Language of document : ECLI:EU:C:2016:804

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 26ης Οκτωβρίου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διαδικασίες αφερεγγυότητας – Κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000 – Άρθρο 5 – Έννοια των “εμπραγμάτων δικαιωμάτων τρίτων” – Δημόσιο βάρος επί των ακινήτων το οποίο εξασφαλίζει την είσπραξη του φόρου ακίνητης περιουσίας»

Στην υπόθεση C‑195/15,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό δικαστήριο, Γερμανία) με απόφαση της 12ης Μαρτίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Απριλίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης

SCI Senior Home, υπαχθείσα σε διαδικασία εξυγιάνσεως,

κατά

Gemeinde Wedemark,

Hannoversche Volksbank eG,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. L. da Cruz Vilaça, πρόεδρο τμήματος, M. Berger (εισηγήτρια), A. Borg Barthet, E. Levits και F. Biltgen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: M. Aleksejev, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Μαρτίου 2016,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Gavela Llopis,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Wilderspin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2000, L 160, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υπεβλήθη στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της SCI Senior Home, υπαχθείσας σε διαδικασία εξυγιάνσεως, εκπροσωπούμενης από τον Pierre Mulhaupt, υπό την ιδιότητα του ειδικού εντολοδόχου στη διαδικασία εξυγιάνσεως, και, αφετέρου, της Gemeinde Wedemark (Κοινότητας Wedemark, Γερμανία) και της Hannoversche Volksbank eG, σχετικής με την αναγκαστική εκποίηση ακινήτου, κυριότητας της Senior Home.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 24 και 25 του κανονισμού 1346/2000 έχουν ως εξής:

«(24) Η αυτόματη αναγνώριση μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας στην οποία εφαρμόζεται κανονικά το δίκαιο του κράτους έναρξης της διαδικασίας μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες δυνάμει των οποίων διεξάγονται κανονικά οι συναλλαγές στα […] κράτη μέλη. Για να προστατευθούν οι έννομες προσδοκίες και η ασφάλεια των συναλλαγών στα άλλα κράτη μέλη εκτός αυτού της έναρξης της διαδικασίας, θα πρέπει να προβλεφθούν ορισμένες εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα.

(25)      Είναι ιδιαίτερα αναγκαίο να προβλεφθούν για τα εμπράγματα δικαιώματα ειδικές συνδετικές έννοιες που θα παρεκκλίνουν από τη νομοθεσία του κράτους έναρξης, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά ενέχουν σημαντικό ρόλο στη χορήγηση πιστώσεων. Η αιτιολόγηση, η ισχύς και η εμβέλεια ενός τέτοιου εμπράγματου δικαιώματος θα πρέπει να καθορίζονται κανονικά δυνάμει του δικαίου της τοποθεσίας του πράγματος [και να μην επηρεάζονται από την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας]. Ο κάτοχος του εμπράγματου δικαιώματος θα πρέπει, επομένως, να μπορεί να αξιώσει περαιτέρω το διαχωρισμό της εγγύησης από τα περιουσιακά στοιχεία, ή τον ξεχωριστό διακανονισμό της. Εάν, επί των περιουσιακών στοιχείων, υφίστανται εμπράγματα δικαιώματα δυνάμει του δικαίου της τοποθεσίας του πράγματος σε ένα κράτος μέλος, αλλά η κύρια διαδικασία διεξάγεται σε άλλο κράτος μέλος, ο σύνδικος της κύριας διαδικασίας θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει την έναρξη δευτερεύουσας διαδικασίας από το αρμόδιο για τα εμπράγματα δικαιώματα δικαστήριο, εάν ο οφειλέτης έχει εγκατάσταση στο κράτος αυτό. Εάν δεν κινηθεί δευτερεύουσα διαδικασία, το πλεόνασμα της πώλησης του περιουσιακού στοιχείου που καλύπτεται από εμπράγματα δικαιώματα πρέπει να καταβληθεί στο σύνδικο της κύριας διαδικασίας.»

4        Το άρθρο 4 του κανονισμού 1346/2000, το οποίο επιγράφεται «Εφαρμοστέο δίκαιο», ορίζει:

«1.      Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου “κράτος έναρξης”.

2.      Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα:

[...]

στ)      τα αποτελέσματα της διαδικασί[α]ς αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών, εκτός αν υφίσταται εκκρεμοδικία·

[...]

i)      οι κανόνες διανομής του προϊόντος της ρευστοποιήσεως των περιουσιακών στοιχείων, η κατάταξη των απαιτήσεων και τα δικαιώματα των πιστωτών οι οποίοι ικανοποιήθηκαν εν μέρει μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, βάσει εμπραγμάτου δικαιώματος ή διά συμψηφισμού·

[...]».

5        Το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000, με τίτλο «Εμπράγματα δικαιώματα τρίτων», ορίζει:

«1.      Η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί πραγμάτων ή ασωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων (τόσο συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων όσο και περιουσιών, ως συνόλου που κατά καιρούς αλλάζει), ανηκόντων στον οφειλέτη και ευρισκόμενων σε άλλο κράτος μέλος κατά την έναρξη της διαδικασίας.

2.      Εμπράγματα δικαιώματα κατά την έννοια της παραγράφου 1 είναι:

α)      το δικαίωμα απευθείας ή μέσω τρίτου διάθεσης περιουσιακού στοιχείου και ικανοποίησης από το τίμημα ή τις προσόδους του, ιδίως δυνάμει ενεχύρου ή υποθήκης·

β)      το αποκλειστικό δικαίωμα είσπραξης μιας απαιτήσεως, και δη το δικαίωμα το οποίο είναι ασφαλισμένο είτε με ενέχυρο, αντικείμενο του οποίου είναι η απαίτηση, είτε με εκχώρηση της απαιτήσεως αυτής·

γ)      το δικαίωμα διεκδίκησης του περιουσιακού στοιχείου εις χείρας οιουδήποτε κατέχοντος ή καρπουμένου αντίθετα προς την επιθυμία του δικαιούχου ή/και επιστροφής του στον διεκδικούντα·

δ)      το εμπράγματο δικαίωμα καρπώσεως περιουσιακού στοιχείου.

3.      Εξομοιώνεται προς εμπράγματο δικαίωμα το δικαίωμα το εγγεγραμμένο σε δημόσιο βιβλίο και αντιτάξιμο έναντι τρίτων, διά του οποίου είναι δυνατή η απόκτηση εμπραγμάτου δικαιώματος, κατά την έννοια της παραγράφου 1.

[...]»

6        Κατά το άρθρο 39 του κανονισμού 1346/2000, με τίτλο «Δικαίωμα αναγγελίας των απαιτήσεων»:

«Οι πιστωτές οι έχοντες συνήθη διαμονή ή κατοικία ή έδρα σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος έναρξης, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών αρχών και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης των κρατών μελών, δικαιούνται να αναγγέλλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους, στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας.»

 Το γερμανικό δίκαιο

7        Το άρθρο 12 του Grundsteuergesetz (νόμου περί του φόρου ακίνητης περιουσίας, στο εξής: GrStG), το οποίο επιγράφεται «Εμπράγματη ασφάλεια», έχει ως εξής:

«Ο φόρος ακίνητης περιουσίας συνιστά δημόσιο βάρος επί του φορολογούμενου ακινήτου.»

8        Το άρθρο 77, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Abgabenordnung (φορολογικού κώδικα, στο εξής: AO) ορίζει:

«Οσάκις φόρος βαρύνει ως δημόσιο βάρος ακίνητο, ο κύριος του ακινήτου είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση επί του εν λόγω ακινήτου.»

9        Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του Zwangsversteigerungsgesetz (νόμου περί αναγκαστικής εκποιήσεως) ορίζει:

«Δικαίωμα ικανοποιήσεως από το προϊόν της εκποιήσεως του ακινήτου παρέχουν κατά την ακόλουθη σειρά κατατάξεως [...]:

[...]

3.      οι απαιτήσεις εξοφλήσεως των δημοσίων βαρών τα οποία φέρει το ακίνητο και τα οποία αφορούν ανεξόφλητες οφειλές των τελευταίων τεσσάρων ετών· προκειμένου για περιοδικές καταβολές, ιδίως φόρους ακίνητης περιουσίας, τόκους, προσαυξήσεις ή καταβολές δόσεων […] το εν λόγω προνόμιο χορηγείται μόνο για τις τρέχουσες οφειλές και για τις ανεξόφλητες οφειλές των τελευταίων δύο ετών […].

[...]»

 Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

10      Η Senior Home, γαλλικού δικαίου αστική εταιρία διαχειρίσεως ακινήτων, είναι κυρία ακινήτου κείμενου στο Wedemark (Γερμανία). Με απόφαση του tribunal de grande instance de Mulhouse (πρωτοδικείου Μυλούζης, Γαλλία) της 6ης Μαΐου 2013 η εν λόγω εταιρία υπήχθη σε διαδικασία εξυγιάνσεως («redressement judiciaire»).

11      Στις 15 Μαΐου 2013 η Κοινότητα Wedemark ζήτησε την αναγκαστική εκποίηση του ως άνω ακινήτου προκειμένου να επιτύχει την είσπραξη μη καταβληθέντων φόρων ακίνητης περιουσίας για το διάστημα από 1ης Οκτωβρίου 2012 έως την 30ή Ιουνίου 2013, ύψους 7 471,19 ευρώ, επικαλούμενη εκτελεστό τίτλο βασιζόμενο σε φορολογική απαίτηση.

12      Με απόφαση της 21ης Μαΐου 2013 το Amtsgericht Burgwedel (ειρηνοδικείο Burgwedel, Γερμανία) διέταξε την αναγκαστική εκποίηση του εν λόγω ακινήτου. Η ανακοπή που η Senior Home άσκησε κατά της εν λόγω αποφάσεως δεν ευδοκίμησε. Κατόπιν της απορρίψεως του ένδικου μέσου που άσκησε ενώπιον του Landgericht Hannover (περιφερειακού δικαστηρίου Αννόβερου, Γερμανία), η Senior Home, εκπροσωπούμενη από τον P. Mulhaupt υπό την ιδιότητα του ειδικού εντολοδόχου στη διαδικασία εξυγιάνσεώς της, προσέφυγε ενώπιον του Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακού δικαστηρίου, Γερμανία), ζητώντας, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως του Amtsgericht Burgwedel (ειρηνοδικείου Burgwedel) περί αναγκαστικής εκποιήσεως και, αφετέρου, την εξάλειψη της σχετικής εγγραφής από τα δημόσια βιβλία.

13      Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, συμφώνως προς το άρθρο 4 του κανονισμού 1346/2000, η διαδικασία αφερεγγυότητας που κινήθηκε κατά της Senior Home διέπεται από το γαλλικό δίκαιο. Δυνάμει του εν λόγω δικαίου, η έναρξη της διαδικασίας εξυγιάνσεως εμποδίζει κατ’ ουσίαν την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης αναγκαστική εκποίηση. Εντούτοις, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού 1346/2000, η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει τα εμπράγματα δικαιώματα πιστωτή ή τρίτου επί των κείμενων σε άλλο κράτος μέλος ακινήτων του οφειλέτη.

14      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, στο γερμανικό δίκαιο, οι απαιτήσεις εκ φόρων ακίνητης περιουσίας συνιστούν, συμφώνως προς το άρθρο 12 του GrStG, βάρη που διέπονται από το δημόσιο δίκαιο και αποτελούν περιουσιακά εμπράγματα δικαιώματα, ο δε κύριος του ακινήτου υποχρεούται, συμφώνως προς το άρθρο 77, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του AO, να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση, επί του εν λόγω ακινήτου, του τίτλου με τον οποίο βεβαιώνονται οι συγκεκριμένες απαιτήσεις. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το ζήτημα της υπάρξεως ή μη εμπράγματου δικαιώματος για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού πρέπει να κριθεί βάσει του γερμανικού δικαίου ή αν επιβάλλεται, αντιθέτως, η αυτοτελής ερμηνεία της έννοιας «εμπράγματο δικαίωμα».

15      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Άπτεται της κατ’ άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 έννοιας του εμπράγματου δικαιώματος εθνικός κανόνας όπως αυτός του άρθρου 12 του [GrStG], σε συνδυασμό με το άρθρο 77, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του [AO], κατά τον οποίο οι απαιτήσεις εκ φόρου ακίνητης περιουσίας συνιστούν εκ του νόμου δημόσιο βάρος επί του ακινήτου, με αποτέλεσμα ο κύριος του εν λόγω ακινήτου να υποχρεούται να ανεχθεί την επ’ αυτού αναγκαστική εκτέλεση;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

16      Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000, συνιστά «εμπράγματο δικαίωμα» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου ασφάλεια συστηνόμενη δυνάμει διατάξεως του εθνικού δικαίου, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία το ακίνητο του οφειλέτη φόρων ακίνητης περιουσίας βαρύνεται εκ του νόμου με δημόσιο βάρος και ο εν λόγω κύριος υποχρεούται να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση, επί του συγκεκριμένου ακινήτου, του τίτλου με τον οποίο βεβαιώνεται η φορολογική απαίτηση.

17      Επ’ αυτού υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 21 έως 23 των προτάσεών του, ο εν λόγω κανονισμός ακολουθεί πρότυπο «σχετικής καθολικότητας», κατά το οποίο, αφενός, εφαρμοστέο επί της διαδικασίας αφερεγγυότητας και επί των αποτελεσμάτων της δίκαιο είναι εκείνο του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας, ενώ, αφετέρου, προβλέπονται διάφορες εξαιρέσεις από τον εν λόγω κανόνα. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού προβλέπει μία εκ των εν λόγω εξαιρέσεων.

18      Όσον αφορά, συγκεκριμένα, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000, το οποίο ορίζει ότι η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει το εμπράγματο δικαίωμα πιστωτή ή τρίτου επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη που, κατά τον χρόνο ενάρξεως της διαδικασίας, ευρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η δικαιολογητική βάση, η ισχύς και η εμβέλεια ενός τέτοιου εμπράγματου δικαιώματος πρέπει κατά κανόνα να προσδιορίζονται δυνάμει του δικαίου του τόπου όπου ευρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο που αποτελεί αντικείμενο του εν λόγω δικαιώματος. Συνεπώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα που ορίζει ως εφαρμοστέο το δίκαιο του κράτους μέλους ενάρξεως, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 επιτρέπει την εφαρμογή επί του εμπράγματου δικαιώματος πιστωτή ή τρίτου επί ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του δικαίου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 2012, ERSTE Bank Hungary, C‑527/10, EU:C:2012:417, σκέψεις 40 έως 42, και της 16ης Απριλίου 2015, Lutz, C‑557/13, EU:C:2015:227, σκέψη 27).

19      Κατά συνέπεια, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το ζήτημα του χαρακτηρισμού του οικείου δικαιώματος ως «εμπράγματου» για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου, εν προκειμένω του γερμανικού δικαίου.

20      Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης βάρη επί ακινήτου συνιστούν περιουσιακά εμπράγματα δικαιώματα, δεδομένου ότι ο κύριος του βεβαρημένου ακινήτου υποχρεούται να ανεχθεί την επ’ αυτού αναγκαστική εκτέλεση του τίτλου με τον οποίο βεβαιώνεται η φορολογική απαίτηση. Εν πάση περιπτώσει, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, καθώς και να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο (απόφαση της 8ης Ιουνίου 2016, Hünnebeck, C‑479/14, EU:C:2016:412, σκέψη 36), προκειμένου να κρίνει αν η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης απαίτηση εκ φόρου ακίνητης περιουσίας δύναται να θεωρηθεί εμπράγματο δικαίωμα κατά το γερμανικό δίκαιο.

21      Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι δεν ορίζει την έννοια του εμπράγματου δικαιώματος, το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1346/2000 προσδιορίζει, μέσω παραδειγμάτων δικαιωμάτων που ο εν λόγω κανονισμός χαρακτηρίζει ως «εμπράγματα», το περιεχόμενο και, συνεπώς, τα όρια της προστασίας που η εν λόγω διάταξη παρέχει στα προνόμια, στις ασφάλειες ή στα λοιπά προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών δικαιώματα των πιστωτών αφερέγγυου οφειλέτη.

22      Συγκεκριμένα, όπως κατ’ ουσίαν επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 43 και 44 των προτάσεών του, προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του περιορισμού του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού στα «εμπράγματα» δικαιώματα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα δικαιώματα που θεωρούνται «εμπράγματα» κατά την οικεία εθνική νομοθεσία πρέπει, προκειμένου να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, να πληρούν ορισμένα κριτήρια.

23      Εν προκειμένω, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων για τις οποίες είναι αρμόδιο το αιτούν δικαστήριο, διαπιστώνεται ότι δικαίωμα όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης πληροί τα κριτήρια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000, καθόσον, αφενός, συνιστά βάρος το οποίο βαρύνει απευθείας και άμεσα φορολογούμενο ακίνητο και, αφετέρου, ο κύριος του ακινήτου υποχρεούται να ανεχθεί την επ’ αυτού αναγκαστική εκτέλεση, συμφώνως προς το άρθρο 77, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του AOC. Εξάλλου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 49 των προτάσεών του, στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, η φορολογική αρχή έχει, δυνάμει του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης δημοσίου βάρους, την ιδιότητα του προνομιούχου πιστωτή.

24      Τρίτον, η διαπίστωση αυτή δεν δύναται να τεθεί εν αμφιβόλω εκ του στοιχείου, το οποίο επισήμανε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, ότι, ως εξαίρεση από τον κανόνα που καθιερώνεται με το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, το εν λόγω άρθρο 5 πρέπει να τυγχάνει στενής ερμηνείας και ότι, ως εκ τούτου, αυτό καταλαμβάνει αποκλειστικώς τα εμπράγματα δικαιώματα που συστήνονται στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

25      Πράγματι, αφενός, μολονότι, κατά πάγια νομολογία, διάταξη η οποία εισάγει παρέκκλιση πρέπει να τυγχάνει στενής ερμηνείας, μέριμνα πρέπει να λαμβάνεται ούτως ώστε να μην καταλύεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της διατάξεως αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, BLV Wohn- und Gewerbebau, C‑395/11, EU:C:2012:799, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

26      Αφετέρου, ούτε το γράμμα των διατάξεων του κανονισμού 1346/2000 ούτε οι επιδιωκόμενοι από αυτόν σκοποί επιτρέπουν ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού αυτού ως μη καταλαμβάνοντος τα εμπράγματα δικαιώματα που συστήνονται εκτός του πλαισίου εμπορικής συναλλαγής.

27      Ως προς το γράμμα των οικείων διατάξεων, επισημαίνεται ότι το εν λόγω άρθρο 5 δεν περιέχει κανένα στοιχείο ικανό να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού επί τη βάσει της προελεύσεως του επίμαχου εμπράγματου δικαιώματος ή της φύσεως, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, της ασφαλιζόμενης με το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα απαιτήσεως.

28      Όσον αφορά τους επιδιωκόμενους από την εν λόγω διάταξη σκοπούς, από την αιτιολογική σκέψη 24 του κανονισμού 1346/2000 προκύπτει ότι οι εξαιρέσεις από τον κανόνα του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου, ο οποίος καθιερώνεται με το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, σκοπούν στην «προστα[σία] [των] [εννόμων] προσδοκ[ιών] και [της] ασφάλεια[ς] των συναλλαγών στα άλλα κράτη μέλη εκτός αυτού της έναρξης της διαδικασίας», ενώ η εμπορική φύση των οικείων δικαιωμάτων ή απαιτήσεων δεν ασκεί συναφώς επιρροή.

29      Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της αιτιολογικής σκέψεως 25 του κανονισμού 1346/2000, κατά την οποία είναι «ιδιαίτερα» αναγκαίο να προβλεφθούν για τα εμπράγματα δικαιώματα ειδικές συνδετικές έννοιες που θα παρεκκλίνουν από τη νομοθεσία του κράτους ενάρξεως, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη χορήγηση πιστώσεων, δεν δύναται να συναχθεί ότι η εξαίρεση αυτή καταλαμβάνει αποκλειστικώς τις εμπράγματες ασφάλειες που συστήνονται στο πλαίσιο και μόνον εμπορικών συμβάσεων ή συμβάσεων πιστώσεως. Τουναντίον, όπως φαίνεται, ενδεχόμενος περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 5 του ιδίου κανονισμού επί τη βάσει της εμπορικής προελεύσεως του οικείου εμπράγματου δικαιώματος θα ήταν αντίθετος προς τον ρητώς εκπεφρασμένο στην αιτιολογική σκέψη 24 του εν λόγω κανονισμού σκοπό προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας των συναλλαγών.

30      Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 κατά την οποία η εξαίρεση που το εν λόγω άρθρο εισάγει καταλαμβάνει αποκλειστικώς τα εμπράγματα δικαιώματα που συστήνονται στο πλαίσιο συναλλαγών εμπορικής ή πιστωτικής φύσεως θα οδηγούσε σε δυσμενή μεταχείριση των κατόχων εμπραγμάτων δικαιωμάτων συσταθέντων στο πλαίσιο συναλλαγών φύσεως άλλης, πλην εμπορικής.

31      Όπως, όμως, επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 64 έως 67 των προτάσεών του, ο κανονισμός 1346/2000 εδράζεται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των πιστωτών, καθώς και στην αρχή σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις αυτού πρέπει να εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της φύσεως, εμπορικής ή άλλης, των ασφαλισμένων με τα εμπράγματα δικαιώματα απαιτήσεων. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τη δυνατότητα των πιστωτών να αναγγέλλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, το άρθρο 39 του εν λόγω κανονισμού αποκλείει οιαδήποτε διάκριση των φορολογικών αρχών και των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως των διάφορων του κράτους στο έδαφος του οποίου άρχισε η διαδικασία αφερεγγυότητας κρατών μελών.

32      Υπό τις συνθήκες αυτές, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000, συνιστά «εμπράγματο δικαίωμα» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου ασφάλεια συστηνόμενη δυνάμει διατάξεως του εθνικού δικαίου, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία το ακίνητο του οφειλέτη φόρων ακίνητης περιουσίας βαρύνεται εκ του νόμου με δημόσιο βάρος και ο εν λόγω κύριος υποχρεούται να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση, επί του συγκεκριμένου ακινήτου, του τίτλου με τον οποίο βεβαιώνεται η φορολογική απαίτηση.

 Επί των δικαστικών εξόδων

33      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

Κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, συνιστά «εμπράγματο δικαίωμα» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου ασφάλεια συστηνόμενη δυνάμει διατάξεως του εθνικού δικαίου, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία το ακίνητο του οφειλέτη φόρων ακίνητης περιουσίας βαρύνεται εκ του νόμου με δημόσιο βάρος και ο εν λόγω κύριος υποχρεούται να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση, επί του συγκεκριμένου ακινήτου, του τίτλου με τον οποίο βεβαιώνεται η φορολογική απαίτηση.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.