Language of document : ECLI:EU:C:2016:282

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 20ής Απριλίου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή — Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Έννοια των “ασυμβίβαστων αποφάσεων” — Αγωγές που δεν έχουν το ίδιο αντικείμενο, στρεφόμενες κατά πλειόνων εναγομένων, κατοίκων διαφορετικών κρατών μελών — Προϋποθέσεις παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας — Ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας — Έννοια του όρου “διαφορές εκ συμβάσεως” — Έλεγχος της ανυπαρξίας έγκυρου συμβατικού δεσμού»

Στην υπόθεση C‑366/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione (Ιταλία), με απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Ιουλίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης

Profit Investment SIM SpA, υπό εκκαθάριση,

κατά

Stefano Ossi,

Commerzbank Brand Dresdner Bank AG,

Andrea Mirone,

Eugenio Magli,

Francesco Redi,

Profit Holding SpA, υπό εκκαθάριση,

Redi & Partners Ltd,

Enrico Fiore,

E3 SA,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα προέδρου τμήματος, F. Biltgen, A. Borg Barthet, M. Berger και S. Rodin (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Y. Bot

γραμματέας: L. Carrasco Marco, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Μαρτίου 2015,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Profit Investment SIM SpA, υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη από τον L. Gaspari, διαχειριστή των υπό δικαστική εκκαθάριση περιουσιακών στοιχείων της, επικουρούμενο από τους P. Pototschnig και F. De Simone, avvocati,

–        η Commerzbank Brand Dresdner Bank AG, εκπροσωπούμενη από τους E. Castellani και G. Curtò, avvocati, καθώς και από τον C. Gleske, avocat,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον L. D’Ascia, avvocato dello Stato,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον L. Christie, επικουρούμενο από τον B. Kennelly, barrister,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις F. Moro και A.‑M. Rouchaud‑Joët, καθώς και από τον E. Traversa,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (EK) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Profit Investment SIM SpA, υπό εκκαθάριση (στο εξής: Profit), και των Stefano Ossi, Commerzbank Brand Dresdner Bank AG (στο εξής: Commerzbank), Andrea Mirone, Eugenio Magli, Francesco Redi, Profit Holding SpA, υπό εκκαθάριση, Redi & Partners Ltd (στο εξής: Redi), Enrico Fiore, καθώς και E3 SA.

 Το νομικό πλαίσιο

3        Κατά το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Μαρτίου 2002, ο κανονισμός αυτός αντικαθιστά, στις μεταξύ των κρατών μελών σχέσεις, εξαιρουμένου του Βασιλείου της Δανίας, τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7),

4        Κατά την αιτιολογική σκέψη του 2, σκοπός του κανονισμού 44/2001, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, είναι:

«[...] η θέσπιση διατάξεων σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και σχετικά με την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών που δεσμεύονται από τον ανά χείρας κανονισμό [...]».

5        Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 του κανονισμού 44/2001 διευκρινίζουν τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των διαφόρων κανόνων δικαιοδοσίας καθώς και των ρυθμιστικών σκοπών τους ως εξής:

«(11) Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. […]

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.»

6        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο II, τμήμα 1, με τίτλο «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

7        Το άρθρο 5 του κανονισμού 44/2001, το οποίο περιλαμβάνεται στο εν λόγω κεφάλαιο II, τμήμα 2, υπό τον τίτλο «Ειδικές δικαιοδοσίες», προβλέπει, στο σημείο του 1, τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

1)      α)     ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·

β)      για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:

–        εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων,

–        εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών·

γ)      το στοιχείο αʹ εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο βʹ·

[...]».

8        Το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου II, ορίζει τα εξής:

«Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί:

1)      αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους·

[...]».

9        Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο II, τμήμα 7, το οποίο τιτλοφορείται «Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας», ορίζει τα εξής:

«1.      Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτίζεται:

α)      είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση·

β)      είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις·

γ)      είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ’ αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλομένους σε συμβάσεις του είδους για το οποίο πρόκειται στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.

[...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Κατά τον Μάιο του 2004, η Commerzbank, πρώην Dresdner Bank AG, γερμανική εμπορική τράπεζα η οποία επίσης αναπτύσσει δραστηριότητα στον τομέα των καλούμενων πράξεων «δομημένης χρηματοδοτήσεως», προώθησε στην αγορά πρόγραμμα εκδόσεως ομολόγων συνδεδεμένων με τον πιστωτικό κίνδυνο υποκείμενου μέσου (στο εξής: ομόλογα), τιτλοφορούμενο «Credit Linked Note Programme» (στο εξής: πρόγραμμα εκδόσεως). Στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος εκδόσεως, η Commerzbank μπορούσε να προβεί σε εκδόσεις ομολόγων μέχρι του ανωτάτου συνολικού ποσού των 4 δισεκατομμυρίων ευρώ.

11      Ο γενικός κανονισμός του προγράμματος εκδόσεως καθώς και οι οικονομικοί και νομικοί όροι των ομολόγων καθορίστηκαν με το ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως (στο εξής: ενημερωτικό δελτίο). Εν προκειμένω, το εν λόγω ενημερωτικό δελτίο είχε προηγουμένως εγκριθεί από το Irish Stock Exchange (Χρηματιστήριο του Δουβλίνου, Ιρλανδία), πράγμα το οποίο, εξάλλου, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους ενδιαφερομένους. Το εν λόγω ενημερωτικό δελτίο παρέμεινε στη διάθεση του κοινού στον ιστότοπο του Χρηματιστηρίου του Δουβλίνου.

12      Το ενημερωτικό δελτίο περιείχε στο σημείο 16 των «Terms and conditions of the Notes» («Όρων και προϋποθέσεων των ομολόγων») ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την οποία τα αγγλικά δικαστήρια έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία για την επίλυση κάθε διαφοράς που απορρέει από τα ομόλογα ή συνδέεται προς αυτά.

13      Κατά τον Σεπτέμβριο του 2004, η Commerzbank, στο πλαίσιο του προγράμματος εκδόσεως, προέβη στην έκδοση ομολόγων συνδεομένων προς τα προηγουμένως εκδοθέντα από την E3 (στο εξής: ομόλογα E3) και καλούμενων «Dresdner Total Return Notes linked to E3 SA» (στο εξής: επίδικα ομόλογα) συνολικού ποσού 2 300 000,00 ευρώ.

14      Η Redi, εταιρία εξουσιοδοτημένη από τη Financial Services Authority (αρχή εποπτείας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, Ηνωμένο Βασίλειο) να ασκεί δραστηριότητα χρηματοπιστωτικής διαμεσολαβήσεως, αγόρασε, στις 27 Οκτωβρίου 2004, στη λεγόμενη «πρωτογενή» αγορά, το σύνολο των εκδοθέντων από την Commerzbank επιδίκων ομολόγων.

15      Κατά την ίδια ημερομηνία, η Redi, αφού αγόρασε τους εν λόγω τίτλους, μεταβίβασε έναντι 1 100 000 ευρώ μέρος των τίτλων αυτών στην Profit, στη λεγόμενη «δευτερογενή» αγορά.

16      Την άνοιξη του 2006, η E3 δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της πληρωμής του μέρους των τόκων που κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 15 Απριλίου 2006 επί των ομολόγων E3. Η Commerzbank, ως εκ τούτου, γνωστοποίησε το εν λόγω πιστωτικό επεισόδιο και προέβη, στις 5 Ιουλίου 2006, στη διαγραφή των επιδίκων ομολόγων διά της χορηγήσεως στην Profit του αντιστοίχου αριθμού ομολόγων E3.

17      Το εν λόγω πιστωτικό επεισόδιο σε σχέση με τα επίδικα ομόλογα προκάλεσε τη θέση υπό αναγκαστική διοικητική εκκαθάριση της Profit, εταιρίας ιταλικού δικαίου, η οποία άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunale di Milano (πρωτοδικείου Μιλάνου, Ιταλία) κατά της Commerzbank, της Profit Holding, της Redi και της E3, καθώς και κατά των S. Ossi και E. Magli, μέλους του διοικητικού συμβουλίου και γενικού διευθυντή της Profit, αντιστοίχως, και κατά του E. Fiore, εταίρου της E3, ζητώντας, κατ’ ουσίαν, τα εξής:

–        την κήρυξη της ακυρότητας, λόγω ανισορροπίας της συμβάσεως, ανύπαρκτης ή ελλιπούς νομίμου αιτίας, των συμβάσεων βάσει των οποίων απέκτησε τα επίδικα ομόλογα που εκδόθηκαν από την Commerzbank και πωλήθηκαν από τη Redi και, στη συνέχεια, την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, δηλαδή του χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε για την αγορά αυτήν·

–        την αναγνώριση της ευθύνης της μητρικής εταιρίας, Profit Holding, επίσης ιταλικού δικαίου, βάσει του άρθρου 2497 του Codice civile (αστικού κώδικα), διότι παραβίασε τις αρχές της χρηστής διαχειρίσεως των εταιριών και των επιχειρήσεων, οδηγώντας τη θυγατρική της στη σύναψη των επιμάχων πράξεων, και υποχρεούται ως εκ τούτου να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη η Profit λόγω της ως άνω κακής διαχειρίσεως. Το εν λόγω αίτημα αποζημιώσεως προβάλλεται από κοινού και κατά της Redi καθώς και των S. Ossi, E. Magli και E. Fiore, με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά συνεργάστηκαν, υπό διάφορες ιδιότητες, με την Profit Holding για να προκαλέσουν την αδικαιολόγητη ζημία στην Profit.

18      Ο S. Ossi και η Commerzbank, καθώς και ο A. Mirone, προσεπικληθείς από την Commerzbank, προέβαλαν ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας του ιταλικού δικαστηρίου, ιδίως λόγω του ότι η ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας που περιεχόταν στο ενημερωτικό δελτίο παρείχε δικαιοδοσία στα αγγλικά δικαστήρια. Ως εκ τούτου, η Profit υπέβαλε ενώπιον του Corte suprema di cassazione (ακυρωτικού δικαστηρίου, Ιταλία) αίτηση προκριματικής επιλύσεως του ζητήματος της διεθνούς δικαιοδοσίας.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte suprema di cassazione αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται ο δεσμός συνάφειας μεταξύ διαφορετικών υποθέσεων, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, όταν διαφέρουν το αντικείμενο των αξιώσεων που προβάλλονται με τις δύο αγωγές και ο τίτλος στον οποίο θεμελιώνονται οι ένδικες αξιώσεις, χωρίς να υφίσταται μεταξύ τους σχέση κυρίου-παρεπόμενου ή σχέση λογικής και νομικής ασυμβατότητας, αλλά η ενδεχόμενη ευδοκίμηση της μίας αγωγής είναι δυνατόν εν τοις πράγμασι να επηρεάσει την έκταση του δικαιώματος για την προστασία του οποίου ασκείται η άλλη;

2)      Μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του έγγραφου τύπου της ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, την οποία τάσσει το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του προαναφερθέντος κανονισμού, αν η ρήτρα αυτή περιέχεται στο [ενημερωτικό δελτίο] το οποίο έχει συντάξει μονομερώς ο εκδότης ομολογιακού δανείου, προκειμένου να καταστεί εφαρμοστέα η παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας στις διαφορές που αναφύονται μεταξύ του ίδιου και κάθε επόμενου αγοραστή των εν λόγω ομολόγων σε σχέση με την εγκυρότητά τους, ή μπορεί, σε διαφορετική περίπτωση, να θεωρηθεί ότι η εισαγωγή της ρήτρας παρεκτάσεως στο έγγραφο το οποίο διέπει ομολογιακό δάνειο προοριζόμενο για διασυνοριακή κυκλοφορία ανταποκρίνεται σε συνήθεια αποδεκτή στο διεθνές εμπόριο, κατά την έννοια της εξαιρέσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του προαναφερθέντος κανονισμού;

3)      Μπορεί ο όρος “διαφορά εκ συμβάσεως”, στο άρθρο 5, σημείο 1, του προαναφερθέντος κανονισμού, να θεωρηθεί ότι αναφέρεται αποκλειστικώς σε διαφορές στις οποίες γίνεται επίκληση ενώπιον δικαστηρίου του νομικού δεσμού που απορρέει από σύμβαση, καθώς και σε διαφορές που εξαρτώνται άμεσα από τον εν λόγω δεσμό, ή καλύπτει και διαφορές στο πλαίσιο των οποίων ο ενάγων δεν επικαλείται την ύπαρξη συμβάσεως, αλλά αντιθέτως αρνείται την ύπαρξη νομικώς έγκυρου συμβατικού δεσμού και επιδιώκει την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε βάσει τίτλου ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, στερείται οποιασδήποτε νομικής ισχύος;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

20      Παρατηρήσεις υπέβαλαν η Profit, η Commerzbank, η Ιταλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

21      Πριν εξετασθεί το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να δοθεί απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα. Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 29 των προτάσεών του, αν το αιτούν δικαστήριο πρέπει, βάσει της απαντήσεως που θα δοθεί στο δεύτερο ερώτημα, να κρίνει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας μπορεί νομίμως να προβληθεί έναντι της Profit, πρέπει κατ’ ανάγκη να αποφανθεί ότι το Tribunale di Milano δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία προκειμένου να κρίνει επί της αγωγής περί κηρύξεως της ακυρότητας και περί επιστροφής του τιμήματος της πωλήσεως, η οποία θα έπρεπε να ασκηθεί ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων.

 Επί του δεύτερου ερωτήματος

22      Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, πρώτον, πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, όταν περιέχεται σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων συνταχθέν από τον εκδότη των ομολόγων αυτών, δεύτερον, είναι δυνατό να αντιταχθεί στον τρίτο που αγόρασε τα ομόλογα αυτά από ενδιάμεσο χρηματοπιστωτικό οργανισμό και, τρίτον, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα δύο πρώτα σκέλη του δευτέρου ερωτήματος, ανταποκρίνεται σε συνήθεια του τομέα του διεθνούς εμπορίου, υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ.

23      Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά τις προϋποθέσεις κύρους μιας ρήτρας απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας, το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 θέτει κατ’ ουσίαν τυπικές προϋποθέσεις και προβλέπει μία και μόνον ουσιαστική προϋπόθεση αφορώσα το αντικείμενο της ρήτρας, η οποία πρέπει να ανάγεται σε συγκεκριμένη έννομη σχέση. Συνεπώς, από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως δεν προκύπτει με σαφήνεια αν ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας μπορεί να δεσμεύει, πέραν του κύκλου των συμβαλλομένων σε μια σύμβαση, και τρίτον, συμβαλλόμενο σε μεταγενέστερη σύμβαση, ο οποίος έχει υπεισέλθει εν όλω ή εν μέρει στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις ενός από τους συμβαλλομένους στην αρχική σύμβαση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2013, Refcomp, C‑543/10, EU:C:2013:62, σκέψη 25).

24      Πάντως, το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ορίζει σαφώς ότι το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη «συμφώνησαν» ως προς ένα δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού αυτού, η εν λόγω σύμπτωση βουλήσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών είναι εκείνη η οποία δικαιολογεί την υπεροχή που απονέμεται, δυνάμει της αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως, στην επιλογή άλλου δικαιοδοτικού οργάνου από εκείνο το οποίο θα ήταν ενδεχομένως αρμόδιο δυνάμει του προμνησθέντος κανονισμού (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2013, Refcomp, C‑543/10, EU:C:2013:62, σκέψη 26).

25      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, πρέπει να κριθεί αν ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας η οποία περιέχεται σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων που έχει συνταχθεί μονομερώς από τον εκδότη των τίτλων αυτών πληροί την προϋπόθεση περί γραπτού τύπου την οποία προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001.

26      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται, σε περίπτωση που η ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβάνεται στους γενικούς όρους πωλήσεως ενός των συμβαλλομένων, οι οποίοι έχουν τυπωθεί στο πίσω μέρος της συμβάσεως, μόνον αν η σύμβαση περιλαμβάνει ρητή παραπομπή στους γενικούς όρους αυτούς (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1976, Estasis Saloti di Colzani, 24/76, EU:C:1976:177, σκέψη 10).

27      Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, όπως συμβαίνει και με τον σκοπό που επιδιώκεται με το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η πραγματική συναίνεση των ενδιαφερομένων αποτελεί έναν από τους στόχους της ανωτέρω διατάξεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2013, Refcomp, C‑543/10, EU:C:2013:62, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και ότι, κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή επιβάλλει στον επιληφθέντα της υποθέσεως δικαστή την υποχρέωση να εξετάσει αν η εν λόγω ρήτρα η οποία τον καθιστά αρμόδιο υπήρξε πράγματι αντικείμενο συναινέσεως των συμβαλλομένων μερών, εκδηλούμενης με σαφήνεια και ακρίβεια (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2000, Coreck, C‑387/98, EU:C:2000:606, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 7ης Φεβρουαρίου 2013, Refcomp, C‑543/10, EU:C:2013:62, σκέψη 27).

28      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η ρήτρα που απονέμει διεθνή δικαιοδοσία στα αγγλικά δικαστήρια περιέχεται στο ενημερωτικό δελτίο, έγγραφο που έχει συνταχθεί από τον εκδότη του ομολόγου. Δεν προκύπτει επακριβώς από την απόφαση περί παραπομπής αν η ρήτρα αυτή περιελήφθη στα έγγραφα της συμβάσεως τα οποία υπεγράφησαν κατά την έκδοση των τίτλων στην πρωτογενή αγορά ή αν τα εν λόγω έγγραφα παρέπεμπαν ρητώς στην εν λόγω ρήτρα.

29      Συνεπώς, στο πρώτο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων περιλαμβάνεται ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας, η προϋπόθεση τηρήσεως έγγραφου τύπου την οποία τάσσει το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001 πληρούται μόνον αν στη σύμβαση που υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι κατά την έκδοση των ομολόγων στην πρωτογενή αγορά γίνεται μνεία της αποδοχής της ρήτρας αυτής ή ρητή παραπομπή στο εν λόγω ενημερωτικό δελτίο, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει.

30      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εναπόκειται επίσης στο δικαστήριο αυτό να καθορίσει αν στη σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ της Redi και της Profit κατά τη μεταβίβαση τίτλων στη δευτερογενή αγορά γίνεται επίσης μνεία της αποδοχής της εν λόγω ρήτρας ή τέτοιου είδους παραπομπή. Αν τούτο συμβαίνει, πρέπει να κριθεί ότι η ρήτρα αυτή μπορεί να αντιταχθεί στην Profit.

31      Μόνο στην αντίθετη περίπτωση τίθεται το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, δηλαδή αν ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας, εγκύρως συνομολογηθείσα στο πλαίσιο της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ του εκδότη ομολόγου και του αγοραστή του, μπορεί να αντιταχθεί σε τρίτο ο οποίος αγόρασε το εν λόγω ομόλογο από τον ως άνω αγοραστή, χωρίς να συναινέσει ρητώς στην εν λόγω ρήτρα, και ο οποίος άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του εν λόγω εκδότη.

32      Το Δικαστήριο, στη σκέψη 33 της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 2013, Refcomp (C‑543/10, EU:C:2013:62), έκρινε, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε ο περαιτέρω αγοραστής ενός αγαθού κατά του κατασκευαστή του αγαθού αυτού, ότι, ελλείψει συμβατικού δεσμού μεταξύ τους, δεν πρέπει να θεωρείται ότι «συμφώνησαν», υπό την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, επί του δικαστηρίου που ορίσθηκε ως αρμόδιο με την αρχική σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του κατασκευαστή και του πρώτου αγοραστή.

33      Πάντως, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί συμβάσεων θαλάσσιων μεταφορών, έχει κρίνει ότι ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβανόμενη σε φορτωτική μπορεί να αντιταχθεί σε τρίτο προς την εν λόγω σύμβαση, εφόσον η ρήτρα αυτή έχει αναγνωρισθεί ως έγκυρη μεταξύ του φορτωτή και του μεταφορέα και εφόσον, δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, ο τρίτος κομιστής της φορτωτικής, αγοράζοντάς την, διαδέχθηκε τον φορτωτή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Δυνάμει αυτής της σχέσεως υποκαταστάσεως μεταξύ του φορτωτή και τρίτου κομιστή, ο κομιστής, κατόπιν της αγοράς της φορτωτικής, δεσμεύεται από την εν λόγω ρήτρα. Στην περίπτωση που, δυνάμει του εθνικού δικαίου, υπάρχει τέτοια σχέση, δεν είναι αναγκαίο να ελέγξει το επιληφθέν δικαστήριο αν ο τρίτος αυτός έχει συναινέσει στην εν λόγω ρήτρα. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει συναφώς τον εξαιρετικώς ιδιάζοντα χαρακτήρα της φορτωτικής, η οποία αποτελεί όργανο του διεθνούς εμπορίου που σκοπεί στη ρύθμιση μιας σχέσεως μεταξύ τριών τουλάχιστον προσώπων. Συνεπώς, η φορτωτική αποτελεί διαπραγματεύσιμο τίτλο ο οποίος επιτρέπει στον κύριό του τη μεταβίβαση των εν λόγω εμπορευμάτων, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους, σε αγοραστή ο οποίος αποκτά όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του φορτωτή έναντι του μεταφορέα (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1984, Russ, 71/83, EU:C:1984:217, σκέψη 24, της 16 Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 41, της 9ης Νοεμβρίου 2000, Coreck, C‑387/98, EU:C:2000:606, σκέψεις 23 έως 27, καθώς και της 7ης Φεβρουαρίου 2013, Refcomp, C‑543/10, EU:C:2013:62, σκέψεις 34 έως 36).

34      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει, όσον αφορά την αγορά μετοχών εταιρίας, ότι όποιος καθίσταται μέτοχος παρέχει τη συναίνεσή του προκειμένου να υπόκειται στο σύνολο των ρητρών που περιέχονται στο καταστατικό της εταιρίας, περιλαμβανομένης ρήτρας απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται στο καταστατικό αυτό, και δεσμεύεται από τη ρήτρα αυτή, εφόσον το καταστατικό αυτό είναι κατατεθειμένο σε χώρο στον οποίο μπορεί να έχει πρόσβαση ο μέτοχος, όπως είναι η έδρα της εταιρίας, ή περιλαμβάνεται σε δημόσιο μητρώο (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, Powell Duffryn, C‑214/89, EU:C:1992:115, σκέψεις 19 και 28).

35      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, το ζήτημα που τίθεται είναι αν η Commerzbank, εκδότης των επιδίκων ομολόγων, μπορεί να αντιτάξει τη ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται στο ενημερωτικό δελτίο στην Profit, τελευταία αγοράστρια των ομολόγων αυτών, η οποία τα απέκτησε με σύμβαση συναφθείσα με τη Redi.

36      Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που εκτέθηκε στις σκέψεις 33 και 34 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει στο ερώτημα αυτό να δοθεί καταφατική απάντηση, εφόσον διαπιστωθεί, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, κατ’ αρχάς, ότι η ρήτρα αυτή είναι έγκυρη στο πλαίσιο της σχέσεως μεταξύ της Commerzbank και της Redi, πρώτης αγοράστριας των ομολόγων αυτών, στη συνέχεια, ότι η Profit, αγοράζοντας στη δευτερογενή αγορά τα εν λόγω ομόλογα από τη Redi, τη διαδέχθηκε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα ίδια αυτά ομόλογα δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και, τέλος, ότι η Profit είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του ενημερωτικού δελτίου που περιείχε την εν λόγω ρήτρα, πράγμα το οποίο προϋποθέτει ότι το δελτίο αυτό είναι ευχερώς προσβάσιμο.

37      Κατά συνέπεια, στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου υποβληθέντος ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 23 του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας η οποία περιέχεται σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων συνταχθέν από τον εκδότη των επιμάχων ομολόγων είναι δυνατό να αντιταχθεί στον τρίτο που αγόρασε τα ομόλογα αυτά από ενδιάμεσο χρηματοπιστωτικό οργανισμό, εφόσον διαπιστωθεί, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, κατ’ αρχάς, ότι η ρήτρα είναι έγκυρη στη σχέση μεταξύ αυτού του εκδότη και αυτού του ενδιάμεσου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, στη συνέχεια, ότι ο εν λόγω τρίτος, αγοράζοντας στη δευτερογενή αγορά τα επίμαχα ομόλογα, υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του εν λόγω ενδιάμεσου οργανισμού που απορρέουν από τα ομόλογα αυτά δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και, τέλος, ότι ο εν λόγω τρίτος είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του ενημερωτικού δελτίου που περιέχει την εν λόγω ρήτρα.

38      Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα δύο πρώτα σκέλη του ερωτήματος αυτού, αν υπάρχει ενδεχομένως γνωστή στους συμβαλλομένους συνήθεια του διεθνούς εμπορίου.

39      Από τη νομολογία προκύπτει ότι η πραγματική συναίνεση των ενδιαφερομένων αποτελεί πάντοτε έναν από τους σκοπούς του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001, δικαιολογούμενο από τη μέριμνα να αποτραπεί το ενδεχόμενο να διαλανθάνουν την προσοχή ρήτρες απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση από έναν μόνο συμβαλλόμενο (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, MSG, C‑106/95, EU:C:1997:70, σκέψη 17, και της 16ης Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 19).

40      Πάντως, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι το εν λόγω άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, επιτρέπει να τεκμαίρεται ως αποδεδειγμένη η εν λόγω συναίνεση εφόσον στον υπό εξέταση κλάδο του διεθνούς εμπορίου υφίστανται εμπορικές συνήθειες, τις οποίες οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, MSG, C‑106/95, EU:C:1997:70, σκέψη 19, καθώς και της 16ης Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψεις 20 και 21).

41      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει κατά πόσον η υπό εξέταση σύμβαση εντάσσεται στο πλαίσιο του διεθνούς εμπορίου και να εξακριβώσει κατά πόσον υφίσταται συνήθεια στον κλάδο του διεθνούς εμπορίου στον οποίο ασκούν δραστηριότητα οι συμβαλλόμενοι και κατά πόσον οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν πράγματι ή όφειλαν να γνωρίζουν τη συνήθεια αυτή. Πάντως, το Δικαστήριο οφείλει να του υποδείξει τα αντικειμενικά και απαραίτητα για την εκτίμηση αυτή στοιχεία (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, MSG, C‑106/95, EU:C:1997:70, σκέψη 21, και της 16ης Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 23).

42      Επί του πρώτου σημείου, δεν αμφισβητείται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η σύμβαση αφορά το διεθνές εμπόριο.

43      Επί του δευτέρου σημείου, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η ύπαρξη συνήθειας δεν πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τη νομοθεσία ενός των συμβαλλομένων κρατών και ότι δεν πρέπει να διαπιστώνεται σε συνάρτηση με το διεθνές εμπόριο εν γένει, αλλά στο πλαίσιο του εμπορικού κλάδου εντός του οποίου οι συμβαλλόμενοι ασκούν τη δραστηριότητά τους (αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, MSG, C‑106/95, EU:C:1997:70, σκέψη 23, και της 16ης Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 25).

44      Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι υφίσταται συνήθεια στον υπό εξέταση εμπορικό κλάδο όταν, μεταξύ άλλων, κατά τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου είδους, οι επιχειρηματίες του κλάδου αυτού ακολουθούν κατά κανόνα και τακτικά ορισμένη συμπεριφορά (αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, MSG, C‑106/95, EU:C:1997:70, σκέψη 23, και της 16ης Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 26).

45      Το Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν το συμπέρασμα ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται τέτοιου είδους συμπεριφορά εντός συγκεκριμένων χωρών ούτε, ιδίως, εντός όλων των συμβαλλομένων κρατών. Το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες των χωρών που κατέχουν εξέχουσα θέση στον επίμαχο κλάδο του διεθνούς εμπορίου ακολουθούν κατά κανόνα και τακτικά ορισμένη πρακτική μπορεί να αποτελέσει ένδειξη που διευκολύνει την απόδειξη της υπάρξεως συνήθειας. Πάντως, αποφασιστικής σημασίας κριτήριο εξακολουθεί να παραμένει το αν η οικεία συμπεριφορά τηρείται κατά κανόνα και τακτικά από τους επιχειρηματίες του κλάδου του διεθνούς εμπορίου εντός του οποίου δρουν οι συμβαλλόμενοι (απόφαση της 16ης Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 27).

46      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει επίσης ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 23 του κανονισμού 44/2001 δεν περιέχει καμία ένδειξη ως προς τις μορφές δημοσιότητας, πρέπει να θεωρηθεί ότι η δημοσιότητα που προσδίδεται ενδεχομένως στο πλαίσιο ενώσεων ή ειδικευμένων οργανισμών στα τυποποιημένα έντυπα που περιλαμβάνουν ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, μολονότι είναι ικανή να διευκολύνει την απόδειξη του ότι υφίσταται μια κατά κανόνα και τακτικά ακολουθούμενη πρακτική, δεν μπορεί να απαιτείται για να αποδειχθεί η ύπαρξη συνήθειας (απόφαση της 16ης Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 28).

47      Εξάλλου, συμπεριφορά η οποία συγκεντρώνει τα συστατικά στοιχεία μιας συνήθειας δεν χάνει τον χαρακτήρα της ως συνήθειας λόγω του ότι αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεων ενώπιον των δικαστηρίων, ανεξαρτήτως του εύρους των εν λόγω αμφισβητήσεων, ενόσω, τουλάχιστον, εξακολουθεί να ακολουθείται κατά κανόνα και τακτικά στον οικείο τομέα δραστηριότητας για τον επίμαχο τύπο συμβάσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 29).

48      Όσον αφορά, τέλος, την πραγματική ή τεκμαιρόμενη γνώση της συνήθειας από τους συμβαλλομένους, από τη νομολογία προκύπτει ότι η γνώση αυτή μπορεί να διαπιστώνεται, ιδίως, εφόσον αποδειχθεί ότι οι συμβαλλόμενοι είχαν συνάψει στο παρελθόν εμπορικές σχέσεις μεταξύ τους ή με τρίτους ασκούντες δραστηριότητα στον οικείο τομέα ή ότι, στον εν λόγω τομέα, ορισμένη συμπεριφορά είναι αρκούντως γνωστή, λόγω του ότι ακολουθείται κατά κανόνα και τακτικά κατά τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου τύπου, ώστε να μπορεί να λογίζεται ως παγιωμένη πρακτική (αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, MSG, C‑106/95, EU:C:1997:70, σκέψη 24, και της 16ης Μαρτίου 1999, Castelletti, C‑159/97, EU:C:1999:142, σκέψη 43).

49      Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να προσδιορισθεί, στην υπόθεση της κύριας δίκης, αν η ρήτρα απονομής δικαιοδοσίας που περιλαμβάνεται στο ενημερωτικό δελτίο συνιστά συνήθεια του τομέα εντός του οποίου αναπτύσσουν δραστηριότητα οι συμβαλλόμενοι, την οποία αυτή γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη ιδίως το γεγονός ότι το εν λόγω ενημερωτικό δελτίο εγκρίθηκε προηγουμένως από το Χρηματιστήριο του Δουβλίνου και τέθηκε στη διάθεση του κοινού στον ιστότοπο του Χρηματιστηρίου αυτού, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί από την Profit κατά την επί της ουσίας δίκη. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι δεν αμφισβητείται ότι η Profit είναι επιχείρηση που αναπτύσσει δραστηριότητα στον τομέα των χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, καθώς και τις εμπορικές σχέσεις που έχει ενδεχομένως συνάψει στο παρελθόν και με τους λοιπούς διαδίκους της κύριας δίκης. Το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει επίσης να ελέγξει αν η έκδοση ομολόγων στην αγορά συνοδεύεται, στον οικείο τομέα δραστηριότητας, κατά κανόνα και τακτικά, από ενημερωτικό δελτίο το οποίο περιέχει ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας και αν η πρακτική αυτή είναι αρκούντως γνωστή ώστε να είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί ως «παγιωμένη».

50      Κατά συνέπεια, στο τρίτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων μπορεί να θεωρηθεί ως τύπος ανταποκρινόμενος σε συνήθεια του διεθνούς εμπορίου, υπό την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001, από τον οποίο τεκμαίρεται η συναίνεση του προσώπου έναντι του οποίου προβάλλεται, εφόσον έχει, μεταξύ άλλων, αποδειχθεί, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, αφενός, ότι οι επιχειρηματίες του οικείου κλάδου ακολουθούν, κατά τη σύναψη συμβάσεων αυτού του τύπου, μια τέτοια, τηρούμενη κατά κανόνα και τακτικά, συμπεριφορά και, αφετέρου, είτε ότι οι συμβαλλόμενοι διατηρούσαν στο παρελθόν εμπορικές σχέσεις μεταξύ τους ή με τρίτους ασκούντες δραστηριότητα στον οικείο τομέα είτε ότι η επίμαχη συμπεριφορά είναι αρκούντως γνωστή ώστε να μπορεί να λογίζεται ως παγιωμένη πρακτική.

51      Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 23 του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι:

–        όταν σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων περιλαμβάνεται ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας, η προϋπόθεση τηρήσεως έγγραφου τύπου την οποία τάσσει το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001 πληρούται μόνον αν στη σύμβαση που υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι κατά την έκδοση των ομολόγων στην πρωτογενή αγορά γίνεται μνεία της αποδοχής της ρήτρας αυτής ή ρητή παραπομπή στο εν λόγω ενημερωτικό δελτίο·

–        ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας η οποία περιέχεται σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων συνταχθέν από τον εκδότη των επιμάχων ομολόγων είναι δυνατό να αντιταχθεί στον τρίτο που αγόρασε τα ομόλογα αυτά από ενδιάμεσο χρηματοπιστωτικό οργανισμό, εφόσον διαπιστωθεί, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, κατ’ αρχάς, ότι η ρήτρα είναι έγκυρη στη σχέση μεταξύ αυτού του εκδότη και αυτού του ενδιάμεσου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, στη συνέχεια, ότι ο εν λόγω τρίτος, αγοράζοντας στη δευτερογενή αγορά τα επίμαχα ομόλογα, υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του εν λόγω ενδιάμεσου οργανισμού που απορρέουν από τα ομόλογα αυτά δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και, τέλος, ότι ο εν λόγω τρίτος είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του ενημερωτικού δελτίου που περιέχει την εν λόγω ρήτρα, και

–        η ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων μπορεί να θεωρηθεί ως τύπος ανταποκρινόμενος σε συνήθεια του διεθνούς εμπορίου, υπό την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001, από τον οποίο τεκμαίρεται η συναίνεση του προσώπου έναντι του οποίου προβάλλεται, εφόσον έχει, μεταξύ άλλων, αποδειχθεί, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, αφενός, ότι οι επιχειρηματίες του οικείου κλάδου ακολουθούν, κατά τη σύναψη συμβάσεων αυτού του τύπου, μια τέτοια, τηρούμενη κατά κανόνα και τακτικά, συμπεριφορά και, αφετέρου, είτε ότι οι συμβαλλόμενοι διατηρούσαν στο παρελθόν εμπορικές σχέσεις μεταξύ τους ή με τρίτους ασκούντες δραστηριότητα στον οικείο τομέα είτε ότι η επίμαχη συμπεριφορά είναι αρκούντως γνωστή ώστε να μπορεί να λογίζεται ως παγιωμένη πρακτική.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

52      Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι η αγωγή με αίτημα την ακύρωση συμβάσεως και την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν βάσει πράξεως της οποίας η ακυρότητα έχει διαπιστωθεί πρέπει να λογίζεται ως εμπίπτουσα στις «διαφορές εκ συμβάσεως», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.

53      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να υπομνησθεί, κατ’ αρχάς, ότι η έννοια των «διαφορών εκ συμβάσεως», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, δεν είναι δυνατόν να νοηθεί ως παραπέμπουσα στον χαρακτηρισμό τον οποίο το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο δίδει στην επίμαχη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου έννομη σχέση. Η έννοια αυτή πρέπει, αντιθέτως, να ερμηνεύεται αυτοτελώς, με αναφορά στο σύστημα και στους σκοπούς του κανονισμού 44/2001, προκειμένου να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του εντός όλων των κρατών μελών (αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1992, Handte, C‑26/91, EU:C:1992:268, σκέψη 10, της 14ης Μαρτίου 2013, Česká spořitelna, C‑419/11, EU:C:2013:165, σκέψη 45, και της 28ης Ιανουαρίου 2015, Kolassa, C‑375/13, EU:C:2015:37, σκέψη 37).

54      Από τη νομολογία που διαμορφώθηκε κατόπιν της αποφάσεως της 4ης Μαρτίου 1982, Effer (38/81, EU:C:1982:79), προκύπτει ότι η δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου να αποφανθεί επί ζητημάτων που αφορούν τη σύμβαση περιλαμβάνει τη δικαιοδοσία του να αποφανθεί επί της υπάρξεως των συστατικών στοιχείων της συμβάσεως, καθόσον η κρίση αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου το εθνικό δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να διαπιστώσει αν έχει δικαιοδοσία δυνάμει του κανονισμού 44/2001. Αν τούτο δεν ίσχυε, θα υπήρχε το ενδεχόμενο να στερείται νομικής ισχύος το άρθρο 5 του κανονισμού 44/2001, αφού θα γινόταν δεκτό ότι αρκεί ένας από τους διαδίκους να υποστηρίξει ότι η σύμβαση δεν υφίσταται για να καταστήσει κενό περιεχομένου τον κανόνα που διαλαμβάνει το άρθρο αυτό. Αντιθέτως, ο σεβασμός του σκοπού και του πνεύματος του κανονισμού 44/2001 επιβάλλει την ερμηνεία του ανωτέρω άρθρου κατά τρόπον ώστε ο δικαστής ο οποίος καλείται να επιλύσει διαφορά από σύμβαση να είναι σε θέση να ελέγξει, έστω και αυτεπαγγέλτως, τις ουσιώδεις προϋποθέσεις της δικαιοδοσίας του, υπό το πρίσμα καθοριστικών και κρίσιμων στοιχείων, προσκομιζομένων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, τα οποία αποδεικνύουν το υποστατό ή ανυπόστατο της συμβάσεως.

55      Εξάλλου, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της αγωγής περί κηρύξεως της ακυρότητας και της επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 80 των προτάσεών του, αν δεν υπήρχε συμβατικός δεσμός τον οποίο τα μέρη ανέλαβαν ελεύθερα, δεν θα είχε εκπληρωθεί η παροχή και δεν θα υπήρχε δικαίωμα επιστροφής. Αυτή η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του δικαιώματος επιστροφής και του συμβατικού δεσμού αρκεί για να ενταχθεί η αγωγή περί επιστροφής της παροχής στις διαφορές εκ συμβάσεως.

56      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, μολονότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Profit και η Redi συνδέονται συμβατικώς, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, αν η Profit διαδέχθηκε τη Redi στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα επίμαχα ομολόγα δυνάμει του εθνικού δικαίου, οπότε θα υπάρχει μεταξύ της Profit και της Commerzbank σχέση συμβατικής φύσεως.

57      Από τις σκέψεις 54 και 55 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι, σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, η Profit υπάγεται στο πλαίσιο των σχέσεών της με τη Redi και, υπό την επιφύλαξη των ελέγχων στους οποίους πρέπει να προβεί το εθνικό δικαστήριο, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως στο πλαίσιο των σχέσεών της με την Commerzbank, στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου εκτελέσεως της συμβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, ακόμη και αν η κατάρτιση της συμβάσεως που αποτελεί τη βάση της αγωγής συνιστά αντικείμενο ένδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων.

58      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι οι αγωγές με αίτημα την ακύρωση συμβάσεως και την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως βάσει της εν λόγω συμβάσεως εμπίπτουν στις «διαφορές εκ συμβάσεως», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

59      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που έχουν ασκηθεί κατά περισσοτέρων εναγομένων δύο αγωγές με διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετική έννομη βάση και δεν υφίσταται μεταξύ τους σχέση κυρίου-παρεπόμενου ή σχέση ασυμβατότητας, αρκεί η ενδεχόμενη ευδοκίμηση της μίας αγωγής να είναι εν δυνάμει ικανή να επηρεάσει την έκταση του δικαιώματος του οποίου η προστασία ζητείται με την άλλη, προκειμένου να θεωρηθεί ότι υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως ασυμβίβαστων αποφάσεων, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.

60      Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 προβλέπει ότι, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο της εκδόσεως ασυμβίβαστων αποφάσεων σε περίπτωση χωριστής εκδικάσεων των αγωγών, ένας εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, εφόσον υπάρχουν πλείονες εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι μεταξύ των αγωγών υφίσταται τόσο στενή συνάφεια ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως.

61      Όσον αφορά τον σκοπό του, ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 επιδιώκει, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 12 και 15 του κανονισμού αυτού, να καταστήσει ευχερέστερη την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, να ελαχιστοποιήσει το ενδεχόμενο παράλληλης εκδικάσεως υποθέσεων και να αποτρέψει, ως εκ τούτου, την έκδοση ασυμβίβαστων αποφάσεων σε περίπτωση χωριστής εκδικάσεως των αγωγών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Painer, C‑145/10, EU:C:2011:798, σκέψη 77, και της 12ης Ιουλίου 2012, Solvay, C‑616/10, EU:C:2012:445, σκέψη 19).

62      Εξάλλου, ο κανόνας αυτός περί ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα, αφενός, την αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 44/2001, κατά την οποία οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, δωσιδικία που πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των συμβαλλομένων μερών δικαιολογεί άλλο σύνδεσμο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Οκτωβρίου 2007, Freeport, C‑98/06, EU:C:2007:595, σκέψη 36, και της 12ης Ιουλίου 2012, Solvay, C‑616/10, EU:C:2012:445, σκέψη 20).

63      Ο κανόνας αυτός περί ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, καθόσον εισάγει εξαίρεση από τη γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 44/2001, πρέπει, αφετέρου, να ερμηνεύεται περιοριστικά, μη επιτρεπομένης ερμηνείας βαίνουσας πέραν των περιπτώσεων που ρητώς παραθέτει ο εν λόγω κανονισμός (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Painer, C‑145/10, EU:C:2011:798, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 12ης Ιουλίου 2012, Solvay, C‑616/10, EU:C:2012:445, σκέψη 21).

64      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει την ύπαρξη συνάφειας μεταξύ των διαφόρων αγωγών που έχουν ασκηθεί ενώπιόν του, δηλαδή την ύπαρξη κινδύνου εκδόσεως ασυμβίβαστων αποφάσεων στην περίπτωση χωριστής εκδικάσεως των αγωγών αυτών, λαμβάνοντας, προς τούτο, υπόψη όλα τα αναγκαία στοιχεία της δικογραφίας (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Οκτωβρίου 2007, Freeport, C‑98/06, EU:C:2007:595, σκέψη 41, της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Painer, C‑145/10, EU:C:2011:798, σκέψη 83, και της 12ης Ιουλίου 2012, Solvay, C‑616/10, EU:C:2012:445, σκέψη 23).

65      Το Δικαστήριο έχει, πάντως, διευκρινίσει συναφώς ότι, για να θεωρηθεί ότι υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως ασυμβίβαστων αποφάσεων, υπό την έννοια του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, δεν αρκεί να υπάρχει απόκλιση όσον αφορά την επίλυση της διαφοράς, αλλά πρέπει, επιπλέον, η απόκλιση αυτή να εντάσσεται στο πλαίσιο της ίδιας πραγματικής και νομικής καταστάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2006, Roche Nederland κ.λπ., C‑539/03, EU:C:2006:458, σκέψη 26, της 11ης Οκτωβρίου 2007, Freeport, C‑98/06, EU:C:2007:595, σκέψη 40, της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Painer, C‑145/10, EU:C:2011:798, σκέψη 79, καθώς και της 12ης Ιουλίου 2012, Solvay, C‑616/10, EU:C:2012:445, σκέψη 24).

66      Προκειμένου να εκτιμηθεί, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η ύπαρξη συνάφειας μεταξύ των διαφόρων αγωγών που έχουν υποβληθεί στην κρίση του και, συνεπώς, κινδύνου εκδόσεως ασυμβίβαστων αποφάσεων σε περίπτωση χωριστής εκδικάσεως των αγωγών, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 95 έως 100 των προτάσεών του, τη διαφορά, από πραγματικής και νομικής απόψεως, μεταξύ, αφενός, της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την ευθύνη που απορρέει από την κακή διαχείριση και, αφετέρου, της διαδικασίας για την κήρυξη της ακυρότητας μιας από τις συμβάσεις και την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, τα αποτελέσματα των οποίων είναι ανεξάρτητα. Συναφώς, απλώς και μόνον το γεγονός ότι το αποτέλεσμα μιας από τις διαδικασίες μπορεί να ασκήσει επιρροή στο αποτέλεσμα της άλλης, ειδικότερα δε η ενδεχόμενη επιρροή που ασκεί το ποσό που πρέπει να επιστραφεί, κατόπιν της ασκήσεως αγωγής περί κηρύξεως της ακυρότητας και επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων, επί της εκτιμήσεως της ζημίας που ενδεχομένως διαπιστώνεται κατόπιν της ασκήσεως αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, δεν αρκεί για να χαρακτηρισθούν ως «ασυμβίβαστες» οι αποφάσεις που πρόκειται να εκδοθούν στο πλαίσιο των δύο αυτών διαδικασιών, υπό την έννοια του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.

67      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που έχουν ασκηθεί κατά περισσοτέρων εναγομένων δύο αγωγές με διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετική έννομη βάση και δεν υφίσταται μεταξύ τους σχέση κυρίου-παρεπόμενου ή σχέση ασυμβατότητας, δεν αρκεί η ενδεχόμενη ευδοκίμηση της μίας αγωγής να είναι εν δυνάμει ικανή να επηρεάσει την έκταση του δικαιώματος του οποίου η προστασία ζητείται με την άλλη, προκειμένου να θεωρηθεί ότι υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως ασυμβίβαστων αποφάσεων, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

68      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι:

–        όταν σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων περιλαμβάνεται ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας, η προϋπόθεση τηρήσεως έγγραφου τύπου την οποία τάσσει το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001 πληρούται μόνον αν στη σύμβαση που υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι κατά την έκδοση των ομολόγων στην πρωτογενή αγορά γίνεται μνεία της αποδοχής της ρήτρας αυτής ή ρητή παραπομπή στο εν λόγω ενημερωτικό δελτίο·

–        ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας η οποία περιέχεται σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων συνταχθέν από τον εκδότη των επιμάχων ομολόγων είναι δυνατό να αντιταχθεί στον τρίτο που αγόρασε τα ομόλογα αυτά από ενδιάμεσο χρηματοπιστωτικό οργανισμό, εφόσον διαπιστωθεί, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, κατ’ αρχάς, ότι η ρήτρα είναι έγκυρη στη σχέση μεταξύ αυτού του εκδότη και αυτού του ενδιάμεσου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, στη συνέχεια, ότι ο εν λόγω τρίτος, αγοράζοντας στη δευτερογενή αγορά τα επίμαχα ομόλογα, υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του εν λόγω ενδιάμεσου οργανισμού που απορρέουν από τα ομόλογα αυτά δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και, τέλος, ότι ο εν λόγω τρίτος είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του ενημερωτικού δελτίου που περιέχει την εν λόγω ρήτρα, και

–        η ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται σε ενημερωτικό δελτίο εκδόσεως ομολόγων μπορεί να θεωρηθεί ως τύπος ανταποκρινόμενος σε συνήθεια του διεθνούς εμπορίου, υπό την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001, από τον οποίο τεκμαίρεται η συναίνεση του προσώπου έναντι του οποίου προβάλλεται, εφόσον έχει, μεταξύ άλλων, αποδειχθεί, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, αφενός, ότι οι επιχειρηματίες του οικείου κλάδου ακολουθούν, κατά τη σύναψη συμβάσεων αυτού του τύπου, μια τέτοια, τηρούμενη κατά κανόνα και τακτικά, συμπεριφορά και, αφετέρου, είτε ότι οι συμβαλλόμενοι διατηρούσαν στο παρελθόν εμπορικές σχέσεις μεταξύ τους ή με τρίτους ασκούντες δραστηριότητα στον οικείο τομέα είτε ότι η επίμαχη συμπεριφορά είναι αρκούντως γνωστή ώστε να μπορεί να λογίζεται ως παγιωμένη πρακτική.

2)      Το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι οι αγωγές με αίτημα την ακύρωση συμβάσεως και την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως βάσει της εν λόγω συμβάσεως εμπίπτουν στις «διαφορές εκ συμβάσεως», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.

3)      Το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που έχουν ασκηθεί κατά περισσοτέρων εναγομένων δύο αγωγές με διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετική έννομη βάση και δεν υφίσταται μεταξύ τους σχέση κυρίου-παρεπόμενου ή σχέση ασυμβατότητας, δεν αρκεί η ενδεχόμενη ευδοκίμηση της μίας αγωγής να είναι εν δυνάμει ικανή να επηρεάσει την έκταση του δικαιώματος του οποίου η προστασία ζητείται με την άλλη, προκειμένου να θεωρηθεί ότι υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως ασυμβίβαστων αποφάσεων, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.