθεση εκείνη έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως. Δεν θεσπίζουν κριτήρια που καθιστούν δυνατό να καθορισθεί αν υφίσταται ή όχι (άμεση) δυσμενής διάκριση.

56.      Οι Κάτω Χώρες θεωρούν ότι η Επιτροπή ακολουθεί εσφαλμένη μέθοδο προσδιορισμού των αντικειμενικώς συγκρίσιμων κατηγοριών σπουδαστών. Εκείνο που προέχει δεν είναι ο βαθμός στον οποίο ορισμένες ομάδες είναι ή δεν είναι συγκρίσιμες, όσο το αν, υπό το πρίσμα του σχετικού εθνικού δικαίου, υφίσταται συγκρίσιμη κατάσταση. Στην προκειμένη υπόθεση, κρίσιμες είναι διατάξεις που διέπουν τη χρηματοδότηση σπουδών. Οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus δεν είναι αντικειμενικώς συγκρίσιμοι με την κατηγορία των σπουδαστών που έχουν καταβάλει δίδακτρα σε ίδρυμα των Κάτω Χωρών, είναι εγγεγραμμένοι σε εκπαιδευτικό ίδρυμα στο εν λόγω κράτος μέλος και, για τον λόγο αυτό, είναι επιλέξιμοι για χρηματοδότηση σπουδών. Επικουρικώς, σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι οι δύο αυτές κατηγορίες είναι συγκρίσιμες, οι Κάτω Χώρες επικαλούνται και πάλι το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38.

57.      Τέλος, αφού ερωτήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, τόσο η Επιτροπή όσο και οι Κάτω Χώρες υποστήριξαν ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus κατοικούν στις Κάτω Χώρες βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38.

 Ανάλυση

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

58.      Η ευδοκίμηση της προσφυγής της Επιτροπής εξαρτάται, κατ’ ουσίαν, από το κατά πόσον αποδεικνύει ότι μη Ολλανδοί σπουδαστές στις Κάτω Χώρες τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από ό,τι οι συγκρίσιμοι με αυτούς σπουδαστές που έχουν την ολλανδική ιθαγένεια όσον αφορά την σπουδαστική κάρτα OV. Η κάρτα OV αποτελεί μέσο διαχειρίσεως του συστήματος για χρήση (δημόσιων) μεταφορικών μέσων έναντι μειωμένης τιμής εισιτηρίου, καθώς αποδεικνύει την επιλεξιμότητα του σπουδαστή για τέτοιου είδους κόμιστρα. Ο Wsf 2000 προσδιορίζει την αντίστοιχη οικονομική αξία της κάρτας.

59.      Το αίτημα της Επιτροπής (όπως αυτό διαλαμβάνεται στην τελευταία σελίδα της προσφυγής της) είναι ότι οι Κάτω Χώρες παρέβησαν τα άρθρα 18, 20 και 21 ΣΛΕΕ όπως επίσης και το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 (24), καθόσον προβλέπουν το πλεονέκτημα της κάρτας χρήσεως δημόσιων μέσων μεταφοράς μόνο για τους Ολλανδούς σπουδαστές που είναι εγγεγραμμένοι σε ιδιωτικό ή δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα στις Κάτω Χώρες και για τους σπουδαστές από άλλα κράτη μέλη οι οποίοι ανήκουν στους οικονομικά ενεργούς πολίτες στις Κάτω Χώρες ή έχουν αποκτήσει εκεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Η διατύπωση αυτή του αιτήματος εστιάζει στο ποιος δικαιούται να λάβει την κάρτα και όχι ποιος δεν τη δικαιούται. Έμμεσα, ωστόσο, η Επιτροπή προβάλλει την αιτίαση ότι οι σπουδαστές από άλλα κράτη μέλη που είναι εγγεγραμμένοι σε ιδιωτικό ή δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα (πιθανόν στις Κάτω Χώρες,) και γενικότερα όλοι οι αλλοδαποί σπουδαστές (ανεξαρτήτως του αν είναι εγγεγραμμένοι σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, αλλά που σπουδάζουν πιθανόν και πάλι στις Κάτω Χώρες) οι οποίοι δεν ανήκουν στους οικονομικά ενεργούς πολίτες στις Κάτω Χώρες ή/και δεν έχουν αποκτήσει εκεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής.

60.      Η διατύπωση αυτή διαφέρει από την περιγραφή του αντικειμένου της προσφυγής της Επιτροπής στο εξώφυλλο του δικογράφου της προσφυγής, η οποία επαναλαμβάνεται στην παράγραφο 1 τόσο της προσφυγής όσο και της απαντήσεως. Εκεί, η Επιτροπή επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι οι Κάτω Χώρες χορηγούν τη σπουδαστική κάρτα μόνο στους Ολλανδούς σπουδαστές και στους σπουδαστές από άλλα κράτη μέλη οι οποίοι ανήκουν στους οικονομικά ενεργούς πολίτες στις Κάτω Χώρες ή έχουν αποκτήσει εκεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Η διατύπωση αυτή αφήνει να εννοηθεί ότι η Επιτροπή επικρίνει τη δυσμενή διάκριση που υφίστανται αλλοδαποί σπουδαστές (ανεξαρτήτως του αν είναι εγγεγραμμένοι σε εκπαιδευτικό ίδρυμα αλλά που σπουδάζουν ενδεχομένως και πάλι στις Κάτω Χώρες) οι οποίοι δεν κατοικούν στις Κάτω Χώρες (και για τον λόγο αυτό δεν έχουν αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής) και δεν είναι οικονομικά ενεργός. Η κατηγορία αυτή των σπουδαστών φαίνεται να είναι την ίδια στιγμή ευρύτερη (ουδόλως απαιτείται εγγραφή σε εκπαιδευτικό ίδρυμα) και στενότερη (αφορά αποκλειστικώς σπουδαστές οι οποίοι δεν έχουν καμίας μορφής κατοικία στις Κάτω Χώρες) από την κατηγορία σπουδαστών που αναφέρεται στο αιτητικό του δικογράφου της προσφυγής. Τελικώς, αυτό που έχει σημασία είναι το αίτημα της προσφυγής.

61.      Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Επιτροπή παραιτήθηκε από ορισμένα σκέλη της βάσεως της προσφυγής της (25). Έτσι, στην απάντησή της, εγκατέλειψε το επιχείρημα περί δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος Ολλανδών σπουδαστών οι οποίοι διαμένουν στο εξωτερικό αλλά είναι εγγεγραμμένοι για να παρακολουθήσουν σπουδές με καθεστώς πλήρους φοιτήσεως σε κάποιο αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα στις Κάτω Χώρες και είναι κάτω των 30 ετών όταν υποβάλλουν αίτηση για χρηματοδότηση των σπουδών τους. (Κατά πόσον τούτο συνεπάγεται ότι η Επιτροπή προέβαλε αρχικώς την αιτίαση περί διακρίσεων λόγω ιθαγένειας μεταξύ Ολλανδών σπουδαστών είναι ασαφές, αλλά πάντως δεν ασκεί πλέον επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κληθείσα να διευκρινίσει το σκέλος της προσφυγής της που αφορούσε τη μεταχείριση των μη Ολλανδών σπουδαστών του προγράμματος Erasmus και των Ολλανδών οι οποίοι, μολονότι είναι εγγεγραμμένοι σε εκπαιδευτικό ίδρυμα της αλλοδαπής, πραγματοποιούν εντούτοις μέρος των σπουδών του στις Κάτω Χώρες ως σπουδαστές του προγράμματος Erasmus, η Επιτροπή απάντησε ότι ομοίως απέσυρε την αιτίαση περί διακρίσεων σε βάρος των Ολλανδών σπουδαστών. Ως εκ τούτου, είμαι της γνώμης ότι τελικώς το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει την προσφυγή της Επιτροπής μόνο ως προς το σκέλος κατά το οποίο προβάλλει δυσμενή μεταχείριση λόγω ιθαγένειας σε βάρος μη Ολλανδών κανονικών σπουδαστών και σπουδαστών του προγράμματος Erasmus στις Κάτω Χώρες.

62.      Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, θα εξετάσω πρώτα το παραδεκτό της προσφυγής που άσκησε η Επιτροπή.

 Επί του παραδεκτού

63.      Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι σε κάθε εισαγωγικό της δίκης έγγραφο που κατατέθηκε δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ πρέπει να διευκρινίζεται σαφώς και επακριβώς το αντικείμενο της διαφοράς και να διαλαμβάνεται συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων επιχειρημάτων ώστε ο καθού να δύναται να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του (26). Τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία πρέπει να προκύπτουν με συνεκτικό και κατανοητό τρόπο από αυτό καθαυτό το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής και τα αιτήματά της να διατυπώνονται κατά τρόπο μη διφορούμενο (27). Εξάλλου, η προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ πρέπει να εξετάζεται μόνο σε σχέση προς τα αιτήματα που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο. Τα εν λόγω αιτήματα πρέπει να είναι διατυπωμένα κατά τρόπο μη διφορούμενο, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος είτε να αποφανθεί το Δικαστήριο ultra petita είτε να παραλείψει να αποφανθεί επί κάποιας αιτιάσεως (28). Η προειδοποιητική επιστολή που η Επιτροπή απευθύνει σε κράτος μέλος και, ακολούθως, η αιτιολογημένη γνώμη που εκδίδει οριοθετούν το αντικείμενο της διαφοράς το οποίο, επομένως, δεν μπορεί μεταγενέστερα να διευρυνθεί (29). Η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή πρέπει να θεμελιώνονται στις ίδιες αιτιάσεις (30).

64.      Εν προκειμένω, οι Κάτω Χώρες ζητούν από το Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή της Επιτροπής καθό μέτρο προβάλλει έμμεση δυσμενή διάκριση. Υπενθυμίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, η μη τήρηση του άρθρου 258 ΣΛΕΕ στοιχειοθετεί δημοσίας τάξεως λόγο απαραδέκτου τον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, ακόμη και αν ουδείς διάδικος τον προέβαλε ενώπιόν του (31).

65.      Συντάσσομαι με τις Κάτω Χώρες όσον αφορά τη αιτίαση περί έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως που προβάλλουν και θα προτάξω την εξέταση του παραδεκτού της αιτιάσεως αυτής. Είμαι της γνώμης ότι, πράγματι, το Δικαστήριο οφείλει αυτεπαγγέλτως να κηρύξει απαράδεκτο το σκέλος αυτό της προσφυγής για λόγους οι οποίοι δεν αφορούν αποκλειστικώς τη συγκεκριμένη αιτίαση.

66.      Διάταξη εθνικού δικαίου συνεπάγεται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας όταν είναι ικανή, εκ της φύσεώς της, να θίξει περισσότερο πολίτες από άλλα κράτη μέλη από ό,τι ημεδαπούς και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να θέσει σε δυσμενέστερη μοίρα ειδικότερα τους πρώτους, εκτός από την περίπτωση που δικαιολογείται αντικειμενικά και είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (32). Ως εκ τούτου, εφόσον προβάλλεται τέτοια αιτίαση, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ένα κριτήριο διαφορετικό από αυτό της ιθαγένειας, του οποίου η εφαρμογή παρά ταύτα συνεπάγεται δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας.

67.      Η Επιτροπή παρέλειψε να προσδιορίσει ένα τέτοιο κριτήριο.

68.      Επί των σχετικών αντιρρήσεων των Κάτω Χωρών η Επιτροπή απαντά ότι η αιτίαση περί έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως που προβάλλει δεν είναι οψιφανής και ότι θα έπρεπε ήδη να έχει γίνει σαφές από τις δύο αιτιολογημένες γνώμες ότι ουδέποτε απέκλεισε το ενδεχόμενο της έμμεσης δυσμενής διακρίσεως.

69.      Σε ένα σημείο των αιτιολογημένων της γνωμών, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η προϋπόθεση του ολλανδικού δικαίου για μόνιμη κατοικία στις Κάτω Χώρες συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος των μη Ολλανδών πολιτών της Ένωσης εν γένει (και όχι μόνο των σπουδαστών του προγράμματος Erasmus που δεν έχουν ολλανδική ιθαγένεια), ότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 και ότι, ως εκ τούτου, η χορήγηση της σπουδαστικής κάρτας OV μόνον στους οικονομικά ενεργούς πολίτες στις Κάτω Χώρες και σε όσους έχουν αποκτήσει εκεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής αντιβαίνει στα άρθρα 18, 20 και 21 ΣΛΕΕ καθώς και στο άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38. Σε κάποιο άλλο σημείο, η Επιτροπή προβάλλει μόνο άμεση δυσμενή διάκριση. Ένα άλλο, ωστόσο, σημείο τους αφορούσε πιθανή δικαιολογία της έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως. Τέλος, στο έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή αιτιάται δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας, παραλείποντας ωστόσο να προσδιορίσει το κριτήριο του οποίου η εφαρμογή επιφέρει τη διάκριση αυτή. Επικεντρώνεται απλώς στο γεγονός (το οποίο ουδόλως αμφισβητείται) ότι οι μη Ολλανδοί σπουδαστές είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το πλήρες αντίτιμο του εισιτηρίου για να μετακινούνται με τα δημόσια μέσα μεταφοράς, ενώ οι Ολλανδοί σπουδαστές επωφελούνται προτιμησιακών τιμών κομίστρων. Αντλεί τέλος το συμπέρασμα ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να εφαρμόζεται σε όλους τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογή της οδηγίας 2004/38 και σπουδάζουν στο κράτος μέλος υποδοχής, ανεξαρτήτως του αν είναι μόνιμοι κάτοικοι εκεί.

70.      Ανεξαρτήτως του κατά πόσον οι Κάτω Χώρες ενημερώθηκαν προσηκόντως ότι η προσφυγή της Επιτροπής (όταν θα υποβαλλόταν) θα προέβαλε έμμεση δυσμενή διάκριση, η Επιτροπή παρέλειψε εξ ολοκλήρου να προσδιορίσει ποιο κριτήριο συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση στην υπό κρίση υπόθεση και σε ποια διάταξη του εθνικού δικαίου απαντά.

71.      Το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να είναι η ιθαγένεια καθαυτή. Και τούτο διότι η Επιτροπή διατείνεται ότι, όσον αφορά την άμεση δυσμενή διάκριση, οι Κάτω Χώρες μεταχειρίζονται τους μη Ολλανδούς υπηκόους υπό λιγότερο ευνοϊκούς όρους από ό,τι τους ημεδαπούς πολίτες. Οι πρώτοι οφείλουν, για να τους χορηγηθεί η σπουδαστική κάρτα OV, να πληρούν τις προϋποθέσεις της οικονομικής δραστηριότητας και/ή της μόνιμης κατοικίας, ενώ οι δεύτεροι όχι. Ο ισχυρισμός, συνεπώς, της Επιτροπής περί άμεσης δυσμενούς διακρίσεως εμπεριέχει, κατ’ ανάγκη, αιτίαση διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ιθαγένειας: η διαφορά συνίσταται στο κατά πόσον σπουδαστής οφείλει ή όχι να αποδείξει ότι έχει, μεταξύ άλλων, μόνιμη κατοικία. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, η προσφυγή της Επιτροπής δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως διαλαμβάνουσα και τον ισχυρισμό ότι η προϋπόθεση της μόνιμης κατοικίας συνεπάγεται εξίσου έμμεση δυσμενή διάκριση. Τούτο θα ήταν δυνατό μόνο αν το ολλανδικό δίκαιο (γεγονός το οποίο δεν συμβαίνει) απαιτούσε από όλους του σπουδαστές που αιτούνται χρηματοδότηση σπουδών, συμπεριλαμβανομένης της σπουδαστικής κάρτας OV, να έχουν εκεί μόνιμη κατοικία.

72.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επί ερωτήσεως που της τέθηκε από το Δικαστήριο, η Επιτροπή προσδιόρισε το άρθρο 7.37 του νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση για την επιστημονική έρευνα και το άρθρο 3a.2 της Bsf 2000 ως τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που συνεπάγονται διακρίσεις. Δεν εξειδίκευσε, ωστόσο, κατά πόσον η εφαρμογή τους συνεπάγεται άμεση ή έμμεση δυσμενή διάκριση.

73.      Όσον αφορά, συνεπώς, την έμμεση δυσμενή διάκριση, η Επιτροπή άφησε να εννοηθεί —δίχως άλλη διευκρίνιση— ότι αμφότερες οι προϋποθέσεις της εγγραφής και μόνιμης κατοικίας (καθό μέτρο η τελευταία εφαρμόζεται στους σπουδαστές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) συνεπάγονται έμμεση δυσμενή διάκριση. Εφόσον, η αιτίαση της Επιτροπής είναι αυτή, είναι σαφές ότι η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η Επιτροπή έχει παραλείψει να προσδιορίσει εγκαίρως και με συνεκτικό και κατανοητό τρόπο το κριτήριο το οποίο φέρεται ότι εισάγει διακρίσεις. Να προσθέσω ότι, αν επιτρεπόταν στην Επιτροπή να προσδιορίσει το πρώτον κατά το στάδιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως το στοιχείο της νομοθεσίας κράτους μέλους που φέρεται ότι εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση, τούτο θα συνιστούσε πλήρη καταστρατήγηση της κατ’ άρθρο 258 ΣΛΕΕ διαδικασίας.

74.      Όσον αφορά την αιτίαση περί άμεσης δυσμενούς διακρίσεως, έχει ήδη επισημανθεί ότι ως προς το κριτήριο της ιθαγένειας τόσο το δικόγραφο της προσφυγή της Επιτροπής όσο και η τεκμηρίωση κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο πάσχουν από έλλειψη συνεκτικότητας. Οι Κάτω Χώρες, παρά ταύτα, δέχονται ότι πράγματι μεταχειρίζονται άνισα τους Ολλανδούς σπουδαστές και τους σπουδαστές από άλλα κράτη μέλη όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη χρηματοδότηση των σπουδών τους, συμπεριλαμβανομένης της σπουδαστικής κάρτας OV, καθόσον απαιτούν από τους δεύτερους είτε να ανήκουν στους οικονομικά ενεργούς πολίτες στις Κάτω Χώρες είτε να έχουν αποκτήσει εκεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Στα υπομνήματά τους μνημονεύουν ειδικώς τη διάταξη του άρθρου 3a.1 και 2 της Bsf 2000.

75.      Είμαι της γνώμης ότι τούτο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι προβάλλεται παραδεκτώς η αιτίαση της Επιτροπής περί άμεσης δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος όλων των σπουδαστών που δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια. Ας εξετάσουμε τις δύο διατάξεις του εθνικού δικαίου τις οποίες προσδιόρισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

76.      Το άρθρο 7.37 του νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα ορίζει τι συνιστά εγγραφή σε αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Επιβάλλει να προσκομισθεί απόδειξη ότι τα δίδακτρα που οφείλονται είναι πληρωμένα ή θα πληρωθούν. Η διάταξη ουδόλως αναφέρεται σε ιθαγένεια. Συνεπώς, δεν βλέπω πώς θα μπορούσε η συγκεκριμένη διάταξη καθαυτή να εισάγει άμεση δυσμενή διάκριση.

77.      Εξάλλου, ούτε η Επιτροπή προσδιόρισε, είτε στο δικόγραφο της προσφυγής είτε σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, τη συγκεκριμένη διάταξη ως εισάγουσα άμεση δυσμενή διάκριση. Η Επιτροπή, στο σκέλος της προσφυγής στο οποίο προβάλλει άμεση δυσμενή διάκριση, επικαλείται τα άρθρα 2.2.1.b [δεύτερο εδάφιο] και 3.6.2 του Wsf 2000 και το άρθρο 3a της Bsf 2000. Στο σημείο της απαντήσεώς της επί του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 3.2.1 του Wsf 2000 (το οποίο υπολογίζει τον μηναίο προϋπολογισμό ενός σπουδαστή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, μολονότι τα υπόλοιπα επιχειρήματα που προβάλλει στο σημείο αυτό η Επιτροπή φαίνεται ότι αφορούν τη θέση ενός σπουδαστή πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως).

78.      Το άρθρο 3a.2 της Bsf 2000 αφορά τους σπουδαστές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Προσδιορίζοντας προφορικώς (αλλά και στα υπομνήματά της) τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή έδειξε, έτσι, ότι περιορίζει την αιτίαση περί άμεσης δυσμενούς διακρίσεως στους σπουδαστές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Ερωτηθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αν αυτό είναι αληθές, η Επιτροπή απάντησε αρνητικώς. Η αιτίασή της αφορούσε και τους σπουδαστές πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως. Εντούτοις, η Επιτροπή εξακολούθησε να μην προσδιορίζει τη διάταξη ή τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που εισάγουν άμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος των σπουδαστών πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως.

79.      Ως εκ περισσού, μολονότι οι εν λόγω διατάξεις του ολλανδικού δικαίου αφορούν επίσης πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέρους της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ ή της Ελβετίας όπως επίσης και πολίτες της Ένωσης, υπογραμμίζεται ότι από κανένα στοιχείο του δικογράφου της προσφυγής δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή προβάλλει διακρίσεις σε βάρος προσώπων οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ένωσης. Εξ αυτού έπεται ότι, αν η αιτίαση της Επιτροπής περί άμεσης δυσμενούς διακρίσεως αφορά, παρά ταύτα, τους σπουδαστές πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως και τους σπουδαστές που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέρους της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ ή της Ελβετίας, πρέπει ομοίως να κριθεί ότι προβάλλεται απαραδέκτως.

80.      Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι παραδεκτώς προβάλλεται μόνο το σκέλος της αιτιάσεως περί άμεσης δυσμενούς διακρίσεως που αφορά τους σπουδαστές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως οι οποίοι δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια και δεν είναι πολίτες της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των σπουδαστών του προγράμματος Erasmus.

 Επί της ουσίας

 Εφαρμογή της οδηγίας 2004/38

81.      Το άρθρο 18 ΣΛΕΕ απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών. Εντούτοις, μπορεί να εφαρμοστεί αυτοτελώς μόνο σε καταστάσεις διεπόμενες από το δίκαιο της Ένωσης για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων (33). Το άρθρο 21 ΣΛΕΕ αφορά την ειδική περίπτωση, εμπίπτουσα στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, κατά την οποία πολίτης της Ένωσης ασκεί το δικαίωμά του να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών (34). Εδώ εμπίπτει και η περίπτωση σπουδαστή που είναι υπήκοος κράτους μέλους και μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος για να πραγματοποιήσει σπουδές δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως (35). Ωστόσο, τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής αναγνωρίζονται υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 2004/38 (36). Το άρθρο 24 της οδηγίας 2004/38 εξειδικεύει την προβλεπόμενη στο άρθρο 18 ΣΛΕΕ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους πολίτες της Ένωσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής (37).

82.      Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή προβάλλει δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας σε βάρος σπουδαστών οι οποίοι, αφενός, δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια και, αφετέρου, έχουν ασκήσει το δικαίωμα τους ελεύθερης κυκλοφορίας για να πραγματοποιήσουν σπουδές στις Κάτω Χώρες και εμπίπτουν, συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24 της οδηγίας 2004/38.

83.      Δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, όλοι οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής βάσει της οδηγίας αυτής πρέπει να απολαύουν ίσης μεταχειρίσεως σε σύγκριση με τους ημεδαπούς του εν λόγω κράτους όσον αφορά ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Συνθηκών. Η νομολογία του Δικαστηρίου περί προσβάσεως σε κοινωνικές παροχές καταδεικνύει ότι η συγκεκριμένη εκδήλωση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εφαρμόζεται μόνο στους σπουδαστές που διαμένουν νόμιμα στο κράτος μέλος υποδοχής, υπό την έννοια ότι η διαμονή τους πληροί τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38 (38).

84.      Ωστόσο, το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 επιτρέπει στα κράτη μέλη να εκδηλώσουν τη βούληση τους να μην εφαρμόσουν την αρχή αυτή όσον αφορά «[...] σπουδαστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, αποτελούμενη από σπουδαστικές υποτροφίες ή σπουδαστικά δάνεια σε άλλα πρόσωπα εκτός από μισθωτούς, μη μισθωτούς, σε πρόσωπα που διατηρούν αυτή την ιδιότητα και στα μέλη των οικογενειών τους» τα οποία δεν έχουν αποκτήσει ακόμη δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Το άρθρο 24, παράγραφος 2, συνεπώς, ρητώς επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν, για ορισμένο χρονικό διάστημα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (39). Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η παρέκκλιση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς και σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που αφορούν την ιθαγένεια της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία (40).

85.      Κράτος μέλος δύναται να επικαλείται το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 μόνον όταν εφαρμόζεται το άρθρο 24, παράγραφος 1 —τουτέστιν, στην υπό κρίση υπόθεση, αν η διαμονή των οικείων σπουδαστών πληροί τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38 (41). Τα δύο μέρη συμφωνούν ότι οι σπουδαστές τους οποίους αφορούσε η προσφυγή της Επιτροπής διέμεναν στις Κάτω Χώρες βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38. Επομένως, δεν αμφισβητείται ότι, κατ’ αρχήν, εφαρμόζεται το άρθρο 24, παράγραφος 1.

86.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ερωτήθηκε κατά πόσον το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 μπορούσε να τύχει εφαρμογής, δοθέντος ότι η διάταξη αυτή αφορά πολίτες της Ένωσης οι οποίοι «έχουν εγγραφεί σε ιδιωτικό ή δημόσιο ίδρυμα, εγκεκριμένο ή χρηματοδοτούμενο από το κράτος μέλος υποδοχής» και ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus παραμένουν εξ ορισμού εγγεγραμμένοι στο κράτος μέλος προελεύσεώς τους. Η Επιτροπή απάντησε ότι η διάταξη του συγκεκριμένου άρθρου μπορούσε να τύχει εφαρμογής χωρίς καμία, ωστόσο, περαιτέρω διευκρίνιση.

87.      Κατά την άποψή μου, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση του ορισμού του σπουδαστή ή των λεπτομερών προϋποθέσεων υπό τις οποίες κράτος μέλος μπορεί να εγγράψει ένα πρόσωπο ως σπουδαστή. Στην πραγματικότητα, η εγγραφή εξαρτάται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής ή τη διοικητική του πρακτική. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι πολίτης της Ένωσης έκανε χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας προκειμένου να διαμείνει σε άλλο κράτος μέλος και ότι έχει εγγραφεί σε ιδιωτικό ή δημόσιο ίδρυμα, εγκεκριμένο ή χρηματοδοτούμενο από το κράτος μέλος υποδοχής προκειμένου να παρακολουθήσει σπουδές. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν απαιτεί ο σπουδαστής να εγγραφεί εκεί προκειμένου να λάβει πτυχίο ή ακαδημαϊκό τίτλο στο πλαίσιο της εγκαταστάσεώς του, αν και συνήθως αυτό συμβαίνει. Το κρίσιμο είναι η εγγραφή στο κράτος μέλος υποδοχής να γίνεται «για να παρακολουθήσουν κατά κύριο λόγο σπουδές» και, συνεπώς, να δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες της Ένωσης να έχουν πρόσβαση στον κύκλο σπουδών. Το γεγονός ότι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus παραμένουν εγγεγραμμένοι όντας εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να «έχουν εγγραφεί» και αλλού για τους σκοπούς του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ.

88.      Τέλος, από κανένα στοιχείο της Επιτροπής δεν προκύπτει ότι η υπόθεση αφορά και τους (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) σπουδαστές των οποίων η διαμονή στις Κάτω Χώρες δεν βασίζεται στην οδηγία 2004/38 ή δεν είναι σύμφωνη με αυτήν. Για τον λόγο αυτό, δεν διερευνώ τις συνέπειες που έχει η απαίτηση νόμιμης κατοικίας των (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) σπουδαστών των οποίων η διαμονή σε άλλο κράτος μέλος βασίζεται στην εθνική νομοθεσία ή σε κανόνα δικαίου της Ένωσης διαφορετικό από την οδηγία 2004/38.

 Άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38

89.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι οι Κάτω Χώρες υπέπεσαν σε παράβαση του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 (42), καθόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής. Εάν η Επιτροπή σφάλλει ως προς το άρθρο 24, παράγραφος 2, δεν υπάρχει λόγος να εξεταστεί αν εμμέσως διαλαμβάνεται επίσης στο αιτητικό της προσφυγής το αίτημα να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι οι Κάτω Χώρες παραβίασαν την προβλεπόμενη στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

90.      Το αν εφαρμόζεται το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 εξαρτάται από το κατά πόσον το πλεονέκτημα συνιστά «σπουδαστική βοήθεια» η οποία χορηγείται υπό μορφή «σπουδαστικής υποτροφίας» ή «σπουδαστικού δανείου».

91.      Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι σύστημα προβλέπον μειώσεις της τιμής των κομίστρων οι οποίες χορηγούνται στους σπουδαστές, καθόσον τους παρέχει τη δυνατότητα (αμέσως ή εμμέσως) να καλύπτουν τα έξοδά τους διαβιώσεως, εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΛΕΕ. Τα έξοδα μεταφοράς συνυπολογίζονται στο κόστος ζωής (43).

92.      Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο με τη θέση αυτή έχει δεχθεί ότι η «σπουδαστική βοήθεια», κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, δεν περιορίζεται στις παροχές σε χρήμα. Σε αυτήν εμπίπτουν ομοίως οι μειωμένες τιμές εισιτηρίων, βάσει των οποίων τα οφειλόμενα για τις υπηρεσίες μεταφοράς κόμιστρα δεν καταβάλλονται. Συνεπώς, η βοήθεια που παρέχεται στους σπουδαστές προκειμένου να καλύπτουν τις δαπάνες μετακινήσεως τους, είτε αυτή χορηγείται ως παροχή σε χρήμα είτε με τη μορφή μειωμένης τιμής εισιτηρίου, συνιστά βοήθεια που καλύπτει τα έξοδά τους διαβιώσεως.

93.      Αδυνατώ να αντιληφθώ για ποιον λόγο παροχή σε χρήμα, χορηγούμενη για συγκεκριμένο σκοπό (όπως είναι η μεταφορά, η διαμονή ή τα έξοδα διαβιώσεως εν γένει), εμπίπτει υποχρεωτικώς στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, ενώ δεν θα έπρεπε να εμπίπτει παροχή σε είδος που χορηγείται για τον ίδιο σκοπό. Από την οπτική γωνία των σπουδαστών, το ποσό της σπουδαστικής βοήθειας που λαμβάνουν και το ποσό της βοήθειας που τους παρέχεται για να καλύπτουν τα έξοδα διαβιώσεώς τους είναι το ίδιο. Αντιθέτως, από την οπτική γωνία του κράτους, η παροχή μειωμένων κομίστρων (δυνητικά, κατόπιν διαπραγματεύσεως με τον πάροχο της υπηρεσίας με αντικείμενο την έκπτωση στην τιμή των εισιτηρίων) αντί της παροχής σε χρήμα με σκοπό να καλυφθούν τα έξοδα διαβιώσεως εν γένει ή ειδικότερα οι δαπάνες μετακινήσεως μπορεί να είναι λιγότερο δαπανηρό και να περιλαμβάνει λιγότερα έξοδα για την εφαρμογή της (καθόσον δεν είναι αναγκαίο να διαπιστώνεται κατά πόσον μια τέτοια παροχή σε χρήμα που προορίζεται να καλύπτει τις δαπάνες μετακινήσεως έχει όντως χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται). Η εξασφάλιση μιας τέτοιας παροχής συνιστά πάντως δαπάνη για το κράτος. Εάν οι δαπάνες που συνεπάγονται οι παροχές σε χρήμα θεωρούνται ως υπολογιζόμενες στη χρηματική επιβάρυνση του Δημοσίου που δικαιολογεί την παρέκκλιση του άρθρου 24, παράγραφος 2, θα πρέπει ομοίως να εκτιμώνται και οι δαπάνες των παροχών σε είδος. Πράγματι, εάν η παρέκκλιση είχε την έννοια ότι καλύπτονται μόνο οι παροχές σε χρήμα, τούτο θα ωθούσε ενδεχομένως τα κράτη μέλη να επιλέξουν μεταξύ πιο δαπανηρών παροχών σε χρήμα οι οποίες θα προστατεύονταν βάσει της παρεκκλίσεως του άρθρου 24, παράγραφος 2, και λιγότερο δαπανηρών παροχών σε είδος οι οποίες δεν θα προστατεύονταν. Τούτο δεν θα ήταν λογικό.

94.      Εκ του σκοπού της παρεκκλίσεως επιβεβαιώνεται ότι ο όρος «σπουδαστική βοήθεια» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι σε αυτόν εμπίπτουν και οι παροχές σε χρήμα, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων σε μειωμένα κόμιστρα μεταφοράς με τις δημόσιες συγκοινωνίες. Η παρέκκλιση αυτή αντικατοπτρίζει, κατ’ ουσίαν, τη διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της ίδιας οδηγίας. Πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα να διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών για να παρακολουθήσουν εκεί κατά κύριο λόγο σπουδές υπό τον όρο ότι πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες διασφαλίζουν ότι οι απολαύοντες του δικαιώματος διαμονής δεν καθίστανται βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά την περίοδο διαμονής τους (44). Το βάρος αυτό προκαλείται, εν μέρει, από τις δαπάνες που συνεπάγεται για το κράτος μέλος αυτό η πλήρης εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Κατά πόσον οι δαπάνες αυτές πηγάζουν από χρηματικές καταβολές ή από προβλεπόμενες παροχές σε είδος δεν πρέπει να έχει εν προκειμένω καμία σημασία. Αμφότερα τα είδη παροχών πρέπει να καλύπτονται από την παρέκκλιση του άρθρου 24, παράγραφος 2.

95.      Εξάλλου, ούτε το γεγονός ότι οι «σπουδαστικές υποτροφίες» και τα «σπουδαστικά δάνεια» είναι οι μόνες μορφές σπουδαστικής βοήθειας οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 (45) συνεπάγεται ότι οι παροχές σε είδος αποκλείονται αυτομάτως. Σπουδαστική βοήθεια υπό τη μορφή παροχής σε είδος μπορεί επίσης να χορηγείται ως υποτροφία ή δάνειο. Εάν η συγκεκριμένη βοήθεια χορηγείται ως υποτροφία, τότε παρέχεται (σε είδος ή σε χρήμα) δίχως υποχρέωση επιστροφής, με την επιφύλαξη κυρώσεων για τυχόν ακατάλληλη χρήση της. Εάν χορηγείται ως δάνειο, τότε παρέχεται προσωρινώς και, μετά από ορισμένη χρονική περίοδο, πρέπει να επιστραφεί, με ή δίχως τόκο. Σε περίπτωση που η βοήθεια συνίσταται σε παροχή σε είδος και πρέπει να επιστραφεί, η αντίστοιχη χρηματική αξία της παροχής αυτής δεν πρέπει να επιστραφεί. Τούτο δεν αλλάζει τη φύση της ως δανείου. Να προστεθεί ότι, ενώ το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως ως προς ορισμένες πτυχές, δεν θεσπίζει ωστόσο κάποιο όριο ποσοτικού χαρακτήρα για τη χορήγηση της παροχής.

96.      Διαφωνώ, επομένως, με τη θέση της γενικής εισαγγελέα J. Kokott, η οποία στις προτάσεις της στην υπόθεση Επιτροπή κατά Αυστρίας υποστήριξε ότι «η ερμηνεία του όρου “υποτροφία” θα ήταν υπερβολικά διασταλτική αν αυτός καταλάμβανε και την παροχή μειωμένου εισιτηρίου» και ότι βούληση του νομοθέτη ήταν να υπαγάγει στο άρθρο 24, παράγραφος 2, μόνο ορισμένες παροχές οι οποίες έχουν ως σκοπό να καλύψουν το κόστος που συνεπάγεται η φοίτηση σε πανεπιστήμιο (46). Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια, αντιθέτως, ότι ο όρος «σπουδαστική βοήθεια» καταλαμβάνει τόσο τις παροχές σε είδος όσο και τις παροχές σε χρήμα. Επομένως, καταλάμβανε κατ’ αρχήν, και τη σπουδαστική κάρτα OV, η οποία κατ’ ουσίαν είναι μια κάρτα που αποδεικνύει ότι ο κάτοχός της είναι επιλέξιμος να καταβάλει μειωμένη τιμή εισιτηρίου όταν χρησιμοποιεί τα δημόσια μέσα μεταφοράς.

97.      Οι διάδικοι αντιμετώπισαν το ζήτημα κατά πόσον η σπουδαστική κάρτα OV συνιστά υποτροφία υπό όρους ή δάνειο υπό όρους. Δοθέντος ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζεται τόσο στα δάνεια όσο και στις υποτροφίες, είμαι της γνώμης ότι παρέλκει η εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος.

98.      Η Επιτροπή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Αυστρίας. Κατά την άποψή μου, ωστόσο, η σπουδαστική κάρτα OV είναι κάτι διαφορετικό από την καταβολή μειωμένων κομίστρων που ήταν το αντικείμενο της υποθέσεως εκείνης. Μολονότι το Δικαστήριο υπογράμμισε στην απόφασή του αυτή ότι μόνον οι ενισχύσεις λόγω σπουδών υπό μορφή υποτροφίας ή δανείου λόγω σπουδών εμπίπτουν στο άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 (47), δεν διευκρίνισε ωστόσο στην πραγματικότητα τους λόγους για τους οποίους έκρινε (εμμέσως) ότι τα μειωμένα κόμιστρα δεν ήταν υποτροφία ή δάνειο λόγω σπουδών. Οι λόγοι αυτοί δεν μπορεί να αφορούσαν τον σκοπό της παροχής, καθώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα μειωμένα κόμιστρα επηρέαζαν το κόστος ζωής.

99.      Τουναντίον, η απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας αφορούσε ειδικότερα την καταβολή μειωμένου κομίστρου σε σπουδαστές οι οποίοι θεωρούνταν επιλέξιμοι μόνο εάν οι γονείς τους ελάμβαναν οικογενειακά επιδόματα στην Αυστρία (48). Έτσι, η παροχή της ενισχύσεως εξαρτάτο, κατ’ αρχάς, από το κατά πόσον οι γονείς του σπουδαστή δικαιούνταν οικογενειακών επιδομάτων για τα ανήλικα τέκνα και για τα ενήλικα τέκνα ηλικίας κάτω των 26 ετών τα οποία παρακολουθούσαν μαθήματα επαγγελματικής καταρτίσεως ή πραγματοποιούσαν διαρκή εκπαίδευση σε ειδικευμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα σε σχέση με το επάγγελμά τους, υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη διάρκεια αυτής της εκπαιδεύσεως δεν μπορούσαν να ασκήσουν το επάγγελμά τους.

100. Το δικαίωμα καταβολής μειωμένων κομίστρων στην υπόθεση Επιτροπή κατά Αυστρίας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, δεδομένου ότι η εν λόγω παρέκκλιση αφορά αποκλειστικώς υποτροφίες και δάνεια για τα οποία η επιλεξιμότητα εξαρτάται από την ιδιότητα του αιτούντος ως σπουδαστή, με σκοπό να καλύψουν τα έξοδα διαβιώσεως στα οποία υποβλήθηκε λόγω των σπουδών του και μόνο.

101. Τέλος, επισημαίνεται ότι η ολλανδική χρηματοδότηση σπουδών όπως αυτή προβλέπεται στο Wsf 2000 (αποτελούμενη, επομένως, από τα ίδια στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της σπουδαστικής κάρτας OV) ήταν το αντικείμενο στην υπόθεση Förster (49). Μολονότι η οδηγία 2004/38 δεν ίσχυε (ακόμα) κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς εκείνης, το Δικαστήριο εξέτασε το άρθρο 24, παράγραφος 2, και φαίνεται να αναγνωρίζει τη δυνατότητα των Κάτω Χωρών να μην χρηματοδοτούν τις σπουδές όσο οι σπουδαστές δεν έχουν αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής εκεί. Δέχθηκε άραγε εμμέσως το Δικαστήριο με την απόφασή του αυτή ότι εμπίπτει στο άρθρο 24, παράγραφος 2, μια παροχή όπως είναι η σπουδαστική κάρτα OV, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συγκεκριμένης χρηματοδοτήσεως σπουδών;

102. Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι η σπουδαστική κάρτα OV εμπίπτει στον όρο «σπουδαστική βοήθεια» κατά την έννοια της παρεκκλίσεως από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διαλαμβάνεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38. Εξ αυτού έπεται ότι οι Κάτω Χώρες δεν παρέβησαν τη διάταξη αυτή μη μεταχειριζόμενες τους μη Ολλανδούς σπουδαστές (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) (τόσο τους κανονικούς όσο και τους σπουδαστές του προγράμματος Erasmus) επί ίσοις όροις με τους Ολλανδούς σπουδαστές (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγούν τη σπουδαστική κάρτα OV. Προτείνω ως εκ τούτου να απορριφθεί ως αβάσιμη η αιτίαση της Επιτροπής περί άμεσης δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος των σπουδαστών που δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια.

103. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κάνει δεκτή την πρότασή μου, τούτο είναι αρκετό για την απόρριψη της προσφυγής, λαμβανομένων υπόψη των αιτημάτων προς το Δικαστήριο. Για την περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι στο αιτητικό της προσφυγής διαλαμβάνεται εμμέσως και το αίτημα προς το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι οι Κάτω Χώρες υπέπεσαν σε παράβαση του άρθρου 24, παράγραφος 1, της 2004/38, θα εξετάσω, τέλος, κατά πόσον η Επιτροπή απέδειξε ότι οι μη Ολλανδοί σπουδαστές στις Κάτω Χώρες υφίστανται άμεση δυσμενή διάκριση όσον αφορά τη σπουδαστική κάρτα OV.

 Άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38

104. Το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει σε κράτος μέλος την υποχρέωση καθιερώσεως συστήματος επιδομάτων ανώτατων σπουδών, είτε αυτές τις πραγματοποιούν οι σπουδαστές σε εκπαιδευτικό ίδρυμα εντός των ορίων της επικράτειας του κράτους μέλους είτε εκτός. Οσάκις, ωστόσο, κράτος μέλος ασκεί την αρμοδιότητά του βάσει του άρθρου 165, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και καθιερώνει κάποιο σύστημα επιδομάτων ανώτατων σπουδών είτε σε μία από αυτές τις περιπτώσεις είτε και στις δύο, είναι υποχρεωμένο να ασκεί την αρμοδιότητα αυτή κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης (50).

105. Από τη νομολογία προκύπτει σαφώς ότι δυσμενής διάκριση υφίσταται μόνον όταν εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες σε παρεμφερείς καταστάσεις ή όταν ο ίδιος κανόνας εφαρμόζεται σε διαφορετικές καταστάσεις (51). Στην υπό κρίση υπόθεση, επομένως, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι Ολλανδοί και μη Ολλανδοί σπουδαστές (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση όσον αφορά την επίμαχη μεταχείρισή τους, και τούτο χρησιμοποιώντας ένα κριτήριο το οποίο στηρίζεται σε αντικειμενικά και ευχερώς προσδιορίσιμα στοιχεία και εκτιμώντας τον παρόμοιο χαρακτήρα της καταστάσεως υπό το φως του αντικειμένου της νομοθετικής ρυθμίσεως που προβλέπει την εν λόγω διάκριση (52). Υπό την έννοια αυτή, δεν αρκεί η διαβεβαίωση απλώς ότι όλοι οι σπουδαστές υφίστανται όμοια μεταχείριση από κάθε άποψη. Για παράδειγμα, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus και οι κανονικοί σπουδαστές (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) δεν είναι συγκρίσιμοι ως προς τη σπουδαστική κάρτα OV, δεν αποκλείεται να εξακολουθούν να είναι συγκρίσιμοι όσον αφορά άλλες πτυχές της μεταχειρίσεως που υφίστανται.

106. Οι Κάτω Χώρες δεν φαίνεται να αμφισβητούν ότι οι μη Ολλανδοί κανονικοί σπουδαστές (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) είναι συγκρίσιμοι με τους Ολλανδούς σπουδαστές. Κατά συνέπεια, βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 πρέπει να υφίστανται ίση μεταχείριση. Οι Κάτω Χώρες, ωστόσο, δεν τους εξασφαλίζουν ίση μεταχείριση. Ο Wsf 2000 και η Bsf 2000 εισάγουν και οι δύο διάκριση λόγω ιθαγένειας και υποβάλλουν τους σπουδαστές που δεν έχουν ολλανδική ιθαγένεια σε προϋποθέσεις οι οποίες δεν ισχύουν για όσους είναι Ολλανδοί πολίτες. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο οδηγηθεί στο σημείο να εξετάσει το άρθρο 24, παράγραφος 1, χωρίς να λάβει υπόψη το άρθρο 24, παράγραφος 2, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τους σπουδαστές, οι Κάτω Χώρες υπέπεσαν σε παράβαση του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38.

107. Αυτό που αμφισβητείται είναι κατά πόσον οι μη Ολλανδοί σπουδαστές του προγράμματος Erasmus (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) είναι συγκρίσιμοι με τους Ολλανδούς σπουδαστές (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) στις Κάτω Χώρες.

108. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είναι συγκρίσιμοι. Η θέση της είναι ότι, καθώς οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) εγγράφονται με κάποιον τρόπο στο ίδρυμα υποδοχής (ακόμη κι αν εξακολουθούν να είναι επισήμως εγγεγραμμένοι στο ίδρυμα προελεύσεώς τους), είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι έχουν μια πραγματική σχέση με τις Κάτω Χώρες προκειμένου να λάβουν τη σπουδαστική κάρτα OV.

109. Η πρώτη παραδοχή της Επιτροπής είναι ότι οι σπουδαστές του προγράμματος (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση οσάκις αποδεικνύουν πραγματική σχέση με τις Κάτω Χώρες. Ισχυρίζεται ότι η απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας επιρρωννύει τη θέση της. Ωστόσο, τα στοιχεία της συγκεκριμένης αποφάσεως τα οποία επικαλείται η Επιτροπή αφορούν τον δικαιολογητικό λόγο της δυσμενούς διακρίσεως. Η ανάλυση αυτή στηρίζεται κατά λογική αναγκαιότητα σε προηγούμενη διαπίστωση ότι δύο ομάδες συγκρίσιμων πολιτών της Ένωσης τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ιθαγένειας. Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Αυστρίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υφίσταται άνιση μεταχείριση μεταξύ Αυστριακών σπουδαστών και των σπουδαστών των λοιπών κρατών μελών οι οποίοι σπουδάζουν επίσης στην Αυστρία, καθόσον οι πρώτοι πληρούν σαφώς ευκολότερα την προϋπόθεση να χορηγούνται στους γονείς τους τα αυστριακά οικογενειακά επιδόματα προκειμένου να απολαύουν του δικαιώματος καταβολής μειωμένων κομίστρων (53). Το Δικαστήριο έκρινε, επομένως, όσον αφορά την επίμαχη στην υπόθεση εκείνη παροχή, ότι είναι συγκρίσιμοι οι Αυστριακοί σπουδαστές και οι σπουδαστές των λοιπών κρατών μελών. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να στηριχθεί στην πραγματική σχέση την οποία έχουν όλοι αυτοί οι σπουδαστές με την Αυστρία. Εάν είχαν ήδη μια τέτοια σχέση, δεν θα υπήρχε λόγος για την Αυστρία να εφαρμόσει κάποιο μέτρο προκειμένου, ακριβώς, να διακρίνει μεταξύ των μελών της ομάδας αυτής ποια μπορούσαν και ποια δεν μπορούσαν να αποδείξουν μια τέτοια σχέση.

110. Η δεύτερη παραδοχή της Επιτροπής φαίνεται πως είναι ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) είναι συγκρίσιμοι με τους Ολλανδούς σπουδαστές για τον λόγο ότι είναι de facto εγγεγραμμένοι στο ίδρυμα υποδοχής (ακόμη κι αν εξακολουθούν να είναι επισήμως εγγεγραμμένοι στο ίδρυμα προελεύσεώς τους). Ως εκ τούτου, οι Κάτω Χώρες δεν μπορούν να τους αρνηθούν τη σπουδαστική κάρτα OV στηριζόμενες στο ότι το άρθρο 2.1.c [τρίτο εδάφιο] του Wsf 2000 εξαρτά την πρόσβαση στη κάρτα αυτή από την εγγραφή. Τούτο συνιστά, κατ’ εξοχήν, ανάλυση περί έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως: μια «ουδέτερη» προϋπόθεση (εγγραφή) εφαρμόζεται εις βάρος μιας ομάδας σε σύγκριση με άλλη.

111. Έχει ήδη, ωστόσο, διευκρινισθεί ότι η αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή περί έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως είναι απαράδεκτη (54). Η Επιτροπή δεν έχει προβάλει παραδεκτώς κάποιο συναφές επιχείρημα ότι οι μη Ολλανδοί σπουδαστές του προγράμματος Erasmus (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) υφίστανται έμμεση δυσμενή διάκριση, για τον λόγο ότι οι Κάτω Χώρες αρνούνται να τους εγγράψουν κατά την έννοια του άρθρου 2.1.c [τρίτο εδάφιο]του Wsf 2000. Κατά συνέπεια, δεν εξετάζεται εν προκειμένω κατά πόσον οι Κάτω Χώρες μπορούν δικαιολογημένα να μη μεταχειρίζονται τους σπουδαστές του προγράμματος Erasmus ως εγγεγραμμένους σπουδαστές κατά την έννοια του άρθρου 2.1.c [τρίτο εδάφιο] του Wsf 2000.

112. Είμαι τη γνώμης, επομένως, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε όσα υποστηρίζει.

113. Η Επιτροπή θα μπορούσε να έχει επιχειρηματολογήσει διαφορετικά. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να έχει υποστηρίξει ότι οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus και οι κανονικοί σπουδαστές είναι συγκρίσιμοι για τον λόγο ότι, ανεξαρτήτως εγγραφής και εναλλακτικών πηγών (δημόσιων ή ιδιωτικών) χρηματοδοτήσεως, η σπουδαστική κάρτα OV καθιστά φθηνότερη για έναν σπουδαστή (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) στις Κάτω Χώρες τη χρήση δημόσιων μέσων μεταφοράς εκεί και όλοι οι σπουδαστές (επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) έχουν ένα συγκρίσιμο συμφέρον για πρόσβαση σε πιο οικονομικά δημόσια μέσα μεταφοράς. Το βάρος θα έφεραν πλέον οι Κάτω Χώρες, καθώς θα καλούνταν να αποδείξουν (για παράδειγμα) ότι, σε αντίθεση με τους κανονικούς σπουδαστές, οι σπουδαστές του προγράμματος Erasmus λαμβάνουν πάντοτε χρηματοδότηση, ότι οι Ολλανδοί σπουδαστές που κρίνονται επιλέξιμοι να λάβουν τη σπουδαστική κάρτα OV υπό ευνοϊκούς όρους δεν χρηματοδοτούνται από άλλη πηγή και ότι αυτό αυξάνει το συμφέρον τους να αποκτήσουν την πρόσβαση αυτή.

114. Δεν εκφράζω άποψη ως προς το αποτέλεσμα μιας προσφυγής με αυτό το περιεχόμενο και της αντικρούσεώς της. Η πραγματικότητα είναι ότι η Επιτροπή επέλεξε να μην προβάλει αυτά τα επιχειρήματα προς στήριξη της προσφυγής της.

 Πρόταση

115. Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:

–        να απορρίψει την προσφυγή, και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.


1 —      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2 —      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77, και διορθωτικά ΕΕ L 229, σ. 35, ΕΕ 2005, L 30, σ. 27, ΕΕ L 197, σ. 34 και ΕΕ 2007, L 204, σ. 28).


3 —      Βλ. σημείο 61 των παρουσών προτάσεων.


4 —      Το άρθρο 1 της οδηγίας 90/366/ΕΟΚ, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 180, σ. 30), διατύπωσε αρχικώς τον συγκεκριμένο όρο ως εξής: «[…] που με δήλωσή του, ή, κατ’ επιλογή του σπουδαστή, με οποιοδήποτε άλλο ανάλογο τρόπο, διαβεβαιώνει την αρμόδια εθνική αρχή ότι διαθέτει πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, υπό τον όρο ότι θα είναι εγγεγραμμένος σε αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα προκειμένου να παρακολουθήσει, κατά κύρια απασχόληση, κύκλο επαγγελματικής κατάρτισης και ότι διαθέτουν υγειονομική ασφάλιση η οποία καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής». Κατόπιν ακυρώσεως της συγκεκριμένης οδηγίας [με την απόφαση του Δικαστηρίου Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑295/90, EU:C:1992:294)], εκδόθηκε η οδηγία 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 317, σ. 59). Στο άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνεται παρόμοιος όρος. Καμία από τις οδηγίες δεν θεμελίωσε δικαίωμα χορήγησης, εκ μέρους του κράτους μέλους υποδοχής, οποιασδήποτε υποτροφίας σπουδών (άρθρο 3). Αμφότερες οι οδηγίες αναφέρουν ότι οι απολαύοντες δικαιώματος διαμονής δεν πρέπει να επιβαρύνουν υπερβολικά τα δημόσια οικονομικά του κράτους μέλους υποδοχής (αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 93/96· αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 90/366).


5 —      Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας 2004/38.


6 —      Απόφαση 87/327/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1987, για τη θέσπιση του κοινοτικού προγράμματος δράσης σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών (ERASMUS) (ΕΕ L 166, σ. 20). Η αρχική αυτή απόφαση δεν είναι πλέον σε ισχύ. Βλ. σημεία 12 έως 15 των παρουσών προτάσεων.


7 —      Άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως 87/327.


8 —      Άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 87/327.


9 —      Άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 87/327.


10 —      Βλ. ενέργειες 1 και 2 του παραρτήματος της αποφάσεως 87/327 του Συμβουλίου.


11 —      Κανονισμός (ΕΕ) 1288/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του προγράμματος «Erasmus+»: το πρόγραμμα της Ένωσης για την εκπαίδευση, την κατάρτιση, τη νεολαία και τον αθλητισμό και για την κατάργηση των αποφάσεων αριθ. 1719/2006/EK, αριθ. 1720/2006/ΕΚ και αριθ. 1298/2008/EK (ΕΕ L 347, σ. 50).


12 —      Άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού του προγράμματος Erasmus+.


13 —      Άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού του προγράμματος Erasmus+.


14 —      Ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 7, ως «η μετάβαση σε άλλη χώρα εκτός της χώρας μόνιμης κατοικίας, με σκοπό την πραγματοποίηση σπουδών, κατάρτισης ή τυπικής ή άτυπης μάθησης».


15 —      Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού του προγράμματος Erasmus+. Βλ., επίσης, σημείο 14 των παρουσών προτάσεων.


16 —      Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη και ορισμένες τρίτες χώρες δυνάμει αυτοτελών συμφωνιών.


17 —      http://ec.europa.eu/education/opportunities/higher-education/doc/charter_en.pdf [http://erasmus.ntua.gr/sites/default/files/entypa/sms/Xartis_F_Erasmus.pdf]. Στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων, οι συγκεκριμένοι σπουδαστές θα περιλαμβάνονται στους «σπουδαστές του προγράμματος Erasmus».


18 —      Μολονότι όρος «Paragraph» φαίνεται ότι χρησιμοποιείται για τους τίτλους κεφαλαίων του Wsf 2000, θα χρησιμοποιήσω στο εξής τον όρο «κεφάλαιο».


19 —      Κατά την επ’ ακροατήριου συζήτηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι ως «εξωτερικός σπουδαστής» νοείται το πρόσωπο το οποίο ενδέχεται να παρακολουθεί ορισμένες τάξεις σε μη τακτική βάση δίχως να ακολουθεί κανονική εκπαίδευση.


20 —      Εν προκειμένω, δεν είναι κρίσιμο αν και κατά πόσον η επαγγελματική εκπαίδευση κατά τον Wsf 2000 έχει την ίδια έννοια με ό,τι ορίζεται ως «επαγγελματική εκπαίδευση» στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης. Η τελευταία νοείται ως «[...] κάθε μορφής εκπαίδευση που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή που παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχόλησης […] ανεξαρτήτως της ηλικίας και του επιπέδου καταρτίσεως των μαθητών ή των σπουδαστών, ακόμη και αν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως»: απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (242/87, EU:C:1989:217, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


21 —      Η διάταξη εφαρμόζεται σε εκείνον που σπουδάζει ή «studerende» [στα ολλανδικά], ο οποίος ορίζεται, στο άρθρο 1.1.1 του Wsf 2000, ως σπουδαστής είτε πανεπιστημιακής είτε επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.


22 —      Βλ. σημεία 63 έως 79 των παρουσών προτάσεων.


23 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:605, στο εξής: απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας).


24 —      Βλ. περαιτέρω σημείο 89 και υποσημείωση 42 των παρουσών προτάσεων.


25 —      Βλ. σημεία 43 και 48 των παρουσών προτάσεων.


26 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑237/12, EU:C:2014:2152, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


27 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑67/12, EU:C:2014:5, σκέψεις 41 και 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


28 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑252/13, EU:C:2014:2312, σκέψεις 28 και 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


29 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑457/07, EU:C:2009:531, σκέψη 55).


30 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑67/12, EU:C:2014:5, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


31 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑68/11, EU:C:2012:815, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


32 —      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Bressol κ.λπ. (C‑73/08, EU:C:2010:181, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


33 —      Βλ. απόφαση Hervis Sport- és Divatkereskedelmi (C‑385/12, EU:C:2014:47, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


34 —      Βλ. απόφαση Bressol κ.λπ. (C‑73/08, EU:C:2010:181, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


35 —      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Förster (C‑158/07, EU:C:2008:630, σκέψη 38).


36 —      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Brey (C‑140/12, EU:C:2013:565, σκέψεις 46 και 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


37 —      Βλ., αποφάσεις Dano (C‑333/13, EU:C:2014:2358, σκέψη 61), N. (C‑46/12, EU:C:2013:97, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:605, σκέψεις 49 και 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


38 —      Απόφαση Jobcenter Berlin Neukölln (C‑67/14, EU:C:2015:597, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


39 —      Απόφαση Βάτσουρας και Koupatantze (C‑22/08 και C‑23/08, EU:C:2009:344, σκέψη 34).


40 —      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις N. (C‑46/12, EU:C:2013:97, σκέψη 33) και Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:605, σκέψη 54).


41 —      Απόφαση Jobcenter Berlin Neukölln (C‑67/14, EU:C:2015:597, σκέψη 51). Προκύπτει, επίσης, ότι οσάκις κράτος μέλος επικαλείται το άρθρο 24, παράγραφος 2, δεν είναι αναγκαίο πρώτα να αποδεικνύει ότι συντρέχει δυσμενής διάκριση (και ότι, συνεπώς, συγκρίσιμες κατηγορίες πολιτών της Ένωσης υφίστανται ανόμοια μεταχείριση) και εν συνεχεία να εξετάζει την εφαρμογή του άρθρου 24, παράγραφος 2.


42 —      Βλ. το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής και του υπομνήματος απαντήσεως στην ολλανδική γλώσσα. Το γεγονός ότι η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 24 της οδηγίας 2004/38 στο εξώφυλλο του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος απαντήσεως και στην απόδοση στη γαλλική γλώσσα του αιτητικού που διαλαμβάνουν τα έγγραφα αυτά δεν διαφοροποιεί την αιτίαση.


43 —      Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:605, σκέψεις 43 έως 55).


44 —      Βλ. απόφαση Dano (C‑333/13, EU:C:2014:2358, σκέψεις 77 έως 79). Βλ., επίσης, αιτιολογική έκθεση της προτάσεως οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών [COM(2001) 257 τελικό — COD 2001/0111], επεξήγηση στο άρθρο 21.


45 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:605, σκέψη 55).


46 —      Προτάσεις γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:536, σημείο 70).


47 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:605, σκέψη 55).


48 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:605, σκέψη 24).


49 —      Απόφαση Förster (C‑158/07, EU:C:2008:630, σκέψεις 55 έως 59).


50 —      Απόφαση Martens (C‑359/13, EU:C:2015:118, σκέψεις 23 έως 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, για παράδειγμα, απόφαση Bressol κ.λπ. (C‑73/08, EU:C:2010:181, σκέψεις 28 και 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


51 —      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑542/09, EU:C:2012:346, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


52 —      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών (C‑542/09, EU:C:2012:346, σκέψη 42) και Kleist (C‑356/09, EU:C:2010:703, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


53 —      Απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑75/11, EU:C:2012:605, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


54 —      Βλ. σημεία 66 έως 73 των παρουσών προτάσεων.