Language of document : ECLI:EU:C:2016:225

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 7ης Απριλίου 2016 (1)

Υπόθεση C‑102/15

Gazdasági Versenyhivatal

κατά

Siemens Aktiengesellschaft Österreich

[αίτηση του Fővárosi Ítélőtábla (Ουγγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Άρθρο 1, παράγραφος 1 — Πεδίο εφαρμογής — Έννοια “αστικών και εμπορικών υποθέσεων” — Άρθρο 5, παράγραφος 3 — Διεθνής δικαιοδοσία για την εκδίκαση διαφορών από ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας — Αγωγή με αντικείμενο την απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού»





1.        Η υπό κρίση υπόθεση εστιάζει στο ζήτημα κατά πόσον οι αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό υπάγονται στην καθοριζόμενη από τον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 (2) διεθνή δικαιοδοσία για τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας (από κοινού: περιπτώσεις εξωσυμβατικής ευθύνης).

2.        Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι παρέχει επίσης στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001.

3.        Στις παρούσες προτάσεις μου θα εκθέσω γιατί μια αγωγή όπως αυτή της κύριας δίκης η οποία απορρέει από την επιβολή προστίμου λόγω παραβιάσεως εθνικών διατάξεων περί ανταγωνισμού, δεν σχετίζεται με τις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις», στις οποίες εφαρμόζεται ο κανονισμός 44/2001. Αντιθέτως αφορά τις «διοικητικές υποθέσεις» οι οποίες, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του.

4.        Για λόγους που δεν είναι προφανείς το αιτούν δικαστήριο δεν έχει υποβάλει ερώτημα ως προς το εάν η ενώπιόν του αγωγή υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Μια πιθανή εξήγηση γι’ αυτό, όπως προέκυψε από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είναι ενδεχομένως ότι, κατά το ουγγρικό δίκαιο, αυτού του είδους οι αγωγές θεωρούνται σαφώς ως αστικές υποθέσεις.

5.        Επιπλέον, για λόγους πληρότητας, θα εξηγήσω επίσης γιατί οι αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό διαφέρουν ριζικώς από τις αξιώσεις εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας. Αυτό με οδηγεί στο να θεωρήσω ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001, το οποίο αναγνωρίζει ειδική δικαιοδοσία για την εκδίκαση διαφορών που σχετίζονται με ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, δεν επιτρέπει να ασκούνται αγωγές σχετικές με αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό σε κράτος μέλος στο οποίο ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του.

I –    Νομικό πλαίσιο

 Α —      Κανονισμός 44/2001

6.        Βάσει του άρθρου του 1, παράγραφος 1 («Πεδίο Εφαρμογής»), ο κανονισμός 44/2001 εφαρμόζεται «σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις».

7.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο ΙΙ του κανονισμού αυτού («Δικαιοδοσία») και ειδικότερα στο τμήμα Ι («Γενικές Διατάξεις»), ορίζει ότι, «με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους».

8.        Το τμήμα ΙΙ του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού 44/2001 περιλαμβάνει διατάξεις για τις «Ειδικές Δικαιοδοσίες», συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 5.

9.        Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος «ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή».

10.      Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός».

 Β —      Το ουγγρικό δίκαιο

11.      Κατά το άρθρο 301, παράγραφος 1, του ουγγρικού αστικού κώδικα (3), σε περίπτωση χρηματικής οφειλής, ο οφειλέτης υποχρεούται, εκτός εάν ορίζεται άλλως, να καταβάλει τόκους που αντιστοιχούν στο βασικό επιτόκιο της ουγγρικής κεντρικής τράπεζας που ισχύει την τελευταία ημέρα πριν την έναρξη του ημερολογιακού εξαμήνου στο οποίο σημειώνεται η υπερημερία, ακόμη και στην περίπτωση μη τοκοφόρας οφειλής. Στοιχειοθετείται υποχρέωση καταβολής τόκων ακόμη και αν ο οφειλέτης δικαιολογήσει την υπερημερία του.

12.      Το άρθρο 361, παράγραφος 1, του ουγγρικού αστικού κώδικα ορίζει ότι όποιος αποκτά περιουσιακό όφελος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος τρίτου υποχρεούται να αποδώσει το εν λόγω όφελος.

13.      Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 5, του νόμου LVII του 1996 για την απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και του περιορισμού του ανταγωνισμού (4), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, εάν η απόφαση του Versenytanács (Συμβούλιο Ανταγωνισμού: σώμα το οποίο αποτελεί οργανικό τμήμα της Gazdasági Versenyhivatal, ήτοι της ουγγρικής αρχής ανταγωνισμού, στο εξής: αρχή ανταγωνισμού) αντιβαίνει σε νομική ρύθμιση και εάν, συνεπώς, γεννάται αξίωση επιστροφής του προστίμου, πρέπει να καταβληθούν τόκοι επί του επιστρεπτέου ποσού, υπολογιζόμενοι με επιτόκιο διπλάσιο του ισχύοντος βασικού επιτοκίου της κεντρικής τράπεζας.

II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και υποβληθέν ερώτημα

14.      Στο πλαίσιο διαδικασίας περί προστασίας του ανταγωνισμού, η αρχή ανταγωνισμού επέβαλε στη Siemens Aktiengesellschaft Österreich (στο εξής: Siemens), η οποία εδρεύει στην Αυστρία, πρόστιμο 159 000 000 ουγγρικών φιορινίων (HUF) (στο εξής: επίμαχη απόφαση). Η Siemens άσκησε προσφυγή κατά της επίμαχης αποφάσεως ενώπιον των ουγγρικών διοικητικών δικαστηρίων. Δεδομένου ότι η προσφυγή της δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα, η Siemens πλήρωσε το πρόστιμο.

15.      Το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο μείωσε το πρόστιμο στο ποσόν των 27 300 000 HUF. Εν συνεχεία η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο.

16.      Βάσει αυτής της δεύτερης αποφάσεως η αρχή ανταγωνισμού επέστρεψε στη Siemens, στις 31 Οκτωβρίου 2008, το ποσόν των 131 700 000 HUF ως τμήμα του συνολικώς επιβληθέντος προστίμου των 159 000 000 HUF και κατέβαλε επίσης στη Siemens, κατά το άρθρο 83, παράγραφος 5, του νόμου LVII του 1996, το ποσόν των 52 016 230 HUF έναντι τόκων.

17.      Η αρχή ανταγωνισμού άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Legfelsőbb Bíróság (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ουγγαρίας, νυν Kúria) κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή του προστίμου των 159 000 000 HUF στη Siemens ήταν ορθή. Σε συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή η Siemens κατέβαλε, στις 25 Νοεμβρίου 2011, το υπόλοιπο του προστίμου ύψους 131 700 000 HUF, αλλά αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσόν των 52 016 230 HUF.

18.      Στις 12 Ιουλίου 2013 η αρχή ανταγωνισμού άσκησε αγωγή κατά της Siemens, βάσει του άρθρου 361, παράγραφος 1, του αστικού κώδικα, με αίτημα την επιστροφή αυτού του ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (στο εξής: επίδικη αξίωση), καθώς και την καταβολή τόκων υπερημερίας ως προς την πληρωμή του ίδιου ποσού.

19.      Επιπλέον, η αρχή ανταγωνισμού αξιώνει την καταβολή ποσού 29 183 277 HUF βάσει του άρθρου 301, παράγραφος 1, του αστικού κώδικα για τόκους υπερημερίας οι οποίοι αφορούν το οφειλόμενο τμήμα του προστίμου ύψους 131 700 000 HUF για το διάστημα από τις 2 Νοεμβρίου 2008 μέχρι και τις 24 Νοεμβρίου 2011. Προς στήριξη του αιτήματος αυτού η αρχή ανταγωνισμού προβάλλει το επιχείρημα ότι η επίμαχη απόφαση κηρύχθηκε νόμιμη και ισχυρή ex tunc, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του προστίμου να πρέπει να περιέλθει σε αυτή την πρώτη εργάσιμη ημέρα (2 Νοεμβρίου 2008) μετά την ημερομηνία κατά την οποία αυτό εσφαλμένως επεστράφη (31 Οκτωβρίου 2008).

20.      Η αρχή ανταγωνισμού θεωρεί ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός εμπίπτει στις ενοχές εξ οιονεί αδικοπραξίας. Επομένως, κατά την άποψή της, το αιτούν δικαστήριο έχει ειδική δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση της κύριας δίκης κατά τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001.

21.      Η Siemens, προς αντίκρουση αυτής της συλλογιστικής, υποστηρίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 δεν εφαρμόζεται σε αυτή την περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά το ουγγρικό δίκαιο, η υποχρέωση αποδόσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν στηρίζεται σε παράνομη συμπεριφορά, αλλά προκύπτει από την έλλειψη νόμιμης αιτίας για την κτήση του περιουσιακού οφέλους. Όσον αφορά την αξίωση της αρχής ανταγωνισμού για τόκους υπερημερίας, η Siemens υποστηρίζει ότι ο τόκος υπερημερίας δεν συνιστά αποζημίωση για ζημία, δεδομένου ότι η πληρωμή δεν εξαρτάται από την επέλευση ζημίας.

22.      Στις 12 Ιουνίου 2014 το Fővárosi Törvényszék (πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Βουδαπέστη, Ουγγαρία) αποφάσισε την κατάργηση της δίκης, κρίνοντας ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά εξωσυμβατική ευθύνη. Κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, στον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν γεννάται ζήτημα ευθύνης ούτε υφίσταται ζημία, παρά μόνο περιουσιακή βλάβη και έλλειψη νόμιμης αιτίας.

23.      Η αρχή ανταγωνισμού άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως της 12ης Ιουνίου 2014 ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι το Fővárosi Törvényszék έχει δικαιοδοσία. Το αιτούν δικαστήριο οφείλει ως εκ τούτου να εξετάσει την ορθότητα της αποφάσεως περί καταργήσεως της δίκης λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας.

24.      Επειδή το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001, αποφάσισε, στις 2 Μαρτίου 2015, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει τον χαρακτήρα “ενοχής εξ οιονεί αδικοπραξίας”, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του [κανονισμού 44/2001], η αξίωση που απορρέει από την επιστροφή προστίμου επιβληθέντος στο πλαίσιο διαδικασίας περί προστασίας του ανταγωνισμού και καταβληθέντος από πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος —στο οποίο και επιστράφηκε το ποσό του προστίμου, η δε επιστροφή κρίθηκε εκ των υστέρων αδικαιολόγητη—, την οποία προβάλλει η αρχή ανταγωνισμού κατά του ως άνω προσώπου με σκοπό την επιστροφή των τόκων οι οποίοι καταβλήθηκαν από την εν λόγω αρχή, όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία σε περίπτωση επιστροφής ποσού;»

25.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Siemens, η αρχή ανταγωνισμού, η Ουγγρική, η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Ιανουαρίου 2016 όλοι οι ανωτέρω μετέχοντες ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις πλην της Ιταλικής Κυβέρνησης.

III – Ανάλυση

26.      Όπως αναφέρθηκε, το αιτούν δικαστήριο με το ερώτημά του ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί εάν η αξίωση για επιστροφή ποσού καταβληθέντος σε πρόσωπο, το οποίο έχει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος, λόγω μεταγενέστερης αποδείξεως ότι η καταβολή αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία εμπίπτει στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο ο δανειστής έχει την έδρα του, κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 η οποία αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη.

27.      Ωστόσο, όπως επίσης αναφέρθηκε, οι «διοικητικές υποθέσεις» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής αυτού. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι αναγκαίο, πριν δοθεί απάντηση στο επί της ουσίας ερώτημα, να εξετασθεί, εάν η επίδικη αξίωση, η οποία πηγάζει από πρόστιμο που επιβλήθηκε από εθνική αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας σχετικής με την παραβίαση εθνικών κανόνων περί ανταγωνισμού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001.

 Α —      Πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001

1.      Εισαγωγικές παρατηρήσεις

28.      Το αντικείμενο του κανονισμού 44/2001 περιορίζεται εξ αρχής στις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις». Κατά πάγια νομολογία οι έννοιες των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων» και, κατ’ αντιδιαστολή, των «διοικητικών υποθέσεων» έχουν αυτοτελή χαρακτήρα στο δίκαιο της Ένωσης (5).

29.      Κατά συνέπεια ο ενδεχόμενος χαρακτηρισμός της κύριας αγωγής ως διοικητικής ή αστικής και εμπορικής κατά το ουγγρικό δίκαιο δεν επηρεάζει την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001. Επομένως, ούτε το γεγονός ότι η αίτηση προδικαστικού ερωτήματος δεν περιλαμβάνει ερώτημα αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 ούτε η συμφωνία όλων των μερών που συμμετέχουν στην παρούσα διαδικασία ότι η κύρια αγωγή αφορά διαφορά του αστικού δικαίου κατά το ουγγρικό δίκαιο καθιστούν εφαρμοστέο τον κανονισμό.

30.      Συναφώς, το γεγονός ότι δεν έχει υποβληθεί ερώτημα αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αυτό. Στην πραγματικότητα το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του διάφορες εναλλακτικές δυνατότητες. Πρώτον, το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί, όταν είναι προφανές ότι η διάταξη του δικαίου της Ένωσης της οποίας ζητείται η ερμηνεία δεν τυγχάνει εφαρμογής (6). Δεύτερον, το Δικαστήριο μπορεί εναλλακτικά να κηρύξει την υπόθεση απαράδεκτη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου (7) (στο εξής: Κανονισμός Διαδικασίας). Τρίτον, το Δικαστήριο μπορεί, αντί των ανωτέρω, να κρίνει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 δεν εφαρμόζεται, για λόγους σχετιζόμενους όχι με το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος, αλλά αντιθέτως με την ουσία αυτού (8).

31.      Καθόσον με αφορά, θα τόνιζα ότι, εάν το Δικαστήριο συμφωνήσει μαζί μου ότι το αντικείμενο της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, το γεγονός αυτό θα είχε, σε κάθε περίπτωση, ως αποτέλεσμα την επίλυση της διαφοράς όπως προσδιορίζεται στην κύρια αγωγή. Κατά συνέπεια θα παρεχόταν de facto απάντηση επί της ουσίας του υποβληθέντος ερωτήματος. Επιπλέον, η αίτηση προδικαστικού ερωτήματος φαίνεται να πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 94, στοιχεία αʹ και βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Κατόπιν τούτου και λαμβάνοντας υπόψη το πνεύμα συνεργασίας το οποίο πρέπει να επικρατεί στο πλαίσιο της διαδικασίας προδικαστικού ερωτήματος —συνεργασία η οποία απαιτεί από το Δικαστήριο να δώσει μια χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο— προτείνω στο Δικαστήριο να αναμορφώσει το υποβληθέν ερώτημα, ώστε να εξετάσει το ζήτημα εάν η κύρια αγωγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001.

2.      Εξέταση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 44/2001

32.      Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, μη περιλαμβάνοντας σχετικό ερώτημα, σιωπά ως προς το ζήτημα εάν η επίδικη αξίωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001. Ωστόσο, η αρχή ανταγωνισμού, η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, στηριζόμενες κυρίως στην απόφαση Sapir κ.λπ. (9), υποστηρίζουν ότι η επίδικη αξίωση δεν συνιστά «διοικητική υπόθεση» (η Ουγγρική Κυβέρνηση με εκτεταμένη επιχειρηματολογία). Είναι αξιοσημείωτο ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Siemens και η Γερμανική Κυβέρνηση επανέλαβαν την άποψη αυτή.

33.      Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, περιοριζόμενο στις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις», οριοθετείται ουσιαστικά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη φύση των εννόμων σχέσεων μεταξύ των διαδίκων ή το αντικείμενο της διαφοράς. Μολονότι συγκεκριμένες ενέργειες μεταξύ μιας δημόσιας αρχής και ενός προσώπου, το οποίο υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, μπορεί να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, συμβαίνει το αντίθετο, όταν η δημόσια αρχή ενεργεί κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας (10). Το αποφασιστικό στοιχείο είναι εάν η αγωγή στηρίζεται σε διατάξεις οι οποίες απονέμουν στο διοικητικό όργανο ιδιαίτερο προνόμιο (11).

34.      Μολονότι δεν έχω αμφιβολία ότι αγωγές «ιδιωτών» οι οποίες σχετίζονται με την επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 (12), εντούτοις θεωρώ εξίσου προφανές ότι ποινή που επιβάλλεται από διοικητική αρχή, κατ’ ενάσκηση των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων που της αναθέτει η εθνική νομοθεσία, εμπίπτει στην έννοια των «διοικητικών υποθέσεων». Σε αυτή την τελευταία περίπτωση περιλαμβάνονται αναμφισβήτητα τα πρόστιμα για παράβαση εθνικών κανόνων που απαγορεύουν τους περιορισμούς του ανταγωνισμού, κάτι το οποίο, κατά την άποψή μου, εντάσσεται στο «σκληρό πυρήνα» της άσκησης δημόσιας εξουσίας.

35.      Το βέβαιο είναι ότι η κατάσταση η οποία οδήγησε στην κύρια δίκη δεν ήταν ακριβώς ομαλή. Πράγματι, η επίδικη αξίωση δεν αφορά αυτή καθαυτή την πληρωμή του προστίμου, αλλά απαίτηση για απόδοση η οποία αποτελείται από (i) την επιστροφή του (κυρωτικού χαρακτήρα) τόκου που πληρώθηκε αρχικά από την αρχή ανταγωνισμού μετά την απόφαση του Εφετείου με επιτόκιο διπλάσιο αυτού της κεντρικής τράπεζας, (ii) τον τόκο υπερημερίας αυτού του ποσού και (iii) τον τόκο υπερημερίας του υπολοίπου ποσού του ίδιου του προστίμου.

36.      Επιπροσθέτως η νομολογία του Δικαστηρίου γι’ αυτό το ζήτημα είναι περιπτωσιολογική (13), καθιστώντας δύσκολη την υιοθέτηση μιας γενικότερης προσεγγίσεως.

37.      Ωστόσο, όσον αφορά την προηγούμενη του κανονισμού 44/2001 νομοθεσία, δηλαδή τη Σύμβαση των Βρυξελλών (14), το Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός ότι ο διαχειριστής, επιδιώκοντας την απόδοση […] δαπανών ενεργεί επί τη βάσει αξιώσεως που πηγάζει από πράξη δημοσίας εξουσίας αρκεί για να θεωρηθεί ότι η αγωγή του, ανεξάρτητα από το είδος της διαδικασίας που του παρέχει για το σκοπό αυτό το εθνικό δίκαιο, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως των Βρυξελλών» (15).

38.      Κατά την άποψή μου, η ουσία όσων αναφέρονται στο προηγούμενο σημείο εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα: οφειλές, οι οποίες προκύπτουν από πράξη δημόσιας αρχής —δηλαδή κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας— δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001. Συνεπώς, όσον αφορά στην παρούσα υπόθεση, η ανάλυση της ασκηθείσας από την αρχή ανταγωνισμού κύριας αγωγής και των εφαρμοστέων κανόνων με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επίδικη αξίωση και οι λοιπές αξιώσεις οι οποίες πηγάζουν από το επιβληθέν από την αρχή ανταγωνισμού πρόστιμο δεν εμπίπτουν στην έννοια των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων».

39.      Στην παρούσα υπόθεση η μείωση του επιβληθέντος από την αρχή ανταγωνισμού προστίμου είχε ως αυτόματη παρεπόμενη συνέπεια τη γέννηση της επίδικης αξιώσεως, σύμφωνα με την ουγγρική νομοθεσία η οποία ρυθμίζει τα αποτελέσματα των αποφάσεων της αρχής ανταγωνισμού, δηλαδή το άρθρο 83, παράγραφος 5, του νόμου LVII του 1996. Ειδικότερα η επίδικη αξίωση προκύπτει από τον συνδυασμό διαφόρων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ουγγρικού δικαίου και συγκεκριμένα του ότι (i) η προσφυγή κατά της επίμαχης αποφάσεως δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα, (ii) μετά την απόφαση του δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου η αρχή ανταγωνισμού υποχρεώθηκε, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, να πληρώσει τόκους στη Siemens επί του επιστραφέντος προστίμου με επιτόκιο διπλάσιο του βασικού της κεντρικής τράπεζας, (iii) η απόφαση του Kúria είχε αναδρομικό αποτέλεσμα. Πράγματι, έχω την εντύπωση ότι κάθε φορά που θα ακυρώνεται ή θα μειώνεται από τα διοικητικά δικαστήρια επιβληθέν από την αρχή ανταγωνισμού πρόστιμο και, εν συνεχεία. θα επικυρώνεται, ο συνδυασμός των προαναφερθέντων στοιχείων της ουγγρικής διοικητικής δικονομίας θα καταλήγει σε γενικές γραμμές στο ίδιο αποτέλεσμα: η οικεία επιχείρηση θα έχει λάβει τόκους σύμφωνα με το άρθρο 83, παράγραφος 5, του νόμου LVII του 1996, την επιστροφή των οποίων θα διεκδικεί η αρχή ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου το αποτέλεσμα αυτό φαίνεται να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελέγχου των διοικητικών πράξεων κατά το ουγγρικό δίκαιο. Το γεγονός ότι η αρχή ανταγωνισμού άσκησε αγωγή κατά της Siemens ενώπιον των ουγγρικών πολιτικών δικαστηρίων δεν αναιρεί τη διοικητική φύση της διαφοράς μεταξύ των μερών.

40.      Προκειμένου να καταστήσω σαφέστερη την άποψή μου, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ένα πιο απλό παράδειγμα: εάν η διαφορά της κύριας δίκης αφορούσε μόνον την αξίωση της αρχής ανταγωνισμού, στην οποία αναφορά γίνεται ανωτέρω στο σημείο 19, για πληρωμή τόκου λόγω καθυστερημένης καταβολής από τη Siemens του υπολοίπου του προστίμου, αμφιβάλλω εάν η παρούσα υπόθεση θα δημιουργούσε οποιοδήποτε πρόβλημα. Μια τέτοια αξίωση θα πήγαζε αναμφίβολα από την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Έτσι, μολονότι η επίδικη αξίωση περί αποδόσεως είναι μάλλον πολύπλοκη, γεγονός παραμένει ότι πηγάζει στο σύνολό της, όπως και οι λοιπές αξιώσεις της αρχής ανταγωνισμού στην κύρια αγωγή, από τη διοικητική ποινή την οποία επέβαλε η αρχή ανταγωνισμού στη Siemens.

41.      Ωστόσο, η αρχή ανταγωνισμού, υποστηριζόμενη στο σημείο αυτό από την Ουγγρική Κυβέρνηση, ισχυρίζεται ότι μάταια επιχείρησε —μετά την επικύρωση της επίμαχης αποφάσεως από το Kúria— να επιδιώξει την ικανοποίηση της κατά το άρθρο 83, παράγραφος 5, του νόμου LVII του 1996 αξιώσεως για επιστροφή του καταβληθέντος τόκου μέσω διοικητικής διαδικασίας εκτελέσεως ενώπιον του közigazgatási és munkaügyi bíróság (δικαστηρίου διοικητικών και εργατικών διαφορών της Βουδαπέστης, Ουγγαρία). Το αίτημα αυτό φέρεται ότι απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι η επίδικη αξίωση δεν προέκυψε άμεσα από την επίμαχη απόφαση και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να επιβληθεί η ικανοποίησή της. Η Siemens επιβεβαιώνει την περιγραφή των γεγονότων. Η αρχή ανταγωνισμού υποστηρίζει ότι για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς της μέσω διοικητικής εκτελέσεως.

42.      Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και επομένως δεν επιβεβαιώνονται, θα επισημάνω εκ προοιμίου ότι η άρνηση εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως, όσον αφορά στην επίδικη αξίωση, είναι κατανοητή. Πράγματι, κατά τη χρονική στιγμή που εκδίδεται μια απόφαση επιβολής προστίμου, δεν είναι γνωστό εάν θα προσβληθεί και, εφ’ όσον συμβεί κάτι τέτοιο, εάν τα διοικητικά δικαστήρια θα την ακυρώσουν, ακόμη δε λιγότερο εάν θα επικυρωθεί μετά την άσκηση εφέσεως. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι η Siemens κατέβαλε πλήρως το πρόστιμο, η επίμαχη απόφαση είχε εκτελεσθεί σύμφωνα με τους όρους της. Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι το εξής επιχείρημα επιβεβαιώνει την άποψή μου: κανονικά η αρχή ανταγωνισμού έχει ιδιαίτερες εξουσίες καταναγκασμού σε σύγκριση με τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται στις σχέσεις προσώπων που υπόκεινται στο ιδιωτικό δίκαιο. Το γεγονός ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή η εξουσία δεν εκτείνεται στην επίδικη αξίωση είναι άνευ σημασίας, όπως και ο καθορισμός του αρμόδιου κατά το ουγγρικό δίκαιο δικαστηρίου για την ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως δεν έχει αποφασιστική σημασία για την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001. Στην πραγματικότητα, όσον αφορά την ανάκτηση, η επιχειρηματολογία της αρχής ανταγωνισμού θα οδηγούσε στην επιβολή συμβολικών (διοικητικών) προστίμων, προσαυξονόμενων, ωστόσο, με δρακόντεια (αστικά και εμπορικά) επιτόκια.

43.      Επιπροσθέτως, δεν βρίσκω πειστικό το επιχείρημα που προβλήθηκε από την Ουγγρική Κυβέρνηση ότι το Kúria φέρεται να έχει κρίνει ότι «ο δικαστικός έλεγχος δεν αποτελεί στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ούτε προέκταση αυτής, αλλά είναι ανεξάρτητος από αυτήν όχι μόνο σε οργανωτικό αλλά και σε διαδικαστικό επίπεδο» καθώς και ότι «οι δυο αυτές διαδικασίες είναι διακριτές μεταξύ τους και η διοικητική διαδικασία ολοκληρώνεται με μια τελική απόφαση» (16). Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μια απόφαση είναι τελική μόνον εάν δεν έχει ακυρωθεί στο πλαίσιο δικαστικού ελέγχου, ο τρόπος, με τον οποίο γίνεται αντιληπτή μια διαδικασία σε εθνικό επίπεδο δεν επηρεάζει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001. Ο κανονισμός δεν μπορεί να ερμηνεύεται αποκλειστικά βάσει της κατανομής δικαιοδοσίας μεταξύ των διαφόρων τύπων δικαστηρίων που υπάρχουν σε συγκεκριμένα κράτη μέλη (17). Συγκεκριμένα, για να είμαι σαφής, πολλά κράτη μέλη δεν προβλέπουν καν στα νομικά συστήματά τους διάκριση μεταξύ πολιτικών δικαστηρίων και διοικητικών δικαστηρίων (18).

44.      Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω ότι ορισμένα στοιχεία, τα οποία τονίσθηκαν στις αρμόδιες αρχές, στηρίζουν την άποψή μου. Πρώτον, η επίδικη αξίωση δεν είναι το αποτέλεσμα μιας διακριτής και εκουσίως αναληφθείσας υποχρεώσεως ανεξάρτητης από το επίμαχο πρόστιμο (19). Δεύτερον, το πρόστιμο από το οποίο πηγάζει η επίδικη αξίωση κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά μιας τυπικής «αστικής και εμπορικής υποθέσεως» κατά την έννοια του κανονισμού 44/2001 (20). Τρίτον και κυριότερον, το ποσό που αποτελεί αντικείμενο της επίδικης αξιώσεως δεν καταβλήθηκε στη Siemens εκ παραδρομής. Δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός απλού σφάλματος της αρχής ανταγωνισμού, το οποίο οποιοσδήποτε ιδιώτης θα μπορούσε να διαπράξει (κοινώς γνωστή ως αξίωση condictio indebitii). Αντιθέτως η επίδικη αξίωση προέκυψε απλά και μόνον ως αποτέλεσμα της νομοθεσίας που ήταν εφαρμοστέα στην επίμαχη, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, διοικητική διαδικασία (21).

45.      Τέλος, η απόφαση Sunico κ.λπ., η οποία βεβαίως αφορούσε υπόθεση απάτης τύπου «carousel» σχετικά με τον φόρο προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ), δεν με κάνει να αλλάξω άποψη. Είναι γεγονός ότι, στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο φαίνεται να έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο εθνικό δίκαιο για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός έπρεπε να εφαρμοσθεί. Εντούτοις, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η νομική βάση της αξιώσεως των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου κατά της Sunico δεν ήταν η νομοθεσία περί ΦΠΑ, αλλά η φερόμενη εξωσυμβατική ευθύνη αυτής (με τη μορφή «παράνομων ενεργειών που ισοδυναμούν με οργανωμένη συμφωνία με σκοπό την απάτη») η οποία αποτελούσε τη γενεσιουργό αιτία για την ενδεχόμενη καταβολή αποζημιώσεως. Επιπλέον, μεταξύ της Sunico και των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου δεν υφίστατο σχέση διοικητικής φύσεως, δεδομένου ότι η πρώτη δεν είχε υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο (22).

46.      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η αγωγή της κύριας δίκης για την πληρωμή της επίδικης αξιώσεως αφορά διοικητική υπόθεση η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτού. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα υπό την έννοια ότι η αγωγή για απόδοση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ο οποίος προκύπτει από την επιστροφή προστίμου επιβληθέντος στο πλαίσιο διαδικασίας περί προστασίας του ανταγωνισμού, όπως αυτή της κύριας δίκης, δεν συνιστά «αστική και εμπορική υπόθεση» κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 44/2001.

47.      Ωστόσο, για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η κύρια αγωγή αφορά «αστική και εμπορική υπόθεση», θα εξηγήσω στη συνέχεια τους λόγους για τους οποίους, εν πάση περιπτώσει, δεν πιστεύω ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 αναγνωρίζει ειδική δικαιοδοσία στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί των ζητημάτων που εγείρονται με αυτή.

 Β —      Επί της ουσίας

1.      Εισαγωγικές παρατηρήσεις

48.      Η παρούσα υπόθεση προσφέρει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να προβεί σε μια ιδιαιτέρως αναγκαία γενική αποσαφήνιση της σχέσεως μεταξύ των άρθρων 2, παράγραφος 1, 5, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001. Θα αρχίσω την ανάλυσή μου υπενθυμίζοντας τις κατευθυντήριες αρχές οι οποίες εφαρμόζονται σε αυτό το ζήτημα.

49.      Σκοπός του κανονισμού 44/2001 είναι να διασφαλίσει ότι οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου. Η διεθνής δικαιοδοσία πρέπει να στηρίζεται πάντα σε αυτή τη βάση, εκτός από ορισμένες σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις, όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογούν διαφορετικό συνδετικό παράγοντα (αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία), για παράδειγμα σε δίκες σχετικές με εμπράγματα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας. Επιπλέον, η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου, πρέπει να συμπληρώνεται από ορισμένες εναλλακτικές δωσιδικίες (ειδικές δικαιοδοσίες) που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της απονομής δικαιοσύνης –για παράδειγμα, τα δικαστήρια του τόπου εκπληρώσεως μιας συμβατικής υποχρεώσεως (23).

50.      Ωστόσο, τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο κανονισμός 44/2001 στηρίζεται στην ιδέα ότι οι αγωγές θα πρέπει να ασκούνται ενώπιον των δικαστηρίων της κατοικίας του εναγομένου.

51.      Κατά συνέπεια, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο ΙΙ του κανονισμού 44/2001 στηρίζεται στον γενικό κανόνα του άρθρου 2, παράγραφος 1, κατά τον οποίο τα πρόσωπα, που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους, ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των διαδίκων. Μόνον κατά παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αυτή αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, το κεφάλαιο ΙΙ, τμήμα 2, του κανονισμού 44/2001 προβλέπει ορισμένες ειδικές δικαιοδοσίες, όπως αυτές του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού (24).

52.      Όσον αφορά τώρα τους κανόνες για την ειδική δικαιοδοσία, οι οποίοι λειτουργούν συμπληρωματικά στον γενικό κανόνα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, πρέπει να ερμηνεύονται με γνώμονα τον σκοπό και το γράμμα τους, καθώς και την οικονομία και το αντικείμενο του κανονισμού και όχι με τρόπο ο οποίος θα τους στερούσε από την πρακτική αποτελεσματικότητά τους (25). Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι οι εν λόγω κανόνες πρέπει να ερμηνεύονται στενά σε σχέση με τον γενικό κανόνα και ότι, σε καμία περίπτωση, η ερμηνεία τους δεν πρέπει να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο κανονισμός (26). Για παράδειγμα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αγωγή, που αφορά ζημίες από φερόμενη προσυμβατική ευθύνη του εναγομένου (culpa in contrahendo), δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αλλά πρέπει, όπου είναι εφικτό, να στηριχθεί στο άρθρο 5, παράγραφος 3, αυτής (27). Η απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να στηριχθεί σε αυτές τις γενικές παραδοχές.

53.      Η απάντηση, όμως, αυτή δεν είναι εντελώς αδιαμφισβήτητη. Η διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 δεν εξομοιώνει τις έννοιες της «αποδόσεως» ή του «αδικαιολογήτου πλουτισμού» με τις «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» ούτε παρέχει κάποια άμεση ένδειξη ότι μια αγωγή γι’ αυτή την αιτία θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του. Η σαφής διαφορά των θέσεων των διαδίκων που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της δίκης επιβεβαιώνει επίσης την αβεβαιότητα αυτή: η Siemens, η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η αγωγή για πληρωμή της επίδικης αξιώσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001. Η αρχή ανταγωνισμού, η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν το αντίθετο.

54.      Εντούτοις, η άποψή μου στο ζήτημα αυτό είναι ακλόνητη: αξιώσεις για απόδοση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001.

2.      Συνιστά η αξίωση για απόδοση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού «διαφορά από ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας»;

55.      Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου μια ενοχή να χαρακτηρισθεί ως εξωσυμβατική βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001, απαιτείται (28) η συνδρομή δυο προϋποθέσεων: πρώτον, με την αγωγή πρέπει να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση ευθύνης του εναγομένου και, δεύτερον, δεν πρέπει να αφορά διαφορές εκ συμβάσεως, όπως ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, εδάφιο αʹ, του κανονισμού.

56.      Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της αρχής ανταγωνισμού, στη Siemens επιβλήθηκε πρόστιμο επειδή συμμετείχε σε συμφωνία που έβλαπτε τον ελεύθερο ανταγωνισμό, είναι αναμφισβήτητο ότι η κύρια αγωγή δεν σχετίζεται με σύμβαση. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται, δεδομένου ότι η κύρια αγωγή αφορά αξίωση για απόδοση λόγω φερόμενου αδικαιολογήτου πλουτισμού της Siemens εις βάρος της αρχής ανταγωνισμού χωρίς να υφίσταται συμβατικό θεμέλιο.

57.      Κατά συνέπεια, αυτό που απομένει να εξακριβωθεί είναι εάν με την αγωγή επιδιώκεται να στοιχειοθετηθεί ευθύνη εκ μέρους της Siemens.

58.      Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

59.      Πρώτον, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία, ο κανόνας περί ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός, βάσει του οποίου δικαιολογείται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης. Στην περίπτωση των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός είναι συνήθως το πλέον κατάλληλο να αποφανθεί, ιδίως για λόγους εγγύτητας προς τη διαφορά και ευχέρειας συλλογής των αποδείξεων. Η φράση «του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός», η οποία περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη διάταξη, αφορά τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός όσο και τον τόπο επελεύσεως της ζημίας, με συνέπεια ότι ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί κατ’ επιλογή του ενάγοντος ενώπιον των δικαστηρίων του ενός εξ αυτών των δύο τόπων (29). Επιπλέον, η εξωσυμβατική ευθύνη δύναται να στοιχειοθετηθεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδειχθεί αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και του γεγονότος από το οποίο απορρέει η ζημία αυτή (30).

60.      Ως εκ τούτου, ο κανόνας περί ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 απαιτεί την ύπαρξη «ζημιογόνου γεγονότος» το οποίο προκαλεί «ζημία» —με άλλα λόγια, βλάβη (31).

61.      Αντιθέτως η αγωγή με αντικείμενο την απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν στηρίζεται σε βλάβη. Μολονότι ο κανονισμός 44/2001 δεν περιλαμβάνει ορισμό της «αποδόσεως» ή του «αδικαιολογήτου πλουτισμού» θα επιχειρήσω να τον περιγράψω κατωτέρω. Σε αντίθεση με την αγωγή με την οποία επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης του εναγομένου με σκοπό την αποκατάσταση ζημίας ή οικονομικής βλάβης του ενάγοντος λόγω υπαίτιας πράξεως ή παραλείψεως του εναγομένου, η αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατατείνει στην απόδοση στον ενάγοντα του οφέλους το οποίο ο εναγόμενος απεκόμισε παρανόμως εις βάρος του πρώτου (ή στην πληρωμή του χρηματικού ισοδυνάμου του). Κατά συνέπεια, όπως κατ’ ουσίαν υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, η απόδοση βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού επικεντρώνεται εγγενώς στο όφελος το οποίο αποκτήθηκε από τον εναγόμενο παρά στην οικονομική βλάβη του ενάγοντος (32). Η αιτία της αγωγής είναι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και το μέσο αποκαταστάσεως είναι η απόδοση. Επομένως δεν συντάσσομαι με την άποψη κατά την οποία η απλή μη ικανοποίηση μιας αμφισβητηθείσας αξιώσεως συνιστά «ζημιογόνο γεγονός», που προκαλεί ζημία (33).

62.      Επιπλέον, μολονότι η απόδοση βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού απαιτεί ο πλουτισμός να είναι παράνομος, το γεγονός αυτό δεν εξομοιούται με εξωσυμβατική ευθύνη. Εκτός από τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του εναγομένου, η εξωσυμβατική ευθύνη προϋποθέτει επίσης ότι υπάρχει πταίσμα του εναγομένου για τη ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων, είτε πρόκειται για δόλο είτε για αμέλεια είτε ακόμη και για αντικειμενική ευθύνη. Αντιθέτως η ανάκτηση ποσού καταβληθέντος χωρίς νόμιμη αιτία δεν εξαρτάται κατ’ ανάγκην από την άμεμπτη ή μη συμπεριφορά του λήπτη. Ομοίως στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, σε περίπτωση που έχουν εισπραχθεί από κράτος μέλος ποσά κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, η επιστροφή αυτών δεν προϋποθέτει οποιοδήποτε πταίσμα εκ μέρους του συγκεκριμένου κράτους μέλους (34). Αντιθέτως, το δικαίωμα αποζημιώσεως το οποίο προκύπτει από υπαιτιότητα κράτους μέλους εξαιτίας παραβιάσεως του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξαρτάται από τη συνδρομή ορισμένων γνωστών προϋποθέσεων που έχει θέσει το Δικαστήριο (35). Ως εκ τούτου, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Ουγγρική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις της, το γεγονός ότι μπορεί να μην είναι εντελώς εφικτό, κατά το ουγγρικό δίκαιο, να γίνει διάκριση μεταξύ, αφ’ ενός μεν, του παράνομου χαρακτήρα συγκεκριμένου πλουτισμού, αφ’ ετέρου δε, της βλάβης, είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι για μια φορά το εθνικό δίκαιο δεν παίζει αποφασιστικό ρόλο κατά την ερμηνεία του κανονισμού 44/2001 (36).

63.      Μολονότι το Δικαστήριο δεν εκλήθη να ερμηνεύσει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 στην απόφαση Sapir κ.λπ. (37), η οποία επίσης αφορούσε απαίτηση επιστροφής, άλλες αποφάσεις του υποστηρίζουν ως ένα βαθμό την άποψή μου.

64.      Στην απόφαση Καλφέλης (38) το Δικαστήριο ερωτήθηκε, μεταξύ άλλων, εάν «το άρθρο 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως παρέχει για αγωγές που αφορούν αξιώσεις εξ αδικοπραξίας, εκ συμβάσεως ή εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, συντρέχουσα δικαιοδοσία λόγω συνάφειας και για αξιώσεις που δεν προέρχονται εξ αδικοπραξίας» (η υπογράμμιση δική μου) και απάντησε ότι «το δικαστήριο που είναι αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 3, να κρίνει το κεφάλαιο μιας αγωγής που στηρίζεται σε ενοχή εξ αδικοπραξίας δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τα υπόλοιπα κεφάλαια της ιδίας αγωγής που δεν στηρίζονται σε ενοχές εξ αδικοπραξίας». Ομολογουμένως, το Δικαστήριο δεν παρέσχε κάποια ένδειξη ως προς το εάν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός εξομοιούται, κατά τη κρίση του, με ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας· απλώς απέκλεισε το ενδεχόμενο αγωγή η οποία δεν στηρίζεται σε εξωσυμβατική ενοχή να εμπίπτει στο άρθρο 5, παράγραφος 3 (39). Ωστόσο, η απόφαση μαρτυρά γνώση των εγγενών διαφορών μεταξύ των διαφόρων τύπων εννόμων σχέσεων.

65.      Επιπλέον, με την απόφαση Reichert και Kockler II, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν προέβλεπε ειδική δικαιοδοσία για συγκεκριμένο τύπο αγωγής οιονεί αποζημιωτικού χαρακτήρα κατά το γαλλικό πτωχευτικό δίκαιο (actio pauliana). Αντικείμενο της αγωγής αυτής δεν ήταν να υποχρεωθεί ο οφειλέτης να αποκαταστήσει ζημία που προκάλεσε στον δανειστή του με την καταδολιευτική πράξη του, αλλά να εξαφανιστούν έναντι του δανειστή αλλά και σε σχέση με τρίτους τα αποτελέσματα της εκποιητικής δικαιοπραξίας στην οποία προέβη ο οφειλέτης (40).

66.      Για τον λόγο αυτό δεν συμφωνώ με την άποψη του γενικού εισαγγελέα M. Darmon, ο οποίος στο πλαίσιο μεταγενέστερης υποθέσεως υποστήριξε ότι το Δικαστήριο, κατά τον ορισμό της έννοιας της ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας που έδωσε με την απόφαση Καλφέλης (41), περιέλαβε «στις ενοχές εξ αδικοπραξίας την αγωγή που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό» (42). Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έκρινε ότι παρείλκε η απόφανση επί των ερωτημάτων που του είχαν υποβληθεί στην οικεία υπόθεση και έτσι δεν έλαβε θέση επί της απόψεως του γενικού εισαγγελέα (43).

67.      Για λόγους πληρότητας θα προσέθετα ότι διάφορα ανώτατα δικαστήρια κρατών μελών έχουν κρίνει ότι η αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν συγκαταλέγεται στις διαφορές από ενοχή εξ αδικοπραξίας ή, έστω, οιονεί αδικοπραξίας (44). Δεν προκαλεί έκπληξη ότι και οι σχολιαστές είναι διστακτικοί στο να κατατάξουν απαιτήσεις περί επιστροφής αδικαιολόγητου πλουτισμού per se στις αξιώσεις από εξωσυμβατική ευθύνη (45).

68.      Δεύτερον, η ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 κατά τρόπον ώστε να περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του οι αγωγές από αδικαιολόγητο πλουτισμό, θα σήμαινε διεύρυνση του περιεχομένου των κανόνων περί ειδικών δικαιοδοσιών, κατά τρόπο αντίθετο προς τις κοινώς αποδεκτές αρχές ερμηνείας. Επιπλέον, θα διαστρέβλωνε το σύστημα του κανονισμού, όπως παρουσιάζεται ανωτέρω στα σημεία 49 έως 52.

69.      Στην πραγματικότητα οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν από τους διαδίκους επί ερωτήσεων που απευθύνθηκαν σε αυτούς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν μου επιτρέπουν να διακρίνω κάποιον στενότερο σύνδεσμο της αγωγής με τα ουγγρικά δικαστήρια απ’ ότι με τα αυστριακά δικαστήρια. Αντιθέτως, το γεγονός ότι οι αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, επιτρέπει ευλόγως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτό οφείλεται ακριβώς στην έλλειψη οιουδήποτε στενού συνδέσμου μεταξύ τέτοιων αξιώσεων και οποιασδήποτε άλλης δικαιοδοσίας εκτός από αυτήν της κατοικίας του εναγομένου (46). Το μόνο πραγματικό στοιχείο το οποίο συνδέει την επίδικη αξίωση με τα ουγγρικά δικαστήρια είναι το γεγονός ότι αυτή πηγάζει από το πρόστιμο που επιβλήθηκε από την αρχή ανταγωνισμού, στοιχείο το οποίο, πάντως, καταδεικνύει τον διοικητικό χαρακτήρα της επίμαχης διαφοράς, όπως αναλύθηκε ανωτέρω. Ως εκ τούτου, έχω την εντύπωση ότι η απάντηση που προτείνουν να δοθεί η αρχή ανταγωνισμού, η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διασταλτική ερμηνεία της διατάξεως.

70.      Στο ίδιο πνεύμα, διατηρώ ακόμη περισσότερες επιφυλάξεις όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν μπορεί να υπάρχει νομικό κενό μεταξύ των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 5 του κανονισμού 44/2001. Τίποτε στη διατύπωση του κανονισμού δεν κατατείνει σε αυτό. Το γεγονός ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, εφαρμόζεται μόνον όταν η αγωγή δεν αφορά διαφορά από σύμβαση, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας αγωγής η οποία δεν αφορά ούτε διαφορά από σύμβαση ούτε διαφορά από εξωσυμβατική ευθύνη. Πράγματι, αν οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 5 κάλυπταν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ολόκληρο το φάσμα πιθανών περιπτώσεων, το γεγονός αυτό θα μετέτρεπε τις εν λόγω εξαιρέσεις σε γενικό κανόνα, στερώντας το άρθρο 2 από την πρακτική αποτελεσματικότητά του όσον αφορά τις συμβατικές ενοχές (47).

71.      Τρίτον, η συστηματική ανάλυση, η οποία περιλαμβάνει τη μελέτη άλλων κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβεβαιώνει την ορθότητα της ανωτέρω απόψεως.

72.      Συγκεκριμένα, πρώτον, όπως υποστηρίχθηκε από τη Γερμανική Κυβέρνηση, από το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 (48) προκύπτει ότι, όσον αφορά την κλασσική περίπτωση, το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως ξεχωριστή κατηγορία σε σχέση με τις διαφορές εκ συμβάσεως και από εξωσυμβατική ευθύνη. Μολονότι ο κανονισμός 44/2001 προηγήθηκε χρονικά του κανονισμού 864/2007, ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεώρησε ότι οι διατάξεις και το ουσιαστικό περιεχόμενο του ενός θα έπρεπε να συνάδουν με τα αντίστοιχα του άλλου (49).

73.      Δεύτερον, τόσο το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 44/2001 όσο και το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αναδιατυπώσεώς του, δηλαδή του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 (50), περιλαμβάνουν ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας «σε περιπτώσεις αγωγής αποζημίωσης ή αγωγής αποκατάστασης της προτέρας κατάστασης που θεμελιώνεται σε αξιόποινη πράξη ενώπιον του δικαστηρίου όπου ασκείται η ποινική δίωξη» (η υπογράμμιση δική μας) αντί να υπαγάγουν τις διαφορές αυτές στη γενική δικαιοδοσία σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη. Επιπλέον, ο κανονισμός 1215/2012 προβλέπει επίσης ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας «σε περιπτώσεις αστικής αγωγής για την ανάκτηση, βάσει δικαιώματος κυριότητας, πολιτιστικού αγαθού, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 σημείο 1 της [93/7/ΕΟΚ] (51) που ασκείται [...] ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου ευρίσκεται το πολιτιστικό αγαθό κατά τη στιγμή της άσκησης της αγωγής» (η υπογράμμιση δική μου). Και στις δυο περιπτώσεις υφίσταται ένα ιδιαίτερο συνδετικό στοιχείο το οποίο συνδέει τις δίκες για αποκατάσταση ή ανάκτηση με τα δικαστήρια κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό της κατοικίας του εναγομένου· πρόκειται δε για συνδετικό στοιχείο διαφορετικό από αυτό στο οποίο γίνεται μνεία ανωτέρω στο σημείο 59. Επίσης αξίζει να επισημανθεί ότι από τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1215/2012 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν έκρινε αναγκαίο να διευρύνει την ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσία για την εξωσυμβατική ευθύνη. Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την άποψη ότι οι αξιώσεις περί ανακτήσεως ή αποκαταστάσεως αντιμετωπίζονται συστηματικώς κατά τρόπο διαφορετικό απ’ ότι οι αξιώσεις περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης.

74.      Τέλος, η αρχή ανταγωνισμού υποστηρίζει ότι, εάν η κύρια αγωγή δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001, δεν θα υπήρχε κανένα δικαστήριο στο οποίο θα μπορούσε να απευθυνθεί —ή μάλλον, όπως διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κανένα δικαστήριο στην Ουγγαρία ενώπιον του οποίου θα μπορούσε να στραφεί κατά όλων των συμμετασχόντων στην πράξη παραβιάσεως του ελεύθερου ανταγωνισμού η οποία αποτελεί τη βάση της παρούσας υποθέσεως. Υποστηρίζει επίσης ότι αυτό θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό απλοποιήσεως της διαδικασίας τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός. Ως προς τις επισημάνσεις αυτές, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, πρώτον, μολονότι είναι αληθές ότι η εκδίκαση των διαφόρων πτυχών της ίδιας διαφοράς από διαφορετικά δικαστήρια παρουσιάζει μειονεκτήματα, ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να προβάλει το σύνολο των απαιτήσεών του ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου (52). Συνεπώς υπάρχει δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αρχή ανταγωνισμού μπορεί να ασκήσει την αγωγή της. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν άρνηση των αυστριακών δικαστηρίων να επιληφθούν της επίδικης διαφοράς λόγω της φύσεως της υποκείμενης αιτίας ως δημοσίου δικαίου, θα συνιστούσε φυσική συνέπεια της αλληλεπιδράσεως μεταξύ, αφενός, της εναρμονίσεως που έχει επιτευχθεί με τον κανονισμό και, αφετέρου, των εθνικών δικονομικών κανόνων (in casu οι ουγγρικοί κανόνες περί μέτρων διοικητικού καταναγκασμού). Δεύτερον, από την αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού προκύπτει ότι, για λόγους προβλεψιμότητας, ο σκοπός απλοποιήσεως, στον οποίο αναφέρεται η αρχή ανταγωνισμού, εξυπηρετείται από την κατ’ αρχήν δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του εναγομένου και, αντιστρόφως, από τον περιορισμό των ειδικών ή αποκλειστικών δικαιοδοσιών. Κατά συνέπεια ο εν λόγω σκοπός δεν επιβεβαιώνει στην πραγματικότητα την άποψη της αρχής ανταγωνισμού.

75.      Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, αγωγή με αντικείμενο την απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν εξομοιούται με «διαφορά από ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001.

IV – Πρόταση

76.      Για τους λόγους οι οποίοι εκτέθηκαν ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν από το Fővárosi Ítélőtábla (δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Βουδαπέστη, Ουγγαρία) ερώτημα στην υπόθεση C‑102/12 ότι αγωγή με αντικείμενο την απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού ο οποίος πηγάζει από την επιστροφή προστίμου που επιβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας περί προστασίας του ανταγωνισμού, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν συνιστά «αστική και εμπορική υπόθεση» κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

77.      Εναλλακτικά, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα ότι, για την ορθή ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001, αγωγή με αντικείμενο την απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν συνιστά «διαφορά από ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.


1 —      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2 —      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1).


3 —      A Polgári Törvénykönvyről szóló 1959. évi IV. törvény.


4 —      A tisztességtelen piaci magatartás és a versenykorlátozás tilalmáról szóló 1996. évi LVII. Törvény (νόμος LVII του 1996).


5 —      Βλ. συναφώς αποφάσεις LTU (29/76, EU:C:1976:137, σκέψη 3) και flyLAL-Lithuanian Airlines (C‑302/13, EU:C:2014:2319, σκέψη 24).


6 —      Βλ. συναφώς απόφαση Woningstichting Sint Servantius (C‑567/07, EU:C:2009:593, σκέψεις 42 και 43), η οποία αφορά ερώτημα για την ερμηνεία του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση Romeo (C‑313/12, EU:C:2013:718, σκέψη 20, η οποία αφορά μια καθαρά εσωτερική υπόθεση), και διάταξη Parva Investitsionna Banka κ.λπ. (C‑488/13, EU:C:2014:2191, σκέψη 26, η οποία αφορά την ερμηνεία παράγωγου δικαίου της Ένωσης που θεσπίσθηκε στο πεδίο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις).


7 —      Πρβλ., για παράδειγμα, διάταξη περί προδήλως απαραδέκτου η οποία εκδόθηκε στην υπόθεση SKP (C‑433/11, EU:C:2012:702, σκέψεις 32 έως 38) με τη διάταξη περί πρόδηλης αναρμοδιότητας η οποία εκδόθηκε στην υπόθεση Photovost’ (C‑153/13, EU:C:2014:1854, σκέψεις 22 έως 25), σχετικά με το ίδιο κείμενο παράγωγου δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


8 —      Βλ. συναφώς απόφαση Manfredi κ.λπ. (C‑295/04 έως C‑298/04, EU:C:2006:461, σκέψη 30).


9 —      C‑645/11, EU:C:2013:228.


10 —      Απόφαση Sunico κ.λπ. (C‑49/12, EU:C:2013:545, σκέψεις 33 και 34).


11 —      Βλ. απόφαση Baten (C‑271/00, EU:C:2002:656, σκέψη 37).


12 —      Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις flyLAL-Lithuanian Airlines (C‑301/13, EU:C:2014:2319, σκέψεις 28 και 29), και CDC (C‑352/13, EU:C:2015:335, σκέψη 56). Ωστόσο, στην τελευταία υπόθεση ο γενικός εισαγγελέας N. Jääskinen, αν και θεώρησε ότι οι επίμαχες αγωγές αφορούσαν «αστικές και εμπορικές υποθέσεις», κατέληξε ότι η εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 σε αυτές ήταν προβληματική· βλ. προτάσεις στην απόφαση CDC (C‑352/13, EU:C:2014:2443, σημεία 8 έως 10, 33, 39, 52 και 53).


13 —      Για υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ενέπιπταν στην έννοια των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων», βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις LTU (29/76, EU:C:1976:137, ανάκτηση χρεώσεων λόγω χρήσεως των υπηρεσιών και του εξοπλισμού του Eurocontrol), Rüffer (814/79, EU:C:1980:291, ανάκτηση δαπανών σχετικά με την ανάσυρση ναυαγίου), και Λεχουρίτου κ.λπ. (C‑292/05, EU:C:2007:102, αξιώσεις για πληρωμή αποζημιώσεως από τη Γερμανία λόγω πράξεων οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της κατοχής της Ελλάδας από τις ένοπλες δυνάμεις του τρίτου ράϊχ). Για υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι ενέπιπταν στην έννοια αυτή, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Sonntag (C‑172/91, EU:C:1993:144, αξίωση κατά δασκάλου δημοσίου σχολείου προς αποζημίωση λόγω αμέλειας κατά τη διάρκεια εκδρομής η οποία οδήγησε στο θάνατο μαθητή), Henkel (C‑167/00, EU:C:2002:555, αγωγή συλλόγου προστασίας καταναλωτών για την αποτροπή εμπόρου από τη χρήση αθέμιτων όρων σε καταναλωτικά συμβόλαια) και Baten (C‑271/00, EU:C:2002:656, υποκατάσταση αξιώσεων διατροφής σε πρώην σύζυγο και σε τέκνο). Βλ. επίσης αποφάσεις που αναφέρονται στα σημεία 44 και 45 των παρουσών προτάσεων.


14 —      Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7).


15 —      Απόφαση Rüffer (814/79, EU:C:1980:291, σκέψη 15). Η υπογράμμιση δική μου.


16 —      Kfv Νο. II. 37. 671/2014/12, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2014.


17 —      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Rüffer (814/79, EU:C:1980:291, σκέψη 14).


18 —      Αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.


19 —      Βλ. απόφαση Préservatrice Foncière Tiard (C‑266/01, EU:C:2003:282, σκέψεις 29 έως 34), σχετικά με εγγύηση που χορήγησε η γαλλική ασφαλιστική εταιρία έναντι της Ολλανδίας για την πληρωμή τελωνειακών δασμών.


20 —      Βλ. αποφάσεις Realchemie Nederland (C‑406/09, EU:C:2011:668, σκέψη 41), σχετικά με πρόστιμο που επιβλήθηκε από γερμανικό δικαστήριο λόγω προσβολής διπλώματος ευρεσιτεχνίας, και, αντιστρόφως, Bohez (C‑4/14, EU:C:2015:563, σκέψη 40), σχετικά με χρηματική ποινή που επιβλήθηκε με δικαστική απόφαση με σκοπό την εξασφάλιση του σεβασμού του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας με τέκνο.


21 —      Βλ. απόφαση Sapir κ.λπ. (C‑645/11, EU:C:2013:228, σκέψη 37), σχετικά με αγωγή για την αναζήτηση του υπερβάλλοντος ποσού που καταβλήθηκε εκ παραδρομής (condictio indebitii) από το Land Berlin στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας με σκοπό την καταβολή αποζημιώσεως για την απώλεια ακίνητης περιουσίας υπό το ναζιστικό καθεστώς.


22 —      Απόφαση Sunico κ.λπ. (C‑49/12, EU:C:2013:545, σκέψεις 13 και 36 έως 38).


23 —      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 του κανονισμού 44/2001.


24 —      Βλ. απόφαση ÖFAB (C‑147/12, EU:C:2013:490, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


25 —      Βλ., κατ’ αναλογίαν, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jakobs στην υπόθεση Henkel (C‑167/00, EU:C:2002:171, σημείο 33), και, στο πνεύμα αυτό, απόφαση Zuid-Chemie (C‑189/08, EU:C:2009:475, σκέψη 31).


26 —      Απόφαση ÖFAB (C‑147/12, EU:C:2013:490, σκέψεις 31 και 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


27 —      Απόφαση Tacconi (C‑334/00, EU:C:2002:499, σκέψεις 26 και 27).


28 —      Βλ., μεταξύ πολλών, αποφάσεις Καλφέλης (189/87, EU:C:1988:459, σκέψη 17), και Kolassa (C‑375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


29 —      Βλ. απόφαση CDC (C‑352/13, EU:C:2015:335, σκέψεις 38 έως 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


30 —      Βλ. απόφαση ÖFAB (C‑147/12, EU:C:2013:490, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


31 —      O (τότε) γενικός εισαγγελέας C. Gulmann ανέφερε στις προτάσεις του στην υπόθεση Reichert και Kockler (C‑261/90, EU:C:1992:78, σ. 2169) ότι «οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 5, παράγραφος 3, έχουν τουλάχιστον δυο κοινά στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι πρέπει να υπάρχει “παράνομη” συμπεριφορά και το άλλο ότι η συμπεριφορά αυτή πρέπει να προκάλεσε “ζημιογόνο γεγονός”».


32 —      Βλ., μεταξύ άλλων, Goff & Jones, The Law of Restitution, 4η έκδ., 1993, Sweet & Maxwell, σ. 16, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι «η αξίωση αποδόσεως αφορά το όφελος, τον πλουτισμό, που απεκόμισε ο εναγόμενος εις βάρος του ενάγοντος. Δεν αφορά προκληθείσα οικονομική βλάβη» (η υπογράμμιση στο πρωτότυπο). Ομοίως, βλ. Virgo, G., The Principles of the Law of Restitution, 3η έκδ., 2015, OUP, σ. 3, κατά τον οποίο «το δίκαιο της αποζημιώσεως αφορά μια γενική ομάδα μέτρων αποκαταστάσεως, τα οποία απορρέουν από το νόμο και επιτελούν μια κοινή λειτουργία, δηλαδή μάλλον να στερήσουν από τον εναγόμενο ένα όφελος παρά να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για προκληθείσα σε αυτόν οικονομική βλάβη». Σε σχέση με την επιστροφή, λόγω παρατυπιών, χρηματικών ποσών, τα οποία καταβλήθηκαν βάσει του δικαίου της Ένωσης, οι παρατυπίες αυτές περιλαμβάνουν «την ανάκτηση του εσφαλμένως αποκτηθέντος ωφελήματος και ιδίως μέσω της υποχρεώσεως να πληρωθούν τα οφειλόμενα ποσά ή να επιστραφούν τα ποσά, τα οποία εσφαλμένως εισπράχθηκαν», βλ. απόφαση Somvao (C‑599/13, EU:C:2014:2462, σκέψη 35).


33 —      Σε αντίθεση, ως προς το σημείο αυτό, με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα H. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση Austro-Mechana (C‑572/14, EU:C:2016:90, σημείο 86).


34 —      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Fantask κ.λπ. (C‑188/95, EU:C:1997:580, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


35 —      Βλ. απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame (C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51).


36 —      Αποτελεί πάγια νομολογία ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 πρέπει (επίσης) να ερμηνεύεται αυτόνομα. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Holterman Ferho Exploitatie κ.λπ. (C‑47/14, EU:C:2015:574, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Για μια προφανώς διαφορετική άποψη, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα H. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση Austro-Mechana (C‑572/14, EU:C:2016:90, σημείο 85).


37 —      C‑645/11, EU:C:2013:228, στην οποία, αντιθέτως, το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 6 του κανονισμού 44/2001 το οποίο αφορά αγωγή κατά περισσοτέρων εναγομένων.


38 —      Απόφαση Καλφέλης (189/87, EU:C:1988:459).


39 —      Αντιθέτως ο γενικός εισαγγελέας M. Darmon είχε διατυπώσει την πρόταση ότι η κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών δικαιοδοσία —διαφορές από σύμβαση— θα έπρεπε να συμπαρασύρει άλλες αξιώσεις από απιδκοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon στην απόφαση Kalfelis (C‑189/87, EU:C:1988:312, σημεία 25 έως 31).


40 —      Βλ. απόφαση Reichert και Kockler (C‑261/90, EU:C:1992:149, σκέψεις 19 και 20).


41 —      Υπόθεση 189/87, EU:C:1988:459 (βλ. σημείο 55 των παρουσών προτάσεων).


42 —      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon στην υπόθεση Shearson Lehman Hutton (C‑89/91, EU:C:1992:410, σημείο 102).


43 —      Βλ. απόφαση Shearson Lehman Hutton (C‑89/91, EU:C:1993:15, σκέψη 25, βλ. ιδίως το τέταρτο υποβληθέν ερώτημα).


44 —      Βλ. αποφάσεις της Βουλής των Λόρδων (Ηνωμένο Βασίλειο) της 30ής Οκτωβρίου 1997 στην υπόθεση Kleinwort Benson Ltd κατά City of Glascow District Council [1997] UKHL 43, του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστρίας (Oberster Gerichtshof) της 13ης Ιανουαρίου 1998 στην υπόθεση Ob 7, 375/7s, και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σουηδίας (Högsta Domstolen) της 31ης Αυγούστου 2009 στην υπόθεση Ö 1900-08 (NGA 2000:49).


45 —      Βλ., μεταξύ άλλων, Mankowski, P., σε Magnus, U. και Mankowsi, P. (επιμέλεια), Brussels Ibis Regulation, European Commentaries on Private International Law, τόμος I, 2016, Dr. Otto Schmidt, Κολωνία, σημείο 245, και Hertz, K., Bruxelles I- forordningen med kommentarer, 2η έκδ., 2015, Jurist- og Økonomforbundets Forlag, Κοπεγχάγη, σ. 172.


46 —      Στο σημείο αυτό συμφωνώ με την απόφαση του Λόρδου Goff της 30ής Οκτωβρίου 1997 στην υπόθεση Kleinwort Benson Ltd κατά City of Glascow District Council, [1997] UKHL 43.


47 —      Με την απόφαση Brogsitter (C‑548/12, EU:C:2014:148, σκέψη 27), το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν η κύρια δίκη δεν αφορούσε διαφορά από σύμβαση, δεν μπορούσε παρά να αφορά διαφορά από αδικοπραξία. Ωστόσο, η κρίση αυτή στηρίχθηκε στην ιδέα ότι ο ενάγων στην εν λόγω υπόθεση, η οποία αφορούσε αξιώσεις από διάφορες αιτίες ως αποτέλεσμα ζημίας λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους του εναγομένου, επιδίωκε να στοιχειοθετήσει ευθύνη του τελευταίου. Ομοίως στην υπόθεση Granarolo (C‑196/15), η οποία εκκρεμεί επί του παρόντος, το Δικαστήριο καλείται να προσδιορίσει εάν αγωγή αποζημιώσεως —και όχι προς επιστροφή αδικαιολόγητου πλουτισμού— λόγω αιφνίδιας καταγγελίας υφιστάμενης εμπορικής σχέσεως συνιστά διαφορά από σύμβαση ή από αδικοπραξία.


48 —      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II») (ΕΕ L 199, σ. 40). Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 864/2007 («αδικαιολόγητος πλουτισμός») ορίζει: «Αν εξωσυμβατική ενοχή, η οποία απορρέει από αδικαιολόγητο πλουτισμό, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής αχρεωστήτου, συνδέεται με υφιστάμενη σχέση μεταξύ των μερών, όπως εξωσυμβατική ενοχή απορρέουσα από σύμβαση ή αδικοπραξία, που εμφανίζει στενό σύνδεσμο με αυτόν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφαρμόζεται το δίκαιο που διέπει την εν λόγω σχέση». Βλ. επίσης άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού.


49 —      Βλ. αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 864/2007.


50 —      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 351, σ. 1).


51 —      Οδηγία 93/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους (ΕΕ L 74, σ. 74).


52 —      Βλ. απόφαση Καλφέλης (189/87, EU:C:1988:459, σκέψη 20).