Language of document : ECLI:EU:C:2016:366

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE

της 26ης Μαΐου 2016 (1)

Υπόθεση C‑230/15

Brite Strike Technologies Inc.

κατά

Brite Strike Technologies SA

[αίτηση του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση των αποφάσεων – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρο 71 – Δυνατότητα εφαρμογής συμβάσεως σχετικής με ειδικό θέμα – Σύμβαση Μπενελούξ περί διανοητικής ιδιοκτησίας – Σύμβαση που άρχισε να ισχύει μετά από αυτόν τον κανονισμό, αλλά που επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν προγενέστερες συνθήκες – Κανονισμός 44/2001 – Άρθρο 22, σημείο 4, – Διαφορά που αφορά σήμα Μπενελούξ – Διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων των τριών κρατών της Μπενελούξ ή ενός μόνον από αυτά – Κριτήρια που ενδεχομένως έχουν εφαρμογή για τον προσδιορισμό του»





I –    Εισαγωγή

1.        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες) αφορά την ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 4, και του άρθρου 71 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2), που συνήθως καλείται «κανονισμός Βρυξέλλες I».

2.        Η αίτηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του εν λόγω ολλανδικού δικαστηρίου, η οποία θέτει ένα πρόβλημα προσδιορισμού του δικαστηρίου που είναι κατά τόπον αρμόδιο να αποφανθεί επί αγωγής ασκηθείσας από αμερικανική εταιρία με σκοπό την ακύρωση σήματος Μπενελούξ το οποίο κατέχει μια λουξεμβουργιανή εταιρία.

3.        Με δεδομένο ότι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που αφορούν ειδικά τις διαφορές διασυνοριακού χαρακτήρα μεταξύ ιδιωτών ως προς το κύρος σήματος περιέχονται τόσο στο άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 όσο και στο άρθρο 4.6 της convention Benelux en matière de propriété intellectuelle (marques et dessins ou modèles) [Συμβάσεως Μπενελούξ περί διανοητικής ιδιοκτησίας (σήματα και σχέδια ή υποδείγματα)] της 25ης Φεβρουαρίου 2005 (3) (στο εξής: CBPI), το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τον τρόπο διαρθρώσεως των διατάξεων των δύο αυτών πράξεων σε περίπτωση παραλληλίας των πεδίων εφαρμογής τους από ουσιαστικής, τοπικής και χρονικής απόψεως.

4.        Δυνάμει του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001, η έναρξη ισχύος του δεν επηρέασε τη δυνατότητα εφαρμογής συμβάσεων που δεσμεύουν ήδη κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία σε ειδικά θέματα. Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος αν από αυτό το άρθρο προκύπτει ότι εν προκειμένω πρέπει να υπερισχύει η CBPI, δεδομένου ότι αυτή άρχισε να ισχύει μετά τον εν λόγω κανονισμό, αλλά επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν, ιδίως στο άρθρο 4.6, αυτής, το περιεχόμενο προηγούμενων συμβάσεων Μπενελούξ.

5.        Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διατάξεις του κανονισμού 44/2001 υπερισχύουν αυτών της CBPI, το αιτούν δικαστήριο του ζητεί τότε να καθορίσει αν από το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι τα δικαστήρια των τριών κρατών της Μπενελούξ έχουν εξ ίσου διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωση διαφοράς όπως αυτής της κύριας δίκης ή, αν αυτό δεν συμβαίνει, να διευκρινίσει ποια είναι τα κριτήρια που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό εκείνου από τα εν λόγω κράτη μέλη του οποίου τα δικαστήρια είναι τα μόνα αρμόδια, ενδεχομένως μέσω εφαρμογής του άρθρου 4.6 της CBPI σε αυτό το επίπεδο.

II – Το νομικό πλαίσιο

 Α –      Ο κανονισμός 44/2001

6.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού διατυπώνει τον γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσία, κατά τον οποίο, «[μ]ε την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους».

7.        Το άρθρο 22, σημείο 4, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 6 του κεφαλαίου II αυτού, επιγραφόμενο «Αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία», προβλέπει ότι «[α]ποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν σε θέματα καταχώρισης ή κύρους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, σχεδίων και προτύπων και άλλων ανάλογων δικαιωμάτων τα οποία επιδέχονται κατάθεση ή καταχώριση, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου η κατάθεση ή η καταχώριση ζητήθηκε, πραγματοποιήθηκε, ή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με κοινοτικό νομοθέτημα ή με διεθνή σύμβαση».

8.        Το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω σημείου 4 διευκρινίζει ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη της δικαιοδοσίας του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, σύμφωνα με τη σύμβαση χορηγήσεως ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, που υπογράφηκε στο Μόναχο στις 5 Οκτωβρίου 1973» (4), «τα δικαστήρια κάθε κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, σε θέματα καταχώρισης ή κύρους του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που χορηγείται για το κράτος αυτό» (5).

9.        Το άρθρο 71 του ίδιου κανονισμού, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο VII αυτού, επιγραφόμενο «Σχέσεις με άλλα κείμενα», ορίζει τα εξής:

«1.      Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες σε ειδικά θέματα ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων.

2.      Προς εξασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας της, το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται με τον ακόλουθο τρόπο:

α)      ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός δικαστηρίου κράτους μέλους, που είναι μέρος σύμβασης σχετικής με ειδικό θέμα, να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του σε μια τέτοια σύμβαση, ακόμα και αν ο εναγόμενος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους που δεν είναι μέρος της συγκεκριμένης σύμβασης. Το δικαστήριο εφαρμόζει σε κάθε περίπτωση το άρθρο 26 του παρόντος κανονισμού·

[…]» (6).

10.      Ο κανονισμός 44/2001 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 (7), που συνήθως καλείται «κανονισμός Βρυξέλλες Ι bis», ο οποίος όμως δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, ασκήθηκαν πριν από τις 10 Ιανουαρίου 2015 (8). Οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στο άρθρο 22, σημείο 4, και στο άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 έχουν επαναληφθεί στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στο άρθρο 24, σημείο 4, και στο άρθρο 71 του κανονισμού 1215/2012, με μερικές προσαρμογές που δεν επηρεάζουν το γενικό περιεχόμενο των πρώτων αυτών διατάξεων (9). Ο κανονισμός (ΕΕ) 542/2014 (10) τροποποίησε επί το ουσιαστικότερο τον τελευταίο αυτόν κανονισμό, προσθέτοντάς του τα άρθρα 71 α έως 71 δ, προκειμένου να ρυθμισθούν οι σχέσεις που υφίστανται (11) μεταξύ αυτού και τόσο της Συμφωνίας για το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (12) όσο και της Συνθήκης σχετικά με το Δικαστήριο της Μπενελούξ (13).

 Β –      Η CBI

11.      Σύμφωνα με το άρθρο της 5.2, η CBI κατήργησε από την 1η Σεπτεμβρίου 2006, αφενός, την convention Benelux en matière de marques de produits [Σύμβαση Μπενελούξ περί σημάτων προϊόντων] που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 19 Μαρτίου 1962 (14), παράρτημα της οποίας αποτελούσε ο loi uniforme Benelux sur les marques [ενιαίος νόμος Μπενελούξ περί σημάτων] (15), και, αφετέρου, την convention Benelux en matière de dessins ou modèles [Σύμβαση Μπενελούξ περί σχεδίων ή υποδειγμάτων] που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 25 Οκτωβρίου 1966 (16), παράρτημα της οποίας αποτελούσε ο loi uniforme Benelux en matière de dessins ou modèles [ενιαίος νόμος Μπενελούξ περί σχεδίων και υποδειγμάτων] (17).

12.      Κατά το προοίμιό της, η CBPI σκοπό έχει, μεταξύ άλλων:

–        να «αντικαταστήσει τις συμβάσεις, τους ενιαίους νόμους και τα τροποποιητικά πρωτόκολλα περί σημάτων και σχεδίων ή υποδειγμάτων Μπενελούξ με μία μόνο σύμβαση, που θα διέπει συγχρόνως το δίκαιο των σημάτων και το δίκαιο των σχεδίων ή υποδειγμάτων με συστηματικό και διαφανή τρόπο,»

–        να «προβλέψει διαδικασίες ταχείες και αποτελεσματικές […] για την προσαρμογή της ρυθμίσεως Μπενελούξ προς την κοινοτική ρύθμιση και τις διεθνείς συνθήκες που έχουν ήδη κυρωθεί από τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη,» και

–        να «αντικαταστήσει το Bureau Benelux des Marques [Γραφείο Σημάτων της Μπενελούξ] και το Bureau Benelux des Dessins ou Modèles [Γραφείο Σχεδίων και Υποδειγμάτων της Μπενελούξ] με τον Organisation Benelux de la Propriété intellectuelle (marques, dessins ou modèles) [Οργανισμό Μπενελούξ διανοητικής ιδιοκτησίας (σήματα, σχέδια ή υποδείγματα)] που θα εκτελεί την αποστολή του μέσω οργάνων αποφασιστικής και εκτελεστικής αρμοδιότητας με ίδιες αυτοτελείς και συμπληρωματικές αρμοδιότητες» (18).

13.      Επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν το άρθρο 37 του LBM (19) και το άρθρο 29 του LBDM (20), το άρθρο 4.6 της CBPI, επιγραφόμενο «Κατά τόπον αρμοδιότητα», ορίζει, ως προς τις ένδικες διαφορές μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων, τα εξής (21):

«1.      Με την επιφύλαξη ρητής αναγνωρίσεως διεθνούς δικαιοδοσίας με σύμβαση, η κατά τόπον διεθνής δικαιοδοσία σχετικά με σήματα ή σχέδια ή υποδείγματα καθορίζεται από τον τόπο κατοικίας του εναγόμενου ή από τον τόπο όπου η επίμαχη υποχρέωση γεννήθηκε, εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί. Ο τόπος της καταθέσεως ή της καταχωρίσεως σήματος ή σχεδίου ή υποδείγματος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνος του βάση για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας.

2.      Όταν τα κριτήρια που ορίζονται ανωτέρω είναι ανεπαρκή για τον καθορισμό της κατά τόπον αρμοδιότητας, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του ή της διαμονής του ή, εάν δεν έχει κατοικία ή διαμονή στο έδαφος της Μπενελούξ, ενώπιον του δικαστηρίου της επιλογής του, είτε στις Βρυξέλλες είτε στη Χάγη είτε στο Λουξεμβούργο.

3.      Τα δικαστήρια εφαρμόζουν αυτεπαγγέλτως τους κανόνες των παραγράφων 1 και 2 και διαπιστώνουν ρητώς τη διεθνή δικαιοδοσία τους.

[…]»

III – Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

14.      Στις 4 Φεβρουαρίου 2010 η Brite Strike Technologies SA, η έδρα της οποίας είναι στο Λουξεμβούργο (Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου), κατέθεσε το λεκτικό σημείο «Brite Strike» για να καταχωρισθεί ως σήμα Μπενελούξ από το OBPI, που εδρεύει στη Χάγη.

15.      Στις 21 Σεπτεμβρίου 2012 η Brite Strike Technologies Inc., εταιρία αμερικανικού δικαίου της οποίας τα προϊόντα διετίθεντο στο εμπόριο, μεταξύ άλλων, από τη Brite Strike Technologies SA, άσκησε αγωγή κατ’ αυτής ενώπιον του rechtbank Den Haag για να επιτύχει την ακύρωση του εν λόγω σήματος, επί τη βάσει των άρθρων 2.4 (22) και 2.28 (23) της CBPI, προβάλλοντας ότι η εναγομένη προέβη στην καταχώρισή του κακοπίστως και προσβάλλοντας τα δικαιώματά της ως πρώτου γνωστού χρήστη του σχετικού σημείου στο έδαφος της Μπενελούξ.

16.      Η Brite Strike Technologies SA προέβαλε ένσταση κατά τόπον αναρμοδιότητας, υποστηρίζοντας ότι η αγωγή έπρεπε να ασκηθεί στο Λουξεμβούργο, όπου βρίσκεται η δική της εγκατάσταση, εφόσον είναι η εναγομένη, και όχι στη Χάγη, όπου πραγματοποιήθηκε η καταχώριση του επίμαχου σήματος.

17.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, για να εκδοθεί απόφαση επί του παρεμπίπτοντος αυτού ζητήματος, πρέπει να καθορισθεί αν ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνεται στο άρθρο 4.6 της CBPI, από τον οποίο απορρέει ότι το ίδιο στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας για να κρίνει αυτή τη διαφορά (24), υπερισχύει του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνεται στο άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001, ο οποίος θα του παρείχε αντιθέτως τη δυνατότητα να δεχθεί ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία.

18.      Συναφώς, το rechtbank Den Haag παραθέτει απόφαση του Gerechtshof Den Haag (εφετείου Χάγης) της 26ης Νοεμβρίου 2013 (25), με την οποία το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τον κανονισμό 44/2001 υπερισχύουν αυτών που περιέχονται στη CBPI, με το σκεπτικό ότι «μολονότι στην ουσία αποτελεί συνέχεια των προηγούμενων ρυθμίσεων της Μπενελούξ και μολονότι οι σχετικές ρυθμίσεις διεθνούς δικαιοδοσίας είναι πανομοιότυπες», η σύμβαση αυτή φέρει «ημερομηνία μεταγενέστερη της ενάρξεως ισχύος του [εν λόγω] κανονισμού», «οπότε το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική ρύθμιση κατά την έννοια του άρθρου 71 [αυτού]» (26).

19.      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι υφίστανται εντούτοις αβεβαιότητες ως προς την αληθή έννοια του εν λόγω άρθρου 71, καθώς και ως προς τον τρόπο με τον οποίο το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 θα πρέπει, ενδεχομένως, να εφαρμοσθεί στο πλαίσιο διαφοράς όπως αυτής της κύριας δίκης, που αφορά το κύρος σήματος Μπενελούξ.

20.      Σε αυτή την αλληλουχία, με απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Μαΐου 2015, το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει η Σύμβαση Μπενελούξ περί διανοητικής ιδιοκτησίας (για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 28 έως 34 της αποφάσεως του Gerechtshof Den Haag της 26ης Νοεμβρίου 2013 ή για άλλους λόγους) να θεωρηθεί μεταγενέστερη σύμβαση, οπότε το άρθρο της 4.6 δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική ρύθμιση κατά την έννοια του άρθρου 71 του κανονισμού [44/2001];

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:

2)      Προκύπτει από το άρθρο 22, παράγραφος 4, του κανονισμού [44/2001] ότι τόσο τα βελγικά δικαστήρια όσο και τα ολλανδικά και τα λουξεμβουργιανά έχουν διεθνή δικαιοδοσία όσον αφορά τη συγκεκριμένη διαφορά;

3)      Αν αυτό δεν συμβαίνει, κατά ποιον τρόπο πρέπει, σε μια υπόθεση όπως η παρούσα, να προσδιοριστεί αν τα βελγικά δικαστήρια, ή άλλως τα ολλανδικά ή τα λουξεμβουργιανά, έχουν διεθνή δικαιοδοσία; Προκειμένου κατά τα ανωτέρω να καθοριστεί (ακριβέστερα) η διεθνής δικαιοδοσία, είναι δυνατό να εφαρμοστεί (παρά ταύτα) το άρθρο 4.6 της Συμβάσεως Μπενελούξ περί διανοητικής ιδιοκτησίας;»

21.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσε μόνον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

IV – Ανάλυση

 Α–     Επί της ερμηνείας του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001

1.      Επί του αντικειμένου του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

22.      Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο κατά βάση να καθορίσει με ποιον τρόπο διαρθρώνονται οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο άρθρο 4.6 της CBPI με εκείνους που διατυπώνονται στον κανονισμό 44/2001 υπό το πρίσμα του άρθρου 71 αυτού, όταν προκύπτει ότι τα πεδία εφαρμογής των δύο αυτών κειμένων, που δεν αλληλεπικαλύπτονται πλήρως, συμπίπτουν τόσο από εδαφικής όσο και από χρονικής και ουσιαστικής απόψεως.

23.      Με δεδομένο ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά το κύρος σήματος Μπενελούξ, το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 εμφανίζεται ως η διάταξη προς την εφαρμογή της οποίας κλίνει ειδικότερα εν προκειμένω το αιτούν δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει τη διεθνή δικαιοδοσία του, με την παρατήρηση πάντως ότι τα δικαστήρια διαφορετικού κράτους μέλους θα μπορούσαν να έχουν διεθνή δικαιοδοσία αν αντιθέτως εφαρμοζόταν το άρθρο 4.6 της CBPI. Παρά ταύτα, διατύπωσε το πρώτο του ερώτημα κατά τρόπον ώστε αυτό να περιλαμβάνει το σύνολο των διατάξεων του κανονισμού 44/2001. Θεωρώ επίσης ότι τα προβλήματα της αλληλεπιδράσεως μεταξύ των δύο αυτών διεθνών πράξεων δεν τίθενται μόνον υπό το πρίσμα του εν λόγω άρθρο 22, σημείο 4. Πράγματι, είναι δυνατόν, σε διαφορετικές περιπτώσεις, άλλοι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας, που διατυπώνονται με αυτόν τον κανονισμό, να εφαρμόζονται παράλληλα με αυτούς του άρθρου 4.6 της CBPI στην περίπτωση νομικού προβλήματος σχετικού με την προστασία των σημάτων, σχεδίων ή προτύπων (27). Θα πρέπει επομένως να μην αγνοηθεί αυτό το ενδεχόμενο κατά την εξέταση του πρώτου ερωτήματος που υποβάλλεται στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως και να δοθεί σε αυτό απάντηση που να μπορεί να ισχύει για όλες γενικώς τις περιπτώσεις.

24.      Το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 έχει ως σκοπό τη συνέχιση της εφαρμογής των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχονται σε συμβάσεις συναφθείσες μεταξύ των κρατών μελών ή με τρίτα κράτη, οι οποίες έχουν σχέση με «ειδικά θέματα» (28). Το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της CBPI έχει όμως ειδικό χαρακτήρα σε σχέση με αυτό του εν λόγω κανονισμού. Διευκρινίζω σχετικώς ότι, σε αντίθεση με αυτό που θα μπορούσε να συναχθεί από τη μνεία της CBPI χωρίς τον τίτλο της, το περιεχόμενό της δεν εκτείνεται στο σύνολο των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, αλλά περιορίζεται στα «σήματα, σχέδια ή πρότυπα» (29). Ο κανονισμός 44/2001, εξάλλου, ιδίως το άρθρο 22, σημείο 4, αυτού, καλύπτει ένα ευρύτερο φάσμα τίτλων πνευματικής ιδιοκτησίας (30). Επομένως, από την επιφύλαξη που διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο 71 θα πρέπει κανονικά να συνάγεται ότι σε σχέση με την διαφορά της κύριας δίκης εφαρμογή έχουν οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνονται στο άρθρο 4.6 της CBPI και όχι ο κανόνας που διατυπώνεται στο άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού αυτού.

25.      Εντούτοις, το Δικαστήριο ερμήνευσε το κείμενο του εν λόγω άρθρου 71 υπό την έννοια ότι «οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας […] που προβλέπουν οι ειδικές Συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη ήταν ήδη συμβαλλόμενα μέρη κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του κανονισμού αυτού έχουν, καταρχήν, ως αποτέλεσμα να αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού αυτού που αφορούν το ίδιο ζήτημα», όταν η διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής μιας τέτοιας συμβάσεως (31). Στήριξε τη συσταλτική αυτή ερμηνεία στη διαπίστωση ότι, σε αντίθεση με το εν λόγω άρθρο 71, που χρησιμοποιεί τους όρους «είναι μέρη», το άρθρο 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, από το οποίο προέρχεται το εν λόγω άρθρο, χρησιμοποιούσε τη διατύπωση «είναι ή θα γίνουν μέρη» και διευκρινίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η σύμβαση αυτή, σε αντίθεση με τον κανονισμό 44/2001, δεν απέκλειε την εφαρμογή άλλων κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας τους οποίους θα μπορούσαν να υιοθετήσουν τα συμβαλλόμενα κράτη, ακόμη και στο μέλλον, με τη σύναψη ειδικών συμβάσεων (32).

26.      Το rechtbank Den Haag ερωτά το Δικαστήριο ως προς τον τρόπο με τον οποίο ενδείκνυται να εφαρμοσθούν εν προκειμένω αυτές οι διαρθρωτικές αρχές, δεδομένου ότι η CBPI συνήφθη μεν μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 44/2001 (33), είχε όμως ως σκοπό τη συγχώνευση δύο Συμβάσεων Μπενελούξ, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από αυτή την ημερομηνία (34). Με άλλα λόγια, ερωτά αν η CBPI μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση «μεταγενέστερη» αυτού του κανονισμού, πράγμα από το οποίο θα απέρρεε, όπως εκτίμησε το Gerechtshof Den Haag σε μια άλλη υπόθεση (35), ότι εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης θα πρέπει να έχουν οι διατάξεις αυτού του νομοθετήματος και όχι εκείνες της Συμβάσεως.

27.      Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι, λόγω της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της, η CBPI δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione temporis της επιφυλάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 και ότι, επομένως, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχονται στο άρθρο 4.6 της ως άνω Συμβάσεως δεν μπορούν να υπερισχύουν αυτών του εν λόγω κανονισμού. Προσωπικώς, εκτιμώ ότι, καίτοι η CBPI είναι τυπικά μεταγενέστερη του κανονισμού 44/2001, οι ειδικοί κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχει είναι από ουσιαστικής απόψεως προγενέστεροι εκείνων που διατυπώνονται με τον εν λόγω κανονισμό και πρέπει επομένως να υπερισχύουν αυτών, για τους ακόλουθους λόγους.

2.      Επί της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001 υπό το πρίσμα των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στη CBPI

 α)     Επί του περιεχομένου της αρχής της υπεροχής των προγενέστερων ειδικών συμβάσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001

28.      Η αιτιολογική σκέψη 25 του κανονισμού 44/2001 μνημονεύει ότι η προσδιδόμενη, με το άρθρο 71 αυτού, υπεροχή στις συμβάσεις ειδικού χαρακτήρα δικαιολογείται από την «τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων που έχουν προσυπογράψει τα κράτη μέλη». Όπως τονίζει η Επιτροπή, η μέριμνα που εκφράζεται με αυτή την αιτιολογική σκέψη παραπέμπει κυρίως στις συναφθείσες με τρίτες χώρες συμφωνίες (36). Δεν αμφισβητείται πάντως ότι η επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 71 καλύπτει επίσης τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί αποκλειστικά μεταξύ των κρατών μελών, όπως είναι η περίπτωση των συμβάσεων Μπενελούξ.

29.      Συναφώς, υπογραμμίζω ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους κανονισμούς, επίσης σχετικούς με τη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις, ο κανονισμός 44/2001 δεν περιέχει διάταξη κατά την οποία αυτός, «μεταξύ κρατών μελών, […] υπερισχύει των συμβάσεων που έχουν συναφθεί αποκλειστικά μεταξύ δύο ή περισσότερων εξ αυτών στο μέτρο που οι εν λόγω συμβάσεις διέπουν θέματα τα οποία ρυθμίζονται με [αυτόν] τον […] κανονισμό» (37), διατύπωση που οδηγεί στον αποκλεισμό των συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών –σε αντίθεση με αυτές που έχουν συναφθεί με τρίτα κράτη– έστω και αν αυτές είναι και προγενέστερες σε σχέση με τον σχετικό κανονισμό.

30.      Η ιδιαιτερότητα αυτή του κανονισμού 44/2001 είναι κατά μείζονα λόγο σημαντική καθόσον αυτός αποτέλεσε το αντικείμενο πλήρους αναδιατυπώσεως το 2012 και, παρά τις πρακτικές δυσκολίες που ανεφάνησαν όσον αφορά το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου 71 (38), ο νομοθέτης της Ένωσης δεν τροποποίησε το περιεχόμενό του (39). Το άρθρο 71 του κανονισμού 1215/2012, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 44/2001, συμπληρώθηκε μεν σε σημαντικό βαθμό με τον κανονισμό 542/2014 (40), χωρίς όμως να συρρικνωθεί η αρχή κατά την οποία οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τις συμβάσεις ειδικού χαρακτήρα, ακόμη και συναφθείσες αποκλειστικά μεταξύ κρατών μελών, παρέχουν τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από αυτούς που διατυπώνονται, εφεξής, στον κανονισμό 1215/2012.

31.      Ο δεύτερος σκοπός του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001, ο οποίος, κατ’ εμέ, θα πρέπει να έχει πρωτεύουσα θέση στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, είναι να ληφθεί δεόντως υπόψη το γεγονός ότι οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται από ειδικές συμβάσεις θεσπίσθηκαν, σε συνάρτηση με τις ιδιαιτερότητες των ζητημάτων που αφορούν και ότι οι κανόνες αυτοί πρέπει επομένως να εξακολουθήσουν να ισχύουν (41). Αυτό αφορά ειδικότερα τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που είναι προσαρμοσμένοι στη διανοητική ιδιοκτησία οι οποίοι περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις και τους οποίους οι συντάκτες του κανονισμού αυτού δεν είχαν την πρόθεση να αποκλείσουν (42).

32.      Από τα ανωτέρω συνάγω ότι η κεντρική ιδέα στην οποία στηρίχθηκε η θέσπιση του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001 ήταν να συνεχιστεί η εφαρμογή κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις ειδικού χαρακτήρα οι οποίες έχουν συναφθεί από κράτη μέλη πριν από την έναρξη ισχύος του, στον βαθμό που το περιεχόμενο αυτών των κανόνων είναι πιο προσαρμοσμένο στο σχετικό ζήτημα, τούτο δε σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, καθόσον αυτοί είναι σύμφωνοι προς τις αρχές που διέπουν τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εντός της Ένωσης (43). Εκτιμώ ότι πρέπει να ακολουθηθεί η ευνοϊκή αυτή προσέγγιση, ειδικότερα, έναντι του άρθρου 4.6 της CBPI, λαμβανομένης υπόψη της ουσίας του.

 β)     Επί της επαναλήψεως στη CBPI κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχονται σε ειδικές συμβάσεις προγενέστερες της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 44/2001

33.      Τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η Επιτροπή εκθέτουν ότι η CBPI έχει αντικαταστήσει τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύ στα τρία κράτη μέλη τα οποία αποτελούν την ένωση Μπενελούξ από το 1971 ως προς τα σήματα και από το 1975 ως προς τα σχέδια και πρότυπα, χωρίς να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις σε επίπεδο περιεχομένου. Ειδικότερα, το άρθρο 4.6 της CBPI, που είναι η μόνη κρίσιμη διάταξη στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως (44), επαναλαμβάνει κατά λέξη τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχονταν σε αυτές τις προγενέστερες διεθνείς πράξεις, επιφέροντας απλώς την από απόψεως ορολογίας προσαρμογή που είχε καταστεί αναγκαία από το γεγονός ότι το νέο αυτό κείμενο αφορά συγχρόνως τα σήματα και τα σχέδια ή πρότυπα (45).

34.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στερείται πάντως σημασίας, για να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το ότι οι διατάξεις της CBPI είναι πράγματι ανάλογες προς αυτές των συμβάσεων Μπενελούξ, τις οποίες υποκατέστησε. Έχω, αντιθέτως, τη γνώμη ότι είναι ουσιώδες να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, θεσπίζοντας το εν λόγω άρθρο 4.6, τα τρία κράτη μέρη της CBPI διατήρησαν απλώς το περιεχόμενο ειδικών διατάξεων που ήταν ήδη εφαρμοστέες πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 44/2001, χωρίς ουδόλως να αλλοιώσουν την ουσία.

35.      Εφόσον ένας από τους σκοπούς του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001 είναι να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή κανόνων πλέον προσαρμοσμένων στον ειδικό χαρακτήρα του σχετικού θέματος (46), νομίζω ότι αυτό δικαιολογεί να υπερισχύουν οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που επαναλαμβάνονται στο άρθρο 4.6 της CBPI εκείνων που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό. Όπως αναγνωρίζει και η Επιτροπή, η CBPI αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία ειδικών κανόνων που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιομορφίες των σημάτων Μπενελούξ, ήτοι ενός ενιαίου σήματος, η αρμοδιότητα διαχειρίσεως του οποίου ούτε κατανέμεται μεταξύ των οικείων κρατών μελών ούτε συνδέεται ιδιαιτέρως με ένα από αυτά τα κράτη. Όντως, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 4.6 της CBPI είναι, κατ’ εμέ, καλύτερα προσαρμοσμένοι στην εκδίκαση υποθέσεως που αφορά διαφορά με αντικείμενο σήμα Μπενελούξ έναντι των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στον κανονισμό 44/2001.

36.      Αυτό συμβαίνει, ιδίως, με τον κανόνα που διατυπώνεται στο άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού αυτού, το οποίο, διαφορετικά από ό,τι το άρθρο 4.6 της CBPI, δεν προβλέφθηκε για διαφορές όπως αυτή της κύριας δίκης. Θα επανέλθω αργότερα επί των ορίων μιας ενδεχόμενης εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 22, σημείο 4, στην παρούσα διαφορά, πρέπει όμως ήδη από τώρα να μνημονεύσω τους κύριους λόγους αυτής της αρνητικής διαπιστώσεως. Συναφώς, υπογραμμίζω, αφενός, ότι το κείμενο της διατάξεως αυτής δεν καθιστά δυνατό να εξακριβωθεί άμεσα ποιο είναι το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία για τη λύση διαφοράς αυτού του είδους (47), ενώ το άρθρο 4.6 της CBPI διατυπώνει μια σειρά πιο συγκεκριμένων κριτηρίων διεθνούς δικαιοδοσίας (48). Αφετέρου, το τελευταίο αυτό άρθρο αποκλείει –σε αντίθεση με το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001– το να χρησιμεύει αφεαυτού ο τόπος καταθέσεως ή καταχωρίσεως ενός σήματος ως παράγων διεθνούς δικαιοδοσίας, προκειμένου να αποφεύγεται η συγκέντρωση της διεθνούς δικαιοδοσίας σε ένα από τα κράτη της Μπενελούξ (49). Τέλος, τονίζω ότι ο ίδιος ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε πρόνοια να θεσπίσει κανόνες που παρεκκλίνουν από τον κανονισμό 44/2001 όταν τίτλοι διανοητικής ιδιοκτησίας αυτής της φύσεως, που έχουν ενιαία αποτελέσματα σε πολλά κράτη μέλη, προβάλλονται σε επίπεδο Ένωσης (50).

37.      Εξάλλου, θεωρώ ότι η εφαρμογή εν προκειμένω των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο άρθρο 4.6 της CBPI ουδόλως θα έθιγε, κάθε άλλο μάλιστα, τις ουσιώδεις αρχές που αποτελούν το υπόβαθρο της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, για την τήρηση της οποίας μεριμνά το Δικαστήριο στην περίπτωση εφαρμογής σε αυτόν τον τομέα κανόνων που περιέχονται σε διεθνείς συμβάσεις ειδικού χαρακτήρα (51). Λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών τους, ιδίως καθόσον προσδιορίζουν το δικαστήριο που είναι το πλέον κατάλληλο να αποφασίσει επί αγωγής αφορώσας το κύρος ενός σήματος Μπενελούξ, και μάλιστα ακριβέστερα και με τρόπο πιο εξισορροπημένο σε σχέση με τη δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 (52), οι κανόνες που διατυπώνονται στο άρθρο 4.6 της CBPI ανταποκρίνονται, κατ’ εμέ, σε εκείνες από τις αρχές που είναι ουσιώδεις για τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας (53).

38.      Επιπλέον δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι αν το Δικαστήριο αποφάσιζε ότι το άρθρο 4.6 της CBPI πρέπει να υπερισχύει των παράλληλων διατάξεων του κανονισμού 44/2001, αυτό θα αντέφασκε προς τον κανόνα που διατυπώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και διευκρινίζεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά τον οποίο τα κράτη μέλη δεν είναι πλέον ελεύθερα να συνάψουν μεταξύ τους συμβάσεις που θα μπορούσαν «να επηρεάσ[ουν] κοινούς κανόνες», όπως αυτούς που προβλέπονται στον κανονισμό 44/2001, «ή να μεταβάλ[ουν] την εμβέλειά τους», διότι η αρμοδιότητα της Ένωσης είναι αποκλειστική σε αυτόν το τομέα (54). Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο τόνισε επίσης, όσον αφορά σύμβαση συναφθείσα με τρίτα κράτη, χωρίς όμως να περιορισθεί ρητώς σε αυτή την περίπτωση, ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού «δεν παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εισάγουν, με τη σύναψη νέων ειδικών συμβάσεων ή την τροποποίηση ήδη ισχυουσών συμβάσεων, κανόνες οι οποίοι θα υπερίσχυαν των κανόνων του κανονισμού 44/2001» (55).

39.      Εκτιμώ πάντως ότι, εφόσον οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνονται στο άρθρο 4.6 της CBPI περιορίζονται στην επανάληψη των διατάξεων της CBM και της CBDM, που προϋφίσταντο της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 44/2001, με συγχώνευση των δύο αυτών κειμένων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η σύναψη της CBPI είναι ικανή να επηρεάσει τις διατάξεις του κανονισμού αυτού ή να αλλοιώσει το περιεχόμενό τους, ούτε ότι η CBPI συνιστά «νέα ειδική σύμβαση» ή σύμβαση που επιφέρει «τροποποίηση ήδη ισχυουσών συμβάσεων», κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας.

40.      Σε αυτήν την ιδιαίτερη αλληλουχία, όπου δύο προγενέστερες του κανονισμού 44/2001 συμβάσεις Μπενελούξ αποτέλεσαν απλώς το αντικείμενο αναδιατυπώσεως στο πλαίσιο μιας άλλης συμβάσεως Μπενελούξ που υπογράφηκε και κυρώθηκε μετά από αυτόν τον κανονισμό, η αρχή της υπεροχής των ειδικών συμβάσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 71 αυτού πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να υπερισχύσει των εκτιμήσεων που τείνουν να δίδουν προτεραιότητα στον τύπο σε σχέση με την ουσία. Η άποψη που υποστηρίζεται από την Επιτροπή θα είχε ως αμφισβητήσιμο αποτέλεσμα να εμποδίζονται τα κράτη μέλη να προβαίνουν σε μεταβολές απλώς φραστικές ή αμιγώς τυπικές, οι οποίες, κατ’ εμέ, πρέπει να διακρίνονται από τροποποιήσεις ουσιαστικής φύσεως που απαγορεύονται από την προπαρατεθείσα νομολογία.

41.      Η ερμηνεία του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001 που προκρίνω, όχι τυπολατρικού χαρακτήρα, επιρρωννύεται, κατ’ εμέ, από γενικότερες σκέψεις, που συνάγονται από το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Πράγματι, από το άρθρο 350 ΣΛΕΕ (56) προκύπτει ότι οι ειδικές περιφερειακές συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιο της Μπενελούξ πρέπει να εξακολουθούν να ισχύουν, καθόσον καθιστούν ευχερέστερη την επίτευξη των επιδιωκόμενων σε αυτό το πλαίσιο σκοπών από ό,τι οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος της Μπενελούξ (57). Έχω τη γνώμη ότι εν προκειμένω ήταν πράγματι σκόπιμο, μάλιστα δε απαραίτητο, τα τρία κράτη της Μπενελούξ να διατηρήσουν στο άρθρο 4.6 της CBPI τους ειδικούς κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που είχαν θεσπίσει προηγουμένως, προκειμένου να διασφαλίσουν μια αρμονική και εξισορροπημένη λειτουργία του ενιαίου συστήματος σημάτων που υφίσταται μεταξύ τους (58). Η γνώμη αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι, αφενός, το σύστημα αυτό, που έχει εξ ολοκλήρου υποκαταστήσει τις νομοθεσίες των ως άνω κρατών στον εν λόγω τομέα (59), δεν έχει μέχρι σήμερα κάτι το αντίστοιχο στο ενωσιακό δίκαιο (60) και, αφετέρου, η εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 44/2001 δεν μπορεί να έχει ένα τόσο ικανοποιητικό αποτέλεσμα όσο αυτό του εν λόγω άρθρου 4.6, σε αυτή την ιδιαίτερη αλληλουχία.

42.      Κατά συνέπεια, πιστεύω ότι η CBPI υπάγεται στην έννοια της συμβάσεως που χαρακτηρίζεται ως σύμβαση σχετική με ειδικό θέμα, στην οποία κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη κατά την έννοια του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001 και, επομένως, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχονται στο άρθρο 4.6 της εν λόγω Συμβάσεως πρέπει να υπερισχύουν αυτών που διατυπώνονται στον εν λόγω κανονισμό στην περίπτωση κατά την οποία τα πεδία εφαρμογής τους συμπίπτουν. Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το εν λόγω άρθρο 71 έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία μια διαφορά διασυνοριακού χαρακτήρα εμπίπτει τόσο στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού όσο και σε αυτό της CBPI, κράτος μέλος μπορεί, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, να εφαρμόζει τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο άρθρο 4.6 αυτής της Συμβάσεως.

 Β –      Επί της ερμηνείας του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001

1.      Επί του αντικειμένου του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

43.      Το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα υποβάλλονται από το αιτούν δικαστήριο μόνον επικουρικώς, αποκλειστικώς για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, απαντώντας στο πρώτο υποβληθέν ερώτημα, κρίνει ότι οι διατάξεις του κανονισμού 44/2001 υπερισχύουν του κανόνος διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται στο άρθρο 4.6 της CBPI. Θεωρώ όμως ότι αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει. Αν το Δικαστήριο επικυρώσει την ερμηνεία του άρθρου 71 του εν λόγω κανονισμού που προτείνω, θα παρέλκει η απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα. Παρά ταύτα, χάριν πληρότητας, θα εκθέσω συναφώς τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

44.      Κατ’ αρχάς διευκρινίζω ότι, δεδομένης της συναφείας που υφίσταται μεταξύ των ερωτημάτων αυτών, τα οποία, κατ’ εμέ, αφορούν αμφότερα την έννοια και το περιεχόμενο που πρέπει να προσδοθούν στο άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 στο πλαίσιο διαφοράς όπως αυτής της κύριας δίκης, τα εν λόγω ερωτήματα πρέπει να εξετασθούν από κοινού, αν πρέπει να δοθεί απάντηση σε αυτά.

45.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, αν υποτεθεί ότι ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνεται με το εν λόγω άρθρο 22, σημείο 4, πρέπει να έχει εφαρμογή σε διαφορά η οποία, όπως εν προκειμένω, αφορά την ενδεχόμενη ακυρότητα σήματος Μπενελούξ, υφίσταται μια αμφιβολία που αφορά την έννοια που πρέπει αποδοθεί, σ’ αυτή την ιδιαίτερη αλληλουχία, στην έκφραση «τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου η κατάθεση ή η καταχώριση ζητήθηκε», η οποία συνιστά το ουσιώδες συνδετικό στοιχείο, κατά τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, σε ζητήματα κύρους των σημάτων.

46.      Προς αιτιολόγηση του δεύτερου ερωτήματός του εκθέτει, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση καταχωρίσεως σήματος Μπενελούξ ισχύει ενιαίως για το σύνολο του εδάφους της Μπενελούξ, οπότε τα δικαστήρια καθενός από τα κράτη μέλη που την αποτελούν –επομένως τόσο τα βελγικά όσο και τα λουξεμβουργιανά και τα ολλανδικά δικαστήρια– θα μπορούσαν να έχουν από κοινού διεθνή δικαιοδοσία, λαμβανομένου υπόψη του κειμένου του εν λόγω άρθρου 22, σημείο 4.

47.      Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν δεχθεί αυτή την ερμηνεία, ζητείται από αυτό, με το τρίτο ερώτημα, να διευκρινίσει, αφενός, ποιο από τα τρία κράτη μέλη θα είχε μόνον αυτό διεθνή δικαιοδοσία εν προκειμένω και, αφετέρου, αν τα στοιχεία που θεμελιώνουν την κατά τόπον αρμοδιότητα που προβλέπονται στο άρθρο 4.6 της CBPI θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε αυτό το στάδιο για τον προσδιορισμό του κράτους αυτού.

48.      Η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις της, συνιστά, ορθώς κατ’ εμέ, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι «το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού [44/2001] έχει την έννοια ότι, σε διαφορά που αφορά την ερμηνεία ή το κύρος σήματος Μπενελούξ, τόσο το βελγικό δικαστήριο όσο και το ολλανδικό και το λουξεμβουργιανό έχουν διεθνή δικαιοδοσία επί της διαφοράς». Η Επιτροπή δεν εκφράζει γνώμη επί του τρίτου ερωτήματος. Ως προς εμέ, θα διατυπώσω σχετικώς κάποιες παρατηρήσεις.

2.      Επί των δικαστηρίων που έχουν διεθνή δικαιοδοσία επί διαφορών που αφορούν το κύρος σήματος Μπενελούξ στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001

 α)     Επί του περιεχομένου του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνεται στο άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001

49.      Υπενθυμίζω ότι, όπως καταφαίνεται από το άρθρο 22, στην αρχή, του κανονισμού 44/2001, όλοι οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνονται στα σημεία 1 έως 5 του άρθρου αυτού έχουν ως κοινή ιδιομορφία ότι εφαρμόζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο τόπος στον οποίο οι διάδικοι έχουν κατοικία (61) και ότι καθορίζουν διεθνή αρμοδιότητα τόσο αποκλειστικού όσο και επιτακτικού χαρακτήρα που επιβάλλεται με ειδικό σθένος τόσο στους ιδιώτες όσο και στον δικαστή (62). Εφόσον επομένως παρεκκλίνουν όχι μόνον από τον γενικό κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, το οποίο τείνει να ευνοεί τον εναγόμενο, αλλά και από τις δυνατότητες εκούσιας παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας που παρέχονται κατ’ αρχήν στους διαδίκους (63), οι ειδικές αυτές διατάξεις πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο συσταλτικής ερμηνείας (64).

50.      Σε αντίθεση με αυτό που εκτίθεται με τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής (65), το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001, στο οποίο αναφέρονται «τα δικαστήρια […] κράτους μέλους» στο σύνολό τους, υποδεικνύει απλώς το κράτος μέλος του οποίου τα δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία ratione materiae δυνάμει αυτής της διατάξεως, χωρίς εντούτοις να κατανέμει τις δωσιδικίες εντός του οικείου κράτους μέλους, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο (66).

51.      Το πρώτο εδάφιο του σημείου 4 του εν λόγω άρθρου 22 προβλέπει ότι, όταν μια διασυνοριακή διαφορά αφορά την καταχώριση ή το κύρος ενός τίτλου διανοητικής ιδιοκτησίας που επιδέχεται κατάθεση ή καταχώριση, όπως ένα σήμα, η διεθνής δικαιοδοσία ανήκει αποκλειστικώς στα «δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου η κατάθεση ή η καταχώριση ζητήθηκε, πραγματοποιήθηκε, ή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με κοινοτικό νομοθέτημα ή με διεθνή σύμβαση». Το δεύτερο εδάφιο του σημείου 4 προσθέτει ότι, στον ειδικό τομέα του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που διέπεται από τη Σύμβαση του Μονάχου, «τα δικαστήρια κάθε κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σε θέματα καταχώρισης ή κύρους του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που χορηγείται για το κράτος αυτό» (67).

52.      Ένας τέτοιος αποκλειστικός σύνδεσμος, που προβλέπεται στα δύο αυτά εδάφια, με το κράτος μέλος το οποίο αφορά άμεσα η χορήγηση του επίμαχου τίτλου έχει ένα συγκεκριμένο λόγο υπάρξεως. Αντανακλά τη βούληση του νομοθέτη να συνταχθεί με τους σκοπούς της εγγύτητας του δικαστηρίου με τη διαφορά και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, που μνημονεύονται, ως αιτιολόγηση των εξαιρέσεων από την κατ’ αρχήν διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων της κατοικίας του εναγομένου, στην αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού 44/2001.

53.      Πράγματι, τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου ο τίτλος αυτός θα παράγει τα νομικά του αποτελέσματα, θεωρούνται ως «τα πλέον κατάλληλα» (68) να αποφαίνονται επί της καταχωρίσεως ή το κύρος του από απόψεως του εφαρμοστέου σ’ αυτόν δικαίου, ήτοι γενικώς της νομοθεσίας αυτού του κράτους, στο έδαφος του οποίου πρέπει να εξασφαλίζεται η προστασία του τίτλου (69). Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, υφίσταται παραδοσιακά ισχυρισμός δεσμός μεταξύ της διασφαλίσεως των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και της εθνικής κυριαρχίας (70). Συναφώς, το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι η χορήγηση τίτλων, όπως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, συνεπάγεται παρέμβαση της εθνικής διοικήσεως και ότι οι σχετικές διαφορές υπάγονται αποκλειστικώς σε ειδικά δικαστήρια εντός πολλών κρατών μελών (71).

54.      Υπό το φως ακριβώς αυτών των κεκτημένων, τόσο νομοθετικών όσο και νομολογιακών, και λαμβανομένων επίσης υπόψη των σημαντικών ιδιομορφιών που εμφανίζει ο επίμαχος στην κύρια δίκη τίτλος διανοητικής ιδιοκτησίας, πρέπει να εξετασθεί με ποιον τρόπο θα πρέπει ενδεχομένως να εφαρμοσθούν εν προκειμένω οι διατάξεις του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001.

 β)     Επί της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 εν προκειμένω

55.      Διευκρινίζω ευθύς εξαρχής ότι, αν το Δικαστήριο καταλήξει –σε αντίθεση με την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα –ότι ο κανονισμός 44/2001 πρέπει να έχει εφαρμογή σε διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης, πιστεύω ότι είναι σαφές, λαμβανομένου υπόψη του κειμένου του, ότι ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας βάσει του οποίου προσδιορίζεται το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί του «κύρους» του οικείου σήματος Μπενελούξ είναι πράγματι αυτός που διατυπώνεται στο άρθρο 22, σημείο 4, και όχι αυτοί που περιέχονται σε άλλες διατάξεις του κανονισμού αυτού (72).

56.      Ο καθοριστικός παράγων κατανομής της διεθνούς δικαιοδοσίας για τις διαφορές στις οποίες έχει εφαρμογή το εν λόγω άρθρο 22, σημείο 4, είναι ο στενός σύνδεσμος που υφίσταται μεταξύ του επίμαχου τίτλου διανοητικής ιδιοκτησίας και του εδάφους στο οποίο ο τίτλος αυτός μπορεί να απολαύει προστασίας (73). Στην ιδιαίτερη όμως περίπτωση του τίτλου με ενιαία αποτελέσματα, τον οποίο συνιστά το σήμα Μπενελούξ, εφόσον αυτό ισχύει στα τρία κράτη της Μπενελούξ και απολαύει εκεί ενιαίας προστασίας (74), εκτιμώ ότι ο όρος «έδαφος» στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 22, σημείο 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να νοηθεί εν προκειμένω ως παραπέμπων σε ολόκληρο το έδαφος της Μπενελούξ (75), που μπορεί να εξομοιωθεί με το έδαφος κράτους μέλους, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο σε ανάλογες συγκυρίες (76). Εκτιμώ επομένως ότι, στο ιδιάζον πλαίσιο του σήματος Μπενελούξ, τα εδάφη των τριών αυτών κρατών προσδιορίζονται συλλογικώς και τα δικαστήρια καθενός από αυτά έχουν εν δυνάμει διεθνή αρμοδιότητα, εφόσον όλα μπορούν να θεωρηθούν ως «τα πλέον κατάλληλα» για την εφαρμογή του ενιαίου συστήματος που θέσπισαν τα εν λόγω κράτη ως προς αυτό το σήμα.

57.      Υπογραμμίζω ότι ο κανόνας που προβλέπει εθνική κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται ρητώς για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο δεύτερο εδάφιο του σημείου 4 του εν λόγω άρθρου 22 δεν μπορεί να έχει κατ’ αναλογία εφαρμογή στο σήμα Μπενελούξ, εφόσον τα εν λόγω συστήματα είναι τελείως διαφορετικά (77). Πράγματι, το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας διαφέρει από το σήμα Μπενελούξ κατά το ότι δεν συνιστά ενιαίο τίτλο, αλλά αντιστοιχεί σε μια δέσμη ξεχωριστών εθνικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (78). Όπως σημειώνει η Επιτροπή, «κατ’ ουσίαν, εξακολουθεί να πρόκειται για διαφορετικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που παραμένουν συνδεόμενα, καθένα από αυτά, με το οικείο εθνικό έδαφος». Αυτό δικαιολογεί το να παραμένει η διεθνής δικαιοδοσία συνδεδεμένη με κάθε κράτος, στο έδαφος του οποίου ζητείται η προστασία του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όπως αυτό συμβαίνει με τους εθνικούς τίτλους πνευματικής ιδιοκτησίας.

58.      Επειδή ακριβώς ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που θέσπισε η Σύμβαση των Βρυξελλών και επανελήφθησαν στον κανονισμό 44/2001 δεν είναι απολύτως προσαρμοσμένοι προς τις ιδιομορφίες των τίτλων διανοητικής ιδιοκτησίας που έχουν ενιαίο χαρακτήρα, θεσπίσθηκαν ειδικοί κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας για τους τίτλους αυτού του είδους που δημιουργήθηκαν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Κοινότητας, κατόπιν δε Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό συνέβη ως προς τα «κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα» (79), το «κοινοτικό σήμα», που κατέστη πρόσφατα «σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (80), καθώς και το «ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με ενιαία ισχύ» (81).

59.      Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή τονίζει ότι αυτά τα «παρεκκλίνοντα συστήματα δεν έχουν εντούτοις ως αποτέλεσμα το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία να είναι αυτό κράτους μέλους στο οποίο δεν ισχύει το δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας» (82). Ως προς εμέ, θα υπογραμμίσω ότι οι εν λόγω διατάξεις, και ειδικότερα αυτές που αφορούν το κύρος ενός σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οδηγούν στον πλήρη αποκλεισμό του κανόνα που διατυπώνεται στο άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού αυτού, καθόσον προβλέπουν την αρμοδιότητα ενός γραφείου συγκεντρωτικού χαρακτήρα για τα αιτήματα ακυρώσεως που υποβάλλονται στο πλαίσιο αγωγής, και τη δικαιοδοσία ειδικών δικαστηρίων, για τα αιτήματα ακυρώσεως που υποβάλλονται στο πλαίσιο ανταγωγής –ιδίως προκειμένου περί αγωγής για παραποίηση/απομίμηση–, δικαστηρίων που κατ’ αρχήν είναι αυτά του κράτους μέλους στο οποίο έχει κατοικία ο εναγόμενος (83).

60.      Όπως και η Επιτροπή, παραδέχομαι ότι η προτεινόμενη συσταλτική ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 22, σημείο 4, καθόσον αυτή καταλήγει στο ότι τα δικαστήρια των τριών από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν εξίσου να έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν αγωγή για την ακύρωση σήματος Μπενελούξ, συνεπάγεται ένα αποτέλεσμα που δεν είναι «άριστο» έναντι των σκοπών του κανονισμού 44/2001 (84). Παρά ταύτα, στην περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή σε μια τέτοια αγωγή, η ερμηνεία αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, επιβεβλημένη, λαμβανομένων υπόψη του κειμένου και των ερεισμάτων του άρθρου 22, σημείο 4, αυτού και λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εν προκειμένω τίτλου διανοητικής ιδιοκτησίας (85).

61.      Τελικώς, εκτιμώ ότι η αρνητική αυτή διαπίστωση πρέπει να έχει σχετική μόνον αξία, διότι είναι πιθανό, στην πράξη, το επιλαμβάνομενο υποθέσεως δικαστήριο με βάση τον τόπο καταθέσεως και/ή καταχωρίσεως του σχετικού σήματος Μπενελούξ να είναι συχνά –όπως στη διαφορά της κύριας δίκης– το rechtbank Den Haag (86). Διαπιστώνω ότι το γεγονός ότι ο ενάγων μπορεί να επιλέξει να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον των δικαστηρίων του ενός ή του άλλου από αυτά τα τρία κράτη θα μπορούσε βεβαίως να αναγκάσει τον εναγόμενο να παραστεί χρησιμοποιώντας γλώσσα που δεν κατέχει και να έχει ως αποτέλεσμα τον κίνδυνο ενός «forum shopping». Παρά ταύτα, η ευχέρεια αυτή επιλογής έχει ουσιαστικές συνέπειες που είναι λιγότερο αισθητές στο ιδιαίτερο πλαίσιο του σήματος Μπενελούξ από ό,τι κατά γενικό κανόνα, καθόσον το νομικό καθεστώς που έχει εφαρμογή σε αυτό είναι πλήρως εναρμονισμένο μεταξύ αυτών των κρατών μελών και αποτελεί το αντικείμενο ομοιόμορφης ερμηνείας (87).

 γ)     Επί της αδυναμίας συμπληρωματικής εφαρμογής του άρθρου 4.6 της CBPI

62.      Το αιτούν δικαστήριο, για να υπερβεί τα όρια που θα είχε ως αποτέλεσμα η ενδεχομένως εφαρμογή του άρθρου 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 σε διαφορά αφορώσα τίτλο διανοητικής ιδιοκτησίας με ενιαία αποτελέσματα, όπως είναι το σήμα Μπενελούξ (88), σταθμίζει τη δυνατότητα εφαρμογής, συμπληρωματικώς όπως φαίνεται, των κανόνων της «κατά τόπον αρμοδιότητας» που περιέχονται στο άρθρο 4.6 της CBPI, προκειμένου να προσδιορίσει ποιο από τα τρία κράτη της Μπενελούξ έχει συγκεκριμένα διεθνή δικαιοδοσία σε αυτόν τον τομέα (89).

63.      Προκαταρκτικώς, υπογραμμίζω ότι το άρθρο 4.6 της CBPI διατυπώνει μια σειρά από κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας (90) που είναι, ως προς την ουσία τους, εκ θεμελίων διαφορετικοί από τον κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας αποκλειστικού χαρακτήρα που περιέχεται στο άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001. Προσθέτω ότι κατά πάγια νομολογία οι διατάξεις του κανονισμού 44/2001, όπως το άρθρο 22, σημείο 4, αυτού, πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο αυτοτελούς ερμηνείας και όχι μέσω αναφοράς στο δίκαιο των κρατών μελών (91).

64.      Τελικώς, θεωρώ ότι κάθε παραπομπή, έστω και συμπληρωματικώς, στη διάταξη αυτή της CBPI πρέπει να αποκλείεται, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι υπερισχύει της διατάξεως αυτής ο κανονισμός 44/2001 δυνάμει του άρθρου 71 αυτού. Πράγματι, μόνον οι διατάξεις του κανονισμού 44/2001 θα έχουν τότε εφαρμογή για την επίλυση των ζητημάτων συγκρούσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, μάλιστα δε συγκρούσεως διαδικασιών, που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν από διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης.

65.      Το γεγονός ότι ο ενάγων θα μπορούσε, κατ’ εμέ, να προσφύγει αδιακρίτως στα δικαστήρια του ενός ή του άλλου κράτους της Μπενελούξ, αν το άρθρο 22, σημείο 4, του εν λόγω κανονισμού είχε εφαρμογή σε μια τέτοια διαφορά, δημιουργεί δυσκολίες, που όμως δεν είναι ανυπέρβλητες, διότι ο ίδιος ο κανονισμός αυτός περιέχει λύσεις για την αντιμετώπιση αυτών των δυσκολιών. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση παράλληλων διαδικασιών, η διεθνής δικαιοδοσία θα κατανέμεται μεταξύ των τριών αυτών κρατών σύμφωνα με τον κανόνα της προτεραιότητας του «δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο», ο οποίος διατυπώνεται στα άρθρα 27 έως 30 του ίδιου αυτού κανονισμού, τα οποία διέπουν τις περιπτώσεις εκκρεμοδικίας και συνάφειας που μπορούν να ανακύπτουν μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών (92), τούτο δε υπό το φως της σχετικής με τα εν λόγω άρθρα νομολογίας του Δικαστηρίου (93).

66.      Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να αποφανθεί επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος, θα πρέπει να δεχθεί, κατ’ εμέ, ότι το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι διεθνή δικαιοδοσία για να κρίνουν διασυνοριακή διαφορά, που αφορά την καταχώριση ή το κύρος σήματος Μπενελούξ, έχει καθένα από τα δικαστήρια των τριών κρατών μελών, στο έδαφος των οποίων ο τίτλος αυτός διανοητικής ιδιοκτησίας παράγει τα αποτελέσματά του και πρέπει να προστατεύεται με ομοιόμορφο τρόπο, ήτοι του Βασιλείου του Βελγίου, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.

V –    Πρόταση

67.      Κατόπιν των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) ως εξής:

Το άρθρο 71 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία διαφορά εμπίπτει τόσο στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού όσο και σε αυτό της Συμβάσεως Μπενελούξ περί διανοητικής ιδιοκτησίας (σήματα και σχέδια ή υποδείγματα), που υπογράφηκε στη Χάγη στις 25 Φεβρουαρίου 2005, ένα κράτος μέλος μπορεί, σύμφωνα με άρθρο 71, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, να εφαρμόζει τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο άρθρο 4.6 της Συμβάσεως αυτής.


1 –      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 –      ΕΕ 2001, L 12, σ. 1.


3 –      Σύμβαση υπογραφείσα στη Χάγη από το Βασίλειο του Βελγίου, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.


4 –      Το κείμενο αυτής της Συμβάσεως (στο εξής: Σύμβαση του Μονάχου) είναι διαθέσιμο στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: http://www.epo.org/law-practice/legal-texts/html/epc/2013/f/ma1.html.


5 –      Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του σημείου 4 του εν λόγω άρθρου 22 αντιστοιχούν, κατ’ ουσίαν, το μεν πρώτο στο άρθρο 16, παράγραφος 4, της Συμβάσεως, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως έχει αυτή τροποποιηθεί από τις διαδοχικές συμβάσεις περί προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών στην εν λόγω σύμβαση (ΕΕ 1998, C 27, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση Βρυξελλών), το δε δεύτερο στο άρθρο V δ του προσαρτημένου σε αυτή πρωτοκόλλου. Οι δοθείσες στο άρθρο 16, παράγραφος 4, της Συμβάσεως των Βρυξελλών ερμηνείες και διευκρινίσεις μπορούν, κατ’ εμέ, να ισχύσουν αναλόγως για το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001, λόγω της αντιστοιχίας που υφίσταται μεταξύ των διατάξεών τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Holterman Ferho Exploitatie κ.λπ., C‑47/14, EU:C:2015:574, σκέψη 38).


6 –      Το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 αντικαθιστά το άρθρο 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, με μία μόνο σημαντική διαφορά διατυπώσεως (βλ. το σημείο 25 των παρουσών προτάσεων).


7 –      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351, σ. 1).


8 –      Το χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1215/2012 καθορίζεται στο άρθρο 66 αυτού.


9 –      Συναφώς, σημειώνω απλώς, αφενός, ότι το άρθρο 24, σημείο 4, του κανονισμού 1215/2012 διευκρινίζει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του αν το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται τίθεται στο πλαίσιο ασκήσεως αγωγής ή προβολής ενστάσεως (σύμφωνα με τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2006, GAT, C‑4/03, EU:C:2006:457, σκέψη 31, και Roche Nederland κ.λπ., C‑539/03, EU:C:2006:458, σκέψη 40) και, αφετέρου, ότι το άρθρο του 71 υποκαθιστά τον όρο γένους «juridiction [δικαιοδοτικό όργανο]» με τον όρο «tribunal [δικαστήριο]» που περιεχόταν στο άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001, μεταξύ άλλων, στη γαλλική απόδοση αυτών των κανονισμών. [ΣτΜ: στην ελληνική απόδοση του κανονισμού παραμένει αμετάβλητος ο όρος «δικαστήριο»]


10 –      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 όσον αφορά τους κανόνες που εφαρμόζονται στο Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και στο Δικαστήριο της Μπενελούξ (ΕΕ L 163, σ. 1), που εφαρμόζεται από τις 10 Ιανουαρίου 2015, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού.


11 –      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 4 του κανονισμού 542/2014. Ειδικότερα το άρθρο 71α που προστέθηκε με αυτόν προβλέπει ότι «δικαστήρι[α] κοιν[ά] σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη» που είναι το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και το Δικαστήριο της Μπενελούξ θεωρούνται «δικαστήρια» κατά την έννοια του κανονισμού 1215/2012.


12 –      Η συμφωνία αυτή, που υπογράφηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2013 (ΕΕ 2013, C 175, σ. 1), θα τεθεί σε ισχύ όταν κυρωθεί από δεκατρία κράτη μέλη, υπό τις προϋποθέσεις που διατυπώνονται στο άρθρο 89, παράγραφος 1, αυτής.


13 –      Συνθήκη σχετικά με τη σύσταση και τον οργανισμό του Δικαστηρίου της Μπενελούξ, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 31 Μαρτίου 1965, από το Βασίλειο του Βελγίου, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, και άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1974. Αυτά τα τρία κράτη υπέγραψαν, στις 15 Οκτωβρίου 2012, ένα Πρωτόκολλο που τροποποιεί την εν λόγω Συνθήκη, προκειμένου μεταφερθεί δικαιοδοσία στο Δικαστήριο της Μπενελούξ για συγκεκριμένα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1215/2012.


14 –      Στο εξής: CBM, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1969.


15 –      Στο εξής: LBM, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1971.


16 –      Στο εξής: CBDM, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1974.


17 –      Στο εξής: LBDM, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1975.


18 –      Δυνάμει των άρθρων 1.2, 1.3 και 1.5 της CBPI, ο εν λόγω οργανισμός έχει την έδρα του στη Χάγη και αποτελείται από διάφορα όργανα που καθιστούν δυνατή την εκτέλεση των αποστολών που του ανατίθενται σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, μεταξύ των οποίων είναι το «Office Benelux de la Propriété intellectuelle (marques et dessins ou modèles) [Γραφείο Μπενελούξ διανοητικής ιδιοκτησίας (σήματα, σχέδια ή υποδείγματα)]» (στο εξής: OBPI).


19 –      Ο σχολιασμός του CBM και του LBM που συντάχθηκε από κοινού από τη Βελγική, τη Λουξεμβουργιανή και την Ολλανδική Κυβέρνηση δημοσιεύθηκε στα ολλανδικά στο TractatenbladvanhetKoninkrijkderNederlanden, 1962, n° 58 (βλ. σ. 75 επ. ως προς το άρθρο 37 του LBM). Γαλλική απόδοση αυτού του κειμένου υπάρχει στην ιστοσελίδα του OBPI (https://www.boip.int/wps/portal/site/juridical/regulations/oldregulations/!ut/p/a0/04_Sj9CPykssy0xPLMnMz0vMAfGjzOKdg5w8HZ0MHQ0s_IKNDDxdfX1DHL1CDYO9DfSD04r0C7IdFQHd_Xc9/).


20 –      Η αιτιολογική έκθεση για το άρθρο 29 του LBDM, που επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν αυτή για το άρθρο 37 του LBM, δημοσιεύεται επίσης στη διαδικτυακή διεύθυνση που μνημονεύεται στην υποσημείωση 19 των παρουσών προτάσεων.


21 –      Η εν λόγω περίπτωση, που είναι αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει να διακρίνεται από τις προσφυγές που ασκούνται ευθέως κατά αποφάσεως του OBPI σχετικής με την καταχώρηση σήματος Μπενελούξ, για τις οποίες προβλέπονται ειδικοί κανόνες στη CBPI (βλ. άρθρα 2.12, 2.17 και 4.2).


22 –      Κατά το άρθρο 2.4, στην αρχή και στοιχείο f, της CBPI, «[δ]εν παρέχει δικαίωμα επί σήματος: [...] f. η καταχώριση σήματος [Μπενελούξ] του οποίου η κατάθεση έγινε κακόπιστα, μεταξύ άλλων: 1. η κατάθεση που γίνεται εν γνώσει ή με μη συγγνωστή άγνοια της συνήθους χρήσεως που γίνεται με καλή πίστη εντός των τριών τελευταίων ετών στο έδαφος της Μπενελούξ παρόμοιου σήματος για όμοια προϊόντα και όμοιες υπηρεσίες εκ μέρους τρίτου που δεν έχει συναινέσει συναφώς […]».


23 –      Το άρθρο 2.28, παράγραφος 3, στην αρχή και στοιχείο b, της CBPI ορίζει ότι, «[ό]ταν [...] ο κατά το άρθρο 2.4, στοιχεία [...] f, τρίτος μετέχει στη δίκη, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να προβάλει την ακυρότητα: […] b. της καταχωρίσεως που, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2.4, στοιχεία [...] f, δεν παρέχει δικαίωμα επί σήματος […] εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ημερομηνία της καταχωρίσεως».


24 –      Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι η εναγομένη δεν εδρεύει στις Κάτω Χώρες και ότι επίσης δεν υπάρχει υποχρέωση που εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί στις Κάτω Χώρες.


25 –      Απόφαση H&M AB κ.λπ. κατά G‑Star (ECLI:NL:GHDHA:2013:4466), διαθέσιμη στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: http://deeplink.rechtspraak.nl/uitspraak?id=ECLI:NL:GHDHA:2013:4466.


26 –      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η κρίση στην οποία κατέληξε κατ’ αυτόν τον τρόπο το 2013 το Gerechtshof Den Haag «αντιστοιχεί στο πνεύμα ενός άρθρου που δημοσιεύθηκε παλαιότερα επί του θέματος αυτού», ήτοι: Schaafsma, S. J., «Samenloop van EEX en BVIE», Intellectueleeigendom & reclamerecht (IER), 2012, σ. 593 επ., ειδικά σημείο 8. Έχω την εντύπωση ότι ο συγγραφέας του άρθρου αυτού ήταν ένα από τα μέλη του δικαστικού σχηματισμού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.


27 –      Οι γενικοί κανόνες του κανονισμού 44/2001 έχουν εφαρμογή σε άλλες αγωγές εκτός αυτών που αφορούν «θέματα καταχωρίσεως ή κύρους» των τίτλων διανοητικής ιδιοκτησίας, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 22, σημείο 4, αυτού (βλ., ως προς το άρθρο 16, παράγραφος 4, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αντίστοιχο προς αυτή τη διάταξη, την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983, Duijnstee, 288/82, EU:C:1983:326, σκέψεις 23 επ.). Επομένως, μια αγωγή για παραποίηση/απομίμηση σήματος Μπενελούξ θα μπορούσε να εμπίπτει τόσο στο άρθρο 4.6 της CBPI όσο και στο άρθρο 5, σημείο 3, αυτού του κανονισμού, που έχει εφαρμογή σε ενοχές εξ αδικοπραξίας –όπως επρόκειτο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Gerechtshof Den Haag στην οποία αναφέρεται η απόφαση περί παραπομπής, βλ. σημείο 18 των παρουσών προτάσεων– ή και στο άρθρο 31 του εν λόγω κανονισμού, που αφορά τα ασφαλιστικά μέτρα (βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2012, Solvay, C‑616/10, EU:C:2012:445, σκέψεις 31 επ.).


28 –      Διευκρινίζω ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 71, που διατηρεί σε ισχύ τα αποτελέσματα των «συμβάσε[ων] στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες σε ειδικά θέματα, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων» (η υπογράμμιση δική μου), το άρθρο 69 του κανονισμού 44/2001 προβλέπει ότι αυτός αντικαθιστά τις συναφθείσες μεταξύ κρατών μελών συμβάσεις που ρυθμίζουν τα ίδια αυτά θέματα, αλλά έχουν γενικό περιεχόμενο. Επιπλέον, ακόμη και στην περίπτωση συμβάσεως με ειδικό χαρακτήρα, οι κανόνες που διατυπώνονται με τον εν λόγω κανονισμό πρέπει να εφαρμόζονται ως προς όλα τα ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας που δεν καλύπτονται από αυτή (βλ. ως προς το άρθρο 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αντίστοιχο προς το άρθρο 71 του κανονισμού αυτού, την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1994, Tatry, C‑406/92, EU:C:1994:400, σκέψεις 25 και 27).


29 –      Βλ. σημείο 3, καθώς και σημεία 11 επ. των παρουσών προτάσεων.


30 –      Το εν λόγω άρθρο 22, σημείο 4, αφορά συλλήβδην την περίπτωση «διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, σχεδίων και προτύπων και άλλων ανάλογων δικαιωμάτων τα οποία επιδέχονται κατάθεση ή καταχώριση». Η τελευταία αυτή διατύπωση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας (βλ. Jenard, P., έκθεση σχετικά με τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ΕΕ 1986, C 298, σ. 1, στο εξής: έκθεση Jenard).


31 –      Η υπογράμμιση δική μου. Βλ. αποφάσεις της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland (C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψεις 45 έως 48), και της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C‑157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 37).


32 –      Η υπογράμμιση δική μου. Απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland (C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψεις 37 και 38).


33 –      Υπενθυμίζω ότι η CBPI άρχισε να ισχύει την 1η Σεπτεμβρίου 2006, επομένως μετά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 44/2001 η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 76 αυτού, είναι η 1η Μαρτίου 2002 για τα τρία κράτη μέλη που αποτελούν την Μπενελούξ.


34 –      Βλ. σημείο 11 των παρουσών προτάσεων.


35 –      Βλ. σημείο 18 των παρουσών προτάσεων.


36 –      Η έκθεση Jenard (όπ.π.) εκθέτει σχετικά με το αντίστοιχο προς το άρθρο 71 άρθρο 57 της Συμβάσεως των Βρυξελλών ότι «τα κράτη μέλη της Κοινότητας, συνάπτοντας αυτές τις συμφωνίες σε ειδικά θέματα, είχαν τις περισσότερες φορές συνομολογήσει υποχρεώσεις έναντι τρίτων κρατών και δεν τους επιτρέπεται να τις τροποποιήσουν χωρίς τη συναίνεση αυτών των κρατών».


37 –      Βλ., μεταξύ άλλων, το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II») (ΕΕ 2007, L 199, σ. 40), το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 593/2008, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ 2008, L 177, σ. 6), καθώς και την αιτιολογική σκέψη 73, στο τέλος, και το άρθρο 75, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου (ΕΕ 2012, L 201, σ. 107). Βλ., ως προγενέστερη ρύθμιση, το παρόμοιο κείμενο του άρθρου 49, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2000, L 160, σ. 1) και του άρθρου 59, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (ΕΕ 2003, L 338, σ. 1).


38 –      Βλ. Hess, B., Pfeiffer, T., και Schlosser, P., StudyJLS/C4/2005/03,ReportontheApplicationofRegulationBrusselsIintheMemberStates, Πανεπιστήμιο RuprechtKarls, Χαϊδελβέργη, 2007, σ. 67 επ., ιδίως σημείο 145, καθώς και, συνακόλουθα με αυτή τη μελέτη, την Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (EΚ) 44/2001, της 21ης Απριλίου 2009 [COM(2009) 174 τελικό, σημείο 3.8.1].


39 –      Πλην μιας ήσσονος σημασίας διορθώσεως (βλ. υποσημείωση 9 των παρουσών προτάσεων).


40 –       Βλ. σημείο 10 των παρουσών προτάσεων.


41 –      Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland (C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και την έκθεση Jenard (όπ.π., σ. 60), που υπογραμμίζει ότι «οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται από αυτές τις συμφωνίες υπαγορεύονται από σκέψεις συναφείς προς το θέμα που αφορούν». Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών του κανονισμού 44/2001, με μια κοινή δήλωση που αφορούσε «τα άρθρα 71 και 72, καθώς και τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της Συνδιασκέψεως της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο», το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Επιτροπή δήλωσαν ότι, «[λ]αμβανομένης υπόψη της χρησιμότητας που μπορεί ενίοτε να έχει η κατάρτιση ειδικών κανόνων για τα ειδικά θέματα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στη δυνατότητα ενάρξεως διαπραγματεύσεων για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών σε ορισμένους από αυτούς τους τομείς» (βλ. το σημείωμα του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2000, έγγραφο 14139/00, JUSTCIV 137, παράρτημα I, σ. 3, σημείο 2).


42 –      Η πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό (ΕΚ) του Συμβουλίου, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, της 14ης Ιουλίου 1999, που είχε ως κατάληξη την έκδοση του κανονισμού 44/2001, παρέθετε ρητώς, μεταξύ των ειδικών συμβάσεων που έπρεπε να συνεχίσουν να εφαρμόζονται και τις οποίες απαριθμούσε στο άρθρο 63 αυτού, τη Σύμβαση του Μονάχου για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, επίσης μνημονευόμενη στο άρθρο 22, σημείο 4, αυτής της προτάσεως [COM(1999) 348 τελικό, σ. 42 και 58].


43 –      Ως προς το τελευταίο αυτό, βλ. τη νομολογία που θα παρατεθεί στο σημείο 37 των παρουσών προτάσεων.


44 –      Εφόσον η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, τη διάρθρωση των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχονται στο άρθρο 4.6 της CBPI με αυτούς που προβλέπονται στον κανονισμό 44/2001, ενδείκνυται, κατ’ εμέ, να εστιάσει η ανάλυση στους κανόνες αυτού του είδους και, επομένως να μην εξετασθούν οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που διατυπώνονται σε άλλες διατάξεις αυτής της συμβάσεως. Βλ., κατ’ αναλογίαν, Schlosser, P., Έκθεση σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση των Βρυξελλών, καθώς και στο πρωτόκολλο για την ερμηνεία της από το Δικαστήριο (JO 1979, C 59, σ. 139, σημείο 238, στο τέλος, στο εξής: έκθεση Schlosser).


45 –      Βλ. σημεία 11 επ. των παρουσών προτάσεων.


46 –      Βλ. επίσης σημείο 31 των παρουσών προτάσεων.


47 –      Βλ. σημείο 56 των παρουσών προτάσεων


48 –      Δυνάμει του εν λόγω άρθρου 4.6, η διεθνής δικαιοδοσία μπορεί να παρέχεται μέσω ρήτρας επιλογής δικαστηρίου. Ελλείψει μιας τέτοιας ρητής συμφωνίας, η διεθνής δικαιοδοσία συνδέεται είτε με τον τόπο της κατοικίας είτε με τον τόπο γενέσεως ή εκτελέσεως της επίδικης ενοχής (παράγραφος 1). Επικουρικώς, ο ενάγων μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο του τόπου της κατοικίας του ή της διαμονής του, εφόσον αυτοί οι τόποι βρίσκονται στο έδαφος της Μπενελούξ, ή, αν αυτό δεν συμβαίνει, μπορεί να επιλέξει μεταξύ του δικαστηρίου των Βρυξελλών ή της Χάγης ή αυτού του Λουξεμβούργου (παράγραφος 2).


49 –      Βλ. άρθρο 4.6, τελευταία περίοδος, της παραγράφου 1, της CBPI. Από την αιτιολογική έκθεση για το άρθρο 37 του LBM (όπ.π.) προκύπτει ότι οι συντάκτες των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνονται σε αυτό και επαναλαμβάνονται στο άρθρο 4.6 της CBPI, είχαν ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να μη «παρέχεται προτίμηση σε μία μόνο από τις συμβαλλόμενες χώρες» και «να προλαμβάνεται το ενδεχόμενο μιας υπερβολικά μεγάλης επεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του τόπου, στον οποίο θα εγκα[θίστατο] το Γραφείο Σημάτων της Μπενελούξ», το οποίο αντικαταστάθηκε από τον Οργανισμό Μπενελούξ διανοητικής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 5.1 της CBPI. Νομίζω ότι αυτή η απόρριψη της συγκεντρώσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας σε ένα μόνο κράτος ανταποκρίνεται στη δικαιολογημένη μέριμνα να εξασφαλίζεται δίκαιη κατανομή του φόρτου των ένδικων υποθέσεων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και να διασφαλίζεται δίκαιη από γλωσσικής απόψεως μεταχείριση των ιδιωτών, με τη διευκρίνιση ότι εντός μιας περιφερειακής ενώσεως, όπου ομιλείται τόσο η ολλανδική όσο και η γαλλική, νομίζω ότι χρήσιμο είναι να μην ευνοείται η υπεροχή μιας από τις επίσημες αυτές γλώσσες σε σχέση με την άλλη.


50 –      Συναφώς, βλ. σημεία 58 επ. των παρουσών προτάσεων.


51 –      Βλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C‑157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Με τη νομολογία αυτή που αφορούσε σύμβαση συναφθείσα με τρίτα κράτη –ήτοι τη Σύμβαση περί των συμβάσεων διεθνούς οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων (αποκαλούμενη «CMR»), η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 19 Μαΐου 1956–, το Δικαστήριο αναφέρεται, ιδίως, στις «αρχές στις οποίες στηρίζεται η δικαστική συνεργασία επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως οι, διαλαμβανόμενες στις αιτιολογικές σκέψεις 6, 11, 12 και 15 έως 17 του κανονισμού 44/2001, αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, της προβλεψιμότητας του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, της ασφάλειας δικαίου για τους ιδιώτες, της [ορθής απονομής] της δικαιοσύνης, της ελαχιστοποιήσεως του κινδύνου παράλληλης εκδικάσεως της ιδίας υποθέσεως και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ένωσης».


52 –      Βλ. επίσης σημεία 36, 56 και 60 των παρουσών προτάσεων.


53 –      Ήτοι οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 4.6 να εμφανίζουν μεγάλο βαθμό προβλεψιμότητας, να διευκολύνουν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και να καθιστούν δυνατό τον περιορισμό του κινδύνου παράλληλης εκδικάσεως της ιδίας υποθέσεως, με δεδομένο ότι μεταξύ των αρχών που μνημονεύονται στην υποσημείωση 51 των παρουσών προτάσεων αυτές που έχουν σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων και με την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών παραπέμπουν στην αναγνώριση και στην εκτέλεση των αποφάσεων (βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland, C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψεις 53 και 54).


54 –      Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρεται στη γνωμοδότηση 1/03, της 7ης Φεβρουαρίου 2006 (EU:C:2006:81), και στην απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle (C‑370/12, EU:C:2012:756, σκέψεις 100 και 101). Βλ. επίσης γνωμοδότηση 1/13, της 14ης Οκτωβρίου 2014 (EU:C:2014:2303, σκέψεις 71 επ.), όπου χαράσσεται το περίγραμμα της αποκλειστικής αυτής αρμοδιότητας της Ένωσης.


55 –      Απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, TNT Express Nederland (C‑533/08, EU:C:2010:243, σκέψη 38), όπου εκτίθεται ότι «[η] διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από τη νομολογία κατά την οποία, μετά τη σταδιακή θέσπιση κοινών κανόνων, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον την εξουσία να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες που θίγουν τους κανόνες αυτούς (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1971, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, καλούμενη «AETR», 22/70, [EU:C:1971:32], σκέψεις 17 έως 19, και της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Δανίας, καλούμενη “ελεύθερης αεροπλοΐας”, C‑467/98, [EU:C:2002:625], σκέψη 77)».


56 –      Κατά το γράμμα του εν λόγω άρθρου 350, «[ο]ι Συνθήκες δεν εμποδίζουν την ύπαρξη και ολοκλήρωση των περιφερειακών ενώσεων μεταξύ Βελγίου και Λουξεμβούργου, καθώς και μεταξύ Βελγίου, Λουξεμβούργου και Κάτω Χωρών, εφόσον οι στόχοι των περιφερειακών αυτών ενώσεων δεν επιτυγχάνονται με την εφαρμογή των Συνθηκών».


57 –      Βλ. ως προς το άρθρο 233 ΕΟΚ (νυν άρθρο 350 ΣΛΕΕ), μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, Roders κ.λπ. (C‑367/93 έως C‑377/93, EU:C:1995:261, σκέψη 40), όπου το Δικαστήριο τόνισε, a contrario, ότι τα κράτη μέλη που συνθέτουν τη Μπενελούξ μπορούν να επικαλεσθούν αυτή τη διάταξη προκειμένου να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον αυτό είναι «αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία του καθεστώτος της Μπενελούξ», καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Roders κ.λπ. (C‑367/93 έως C‑377/93, EU:C:1995:11, σημείο 8 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), που υπενθυμίζει ότι η διάταξη αυτή «έχει ως αντικείμενο να αποφευχθεί από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου η διάσπαση της περιφερειακής ένωσης μεταξύ αυτών των τριών κρατών μελών ή η παρακώλυση της ανάπτυξής της».


58 –      Βλ. τις σκέψεις που εκτίθενται στην υποσημείωση 49 των παρουσών προτάσεων.


59 –      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι «[η] νομοθεσία των χωρών της Μπενελούξ δεν αναγνωρίζει εθνικό δικαίωμα επί σήματος, αλλά μόνο δικαίωμα επί σήματος Μπενελούξ».


60 –      Το κοινοτικό σήμα, που έχει καταστεί πλέον σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. υποσημείωση 80 των παρουσών προτάσεων), παρέχει στον δικαιούχο του προστασία ισχύουσα σε όλα τα κράτη μέλη, αλλά, σε αντίθεση με το σήμα Μπενελούξ, το καθεστώς που το διέπει δεν υποκαθιστά τις διαδικασίες και τους κανόνες δικαίου που έχουν εφαρμογή σε εθνική κλίμακα, βλ. αιτιολογικές σκέψεις 4 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1). Η οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25), πραγματοποιεί βεβαίως εναρμόνισή τους, πλην όμως μόνο μερική (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 4 επ. αυτής).


61 –      Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 διασφαλίζει την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 22 αυτού, ακόμη και όταν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία στο έδαφος ενός κράτους μέλους.


62 –      Βλ., ως προς το άρθρο 16 της Συμβάσεως των Βρυξελών, αντίστοιχο προς το άρθρο 22 του κανονισμού 44/2001, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, GAT (C‑4/03, EU:C:2006:457, σκέψη 24).


63 –      Το άρθρο 23, σημείο 5, και το άρθρο 24 του κανονισμού 44/2001 απαγορεύουν, αντιστοίχως, είτε μια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας είτε το να μπορεί η εκούσια παράσταση του εναγομένου να καταστρατηγεί τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο άρθρο 22 του εν λόγω κανονισμού. Τονίζω ότι, αντιστρόφως, το άρθρο 4.6 της CBPI αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις ρήτρες επιλογής δικαστηρίου.


64 –      Βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, BVG (C‑144/10, EU:C:2011:300, σκέψη 30), που υπογραμμίζει την ανάγκη «συσταλτικής ερμηνείας» του συνόλου των διατάξεων του εν λόγω άρθρου 22, καθώς και απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Komu κ.λπ. (C‑605/14, EU:C:2015:833, σκέψη 24), όπου υπενθυμίζεται ότι «οι διατάξεις του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού αυτού, στο μέτρο που εισάγουν εξαίρεση από τους γενικούς περί διεθνούς δικαιοδοσίας κανόνες του κανονισμού [44/2001] […] δεν πρέπει να ερμηνεύονται ευρύτερα απ’ ό,τι απαιτεί ο σκοπός τους. Πράγματι, οι διατάξεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα να στερούνται οι διάδικοι της επιλογής δικαστηρίου η οποία διαφορετικά θα ανήκε σ’ αυτούς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ενάγονται ενώπιον δικαστηρίου το οποίο δεν είναι το δικαστήριο της κατοικίας κανενός από αυτούς».


65 –      Η Επιτροπή τονίζει, εσφαλμένως κατ’ εμέ, ότι «η εφαρμογή των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 22, σημείο 4, καθιστά κατ’ αρχήν δυνατό τον προσδιορισμό ενός μόνον εθνικού δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία. Αναλόγως της περιπτώσεως, πρόκειται για το δικαστήριοτουκράτουςμέλους» στο οποίο πραγματοποιήθηκε η κατάθεση ή η καταχώριση του επίμαχου τίτλου διανοητικής ιδιοκτησίας (η υπογράμμιση δική μου).


66 –      Βλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, Αποστολίδης (C‑420/07, EU:C:2009:271, σκέψη 48).


67 –      Η έκθεση Schlosser διευκρινίζει ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα μόνα δικαστήρια που έχουν διεθνή δικαιοδοσία είναι όχι τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο κατατέθηκε η αίτηση ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αλλά αυτά του κράτους ως προς το οποίο η αίτηση αυτή λογίζεται έγκυρη και πρέπει να αμφισβητηθεί (όπ.π., σ. 123).


68 –      Βλ., ως προς το άρθρο 16, παράγραφος 4, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αντίστοιχο προς το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, GAT (C‑4/03, EU:C:2006:457, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


69 –      Ως προς την εφαρμογή του lex loci protectionis (δικαίου του τόπου προστασίας), βλ., μεταξύ άλλων, το άρθρο 8 του κανονισμού 864/2007, καθώς και το άρθρο 2 της Συμβάσεως των Παρισίων για την Προστασία της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, της 20ής Μαρτίου 1883, στην οποία αναφέρεται ο γενικός εισαγγελέας N. Jääskinen με τις προτάσεις του στην υπόθεση Génesis (C‑190/10, EU:C:2011:202, σημείο 29).


70 –      Η έκθεση Jenard κάνει ένα συσχετισμό μεταξύ του γεγονότος ότι «η χορήγηση εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας [ή ισοδύναμου τίτλου] απορρέει από την εθνική κυριαρχία» και του αποκλειστικού χαρακτήρα του προβλεπόμενου συναφώς κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας (όπ.π., σ. 36).


71 –      Βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, GAT (C‑4/03, EU:C:2006:457, σκέψεις 22 και 23).


72 –      Ως προς την ενδεχόμενη παρεμβολή άλλων διατάξεων του κανονισμού 44/2001 σε θέματα διανοητικής ιδιοκτησίας, βλ. σημείο 23 των παρουσών προτάσεων.


73 –      Με την υπενθύμιση ότι όλοι οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο άρθρο 22 του κανονισμού 44/2001 στηρίζονται αποκλειστικώς στο αντικείμενο της αιτήσεως και εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την κατοικία των διαδίκων, το σημείο 4 αυτού του άρθρου θα μπορούσε θεωρητικά να τύχει εφαρμογής ακόμη και αν κανείς από τους διαδίκους δεν είναι εγκατεστημένος σε ένα από τα κράτη μέλη, ιδίως δε σε ένα από τα κράτη της Μπενελούξ, πράγμα πάντως που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, εφόσον ο εναγόμενος είναι μια λουξεμβουργιανή εταιρία.


74 –      Βλ. την εισαγωγή και τον σχολιασμό τόσο του άρθρου 1 της CBM όσο και του άρθρου 37 του LBM, στην αιτιολογική έκθεση που μνημονεύεται στην υποσημείωση 19 των παρουσών προτάσεων.


75 –      Έδαφος Μπενελούξ, αποτελούμενο από «τ[α] [εδάφη] του Βασιλείου του Βελγίου, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στην Ευρώπη», κατά το άρθρο 1.16 της CBPI.


76 –      Βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Bovemij Verzekeringen (C‑108/05, EU:C:2006:530, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), όπου το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, «όσον αφορά τα καταχωρισμένα στο BBM [BureauBeneluxdesMarques (γραφείο σημάτων της Μπενελούξ)] [νυν Organisation Benelux de la Propriété intellectuelle (Οργανισμός Μπενελούξ διανοητικής ιδιοκτησίας)] σήματα, το έδαφος της Μπενελούξ πρέπει να εξομοιωθεί προς το έδαφος κράτους μέλους, δεδομένου ότι το άρθρο 1 της [πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1)] εξομοιώνει τα σήματα αυτά προς σήματα καταχωρισμένα εντός κράτους μέλους» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, Roders κ.λπ. (C‑367/93 έως C‑377/93, EU:C:1995:261, σκέψη 20), όπου το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «τα εδάφη του Βελγίου, των Κάτω Χωρών και του Λουξεμβούργου πρέπει να θεωρούνται ως ενιαίο έδαφος όσον αφορά τους φόρους καταναλώσεως οίνων, [δεδομένου ότι μια] σύμβαση [συναφθείσα μεταξύ αυτών των χωρών] ενοποίησε τους συντελεστές και τα κριτήρια εφαρμογής των φόρων καταναλώσεως» σε αυτόν τον τομέα (η υπογράμμιση δική μου).


77 –      Επί της διακρίσεως μεταξύ του συστήματος του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και αυτού ενός ενιαίου τίτλου, καθώς και επί της επιπτώσεώς της σε θέματα διεθνούς δικαιοδοσίας, βλ. την έκθεση Schlosser (όπ.π., σ. 123).


78 –      Ο τίτλος αυτός χορηγείται μεν κατά το πέρας μιας ενιαίας διαδικασίας που διεξάγεται στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας του Μονάχου, παρέχει όμως στον κάτοχό του, ταυτοχρόνως εντός του κράτους ή των διαφόρων κρατών που καθορίζονται από τον καταθέτοντα τα ίδια δικαιώματα με αυτά που θα του παρείχε εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας χορηγούμενο εντός καθενός από τα συμβαλλόμενα αυτά κράτη (βλ. άρθρα 2, 3, 64 και 79 της Συμβάσεως του Μονάχου).


79 –      Βλ. κανονισμό (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (ΕΕ 2002, L 3, σ. 1), τα άρθρα 79 έως 94 του οποίου καθορίζουν τους κανόνες «δικαιοδοσίας και διαδικασίας σε αγωγές που αφορούν κοινοτικά σήματα και υποδείγματα», προβλέποντας τις σχέσεις τους με τις διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών.


80 –      Βλ. κανονισμό (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα και του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 2869/95 της Επιτροπής σχετικά με τα πληρωτέα προς το Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς τέλη (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21), που άρχισε να ισχύει στις 23 Μαρτίου 2016. Ειδικότερα, το άρθρο 1, σημεία 90 έως 96, του κανονισμού 2015/2424 τροποποιεί τα άρθρα 94 έως 108 του κανονισμού 207/2009, τα οποία καθόριζαν τους κανόνες «δικαιοδοσίας και διαδικασίας σε αγωγές που αφορούν κοινοτικά σήματα» διευκρινίζοντας, μεταξύ άλλων, σε ποιο βαθμό ο κανονισμός 44/2001 έχει εν προκειμένω εφαρμογή (βλ. επίσης αιτιολογικές σκέψεις 16 και 17 του κανονισμού 207/2009).


81 –      Οι τροποποιήσεις που επήλθαν στον κανονισμό 1215/2012 με τον κανονισμό 542/2014 (βλ. σημείο 10 των παρουσών προτάσεων) εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 12 του τελευταίου. Βλ. επίσης τον σχολιασμό του άρθρου 71 α επ. του κανονισμού 1215/2012 από τον Mankowski, P., στο EuropeanCommentariesonPrivateInternationalLaw, τόμος I, BrusselsIbisRegulation, Magnus, U., και Mankowski, P. (υπό τη διεύθυνση του), Otto Schmidt, Κολωνία, 2016, σ. 1075 επ.


82 –      Συναφώς, η Επιτροπή παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 97 του κανονισμού 207/2009, καθώς και στα άρθρα 71 α και 71 β του κανονισμού 1215/2012, προερχόμενα από τον κανονισμό 542/2014.


83 –      Ως προς το σύνολο των ειδικών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, των οποίων το περιεχόμενο είναι περίπλοκο, βλ, μεταξύ άλλων, Beraudo, J.‑P., και Beraudo, M.‑J., «Convention de Bruxelles, conventions de Lugano et règlement (CE) n° 44/2001», JurisClasseurEurope, fascicule 3010, 2015, σημεία 66 επ., Gaudemet‑Tallon, H., CompétenceetexécutiondesjugementsenEurope, LGDJ‑Lextenso, Issy‑les‑Moulineaux, 5η έκδ., 2015, σημεία 118 επ.


84 –      Η Επιτροπή παραδέχεται ότι η εφαρμογή του κανονισμού 44/2001 αφήνει στον ενάγοντα μια ευχέρεια επιλογής που δεν βρίσκεται απολύτως σε αρμονία με τους σκοπούς αυτού του νομοθετήματος και συνεπάγεται σε μικρότερο βαθμό προβλεψιμότητα απ’ ό,τι αν ακολουθούνταν οι κανόνες του άρθρου 4.6 της CBPI, εφόσον αυτοί θα είχαν ως αποτέλεσμα στις περισσότερες των περιπτώσεων την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ενός μόνο δικαστηρίου. Υπενθυμίζω όμως ότι, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις του 11 και 15, ο κανονισμός αυτός επιδιώκει κατ’ αρχήν να εξασφαλίζεται ότι «[ο]ι κανόνες δικαιοδοσίας […] παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας» και ότι «ελαχιστοποι[είται] η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης».


85 –      Οι Beraudo, J.-P., και Beraudo, M.-J., όπ.π., εκτιμούν επίσης ότι, όταν δυνάμει διεθνούς πράξεως η αίτηση που κατατίθεται σε ένα κράτος ή σε ένα διεθνές όργανο έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση τίτλου εντός περισσοτέρων κρατών, τα δικαστήρια καθενός από τα κράτη για τα οποία εκδόθηκε ο τίτλος έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία να δικάζουν υποθέσεις που αφορούν την καταχώρισή του ή το κύρος του εντός αυτού του κράτους (βλ. σημείο 51, in fine).


86 –      Η πιθανότητα αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι ο OBPI εδρεύει στη Χάγη και σε αυτόν μπορεί να πραγματοποιείται η κατάθεση των αιτήσεων καταχωρίσεως σήματος Μπενελούξ είτε απευθείας είτε μέσω μιας εθνικής διοικήσεως, η οποία οφείλει στην περίπτωση αυτή να διαβιβάσει στον OBPI την αίτηση που παρέλαβε (άρθρο 2.5, παράγραφοι 1 και 4, της CBPI). Ακριβώς για να αποφεύγεται μια τέτοια συγκέντρωση διεθνών δικαιοδοσιών, τα κράτη της Μπενελούξ θέσπισαν τους κανόνες που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4.6 της CBPI (βλ. υποσημείωση 49 των παρουσών προτάσεων).


87 –      Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης σχετικά με τη σύσταση και τον οργανισμό του Δικαστηρίου της Μπενελούξ (βλ. υποσημείωση 13 των παρουσών προτάσεων) και το άρθρο 1.15 της CBPI, τα δικαστήρια των τριών κρατών της Μπενελούξ μπορούν, ή ακόμα και οφείλουν, να υποβάλλουν στο εν λόγω δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων αυτής της διεθνούς πράξεως.


88 –      Ως προς αυτά τα όρια, βλ., ιδίως, υποσημείωση 84 των παρουσών προτάσεων.


89 –      Ως προς την ενδεχόμενη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4.6 της CBPI συμπληρωματικώς σε σχέση με αυτές του κανονισμού 44/2001, βλ. Schaafsma, S.J., όπ.π., σημείο 9.


90 –      Το περιεχόμενο των οποίων συνοψίζεται στην υποσημείωση 48 των παρουσών προτάσεων.


91 –      Βλ. ως προς το άρθρο 16, παράγραφος 4, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αντίστοιχο προς το άρθρο 22, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001, αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 1983, Duijnstee (288/82, EU:C:1983:326, σκέψεις 16 έως 19), και της 13ης Ιουλίου 2006, GAT (C‑4/03, EU:C:2006:457, σκέψη 14), καθώς και κατ’ αναλογίαn, ως προς το άρθρο 22, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Komu κ.λπ. (C‑605/14, EU:C:2015:833, σκέψη 23).


92 –      Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 44/2001. Ειδικότερα, το άρθρο 29 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι, «[ό]ταν περισσότερα δικαστήρια έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία», όπως θα μπορούσε να συμβεί αν το άρθρο 22, σημείο 4, του εν λόγω κανονισμού εφαρμοζόταν σε διαφορά αφορώσα ένα σήμα Μπενελούξ, «η διαπίστωση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας γίνεται υπέρ του δικαστηρίου που έχει πρώτο επιληφθεί».


93 –      Βλ. μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη σχέση ενός κανόνα αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, που διατυπώνεται στο άρθρο 22 του κανονισμού αυτού, με τον κανόνα περί εκκρεμοδικίας, που προβλέπεται στο άρθρο 27 αυτού, απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Weber (C‑438/12, EU:C:2014:212, σκέψεις 48 επ.).