Language of document : ECLI:EU:C:2016:326

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 4ης Μαΐου 2016 (1)

Υπόθεση C‑110/15

Microsoft Mobile Sales International Oy, πρώην Nokia Italia SpA,

Hewlett-Packard Italiana Srl,

Telecom Italia SpA,

Samsung Electronics Italia SpA,

Dell SpA,

Fastweb SpA,

Sony Mobile Communications Italy SpA,

Wind Telecomunicazioni SpA

κατά

Ministero per i beni e le attività culturali (MiBAC)

Società italiana degli autori ed editori (SIAE),

Istituto per la tutela dei diritti degli artisti interpreti esecutori (IMAIE), υπό εκκαθάριση,

Associazione nazionale industrie cinematografiche audiovisive e multimediali (Anica)

και

Associazione produttori televisivi (Apt)

[αίτηση του Consiglio di Stato
(Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία)]

«Πνευματική ιδιοκτησία — Οδηγία 2001/29/ΕΚ — Δικαίωμα του δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα — Άρθρο 5 — Αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής — Εξαιρέσεις και περιορισμοί — Δίκαιη αποζημίωση — Έκταση — Καθορισμός, διά της συνάψεως συμφωνιών, των κριτηρίων της εκ των προτέρων απαλλαγής από το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής — Αίτημα για επιστροφή μπορεί να υποβληθεί μόνο από τον τελικό χρήστη»





1.        Η υπό κρίση αίτηση του Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ορθή ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ (2). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι από το αποκλειστικό «δικαίωμα αναπαραγωγής» των δικαιούχων χωρεί εξαίρεση λόγω ιδιωτικής αντιγραφής. Οσάκις κράτος μέλος αποφασίζει τον περιορισμό των αποκλειστικών δικαιωμάτων των δικαιούχων για τον λόγο αυτό, η οδηγία επιτάσσει να ενεργοποιείται σύστημα που να διασφαλίζει ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση για τη χρήση των προστατευόμενων από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έργων.

2.        Στην Ιταλία, όπου η ιδιωτική αντιγραφή επιτρέπεται, η συγκεκριμένη αποζημίωση λαμβάνει τη μορφή τέλους ιδιωτικής αντιγραφής στο οποίο υπάγεται ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα ψηφιακής αναπαραγωγής προστατευόμενων από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έργων και λοιπού προστατευόμενου υλικού. Τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν τη συμβατότητα του ιταλικού συστήματος αποζημιώσεως με την οδηγία 2001/29. Ειδικότερα, η συγκεκριμένη υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να οριοθετήσει την ευχέρεια εκτιμήσεως κράτους μέλους κατά τον σχεδιασμό των όρων του συστήματος αποζημιώσεως σε περίπτωση ιδιωτικής αντιγραφής και να παράσχει περαιτέρω όλα τα λυσιτελή στοιχεία για την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγία 2001/29.

I –    Το νομικό πλαίσιο

 A – Το δίκαιο της Ένωσης

3.        Η οδηγία 2001/29 διέπει την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων.

4.        Στην αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2001/29 διευκρινίζεται ότι ένας από τους στόχους της οδηγίας έγκειται στο να διατηρηθεί ισορροπία περί τα δικαιώματα και τα συμφέροντα μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών δικαιούχων καθώς και μεταξύ αυτών και των χρηστών προστατευόμενου υλικού.

5.        Η αιτιολογική σκέψη 35 αφορά τις εξαιρέσεις και τους περιορισμούς. Σύμφωνα με αυτήν, σε ορισμένες περιπτώσεις εξαιρέσεων ή περιορισμών οι δικαιούχοι θα πρέπει να λαμβάνουν δίκαιη και επαρκή αποζημίωση για τη χρήση των προστατευόμενων έργων ή λοιπού προστατευόμενου υλικού τους. Κατά τον καθορισμό της μορφής, των λεπτομερειών καταβολής και του πιθανού ύψους της δίκαιης αυτής αποζημιώσεως, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες κάθε περιπτώσεως. Για την αξιολόγηση των συνθηκών αυτών, ιδιαίτερη σημασία έχει ενδεχόμενη ζημία των δικαιούχων από τη συγκεκριμένη πράξη.

6.        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2001/29 αφορά το δικαίωμα αναπαραγωγής και προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει:

α)      στους δημιουργούς, όσον αφορά τα έργα τους·

β)      στους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα των ερμηνειών ή εκτελέσεών τους·

γ)      στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, όσον αφορά τα φωνογραφήματά τους·

δ)      στους παραγωγούς της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης ταινιών σε φορέα, όσον αφορά το πρωτότυπο και τα αντίγραφα των ταινιών τους·

ε)      στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης.»

7.        Το άρθρο 5 θεσπίζει εξαιρέσεις και περιορισμούς από το δικαίωμα αναπαραγωγής. Το άρθρο αυτό προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«[…]

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς από το δικαίωμα αναπαραγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 2 στις ακόλουθες περιπτώσεις:

[…]

β)      αναπαραγωγές σε οποιοδήποτε μέσο που πραγματοποιούνται από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση και για μη άμεσους ή έμμεσους εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση που συνεκτιμά την εφαρμογή ή όχι των τεχνολογικών μέτρων του άρθρου 6 στο συγκεκριμένο έργο ή άλλο υλικό·

[…]»

 B – Το ιταλικό δίκαιο

8.        Οι κρίσιμες διατάξεις του νόμου 633 σχετικά με την προστασία του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών με την άσκησή του δικαιωμάτων (στο εξής: νόμος περί πνευματικής ιδιοκτησίας) (3) είναι οι ακόλουθες.

9.        Το άρθρο 71 sexies προβλέπει τα εξής:

«Επιτρέπεται η ιδιωτική αναπαραγωγή φωνογραφημάτων και βιντεογραφημάτων επί οποιουδήποτε υποθέματος, η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για αποκλειστικά προσωπική χρήση, χωρίς σκοπό κέρδους και χωρίς άμεσους ή έμμεσους εμπορικούς σκοπούς, τηρουμένων των τεχνικών μέτρων που αναφέρει το άρθρο 102 quater.

[…]»

10.      Το άρθρο 71 septies ορίζει τα εξής:

«1.      Οι δημιουργοί και οι παραγωγοί φωνογραφημάτων καθώς και οι αρχικοί παραγωγοί οπτικοακουστικών έργων, οι ερμηνευτές και εκτελεστές καλλιτέχνες και οι παραγωγοί βιντεογραφημάτων, καθώς και οι νόμιμοι διάδοχοι αυτών, δικαιούνται αποζημιώσεως για την κατά το άρθρο 71 sexies ιδιωτική αναπαραγωγή φωνογραφημάτων και βιντεογραφημάτων. Η εν λόγω αποζημίωση συνίσταται, για τις συσκευές που προορίζονται αποκλειστικά για την αναλογική ή ψηφιακή αναπαραγωγή φωνογραφημάτων ή βιντεογραφημάτων, σε ποσοστό του τιμήματος που καταβάλλει ο τελικός αγοραστής στον μεταπωλητή, το οποίο για τις συσκευές πολλαπλών λειτουργιών υπολογίζεται επί της τιμής συσκευής έχουσας ισοδύναμα χαρακτηριστικά με εκείνα του εσωτερικού εξαρτήματος που προορίζεται για την εγγραφή ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, ως πάγιο ποσό ανά συσκευή. Για τα υποθέματα ακουστικής και οπτικής εγγραφής, όπως αναλογικά υποθέματα, ψηφιακά υποθέματα, σταθερές ή φορητές μνήμες που προορίζονται για την εγγραφή φωνογραφημάτων ή βιντεογραφημάτων, η αποζημίωση συνίσταται σε ποσό ανάλογο με τη χωρητικότητα εγγραφής των εν λόγω υποθεμάτων. Για τα συστήματα βιντεοσκοπήσεως εξ αποστάσεως, η αποζημίωση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο οφείλεται από τον πάροχο της υπηρεσίας και είναι ανάλογη με την αμοιβή που ελήφθη για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας.

2.      Η αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 καθορίζεται, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία και εν πάση περιπτώσει λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων αναπαραγωγής, με απόφαση του υπουργού πολιτιστικών αγαθών και δραστηριοτήτων [MiBAC], η οποία πρέπει να εκδοθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009 κατόπιν διαβουλεύσεως […] με τις πιο αντιπροσωπευτικές επαγγελματικές ενώσεις των κατασκευαστών των συσκευών και των υποθεμάτων που αναφέρει η παράγραφος 1. Για τον καθορισμό της αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη η ύπαρξη ή μη ύπαρξη των τεχνικών μέτρων που αναφέρει το άρθρο 102 quater καθώς και οι διαφορετικές συνέπειες της ψηφιακής αντιγραφής σε σχέση με την αναλογική αντιγραφή. Η απόφαση επικαιροποιείται ανά τριετία.

3.      Η αποζημίωση οφείλεται από το πρόσωπο που κατασκευάζει ή εισάγει στην ημεδαπή με σκοπό το κέρδος τις συσκευές και τα υποθέματα που αναφέρει η παράγραφος 1. […] Σε περίπτωση μη καταβολής της αποζημιώσεως, ο διανομέας των συσκευών ή των υποθεμάτων εγγραφής ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή.»

11.      Το άρθρο 71 octies ορίζει τα εξής:

«1.      Η αποζημίωση του άρθρου 71 septies για συσκευές που προορίζονται για εγγραφή φωνογραφημάτων καταβάλλεται στη Società italiana degli autori ed editori (SIAE), η οποία διασφαλίζει, αφαιρουμένων των εξόδων της, την καταβολή της σε ίσα μερίδια μεταξύ των δημιουργών και των κατασκευαστών των φωνογραφημάτων, επίσης μέσω των πλέον αντιπροσωπευτικών εμπορικών και επαγγελματικών ενώσεων.

2.      Οι κατασκευαστές των φωνογραφημάτων καταβάλλουν αμελλητί, και σε κάθε περίπτωση εντός 6 μηνών, 50 % της αποζημιώσεως που έχουν λάβει στους ενδιαφερόμενους ερμηνευτές.

3.      Η αποζημίωση του άρθρου 71 septies για συσκευές που προορίζονται για εγγραφή βιντεογραφημάτων καταβάλλεται στη [SIAE], η οποία διασφαλίζει, αφαιρουμένων των εξόδων της, την καταβολή μεριδίου ύψους 30 % της αποζημιώσεως στους δημιουργούς και το υπόλοιπο 70 % ισόποσα στον κατασκευαστή της πρώτης υλικής ενσωματώσεως ταινιών σε φορέα, στον κατασκευαστή των βιντεογραφημάτων και στους ερμηνευτές. Το 50 % της αποζημιώσεως που καταβάλλεται στους ερμηνευτές χρηματοδοτεί δραστηριότητες και σκοπούς του άρθρου 7, παράγραφος 2, του νόμου 93 της 5ης Φεβρουαρίου 1992.

[…]»

12.      Το MiBAC εξέδωσε την απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 71 septies, παράγραφος 2, του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας στις 30 Δεκεμβρίου 2009 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

13.      Το άρθρο 4 του τεχνικού παραρτήματος της αποφάσεως ορίζει τα εξής:

«1. Η [SIAE] προωθεί πρωτόκολλα για μια πιο αποτελεσματική εφαρμογή των παρουσών διατάξεων, καθώς και για την εφαρμογή αντικειμενικών ή υποκειμενικών εξαιρέσεων, όπως, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις επαγγελματικής χρήσεως συσκευών ή υποθεμάτων ή για ορισμένες συσκευές για βιντεοπαιχνίδια. Τα εν λόγω πρωτόκολλα εφαρμογής εκδίδονται σε συμφωνία με τους υπόχρεους για την καταβολή του τέλους ιδιωτικής αντιγραφής ή με τις επαγγελματικές ενώσεις τους.

[…]»

II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα

14.      Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης είναι εταιρίες με αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία προσωπικών υπολογιστών, ψηφιακών δίσκων, συσκευών εγγραφής, κινητών τηλεφώνων και καμερών.

15.      Ο MiBAC εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και το συνημμένο τεχνικό παράρτημα, δυνάμει του άρθρου 71 septies, παράγραφος 2, του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Με το παράρτημα θεσπίζονται οι κανόνες για τον καθορισμό της αποζημιώσεως την οποία δικαιούνται οι δικαιούχοι λόγω ιδιωτικής αναπαραγωγής φωνογραφημάτων και βιντεογραφημάτων. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση διεύρυνε, ειδικότερα, την έκταση της δίκαιης αποζημιώσεως. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να υπάγονται πλέον στο τέλος ιδιωτικής αντιγραφής συσκευές και υποθέματα όπως είναι τα κινητά τηλέφωνα, οι υπολογιστές και άλλος εξοπλισμός, ακόμα κι αν οι συσκευές αυτές δεν προορίζονται ειδικά για την αναπαραγωγή, εγγραφή ή αποθήκευση δεδομένων. Αντιθέτως, προτού εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο εν λόγω τέλος υπάγονταν αποκλειστικά όσες συσκευές προορίζονταν κυρίως ή αποκλειστικά για την αναπαραγωγή φωνογραφημάτων ή βιντεογραφημάτων.

16.      Μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης προσέφυγαν ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale del Lazio (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο, Lazio, Ιταλία) επιζητώντας την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντέβαινε στο δίκαιο της Ένωσης. Κατά την άποψή τους, τούτο συνέβαινε εν προκειμένω διότι φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπάγονται εξίσου στο σχετικό τέλος, μολονότι είναι προφανές ότι δεν εμπλέκονται σε πράξεις ιδιωτικής αντιγραφής. Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες άσκησαν κριτική όσον αφορά τις εξουσίες τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνώρισε στη SIAE: δεδομένου ότι η SIAE διαθέτει ευχέρεια εκτιμήσεως κατά την επιβολή του τέλους, δεν διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση των υπόχρεων στην καταβολή του προσώπων.

17.      Το Tribunale amministrativo regionale del Lazio (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο, Lazio) απέρριψε τις προσφυγές που ασκήθηκαν από τις νυν αναιρεσείουσες εταιρίες.

18.      Ακολούθως, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης προσέβαλαν την απόφαση αυτή ασκώντας αναίρεση ενώπιον του Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας). Διατηρώντας αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29, το εν λόγω δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«(1)      Αντιτίθεται το δίκαιο της Ένωσης —και συγκεκριμένα η αιτιολογική σκέψη 31 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της [οδηγίας 2001/29]— σε εθνική διάταξη, ειδικότερα, στο άρθρο 71 sexies του [νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας], σε συνδυασμό με το άρθρο 4 [του παραρτήματος] της προσβαλλόμενης αποφάσεως η οποία ορίζει ότι, στην περίπτωση των υποθεμάτων και των συσκευών που αγοράζονται για σκοπούς προδήλως ξένους προς εκείνους της ιδιωτικής αντιγραφής —δηλαδή για αποκλειστικά επαγγελματική χρήση— ο καθορισμός των κριτηρίων της εκ των προτέρων απαλλαγής από το [τέλος ιδιωτικής αντιγραφής] επαφίεται στη σύναψη συμφωνιών —ή στην “ελεύθερη διαπραγμάτευση”— ιδιωτικού δικαίου, και ειδικότερα στα κατά το άρθρο 4 [του παραρτήματος] της προσβαλλόμενης αποφάσεως “πρωτόκολλα εφαρμογής”, χωρίς να προβλέπει γενικούς κανόνες ούτε οποιαδήποτε εγγύηση ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ της SIAE και των υπόχρεων για την καταβολή της αποζημιώσεως ή των επαγγελματικών ενώσεών τους;

(2)      Αντιτίθεται το δίκαιο της Ένωσης —και συγκεκριμένα η αιτιολογική σκέψη 31 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της [οδηγίας 2001/29]— σε εθνική διάταξη, ειδικότερα, στο άρθρο 71 sexies του [νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας], σε συνδυασμό με [την προσβαλλόμενη απόφαση] και με τις οδηγίες της SIAE όσον αφορά τις επιστροφές, η οποία ορίζει ότι στην περίπτωση των υποθεμάτων και των συσκευών που αγοράζονται για σκοπούς προδήλως ξένους προς εκείνους της ιδιωτικής αντιγραφής —δηλαδή για αποκλειστικά επαγγελματική χρήση— επιστροφή μπορεί να ζητήσει μόνον ο τελικός χρήστης και όχι ο κατασκευαστής των υποθεμάτων και των συσκευών;»

19.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Assotelecommunicazioni-ASSTEL, η Hewlett-Packard Italiana Srl (στο εξής: HP), η Microsoft Mobile Sales International, πρώην Nokia Italia SpA, η Samsung Electronics Italia SpA, η Sony Mobile Communications SpA, η Telecom Italia SpA, η Wind Telecomunicazioni SpA και η SIAE όπως επίσης η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2016, αγόρευσαν η Altroconsumo, η Hewlett-Packard Italiana, η Microsoft Mobile Sales International, η Sony Mobile Communications, η Telecom Italia, η Samsung Electronics Italia, η Dell και η SIAE όπως επίσης η Ιταλική και η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.

III – Ανάλυση

 A – Εισαγωγικές παρατηρήσεις

20.      Καταρχάς, ένας από τους στόχους της οδηγίας 2001/29 έγκειται στο να διατηρηθεί ισορροπία περί τα δικαιώματα και τα συμφέροντα μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών δικαιούχων και των χρηστών προστατευόμενων από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έργων και λοιπού προστατευόμενου υλικού. Αφενός, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός και να διασφαλισθούν τα δικαιώματα των δικαιούχων, το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν στους δικαιούχους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την αναπαραγωγή των έργων τους. Το δικαίωμα αυτό καταλαμβάνει την άμεση όπως επίσης την έμμεση, την προσωρινή όσο και τη μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή. Το δικαίωμα αναπαραγωγής παρέχει εξίσου εκτεταμένη προστασία ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για το σύνολο ή μέρος του προστατευόμενου από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έργου.

21.      Αφετέρου, ωστόσο, προκειμένου να ληφθεί ομοίως μέριμνα για τα νόμιμα συμφέροντα των χρηστών προστατευόμενων από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έργων, τα κράτη μέλη μπορούν, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29, να περιορίζουν το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής που πηγάζει από το άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διάταξη, παρέκκλιση από το δικαίωμα αυτό μπορεί να προβλέπεται, μεταξύ άλλων, για αντιγραφή σε οποιοδήποτε μέσο από φυσικό πρόσωπο κατά το μέτρο που η αντιγραφή αυτή λαμβάνει χώρα για ιδιωτική χρήση. Επομένως, δυνάμει της εξαιρέσεως αυτής επιτρέπεται μόνον η αντιγραφή που δεν γίνεται για άμεσους ή έμμεσους εμπορικούς σκοπούς (στο εξής: εξαίρεση λόγω ιδιωτικής αντιγραφής). Εξάλλου, οι δικαιούχοι πρέπει να λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση για τη ζημία που προκαλεί μια τέτοια αντιγραφή. Κατά κανόνα, όπως συμβαίνει στην Ιταλία, η αποζημίωση αυτή έχει τη μορφή τέλους ιδιωτικής αντιγραφής.

22.      Όπως εναργώς προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το ζήτημα της δίκαιης αποζημιώσεως —και συγκεκριμένα η μορφή της και οι ρυθμίσεις που αφορούν την καταβολή της— αποτελεί quaestio vexata στον σημερινό ψηφιοποιημένο κόσμο (4). Η διαπίστωση αυτή δεν εκπλήσσει: το καθεστώς επιβολής τέλους προβλέφθηκε για τον λόγο ότι, στον «εκτός διαδικτύου κόσμο», μόνο αυτό διασφάλιζε ότι οι δικαιούχοι θα λάμβαναν όντως αποζημίωση για τις αντιγραφές που έκαναν οι τελικοί χρήστες (5). Τούτο ωστόσο δεν ανταποκρίνεται πλήρως στο ψηφιoποιημένο ηλεκτρονικό περιβάλλον στο οποίο χρησιμοποιούνται σήμερα τα προστατευόμενα από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έργα.

23.      Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29, σε τέλος υπάγονται κατά κανόνα όλες οι συσκευές και τα υποθέματα τα οποία είναι κατάλληλα για ιδιωτική αντιγραφή, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικώς, των ψηφιακών δίσκων, των διαφόρων ειδών ηλεκτρονικών υπολογιστών, των κινητών τηλεφώνων, των καρτών μνήμης, των κλειδιών USB. Ωστόσο, ένα τέτοιο σύστημα δίκαιης αποζημιώσεως στηρίζεται αναγκαστικά σε ένα πλάσμα δικαίου: υποθέτει ότι ο αποκτών συσκευές και υποθέματα τα οποία θεωρητικώς είναι κατάλληλα για ιδιωτική αντιγραφή θα χρησιμοποιεί όλες τις λειτουργικότητες αυτού του εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων αυτών που καθιστούν δυνατή την ιδιωτική αντιγραφή (6). Δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι, κατά τον χρόνο που θεσπίστηκε η οδηγία 2001/29, ήταν ακόμη σύνηθες να χρησιμοποιούνται τέτοιες συσκευές και υποθέματα για σκοπούς ιδιωτικής αντιγραφής. Σήμερα ωστόσο, ως γνωστόν, η ιδιωτική αντιγραφή έχει εν μέρει (αν όχι κατά κύριο λόγο) υποκατασταθεί από διαφόρων ειδών διαδικτυακού τύπου υπηρεσίες, οι οποίες επιτρέπουν στους δικαιούχους να ελέγχουν τη χρήση προστατευόμενων από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έργων με τη θέσπιση ενός πλαισίου χορηγήσεως αδειών (7).

24.      Παρά τις συγκεκριμένες τεχνολογικές εξελίξεις και την αναμφισβήτητη πτώση της πρακτικής σημασίας που έχει πλέον η ιδιωτική αντιγραφή, η εξαίρεση λόγω ιδιωτικής αντιγραφής τυγχάνει ακόμη ευρείας εφαρμογής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κράτη μέλη έχουν ακολουθήσει αποκλίνουσες, από πολλές απόψεις, προσεγγίσεις όσον αφορά την εξαίρεση της ιδιωτικής αντιγραφής: μεταξύ άλλων διαφορών, δεν ποικίλλει μόνον η μέθοδος για τον καθορισμό του ιδιωτικού τέλους αντιγραφής, αλλά και τα προϊόντα που υπόκεινται σε ένα τέτοιο τέλος (8). Το Δικαστήριο έρχεται στην προκειμένη υπόθεση και πάλι αντιμέτωπο με το ζήτημα της εκτάσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που απολαύουν τα κράτη μέλη για τη διαμόρφωση ενός τέτοιου συστήματος δίκαιης αποζημιώσεως.

25.      Όπως θα καταδείξω στη συνέχεια, δύο διαφορετικές εκδοχές πρέπει να διακριθούν σαφώς μεταξύ τους: αφενός, η περίπτωση στην οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα απαλλάσσονται, εκ των προτέρων, από το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής, και αφετέρου, η περίπτωση στην οποία τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση να μεριμνούν για την ύπαρξη ενός συστήματος για επιστροφή εκ των υστερών αχρεωστήτως καταβληθέντων τελών ιδιωτικής αντιγραφής.

 B – Πρώτο ερώτημα: Η απαίτηση εκ των προτέρων απαλλαγής από το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής

26.      Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά την (έλλειψη) εκ των προτέρων απαλλαγή(ς) από το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής και τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία. Επ’ αυτού, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του ιταλικού συστήματος δίκαιης αποζημιώσεως με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29 και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

27.      Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου οφείλονται στο γεγονός ότι, πρώτον, το υπό εξέταση τέλος εφαρμόζεται, καταρχήν, άνευ διακρίσεως σε κάθε είδους εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Με άλλα λόγια, δεν υφίσταται επί του παρόντος καμία απολύτως διάταξη δυνάμει της οποίας θα μπορούσε να απαλλαγεί από την επιβολή του συγκεκριμένου τέλους εξοπλισμός που αγοράζεται για επαγγελματική χρήση. Δεύτερον, μια ακόμη ιδιαιτερότητα του ιταλικού συστήματος έγκειται στον τρόπο με τον οποίο κατασκευαστές και εισαγωγείς εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων κατάλληλων για ιδιωτική αντιγραφή (οι οποίοι είναι υπόχρεοι να καταβάλλουν το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής) είναι δυνατό να απαλλαγούν από την καταβολή του εξεταζόμενου τέλους.

28.      Πιο συγκεκριμένα, μολονότι στο τέλος ιδιωτικής αντιγραφής υπάγονται άνευ διακρίσεως συγκεκριμένες κατηγορίες εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων κατάλληλων για ιδιωτική αντιγραφή, εντούτοις είναι δυνατό η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του συγκεκριμένου τέλους να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ της SIAE και των κατασκευαστών και εισαγωγέων των συσκευών και των υποθεμάτων που υπάγονται σε αυτό (ή των ενώσεών τους). Από την άποψη αυτή, φαίνεται ότι η SIAE διαθέτει ευρύτατο περιθώριο εκτιμήσεως να διαπραγματεύεται και, σε τελική ανάλυση, να θέτει τις παραμέτρους για ενδεχόμενη απαλλαγή από το τέλος.

29.      Ευθύς εξαρχής, θα ήθελα να επισημάνω ότι το χαρακτηριστικό στοιχείο των συστημάτων δίκαιης αποζημιώσεως τα οποία μέχρι τούδε έχει εξετάσει ενδελεχώς το Δικαστήριο έγκειται στο ότι η υποχρέωση καταβολής του εν λόγω τέλους ισχύει, καταρχήν, άνευ διακρίσεως για ορισμένα είδη εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων κατάλληλων για αναπαραγωγή (9). Τούτο συμβαίνει και εν προκειμένω.

30.      Ως εκ τούτου, από κανένα στοιχείο του γράμματος του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29 δεν μπορεί να συναχθεί ότι η άνευ διακρίσεως επιβολή ενός τέλους καθαυτή αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαίρεση λόγω ιδιωτικής αντιγραφής για αναπαραγωγές σε οποιοδήποτε μέσο που πραγματοποιούνται από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση, υπό τον όρο ότι διασφαλίζεται η δίκαιη αποζημίωση των δικαιούχων.

31.      Ωστόσο, προκειμένου να είναι βέβαιο ότι επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων των εμπλεκόμενων μερών, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας, το Δικαστήριο διατύπωσε με τη νομολογία του ορισμένες επιφυλάξεις αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29. Οι συγκεκριμένες επιφυλάξεις είναι εν προκειμένω ιδιαιτέρως σημαντικές.

32.      Με την απόφαση Padawan, το Δικαστήριο έκρινε ότι η άνευ διακρίσεως επιβολή του τέλους ιδιωτικής αντιγραφής σε εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα ψηφιακής αναπαραγωγής που αγοράζονται για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 (10). Η διαπίστωση αυτή, κατά την άποψή μου, αποκλείει εξαρχής από τη σφαίρα εφαρμογής της εξαιρέσεως λόγω ιδιωτικής αντιγραφής τον εξοπλισμό, τις συσκευές και τα υποθέματα που προορίζονται για σκοπούς προδήλως επαγγελματικής χρήσεως.

33.      Με την απόφαση Copydan Båndkopi, το Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29. Έκρινε ότι τέλος ιδιωτικής αντιγραφής δεν μπορεί, καταρχήν, να επιβάλλεται νομίμως στην πώληση συσκευών και υποθεμάτων όταν μπορεί να αποδειχθεί ότι το υπόχρεο σε καταβολή δίκαιης αποζημιώσεως πρόσωπο διέθεσε τις συσκευές αυτές και τα συγκεκριμένα υποθέματα σε μη φυσικά πρόσωπα για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή (11). Κατά την άποψή μου, είναι σαφές ότι, βάσει της διαπιστώσεως αυτής, η άμεση διάθεση εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων εκ των προτέρων κατάλληλων για ιδιωτική αντιγραφή σε επαγγελματίες πελάτες και δημόσιους φορείς πρέπει να εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29 (12). Με άλλα λόγια, χρησιμοποιώντας την ορολογία του Δικαστηρίου, ο συγκεκριμένος εξοπλισμός πρέπει να απαλλάσσεται (εκ των προτέρων) από το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής.

34.      Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι στην Ιταλία δεν υπάρχει εκ του νόμου απαλλαγή για εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα που αγοράζονται από νομικά πρόσωπα για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή. Τουναντίον, η απόφαση για χορήγηση (ή μη) εκ των προτέρων απαλλαγών καταλείπεται στη διακριτική ευχέρεια της SIAE σύμφωνα με το άρθρο 71 sexies του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του τεχνικού παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση, διευκρινίστηκε περαιτέρω ότι όχι μόνο οι απαλλαγές που χορηγούνται από τη SIAE είναι λίγες και περιορισμένης εκτάσεως, αλλά και ότι συνοδεύονται επιπλέον από αυστηρούς όρους αναφορικά, μεταξύ άλλων, με τη συμμόρφωση της οντότητας που αποκτά τις σχετικές συσκευές και υποθέματα με έναν κώδικα δεοντολογίας. Με απλά λόγια, το ιταλικό σύστημα επιτρέπει στη SIAE να εξαιρεί υπόχρεους στην καταβολή του τέλους κατά το δοκούν.

35.      Ωστόσο, όπως έχει ήδη διευκρινισθεί, κατασκευαστές και εισαγωγείς πρέπει να απαλλάσσονται εκ των προτέρων από την καταβολή του εν λόγω τέλους όταν μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν διαθέσει συσκευές υποθέματα για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή (13). Κάτι τέτοιο ισχύει στην περίπτωση της απευθείας πωλήσεως από υπόχρεους στην καταβολή αποζημιώσεως προς επαγγελματίες πελάτες ή δημόσιους φορείς, ανεξαρτήτως του αν οι συγκεκριμένοι φορείς είναι καταχωρισμένοι στον οργανισμό διαχειρίσεως του συστήματος τελών (14).

36.       Σε κάθε περίπτωση, η εκ των προτέρων απαλλαγή δεν πρέπει να εξαρτάται από την επιτυχή έκβαση διαπραγματεύσεως και τη σύναψη συμφωνίας με τον οργανισμό διαχειρίσεως του συστήματος τελών. Προκειμένου το δικαίωμα σε εκ των προτέρων απαλλαγή να είναι αποτελεσματικό, πρέπει να εφαρμόζεται γενικώς και άνευ διακρίσεως σε κατασκευαστές και εισαγωγείς συσκευών και υποθεμάτων οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι οι επίμαχες συσκευές και τα εν λόγω υποθέματα έχουν διατεθεί σε μη φυσικά πρόσωπα για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή. Διαφορετικά, το ενδεχόμενο καταβολής υπερβάλλουσας αποζημιώσεως δύσκολα μπορεί να αποφευχθεί. Τούτο θα προσέκρουε στην ανάγκη να διατηρηθεί η δέουσα ισορροπία που περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας.

37.      Επ’ αυτού, φρονώ ότι οι κανόνες της ιταλικής νομοθεσίας σαφώς προσκρούουν στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29.

38.      Το αιτούν δικαστήριο έχει, πάντως, εντοπίσει επιπλέον προβλήματα με τους κανόνες της ιταλικής νομοθεσίας όσον αφορά την (έλλειψη μιας γενικώς εφαρμοστέας) εκ των προτέρων απαλλαγή(ς).

39.      Όπως παρατηρήθηκε ήδη, σύμφωνα με το ιταλικό σύστημα, ο καθορισμός των κριτηρίων για τη διασφάλιση (ενδεχόμενης) εκ των προτέρων απαλλαγής από την καταβολή του τέλους ιδιωτικής αντιγραφής επαφίεται στη σύναψη συμφωνιών (ή στη λεγόμενη «ελεύθερη διαπραγμάτευση»). Οι διαπραγματεύσεις λαμβάνουν χώρα μεταξύ των κατασκευαστών και εισαγωγέων του εξοπλισμού, των συσκευών και των υποθεμάτων που υπόκεινται στο τέλος (ή των ενώσεών τους), αφενός, και της SIAE, αφετέρου. Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον τούτο είναι συμβατό με την υποχρέωση καταβολής δίκαιης αποζημιώσεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την αρχή της δέουσας ισορροπίας που διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας.

40.      Καταρχάς, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κατά την εφαρμογή των εξαιρέσεων του άρθρου 5 της οδηγίας 2001/29 (15). Στο πλαίσιο της δίκαιης αποζημιώσεως, τούτο σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιφυλάσσουν —δίχως δικαιολογία— δυσμενή μεταχείριση σε διαφορετικές κατηγορίες κατασκευαστών και εισαγωγέων συγκρίσιμων συσκευών και υποθεμάτων που εμπίπτουν στην εξαίρεση λόγω ιδιωτικής αντιγραφής.

41.      Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στην υπό κρίση υπόθεση.

42.      Οι μετέχοντες στη διαδικασία διαφωνούν βεβαίως ως προς τον βαθμό διακριτικής ευχέρειας της SIAE κατά τη διαπραγμάτευση απαλλαγών από το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής. Παρά ταύτα, με επαρκή σαφήνεια διαφαίνεται από την αίτηση περί παραπομπής ότι τα κριτήρια και τα πρωτόκολλα εφαρμογής για απαλλαγή από το τέλος αποτελούν στην πραγματικότητα αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ της SIAE και των κατασκευαστών και εισαγωγέων των κρίσιμων συσκευών και υποθεμάτων (ή των ενώσεων που τους αντιπροσωπεύουν). Το γεγονός αυτό και μόνο θέτει υπό αμφισβήτηση τη συμβατότητα των κανόνων της ιταλικής νομοθεσίας με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Τούτο διότι το άρθρο 4 του τεχνικού παραρτήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως επιτρέπει στη SIAE να συμφωνεί απαλλαγές με μεμονωμένες οντότητες και ενώσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διασφαλιστεί ότι το δικαίωμα απαλλαγής από την καταβολή του εν λόγω τέλους εφαρμόζεται με συνέπεια, γενικώς και καθολικώς σε όλες τις περιπτώσεις όπου διατίθενται για επαγγελματική χρήση συσκευές και υποθέματα κατάλληλα για ιδιωτική αντιγραφή. Κατά την άποψή μου, η σύναψη ατομικών και αυτοτελών συμφωνιών θα επιφέρει, κατ’ ανάγκη, διαφορετική μεταχείριση κατασκευαστών και εισαγωγέων οι οποίοι, κατά τα λοιπά, βρίσκονται ενδεχομένως σε συγκρίσιμη κατάσταση.

43.      Τέλος, όσον αφορά την υποχρέωση δίκαιης αποζημιώσεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29, υπενθυμίζω εξ αρχής ότι η έννοια της «δίκαιης αποζημιώσεως» αποτελεί αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης. Μολονότι δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί το ακριβές νόημα του τι συνιστά δίκαιη αποζημίωση, η έννοια αυτή πρέπει εντούτοις να ερμηνεύεται κατά τρόπο ενιαίο σε όλα τα κράτη μέλη που αποφάσισαν να εισαγάγουν εξαίρεση ιδιωτικής αντιγραφής (16).

44.      Η έννοια της δίκαιης αποζημιώσεως βασίζεται στην ιδέα ότι η ιδιωτική αντιγραφή θεωρείται επιζήμια για τον κάτοχο δικαιωμάτων του δημιουργού και, προκειμένου να αντισταθμίζεται η ζημία αυτή, ο δικαιούχος πρέπει να λαμβάνει δίκαιη αποζημίωση (17). Έτσι, τεκμαίρεται ότι υπάρχει αναγκαίος συσχετισμός μεταξύ καταβαλλόμενης αποζημιώσεως και ζημίας, ή ενδεχόμενης ζημίας, που υφίσταται ο δικαιούχος λόγω ιδιωτικής αντιγραφής (18). Στην περίπτωση συσκευών και υποθεμάτων που διατίθενται σε καταναλωτές, γίνεται δεκτό ότι ο συσχετισμός αυτός είναι αρκούντως ισχυρός ώστε να δικαιολογεί την καταβολή αποζημιώσεως.

45.      Τέτοιος σύνδεσμος δεν υφίσταται οσάκις οι συσκευές και τα υποθέματα προορίζονται για σκοπούς προδήλως ξένους προς εκείνους της ιδιωτικής αντιγραφής. Πράγματι, όταν οι συσκευές και τα υπό εξέταση υποθέματα διατίθενται για επαγγελματική χρήση, δεν προκαλείται καμία ζημία (που να συνδέεται με ιδιωτική αντιγραφή). Μολονότι μπορεί να φαίνεται αντιφατικό, τούτο συμβαίνει επίσης οσάκις φυσικά πρόσωπα μπορούν να κάνουν χρήση εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων που διατίθενται προς επαγγελματίες πελάτες ή δημόσιους φορείς προκειμένου να κάνουν αντιγραφές για ιδιωτικούς σκοπούς.

46.      Όπως διευκρινίστηκε, η ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29 στην οποία έχει προβεί το Δικαστήριο εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής υποθέματα που αποκτώνται από επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι φυσικό πρόσωπο (ως εργαζόμενος) παράγει ιδιωτικά αντίγραφα με τέτοια υποθέματα δεν έχει καμία σημασία εν προκειμένω. Με δεδομένο ότι ο εξοπλισμός έχει αποκτηθεί για επαγγελματική χρήση, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε πλέον από το πεδίο της ιδιωτικής αντιγραφής. Με απλά λόγια, οι περιπτώσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως ιδιωτικής αντιγραφής. Αντιθέτως, καλύπτονται από τον γενικό κανόνα της αδειοδοτήσεως. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε αντιγραφή που γίνεται δίχως τούτο να επιτρέπεται ρητώς είναι παράνομη (19).

47.      Υπό το ιταλικό σύστημα, η δυνατότητα να επωφελούνται τα υπόχρεα σε αποζημίωση πρόσωπα εκ των προτέρων απαλλαγής εξαρτάται από τη συμφωνία ιδιωτικού δικαίου ακόμα και στην περίπτωση που μπορούν να αποδείξουν ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα που εξετάζονται προορίζονται για επαγγελματική χρήση. Δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να είναι συνεπές με την υποχρέωση δίκαιης αποζημιώσεως η οποία υπολογίζεται βάσει της ζημίας που υπέστη ο δικαιούχος. Πράγματι, με τον τρόπο αυτό, η αποζημίωση αποσυνδέεται από τη ζημία που υποθετικά προκλήθηκε από την ιδιωτική αντιγραφή. Με απλά λόγια, δεν πρόκειται πλέον για αντιγραφή η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως λόγω ιδιωτικής αντιγραφής.

48.      Βάσει των ανωτέρω, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29 αντιτίθεται σε σύστημα δίκαιης αποζημιώσεως υπό το οποίο τέλος ιδιωτικής αντιγραφής επιβάλλεται όταν εξοπλισμός, συσκευές και υποθέματα αγοράζονται για σκοπούς προδήλως ξένους προς εκείνους της ιδιωτικής αντιγραφής και η δυνατότητα απαλλαγής επαφίεται στη σύναψη συμφωνιών μεταξύ του οργανισμού διαχειρίσεως του συστήματος τελών και των υπόχρεων σε καταβολή αποζημιώσεως προσώπων.

49.      Τούτου λεχθέντος, υπάρχουν, παρά ταύτα, περιπτώσεις στις οποίες η επιβολή τέλους γίνεται άνευ διακρίσεως, ανεξαρτήτως του αν η τελική χρήση των υπό εξέταση συσκευών και υποθεμάτων είναι ιδιωτική ή επαγγελματική. Όπως θα καταδειχθεί περαιτέρω κατά την εξέταση του δεύτερου ερωτήματος, τούτο συμβαίνει, ωστόσο, μόνο όταν πρακτικές δυσκολίες αναφορικά με την ταυτοποίηση του τελικού χρήστη δικαιολογούν μια τέτοια προσέγγιση. Σε συστήματα στα οποία κατασκευαστές και εισαγωγείς είναι υπόχρεοι καταβολής αποζημιώσεως, μια πρόβλεψη για την εκ των υστέρων επιστροφή αποτελεί συστατικό εκ των ων ουκ άνευ ενός συστήματος δίκαιης αποζημιώσεως.

 Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα: η εκ των υστέρων επιστροφή του τέλους ιδιωτικής αντιγραφής

50.      Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά την εκ των υστέρων επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων τελών ιδιωτικής αντιγραφής. Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον το ιταλικό σύστημα δίκαιης αποζημιώσεως είναι συμβατό με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29, δεδομένου ότι —ομοίως προς την περίπτωση που περιγράφηκε ανωτέρω αναφορικά με την έλλειψη νομοθετικής προβλέψεως μιας εκ των προτέρων εξαιρέσεως— η εκ των υστέρων επιστροφή επαφίεται επίσης στη διακριτική ευχέρεια της SIAE, δίχως να υπάρχει σαφής νομοθετική ρύθμιση επ’ αυτού. Σύμφωνα με τις οδηγίες και τις κατευθυντήριες γραμμές του συγκεκριμένου οργανισμού, αίτημα επιστροφής τέλους —το οποίο έχει καταβληθεί αχρεωστήτως για εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα που αγοράζονται για επαγγελματική χρήση— μπορεί να υποβάλει μόνον ο τελικός χρήστης.

51.      Εκ προοιμίου, οφείλω να επισημάνω ότι κανένα τέλος δεν πρέπει, καταρχήν, να επιβάλλεται όταν η επαγγελματική χρήση του εκάστοτε εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων μπορεί να αποδεικνύεται εκ των προτέρων από το υπόχρεο σε καταβολή αποζημιώσεως πρόσωπο. Οι περιπτώσεις αυτές θα έπρεπε να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής μιας εκ των προτέρων εξαιρέσεως από την καταβολή του τέλους, όπως αναλύθηκε ανωτέρω.

52.      Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, σε ποιες περιπτώσεις πρέπει κράτος μέλος να προβλέπει σύστημα εκ των υστέρων επιστροφής;

1.      Οι προϋποθέσεις της άνευ διακρίσεως επιβολής τέλους ιδιωτικής αντιγραφής

53.      Όπως επισήμαναν η SIAE και η Ιταλική Κυβέρνηση, τα κράτη μέλη έχουν σημαντική εξουσία εκτιμήσεως κατά τον προσδιορισμό των λεπτομερειών ενός συστήματος επιβολής τέλους ιδιωτικής αντιγραφής σε εθνικό επίπεδο. Λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου περιθωρίου ευελιξίας, το Δικαστήριο έκανε δεκτό με την απόφαση Amazon.com International Sales κ.λπ. ότι τα κράτη μέλη δύνανται να έχουν ως σημείο αφετηρίας το μαχητό τεκμήριο ότι οι συσκευές και τα υποθέματα προορίζονται για ιδιωτική χρήση (20). Ένα τέτοιου είδους τεκμήριο, ωστόσο, είναι συμβατό με την οδηγία 2001/29 μόνον υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να συντρέχουν πρακτικές δυσχέρειες σχετικά με τον προσδιορισμό του αν η χρήση των επίμαχων υποθεμάτων είναι ιδιωτική ή επαγγελματική. Δεύτερον, ένα τέτοιο τεκμήριο γίνεται αποδεκτό μόνο σε σχέση με προϊόντα που διατίθενται σε φυσικά πρόσωπα (21).

54.      Εν προκειμένω, αξίζει να σημειωθεί ότι στις υποθέσεις που εκδικάστηκαν μέχρι τούδε από το Δικαστήριο, σημείο εκκινήσεως φαίνεται να είναι το γεγονός ότι το τέλος ιδιωτικής αντιγραφής επιβάλλεται όταν οι συσκευές και τα υποθέματα που υπόκεινται σε αυτό διατίθενται στο εμπόριο (22). Υπό το φως των διευκρινίσεων που παρείχαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση οι μετέχοντες στη διαδικασία, εκκινώ εν προκειμένω τον συλλογισμό μου από το ίδιο σημείο αφετηρίας.

55.      Πρακτικές δυσχέρειες μπορούν να δικαιολογούν την άνευ διακρίσεως επιβολή τέλους ιδιωτικής αντιγραφής όταν —όπως στην απόφαση Copydan Båndkopi— κατασκευαστές και εισαγωγείς υπόχρεοι για καταβολή του τέλους απασχολούν εμπόρους λιανικής πωλήσεως για να διανείμουν τα προϊόντα τους. Στις περιπτώσεις αυτές, τα υπόχρεα για καταβολή πρόσωπα δεν μπορούν να εντοπίζουν ευχερώς τον τελικό χρήση (23).

56.      Αντιθέτως, όταν πρόσωπο υπόχρεο για καταβολή αποζημιώσεως πωλεί τον εξοπλισμό, τις συσκευές και τα υποθέματά του απευθείας στους επαγγελματίες πελάτες (ή τους δημόσιους φορείς, όπως νοσοκομεία, για παράδειγμα) δίχως να μεσολαβούν ενδιάμεσοι, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνεται επίκληση πρακτικών δυσχερειών προκειμένου να δικαιολογείται η επέκταση της εφαρμογής του τέλους σε τέτοιες περιπτώσεις. Μολονότι η διατύπωση που χρησιμοποιείται στη νομολογία επιτρέπει ομολογουμένως διάφορες ερμηνείες, πρέπει εντούτοις να γίνει δεκτό ότι τέτοιου είδους υποθέσεις απλά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29.

57.      Για τον λόγο αυτό, κατά την αντίληψή μου, τέλος ιδιωτικής αντιγραφής επιβάλλεται άνευ διακρίσεως σε εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα κατάλληλα για ιδιωτική αντιγραφή στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως, ανεξαρτήτως του αν η τελική χρήση είναι επαγγελματική ή ιδιωτική. Στην περίπτωση αυτή, κατασκευαστές και εισαγωγείς είναι υπόχρεοι σε καταβολή αποζημιώσεως. Επομένως, πρέπει να ενεργοποιείται σύστημα εκ των υστέρων επιστροφής για τέλη που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως.

2.      Το περιεχόμενο του δικαιώματος επιστροφής και η αποτελεσματικότητά του

58.      Εκ πρώτης όψεως, είναι δυνατό να δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι τα κράτη μέλη μπορούν ελεύθερα να επιλέγουν να περιορίζουν το δικαίωμα για εκ των υστέρων επιστροφή μόνο στους τελικούς χρήστες. Ασφαλώς, το Δικαστήριο με την απόφαση Copydan Båndkopi έκρινε ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29 δεν απαγορεύει ένα σύστημα δίκαιης αποζημιώσεως στο πλαίσιο του οποίου μόνον οι τελικοί χρήστες μπορούν να ζητήσουν επιστροφή. Είναι κρίσιμο, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο διατύπωσε επ’ αυτού μια σημαντική επιφύλαξη. Παρατήρησε ότι ένα τέτοιο σύστημα είναι συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης υπό τον όρο ότι οι υπόχρεοι καταβολής του τέλους απαλλάσσονται από την καταβολή του εάν αποδεικνύουν ότι πωλούν τις επίμαχες συσκευές σε μη φυσικά πρόσωπα για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή (24). Πράγματι, η ανάγκη για μια τέτοια εκ των υστέρων απαλλαγή προκύπτει με σαφήνεια από την εκτίμηση του Δικαστηρίου στην απόφαση Amazon.com International Sales κ.λπ. ότι μια άνευ διακρίσεως επιβολή τέλους ιδιωτικής αντιγραφής δικαιολογείται μόνον όταν τα εξεταζόμενα αγαθά διατίθενται σε φυσικά πρόσωπα (25).

59.      Άλλως ειπείν, σύστημα δίκαιης αποζημιώσεως υπό το οποίο εκ των υστέρων επιστροφή μπορεί να ζητηθεί μόνον από τον τελικό χρήστη είναι συμβατό με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29 μόνο καθό μέτρο το σύστημα αυτό προβλέπει επίσης εκ των προτέρων απαλλαγή για εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα που αγοράζονται για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή (τουτέστιν, για επαγγελματική χρήση).

60.      Επομένως, το ιταλικό σύστημα εκ των υστέρων επιστροφής που περιορίζει το δικαίωμα αναζητήσεως επιστροφής στους τελικούς χρήστες μπορεί να είναι συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης, υπό τον όρο ότι στις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας προβλέπεται εκ των προτέρων απαλλαγή αναφορικά με την επαγγελματική χρήση.

61.      Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, στην Ιταλία δεν υφίσταται καμία γενικώς εφαρμοστέα εκ των προτέρων απαλλαγή για εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα που διατίθενται για επαγγελματική χρήση. Υπό τις περιστάσεις αυτές μια κατά προσέγγιση, μολονότι μη ικανοποιητική, ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των εμπλεκόμενων μερών φαίνεται επιτεύξιμη μόνο υπό τον όρο ότι οι υπόχρεοι καταβολής αποζημιώσεως μπορούν επίσης να αναζητούν την επιστροφή της.

62.      Όπως υπογράμμισε η Γαλλική Κυβέρνηση, είναι αληθές ότι η διεύρυνση ενός συστήματος επιστροφής με αυτόν τον τρόπο ενέχει τον κίνδυνο υπερβάλλουσας αποζημιώσεως προς την άλλη κατεύθυνση: αίτημα επιστροφής μπορεί να υποβληθεί από δύο πλευρές, τόσο από τον υπόχρεο πληρωμής όσο και από τον τελικό χρήστη. Ωστόσο, αφ’ ής στιγμής δεν υφίσταται μια γενικώς εφαρμοστέα εκ των προτέρων απαλλαγή για εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα που αγοράζονται για επαγγελματική χρήση, δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν άλλο τρόπο για συμβιβασμό των εμπλεκόμενων συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι ως αποτέλεσμα των μεταπωλήσεων οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς που είναι υπόχρεοι καταβολής δεν μπορούν στην πλειονότητα των περιπτώσεων να γνωρίζουν (ή μπορούν να το ανακαλύψουν μόνο με αρκετή δυσκολία) ποιος θα είναι ο τελικός χρήστης, η συγκεκριμένη λύση παραμένει μη ικανοποιητική.

63.      Παρενθετικά και εν συντομία, το θεωρητικό σημείο εκκινήσεως της νομολογίας του Δικαστηρίου είναι ότι οι υπόχρεοι στην καταβολή του τέλους ιδιωτικής αντιγραφής έχουν τη δυνατότητα να μετακυλίσουν το ποσό του τέλους στην τιμή πωλήσεως των επίμαχων συσκευών υποθεμάτων (26). Μολονότι αυτό μπορεί να είναι ακριβές όσον αφορά ορισμένους τύπους εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων, τούτο δεν συμβαίνει συστηματικά. Κατά πόσον η μετακύλιση του τέλους μεγιστοποιεί πράγματι το κέρδος αποτελεί συνάρτηση πολλών μεταβλητών οι οποίες διαφέρουν από αγορά σε αγορά. Ενδιαφέρον έχει ότι, σύμφωνα με μια μελέτη, είναι δυνατό να προσδιορισθεί μια πανευρωπαϊκή τιμή λιανικής πωλήσεως για διάφορες συσκευές, ανεξαρτήτως του καθεστώτος τελών που ισχύει (27). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν λαμβάνει κατ’ ανάγκη χώρα μετακύλιση και πιθανόν το τέλος απορροφάται όντως από τους υπόχρεους να καταβάλουν αποζημίωση. Συνεπώς, υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως (όπου δεν υφίσταται γενικώς εφαρμοστέα εκ των προτέρων απαλλαγή), ο περιορισμός του συστήματος εκ των υστέρων επιστροφής στους τελικούς χρήστες θα τιμωρούσε στην πραγματικότητα τους υπόχρεους σε καταβολή με περισσότερους από έναν τρόπους.

64.      Ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίστατο στην Ιταλία μια γενικώς εφαρμοστέα εκ των προτέρων απαλλαγή, θα διατηρούσα παρά ταύτα τις αμφιβολίες μου όσον αφορά τη συμβατότητα του ιταλικού συστήματος επιστροφής με το δίκαιο της Ένωσης.

65.      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε σύστημα επιστροφής πρέπει να είναι αποτελεσματικό. Στο πλαίσιο αυτό, το κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίζει, ειδικότερα, ότι δεν καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής η επιστροφή του καταβληθέντος τέλους το οποίο έχει καταβληθεί αχρεωστήτως (28). Κατά την εξέταση της αποτελεσματικότητας του συστήματος επιστροφής, παράγοντες όπως το περιεχόμενο, η διαθεσιμότητα, ο βαθμός στον οποίο είναι γνωστό και η απλότητα ασκήσεως του δικαιώματος επιστροφής είναι καθοριστικοί (29).

66.      Κατά την άποψη μου, και υπό τον όρο της επαληθεύσεως από το αιτούν δικαστήριο, ένα σύστημα επιστροφής, όπως αυτό το οποίο περιγράφεται στη διάταξη περί παραπομπής, δεν προσβλέπει στη δέουσα ισορροπία στην οποία σκοπεί η οδηγία 2001/29 για τέσσερις τουλάχιστον αλληλένδετους λόγους. Πρώτον, η εφαρμογή του συστήματος αυτού επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της SIAE δίχως σαφή νομοθετική πρόβλεψη που να προβλέπει αναλυτικά τους διέποντες την επιστροφή κανόνες. Όπως τονίζει η Altroconsumo, τούτο σαφώς περιορίζει τη διαθεσιμότητα και τον βαθμό στον οποίο το σύστημα είναι γνωστό όσον αφορά τη δυνατότητα αποκτήσεως επιστροφής. Δεύτερον, σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζει η SIAE, τα φυσικά πρόσωπα αποκλείονται από τη σφαίρα των προσώπων που έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν επιστροφή. Τούτο ισχύει ακόμη και όταν τα πρόσωπα αυτά μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν αποκτήσει τον επίμαχο εξοπλισμό, συσκευές ή υποθέματα για επαγγελματική χρήση. Δεν βλέπω κανένα λόγο για τον οποίο φυσικά πρόσωπα (όπως οι αυτοαπασχολούμενοι) δεν πρέπει να έχουν τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος επιστροφής όταν μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν αποκτήσει για επαγγελματικούς σκοπούς εξοπλισμό που υπάγεται σε τέλος ιδιωτικής αντιγραφής. Τρίτον, η επιστροφή ενός τέλους που καταβλήθηκε αχρεωστήτως προϋποθέτει ότι τα οικεία νομικά πρόσωπα εφαρμόζουν κάποιο κώδικα συμπεριφοράς αναφορικά με τη χρήση των επίμαχων συσκευών και υποθεμάτων, διενεργούν ειδικούς ελέγχους για την αποτελεσματική εφαρμογή του κώδικα αυτού και υποβάλλουν αίτημα επιστροφής εντός καθορισμένης προθεσμίας (90 ημέρες από την ημέρα εκδόσεως του τιμολογίου). Σαφώς, τέτοιου είδους πρόσθετες προϋποθέσεις για επιστροφή —οι οποίες ενδέχεται να μεταβληθούν υπό το πρίσμα της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται επ’ αυτού στη SIAE— θα αποθαρρύνουν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα από το να αναζητούν επιστροφή. Τέταρτον, και πιο γενικά, φαίνεται ιδιαιτέρως προβληματικό ότι η διαδικασία που οδηγεί στην επιστροφή βασίζεται σε σχετικές οδηγίες που έχει συντάξει η SIAE, τις οποίες μπορεί ελεύθερα να τροποποιεί.

67.      Επομένως, κατά την άποψή μου, το σύστημα επιστροφής που εφαρμόζεται στην Ιταλία δεν ανταποκρίνεται θεμελιωδώς στην απαίτηση της αποτελεσματικότητας, ιδίως όπως αυτή ερμηνεύεται στη νομολογία του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση που έχουν υπαχθεί σε τέλος εξοπλισμός, συσκευές ή υποθέματα που αποκτήθηκαν για επαγγελματική χρήση μέσω λιανικής αγοράς, πρέπει ο τελικός χρήστης να διαθέτει ουσιαστική δυνατότητα αποκτήσεως επιστροφής. Η δυνατότητα αυτή πρέπει να είναι πραγματική και γνήσια, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι η αποζημίωση που καταβλήθηκε δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο προς αντιστάθμιση της ζημίας που ενδεχομένως προκλήθηκε από την ιδιωτική αντιγραφή.

68.      Η συλλογιστική αυτή με οδηγεί να προτείνω ως απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ότι —υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, όπου δεν υφίσταται γενικώς εφαρμοστέα εκ των προτέρων απαλλαγή για εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα που αγοράζονται για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή— το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29 αντιτίθεται σε σύστημα δίκαιης αποζημιώσεως στο πλαίσιο του οποίου επιστροφή τέλους ιδιωτικής αντιγραφής που καταβλήθηκε αχρεωστήτως μπορεί να ζητηθεί μόνον από τον τελικό χρήστη.

IV – Πρόταση

69.      Κατόπιν των ανωτέρων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) ως εξής:

1)      Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, αντιτίθεται σε σύστημα δίκαιης αποζημιώσεως υπό το οποίο τέλος ιδιωτικής αντιγραφής επιβάλλεται επίσης όταν εξοπλισμός, συσκευές και υποθέματα αγοράζονται για σκοπούς προδήλως ξένους προς εκείνους της ιδιωτικής αντιγραφής και η δυνατότητα τυχόν απαλλαγής επαφίεται στη σύναψη συμφωνιών μεταξύ του οργανισμού διαχειρίσεως του συστήματος τελών και των υπόχρεων σε καταβολή αποζημιώσεως προσώπων.

2)      Υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, όπου δεν υφίσταται γενικώς εφαρμοστέα εκ των προτέρων απαλλαγή για εξοπλισμό, συσκευές και υποθέματα που αγοράζονται για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 52001/29 αντιτίθεται σε σύστημα δίκαιης αποζημιώσεως στο πλαίσιο του οποίου επιστροφή τέλους ιδιωτικής αντιγραφής που καταβλήθηκε αχρεωστήτως μπορεί να ζητηθεί μόνον από τον τελικό χρήστη.


1 —      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2 —      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10).


3 —      Νόμος 633 της 22ας Απριλίου 1941 σχετικά με την προστασία του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών με την άσκησή του δικαιωμάτων (GURI αριθ. 166 της 16ης Ιουλίου 1941), όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 68 της 9ης Απριλίου 2003 (GURI αριθ. 87 της 14ης Απριλίου 2003).


4 —      Για επισκόπηση των προβλημάτων και των προκλήσεων που προκύπτουν από τη θέσπιση ενός καθεστώτος δίκαιης αποζημιώσεως λόγω ιδιωτικής αντιγραφής, βλ. Latreille, A., «La copie privée dans la jurisprudence de la CJUE», Propriété intellectuelles, αριθ. 55, 2015.


5 —      Vitorino, A., «Recommendations resulting from mediation on private copying and reprography levies», Βρυξέλλες, 2013, σ. 7. Προσβάσιμες στον δικτυακό τόπο: http://ec.europa.eu/internal_market/copyright/docs/levy_reform/130131_levies vitorino-recommendations_en.pdf


6 —      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση EGEDA κ.λπ. (C‑470/14, EU:C:2016:24, ιδίως σημείο 44).


7 —      Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το ποσό της δίκαιης αποζημιώσεως υπολογίζεται κατά κανόνα βάσει της δυνατότητας αποθηκεύσεως της συσκευής ή του υποθέματος που χρησιμοποιείται. Συνεπώς, είναι κάπως παράδοξο το γεγονός ότι, ενώ η ιδιωτική αντιγραφή έχει μερικώς τουλάχιστον αντικατασταθεί από άλλες μορφές χρήσεως, όπως παρατήρησε η Επιτροπή κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η αποθηκευτική δυνατότητα των συσκευών και των υποθεμάτων που είναι κατάλληλα για μια τέτοιου είδους αντιγραφή έχει αυξηθεί με γεωμετρική πρόοδο κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας.


8 —      Για μια πρόταση για την ευθυγράμμιση της εξαιρέσεως λόγω ιδιωτικής αντιγραφής με την τρέχουσα τεχνολογική πραγματικότητα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, βλ. Vitorino, όπ.π., σ. 19 επ.


9 —      Βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2010, Padawan (C‑467/08, EU:C:2010:620, σκέψη 59), και της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ. (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 37). Συναφώς, βλ., επίσης, απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 44).


10 —      Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010 (C‑467/08, EU:C:2010:620, σκέψη 53).


11 —      Απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015 (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψεις 47 και 50). Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ. (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 28).


12 —      Αντιθέτως προς ό,τι υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η HP, το κρίσιμο κριτήριο για ex ante απαλλαγή πρέπει συνεπώς να είναι μάλλον η διάθεση εξοπλισμού σε επαγγελματίες πελάτες ή δημόσιους οργανισμούς, παρά το εάν ο συγκεκριμένος εξοπλισμός περιλαμβάνεται στην γκάμα των επαγγελματικών ή καταναλωτικών αγαθών ενός συγκεκριμένου κατασκευαστή, για παράδειγμα.


13 —      Απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


14 —      Απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 55).


15 —      Απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


16 —      Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, Padawan (C‑467/08, EU:C:2010:620, σκέψη 37).


17 —      Αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2010, Padawan (C‑467/08, EU:C:2010:620, σκέψη 40)· της 27ης Ιουνίου 2013, VG Wort κ.λπ. (C‑457/11 έως C‑460/11, EU:C:2013:426, σκέψεις 31, 49 και 75)· της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ. (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 47), και της 10ης Απριλίου 2014, ACI Adam κ.λπ. (C‑435/12, EU:C:2014:254, σκέψη 50).


18 —      Εξ όσων γνωρίζω, ο ακριβής νομικός χαρακτήρας του τέλους ιδιωτικής αντιγραφής παραμένει αδιευκρίνιστος. Όντως, μολονότι συνιστά απόκλιση από τον γενικό κανόνα της χορηγήσεως αδειών, ομοιάζει εντούτοις ως έναν βαθμό όχι μόνο με άδεια αλλά και με φόρο.


19 —      Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η SIAE επισήμανε ότι ένα διόλου αμελητέο μέρος εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων που αποκτάται από επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς χρησιμοποιείται τόσο για επαγγελματικούς όσο και για ιδιωτικούς σκοπούς (μικτή χρήση). Κατά την άποψή της, το γεγονός αυτό δικαιολογεί την επιβολή του τέλους όσον αφορά τον εξοπλισμό που αποκτάται από επαγγελματίες πελάτες και δημόσιους φορείς. Ωστόσο, για τους λόγους που μόλις εξηγήθηκαν, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί.


20 —      Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013 (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 43).


21 —      Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ. (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 45).


22 —      Βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2010, Padawan (C‑467/08, EU:C:2010:620, σκέψεις 15, 17 και 56)· της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ. (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψεις 26 και 39), και της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 50).


23 —      Απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψεις 42 και 46).


24 —      Απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 55).


25 —      Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ. (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 45).


26 —      Το τεκμήριο αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ. (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 27)· της 10ης Απριλίου 2-14, ACI Adam κ.λπ. (C‑435/12, EU:C:2014:254, σκέψη 52), και της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 53).


27 —      Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη μελέτη, το συμπέρασμα αυτό ίσχυε γενικώς πλην της Σκανδιναβίας, όπου, προφανώς ελλείψει επαρκούς ανταγωνισμού, οι καταναλωτές καλούνταν να πληρώσουν ακριβότερα. Βλ., Kretschmer, M., «Private Copying and Fair Compensation: An empirical study of copyright levies in Europe», Intellectual Property Office, 2011/9, σ. 57. Διατίθεται στον δικτυακό τόπο: http://ssrn.com/abstract=2063809.


28 —      Αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 48), και της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ. (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψεις 31 και 34).


29 —      Αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 2015, Copydan Båndkopi (C‑463/12, EU:C:2015:144, σκέψη 52), και της 11ης Ιουλίου 2013, Amazon.com International Sales κ.λπ. (C‑521/11, EU:C:2013:515, σκέψη 36).