Language of document : ECLI:EU:C:2016:856

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

10 Νοεμβρίου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαίωμα του δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα – Δικαίωμα εκμισθώσεως και δικαίωμα δανεισμού προστατευόμενων έργων – Οδηγία 2006/115/ΕΚ – Άρθρο 1, παράγραφος 1 – Δανεισμός αντιγράφων έργων – Άρθρο 2, παράγραφος 1 – Δανεισμός αντικειμένων – Δανεισμός αντιγράφου βιβλίου σε ψηφιακή μορφή – Δημόσιες βιβλιοθήκες»

Στην υπόθεση C‑174/15,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 1ης Απριλίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Απριλίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης

Vereniging Openbare Bibliotheken

κατά

Stichting Leenrecht,

παρισταμένης της:

Vereniging Nederlands Uitgeversverbond,

Stichting LIRA,

Stichting Pictoright,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, Μ. Βηλαρά, J. Malenovský (εισηγητή), M. Safjan και D. Šváby, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Μαρτίου 2016,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Vereniging Openbare Bibliotheken, εκπροσωπούμενη από τους P. de Leeuwe και D. Visser, advocaten,

–        η Vereniging Nederlands Uitgeversverbond, εκπροσωπούμενη από τους C. Alberdingk Thijm και C. de Vries, advocaten,

–        η Stichting LIRA και η Stichting Pictoright, εκπροσωπούμενες από τους J. Seignette, M. van Heezik, G. van der Wal και M. Kingma, advocaten,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την S. Šindelková καθώς και από τους D. Hadroušek και M. Smolek,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και J. Möller καθώς και από την D. Kuon,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη Γ. Αλεξάκη,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Segoin, G. de Bergues και D. Colas,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους G. Palmieri, επικουρούμενο από τον S. Fiorentino και την A. Collabolletta, avvocati dello Stato,

–        η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. Kalniņš και την D. Pelše,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes και T. Rendas,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την J. Kraehling, επικουρούμενη από τον N. Saunders, barrister,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους F. Wilman και T. Scharf καθώς και από την J. Samnadda,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουνίου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10), καθώς και του άρθρου 1, παράγραφος 1, του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ 2006, L 376, σ. 28).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Vereniging Openbare Bibliotheken (ενώσεως δημοσίων βιβλιοθηκών, στο εξής: VOB) και του Stichting Leenrecht (ιδρύματος για το δικαίωμα δανεισμού, στο εξής: Stichting), λόγω ενδεχόμενης προσβολής του αποκλειστικού δικαιώματος δανεισμού του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

3        Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) συνήψε στη Γενεύη, στις 20 Δεκεμβρίου 1996, τη Συνθήκη του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία (στο εξής: Συνθήκη του ΠΟΔΙ). Η συνθήκη αυτή εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2000/278/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2000 (ΕΕ 2000, L 89, σ. 6).

4        Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της συνθήκης αυτής ορίζει τα εξής:

«Οι δημιουργοί:

i)      προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών,

ii)      κινηματογραφικών έργων και

iii)      έργων που έχουν ενσωματωθεί σε φωνογραφήματα, όπως ορίζονται στην εθνική νομοθεσία των συμβαλλομένων μερών,

έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν την εμπορική εκμίσθωση στο κοινό του πρωτοτύπου ή των αντιτύπων των έργων τους.»

5        Η διπλωματική συνδιάσκεψη που θέσπισε τη Συνθήκη του ΠΟΔΙ εξέδωσε επίσης, μεταξύ άλλων εγγράφων, την «κοινή δήλωση όσον αφορά τα άρθρα 6 και 7», που προσαρτάται στην εν λόγω συνθήκη (στο εξής: κοινή δήλωση που προσαρτάται στη Συνθήκη του ΠΟΔΙ) και έχει ως εξής:

«Οι εκφράσεις “αντίτυπα” και “πρωτότυπα και αντίτυπα” σε σχέση με το δικαίωμα διανομής και το δικαίωμα μίσθωσης που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα αναφέρονται αποκλειστικά στα υλικά ενσωματωμένα αντίτυπα τα οποία μπορούν να τεθούν σε κυκλοφορία ως ενσώματα αντικείμενα.»

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2001/29

6        Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 9 της οδηγίας 2001/29:

«(2)      Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κέρκυρας, στις 24 και 25 Ιουνίου 1994, επισήμανε την αναγκαιότητα ενός γενικού και ευέλικτου νομικού πλαισίου σε κοινοτικό επίπεδο που θα ευνοεί την ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας στην Ευρώπη. Τούτο απαιτεί, κυρίως, την ύπαρξη εσωτερικής αγοράς για τα νέα προϊόντα και τις νέες υπηρεσίες. Έχει ήδη θεσπισθεί ή προωθείται προς θέσπιση σημαντική κοινοτική νομοθεσία για τη διαμόρφωση του εν λόγω ρυθμιστικού πλαισίου. Το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι προστατεύουν και προωθούν τον σχεδιασμό και την εμπορία νέων προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και τη δημιουργία και εκμετάλλευση του δημιουργικού περιεχομένου τους. 

[…]

(9)      Κάθε εναρμόνιση του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων πρέπει να βασίζεται σε υψηλό επίπεδο προστασίας, διότι τα εν λόγω δικαιώματα είναι ουσιώδη για την πνευματική δημιουργία. Η προστασία τους συμβάλλει στη διατήρηση και ανάπτυξη της δημιουργικότητας προς όφελος των δημιουργών, των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών, των καταναλωτών, του πολιτισμού, της βιομηχανίας και του κοινού γενικότερα. Ως εκ τούτου, η πνευματική ιδιοκτησία έχει αναγνωρισθεί ως αναπόσπαστο μέρος της ιδιοκτησίας.»

7        Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:

«Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11, η παρούσα οδηγία ουδόλως θίγει τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις σχετικά με:

[…]

β)      το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας·

[…]».

8        Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Δικαίωμα διανομής», προβλέπει:

«1.      Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά το πρωτότυπο ή αντίγραφο των έργων τους, το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διανομή τους στο κοινό με οποιαδήποτε μορφή μέσω πώλησης ή άλλως.

2.      Το δικαίωμα διανομής του πρωτοτύπου ή των αντιγράφων ενός έργου εντός της [Ένωσης] αναλώνεται μόνο εάν η πρώτη πώληση ή η κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του έργου αυτού εντός της [Ένωσης] πραγματοποιείται από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.»

 Η οδηγία 2006/115

9        Η οδηγία 2006/115 κωδικοποίησε και κατήργησε την οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμισθώσεως, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ 1992, L 346, σ. 61).

10      Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 5, 7, 8 και 14 της οδηγίας 2006/115 έχουν ως εξής:

«(2)      Η εκμίσθωση και ο δανεισμός των έργων που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία και του υλικού που προστατεύεται από τα συγγενικά δικαιώματα διαδραματίζει όλο και σημαντικότερο ρόλο, ιδίως για τους δημιουργούς, τους καλλιτέχνες και τους παραγωγούς φωνογραφημάτων και ταινιών και η πειρατεία καθίσταται αυξανόμενη απειλή.

(3)      Η προσήκουσα προστασία των έργων που καλύπτονται από την πνευματική ιδιοκτησία και του προστατευόμενου αντικειμένου των συγγενικών δικαιωμάτων μέσω των δικαιωμάτων εκμίσθωσης και δανεισμού, καθώς και η προστασία του αντικειμένου των συγγενικών δικαιωμάτων μέσω του δικαιώματος υλικής ενσωμάτωσης, του δικαιώματος διανομής, του δικαιώματος ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και παρουσίασης στο κοινό είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως θεμελιώδους σημασίας για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της [Ένωσης].

(4)      Η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων πρέπει να προσαρμόζεται στις νέες οικονομικές εξελίξεις, όπως για παράδειγμα οι νέες μορφές εκμετάλλευσης.

(5)      Για τη συνέχεια του δημιουργικού και καλλιτεχνικού έργου των δημιουργών και των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών είναι αναγκαία η ύπαρξη επαρκούς εισοδήματος και οι επενδύσεις που απαιτούνται, ιδίως για την παραγωγή φωνογραφημάτων και ταινιών, είναι ιδιαίτερα υψηλές και ριψοκίνδυνες. Η δυνατότητα πραγματοποίησης του εν λόγω εισοδήματος και απόσβεσης των επενδυόμενων ποσών μπορεί να διασφαλιστεί αποτελεσματικά μόνο με την ενδεδειγμένη έννομη προστασία των εν λόγω δικαιούχων.

[…]

(7)      Πρέπει να υπάρξει προσέγγιση στις νομοθεσίες των κρατών μελών, με τρόπο που να μην αντιβαίνει στις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες βασίζεται η πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα πολλών κρατών μελών. 

(8)      Το νομικό πλαίσιο [της Ένωσης] για το δικαίωμα εκμίσθωσης και δανεισμού καθώς και για ορισμένα συγγενικά δικαιώματα μπορεί να ορίζει απλώς ότι τα κράτη μέλη προβλέπουν δικαιώματα σχετικά με την εκμίσθωση και τον δανεισμό για ορισμένες κατηγορίες δικαιούχων και, επιπλέον, προβλέπουν δικαιώματα υλικής ενσωμάτωσης, αναπαραγωγής, διανομής, ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης και παρουσίασης στο κοινό για ορισμένες κατηγορίες δικαιούχων στο πεδίο προστασίας των συγγενικών δικαιωμάτων·

[…]

(14)      Είναι επίσης αναγκαίο να προστατεύονται τουλάχιστον τα δικαιώματα των δημιουργών όσον αφορά το δημόσιο δανεισμό, με τη θέσπιση ειδικού καθεστώτος Πάντως, όσα μέτρα έχουν ληφθεί κατά παρέκκλιση από το αποκλειστικό δικαίωμα δημόσιου δανεισμού θα πρέπει να συμφωνούν ιδίως με το άρθρο 12 της συνθήκης.»

11      Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, τα κράτη μέλη παρέχουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 6, δικαίωμα συναίνεσης ή απαγόρευσης για την εκμίσθωση και τον δανεισμό πρωτοτύπων και αντιγράφων έργων που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία και άλλων αντικειμένων που μνημονεύονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1.

2.      Τα δικαιώματα κατά την παράγραφο 1 δεν εξαντλούνται από οποιαδήποτε πώληση, ή άλλη πράξη διανομής πρωτοτύπων και αντιγράφων έργων που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία και άλλων αντικειμένων που μνημονεύονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1.»

12      Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)      ως “εκμίσθωση” νοείται η διάθεση προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα και για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος·

β)      ως “δανεισμός” νοείται η διάθεση προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, και όχι για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος, όταν γίνεται από ιδρύματα που είναι ανοιχτά στο κοινό·

[…]».

13      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας προβλέπει:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από το αποκλειστικό δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 1 όσον αφορά τον δημόσιο δανεισμό, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον οι δημιουργοί λαμβάνουν αμοιβή για τον δανεισμό αυτό. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να καθορίζουν την αμοιβή λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους πολιτιστικής προαγωγής.»

 Το ολλανδικό δίκαιο

14      Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του Auteurswet (νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας), της 23ης Σεπτεμβρίου 1912 (στο εξής: Aw), ορίζει:

«Ως λογοτεχνικά, επιστημονικά ή καλλιτεχνικά έργα νοούνται κατά τον παρόντα νόμο:

1°.      τα βιβλία, τα φυλλάδια, οι εφημερίδες, τα περιοδικά και όλα τα άλλα γραπτά·

[…]

και εν γένει κάθε προϊόν του λογοτεχνικού, επιστημονικού ή καλλιτεχνικού τομέα, ανεξαρτήτως τρόπου ή μορφής εκφράσεως.»

15      Το άρθρο 12 του Aw ορίζει:

«1.      Η δημοσιοποίηση ενός λογοτεχνικού, επιστημονικού ή καλλιτεχνικού έργου περιλαμβάνει:

[…]

3°      την εκμίσθωση ή τον δανεισμό του συνόλου ή ενός τμήματος ενός αντιτύπου του έργου, πλην των έργων αρχιτεκτονικής και των έργων εφαρμοσμένης τέχνης, ή αναπαραγωγής του, που έχει τεθεί σε κυκλοφορία από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του·

[…]

3.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ο “δανεισμός” έχει την έννοια της διαθέσεως προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, και όχι για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος, όταν γίνεται από ιδρύματα που είναι ανοιχτά στο κοινό.

[…]»

16      Κατά το άρθρο 15c, παράγραφος 1, του Aw:

«Δεν λογίζεται ως προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού επί ενός λογοτεχνικού, επιστημονικού ή καλλιτεχνικού έργου, ο δανεισμός υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, σημείο 3°, του συνόλου ή ενός τμήματος ενός αντιτύπου του έργου, ή αναπαραγωγής του, που τίθεται σε κυκλοφορία από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του, εφόσον εκείνος ο οποίος προβαίνει σε αυτόν τον δανεισμό ή τον αναθέτει σε άλλον, καταβάλλει εύλογη αμοιβή. […]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

17      Η VOB εκπροσωπεί, στις Κάτω Χώρες, τα συμφέροντα του συνόλου των δημοσίων βιβλιοθηκών.

18      Οι βιβλιοθήκες αυτές δανείζουν βιβλία σε έντυπη μορφή και, ως αντάλλαγμα, καταβάλλουν ένα κατ’ αποκοπήν ποσό στο Stichting, ίδρυμα επιφορτισμένο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης (Κάτω Χώρες) με την είσπραξη της οφειλόμενης λόγω δανεισμού αμοιβής.

19      Το Stichting διανέμει τις εισπραττόμενες αμοιβές στους δικαιούχους, επί τη βάσει ενός κανονισμού διανομής, μέσω των οργανώσεων συλλογικής διαχειρίσεως, όπως το Stichting LIRA, που είναι επιφορτισμένο με τη διαχείριση των δικαιωμάτων επί των λογοτεχνικών, θεατρικών και μουσικο-θεατρικών έργων, και το Stichting Pictoright, που είναι επιφορτισμένο με τη διαχείριση των δικαιωμάτων επί εικαστικών έργων όπως εκείνα που φιλοτεχνούν οι καλλιτέχνες των πλαστικών τεχνών, οι φωτογράφοι, οι εικονογράφοι, οι στυλίστες και οι αρχιτέκτονες.

20      Κατά την ολλανδική νομοθεσία, το ύψος της αμοιβής λόγω του δανεισμού καθορίζεται από το Stichting Onderhandelingen Leenvergoedingen (στο εξής: StOL), ίδρυμα στο οποίο έχει ανατεθεί η αποστολή αυτή από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

21      Ενώ το ζήτημα κατά πόσον ο ψηφιακός δανεισμός ενός ηλεκτρονικού βιβλίου εμπίπτει ή όχι στην εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 15c του Aw εξετάζεται εντός του StOL από το 2004, το διοικητικό συμβούλιο του StOL αποφάσισε εν τέλει, στο πλαίσιο συνεδριάσεως που έλαβε χώρα στις 24 Μαρτίου 2010, να δώσει αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό.

22      Περαιτέρω, κατόπιν αιτήματος του Υπουργού Παιδείας, Πολιτισμού και Επιστημών (Κάτω Χώρες), το Instituut voor Informatierecht van de Universiteit van Amsterdam (Ινστιτούτο Δικαίου της Πληροφορικής του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) και το γραφείο μελετών SEO συνέταξαν έκθεση της οποίας το πόρισμα ήταν επίσης ότι ο ψηφιακός δανεισμός ηλεκτρονικών βιβλίων από τις βιβλιοθήκες δεν εμπίπτει στην εν λόγω εξαίρεση.

23      Βάσει της εκθέσεως αυτής, η Ολλανδική Κυβέρνηση συνέταξε νομοσχέδιο για τις βιβλιοθήκες προβλέποντας, για τον εξ αποστάσεως ψηφιακό δανεισμό ηλεκτρονικών βιβλίων, τη δημιουργία εθνικής ψηφιακής βιβλιοθήκης. Αυτό το νομοσχέδιο λαμβάνει ως σημείο αφετηρίας του ότι οι ψηφιακοί δανεισμοί ηλεκτρονικών βιβλίων δεν εμπίπτουν στην ίδια αυτή εξαίρεση.

24      Επί του παρόντος, οι δημόσιες βιβλιοθήκες διαθέτουν ηλεκτρονικά βιβλία μέσω διαδικτύου, βάσει συμφωνιών αδειοδοτήσεως με τους δικαιούχους.

25      Η VOB, έχοντας επιφυλάξεις ως προς αυτό το νομοσχέδιο, προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ζητώντας κατ’ ουσίαν από αυτό να αποφανθεί ότι ο παρών νόμος περί πνευματικής ιδιοκτησίας καλύπτει ήδη τον ψηφιακό δανεισμό.

26      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rechtbank Den Haag (Πρωτοδικείο Χάγης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 να ερμηνευθούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε ο όρος “δανεισμός”, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, να καλύπτει επίσης τη διάθεση προς χρήση, όχι για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος, μυθιστορημάτων, συλλογών διηγημάτων, βιογραφιών, ταξιδιωτικών αφηγημάτων, παιδικών βιβλίων και νεανικής λογοτεχνίας που προστατεύονται με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, όταν η διάθεση αυτή πραγματοποιείται από ίδρυμα ανοιχτό στο κοινό

–        με την τοποθέτηση αντιγράφου σε ψηφιακή μορφή (αναπαραγωγή Α) στον διακομιστή του ιδρύματος και με την παροχή σε χρήστη της δυνατότητας να αναπαραγάγει μέσω μεταφορτώσεως το αντίγραφο στον δικό του υπολογιστή (αναπαραγωγή Β),

–        όταν το αντίγραφο που ο χρήστης δημιούργησε κατά τη μεταφόρτωση (αναπαραγωγή Β), μετά την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί, και

–        όταν άλλοι χρήστες κατά τη διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος δεν μπορούν να μεταφορτώσουν στον υπολογιστή τους το αντίγραφο (αναπαραγωγή Α);

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μήπως το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/115 και/ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη του δικαίου της Ένωσης εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εξαρτήσουν την εφαρμογή τού κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/115 περιορισμού του δικαιώματος δανεισμού από την προϋπόθεση ότι το αντίγραφο του έργου που διατίθεται από το ίδρυμα (αναπαραγωγή Α) ετέθη σε κυκλοφορία με πρώτη πώληση ή με κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του αντιγράφου αυτού εντός της Ένωσης από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, τάσσει το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/115 και άλλες απαιτήσεις σχετικά με την προέλευση του αντιγράφου που διατίθεται από το ίδρυμα (αναπαραγωγή Α), όπως π.χ. την απαίτηση το αντίγραφο αυτό να ελήφθη από νόμιμη πηγή;

4)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, πρέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η κατά την εν λόγω διάταξη έκφραση “πρώτη πώληση ή κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας” ενός αντικειμένου περιλαμβάνει επίσης τη διάθεση προς χρήση, εξ αποστάσεως μέσω μεταφορτώσεως, για απεριόριστο χρονικό διάστημα ενός σε ψηφιακή μορφή αντιγράφου μυθιστορημάτων, συλλογής διηγημάτων, βιογραφιών, ταξιδιωτικών αφηγημάτων, παιδικών βιβλίων και νεανικής λογοτεχνίας που προστατεύονται με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

27      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο όρος «δανεισμός», όπως νοείται στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών, καλύπτει τον δανεισμό αντιγράφου βιβλίου σε ψηφιακή μορφή, οσάκις ο δανεισμός αυτός πραγματοποιείται διά της τοποθετήσεως του αντιγράφου αυτού στον διακομιστή δημόσιας βιβλιοθήκης και της παροχής στον ενδιαφερόμενο χρήστη της δυνατότητας να αναπαραγάγει το εν λόγω αντίγραφο μέσω μεταφορτώσεως στον δικό του υπολογιστή, εξυπακουομένου ότι μόνον ένα αντίγραφο μπορεί να μεταφορτωθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου δανεισμού και ότι, άμα τη λήξει της περιόδου αυτής, το αντίγραφο που έχει μεταφορτωθεί από τον χρήστη αυτόν δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί από αυτόν.

28      Πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115, δυνάμει του οποίου «τα κράτη μέλη παρέχουν […] το δικαίωμα συναίνεσης ή απαγόρευσης […] τον δανεισμό πρωτοτύπων και αντιγράφων έργων που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία και άλλων αντικειμένων», δεν διευκρινίζει εάν η έννοια των «αντιγράφων έργων», κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει και αυτά τα οποία δεν ενσωματώνονται σε υλικό μέσο, όπως είναι τα ψηφιακά αντίγραφα.

29      Αφετέρου, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγία αυτής ορίζει την έννοια του «δανεισμού» ως τη διάθεση αντικειμένων προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, και όχι για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος, όταν γίνεται από ιδρύματα που είναι ανοιχτά στο κοινό. Εντούτοις, δεν συνάγεται από τη διάταξη αυτή ότι τα αντικείμενα περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν και τα άυλα αντικείμενα, όπως είναι αυτά που έχουν ψηφιακό χαρακτήρα.

30      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει, κατ’ αρχάς, να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι να μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό, εν πάση περιπτώσει, του δανεισμού ψηφιακών αντιγράφων και άυλων αντικειμένων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/115.

31      Συναφώς, πρώτον, από την αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2006/115 συνάγεται ότι αυτή εξεδόθη προκειμένου, μεταξύ άλλων, «να υπάρξει προσέγγιση στις νομοθεσίες των κρατών μελών, με τρόπο που να μην αντιβαίνει στις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες βασίζεται η πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα πολλών κρατών μελών».

32      Ωστόσο, μεταξύ των συμβάσεων τις οποίες πρέπει να τηρεί η εν λόγω οδηγία περιλαμβάνεται, ειδικότερα, η Συνθήκη του ΠΟΔΙ, στην οποία η Ένωση καθώς και όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη.

33      Ως εκ τούτου, οι έννοιες των «αντικειμένων» και των «αντιγράφων» της οδηγίας 2006/115 πρέπει να ερμηνευθούν υπό το φως ισοδύναμων εννοιών που περιέχονται στη Συνθήκη του ΠΟΔΙ (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, SCF, C‑135/10, EU:C:2012:140, σκέψη 55).

34      Ωστόσο, κατά την κοινή δήλωση, που προσαρτάται στη Συνθήκη του ΠΟΔΙ, οι έννοιες του «πρωτοτύπου» και των «αντιτύπων» του άρθρου 7 της συνθήκης αυτής, σχετικά με το δικαίωμα εκμισθώσεως, αναφέρονται «αποκλειστικά στα υλικά ενσωματωμένα αντίτυπα τα οποία μπορούν να τεθούν σε κυκλοφορία ως ενσώματα αντικείμενα». Εντεύθεν συνάγεται ότι εξαιρούνται από το δικαίωμα εκμισθώσεως, που προβλέπει η εν λόγω συνθήκη, τα άυλα αντικείμενα καθώς και τα μη ενσωματωμένα σε υλικό μέσο αντίτυπα, όπως είναι τα ψηφιακά αντίγραφα.

35      Ως εκ τούτου, ο όρος «εκμίσθωση» αντικειμένων του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά αποκλειστικώς τα ενσώματα αντικείμενα, ο δε όρος «αντίγραφα» του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής υπό την έννοια ότι αφορά, σε σχέση με την εκμίσθωση, αποκλειστικώς τα ενσωματωμένα σε υλικό μέσο αντίγραφα.

36      Ωστόσο, μολονότι ο τίτλος της οδηγίας 2006/115 κάνει λόγο, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, για «το δικαίωμα εκμίσθωσης [και] το δικαίωμα δανεισμού», στον ενικό αριθμό, και μολονότι αυτή διέπει, κατά κανόνα, από κοινού, τις διάφορες πτυχές ενός τέτοιου δικαιώματος όπως είναι το καθεστώς της εκμισθώσεως και του δανεισμού, εντούτοις δεν προκύπτει εντεύθεν ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν κατ’ ανάγκην να προσδώσει την ίδια σημασία στις έννοιες των «αντικειμένων» και των «αντιγράφων», είτε πρόκειται για το καθεστώς της εκμισθώσεως είτε για αυτό του δανεισμού, συμπεριλαμβανομένου του δημόσιου δανεισμού κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγία αυτής.

37      Πράγματι, αφενός, οι αιτιολογικές σκέψεις 3 και 8 της εν λόγω οδηγίας δεν αναφέρονται, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, στο «δικαίωμα εκμισθώσεως και δανεισμού», στον ενικό αριθμό, αλλά στα «δικαιώματα» εκμισθώσεως και δανεισμού, στον πληθυντικό αριθμό.

38      Αφετέρου, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2006/115, ο νομοθέτης της Ένωσης προσπάθησε να ορίσει χωριστά τις έννοιες «εκμίσθωση» αντικειμένων και «δανεισμός» αντικειμένων. Έτσι, τα αντικείμενα τα οποία αφορά η εκμίσθωση δεν είναι κατ’ ανάγκην τα ίδια με αυτά που αφορά ο δανεισμός.

39      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, μολονότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, τα άυλα αντικείμενα και τα μη ενσωματωμένα σε υλικό μέσο αντίτυπα, όπως είναι τα ψηφιακά αντίγραφα, πρέπει να εξαιρούνται από το δικαίωμα της εκμισθώσεως, που διέπεται από την οδηγία 2006/115, προκειμένου να μην παραβιαστεί η κοινή δήλωση που προσαρτάται στη Συνθήκη του ΠΟΔΙ, ούτε αυτή η συνθήκη ούτε αυτή η κοινή δήλωση αποκλείουν την κατά περίπτωση ερμηνεία του όρου «δανεισμός» αντικειμένων της οδηγίας αυτής υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης ορισμένες μορφές δανεισμού που πραγματοποιούνται σε ψηφιακή μορφή.

40      Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί, όπως προελέχθη στη σκέψη 9 της παρούσας αποφάσεως, ότι η οδηγία 2006/115 κωδικοποιεί και επαναλαμβάνει τις διατάξεις της οδηγίας 92/100 με ταυτόσημη κατ’ ουσίαν διατύπωση προς αυτήν. Ωστόσο, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 92/100 δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο δανεισμός που πραγματοποιείται σε ψηφιακή μορφή θα έπρεπε να εξαιρείται, εν πάση περιπτώσει, από το πεδίο εφαρμογής της.

41      Βεβαίως, η αιτιολογική έκθεση της προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου περί του δικαιώματος εκμίσθωσης, του δικαιώματος δανεισμού και ορισμένων δικαιωμάτων συγγενικών με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας [COM(90) 586 τελικό] μνημονεύει την επιθυμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αποκλείσει τη μέσω διαβιβάσεως ηλεκτρονικών δεδομένων διάθεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/100.

42      Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι η Επιτροπή προτίθετο να εφαρμόσει μια τέτοια εξαίρεση στα αντίγραφα βιβλίων σε ψηφιακή μορφή. Αφενός, τα μνημονευόμενα σε αυτήν την αιτιολογική έκθεση παραδείγματα αφορούσαν αποκλειστικώς την ηλεκτρονική διαβίβαση ταινιών. Αφετέρου, κατά τον χρόνο συντάξεως της εν λόγω αιτιολογικής εκθέσεως, τα αντίγραφα βιβλίων σε ψηφιακή μορφή δεν αποτελούσαν το αντικείμενο τέτοιας χρήσεως ώστε να μπορεί βασίμως να υποτεθεί ότι είχαν ληφθεί υπ’ όψιν σιωπηρώς από την Επιτροπή.

43      Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιθυμία που διατύπωσε η Επιτροπή στην ίδια αιτιολογική έκθεση ουδόλως βρίσκει άμεση ανταπόκριση στο ίδιο το κείμενο της προτάσεως που οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 92/100 ή στην οδηγία αυτή.

44      Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις συνάγεται ότι ουδείς αποφασιστικός λόγος συντρέχει ώστε να αποκλειστεί, εν πάση περιπτώσει, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/115 ο δανεισμός ψηφιακών αντιγράφων και άυλων αντικειμένων.

45      Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται εξάλλου από τον επιδιωκόμενο με την οδηγία 2006/115 σκοπό. Πράγματι, η αιτιολογική σκέψη της 4 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η πνευματική ιδιοκτησία πρέπει να προσαρμόζεται στις νέες οικονομικές εξελίξεις, όπως είναι για παράδειγμα οι νέες μορφές εκμεταλλεύσεως. Ωστόσο, ο δανεισμός που πραγματοποιείται σε ψηφιακή μορφή εμπίπτει αναμφισβήτητα σε αυτές τις νέες μορφές εκμεταλλεύσεως και, ως εκ τούτου, καθιστά αναγκαία την προσαρμογή της πνευματικής ιδιοκτησίας στις νέες οικονομικές πραγματικότητες.

46      Περαιτέρω, ο καθ’ ολοκληρίαν αποκλεισμός από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/115 του δανεισμού σε ψηφιακή μορφή θα αντέβαινε στη γενική αρχή που επιβάλλει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας υπέρ των δημιουργών.

47      Μολονότι είναι αληθές ότι αυτή η γενική αρχή εμμέσως μόνον απαντά στην αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2006/115, εντούτοις επισημαίνεται με έμφαση στην οδηγία 2001/29, δεδομένου ότι η αιτιολογική σκέψη της 9 διαλαμβάνει ότι κάθε εναρμόνιση του δικαιώματος του δημιουργού πρέπει να βασίζεται «σε υψηλό επίπεδο προστασίας».

48      Έτσι, μια τέτοια γενική αρχή πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν για την ερμηνεία των οδηγιών οι οποίες σκοπούν, όπως η οδηγία 2006/115, να εναρμονίσουν τις διάφορες πτυχές της πνευματικής ιδιοκτησίας, επιδιώκοντας ταυτόχρονα έναν πιο περιορισμένο σκοπό από αυτόν της οδηγίας 2001/29.

49      Υπό το πρίσμα της εκτιμήσεως που παρατίθεται στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει εν συνεχεία να εξεταστεί εάν ο δημόσιος δανεισμός αντιγράφου βιβλίου σε ψηφιακή μορφή, που πραγματοποιείται υπό τις προϋποθέσεις που παραθέτει το υποβληθέν ερώτημα, μπορεί να εμπίπτει στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115.

50      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115, στον βαθμό που συνιστά παρέκκλιση από το αποκλειστικό δικαίωμα δανεισμού που προβλέπει το άρθρο 1 της οδηγία αυτής, πρέπει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να αποτελεί αντικείμενο συσταλτικής ερμηνείας, εντούτοις η διδόμενη ερμηνεία πρέπει επίσης να μη θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εξαιρέσεως που έχει τεθεί και να μην έρχεται σε αντίθεση προς τον σκοπό της (βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2011, Football Association Premier League κ.λπ., C‑403/08 και C‑429/08, EU:C:2011:631, σκέψεις 162 και 163, καθώς και της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Painer, C‑145/10, EU:C:2011:798, σκέψη 133).

51      Λαμβανομένης υπ’ όψιν της σημασίας του δημόσιου δανεισμού ψηφιακών βιβλίων και προκειμένου να διασφαλιστεί τόσο η πρακτική αποτελεσματικότητα της παρεκκλίσεως για τον δημόσιο δανεισμό την οποία προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 (στο εξής: εξαίρεση περί δημόσιου δανεισμού) όσο και η συμβολή της εξαιρέσεως αυτής στην πολιτιστική προαγωγή, δεν μπορεί ως εκ τούτου να αποκλειστεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 εφαρμόζεται στην περίπτωση που η ενέργεια στην οποία προβαίνει βιβλιοθήκη ανοιχτή στο κοινό έχει, ιδίως υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που καθιερώνει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, χαρακτηριστικά παρεμφερή, κατ’ ουσίαν, με αυτά του δανεισμού έντυπων έργων.

52      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του υποβληθέντος ερωτήματος, η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά τον δανεισμό αντιγράφου βιβλίων σε ψηφιακή μορφή που πραγματοποιείται διά της τοποθετήσεώς του στον διακομιστή δημόσιας βιβλιοθήκης και της παροχής στον χρήστη της δυνατότητας να αναπαραγάγει το εν λόγω αντίγραφο μέσω μεταφορτώσεως στον δικό του υπολογιστή, εξυπακουομένου ότι μόνον ένα αντίγραφο μπορεί να μεταφορτωθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου δανεισμού και ότι, άμα τη λήξει της περιόδου αυτής, το αντίγραφο που μεταφορτώθηκε από τον εν λόγω χρήστη δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί από αυτόν.

53      Ωστόσο, μια τέτοια ενέργεια πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει, ιδίως υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/115, χαρακτηριστικά παρεμφερή, κατ’ ουσίαν, με αυτά του δανεισμού έντυπων έργων, στον βαθμό που, αφενός, ο περιορισμός των ταυτόχρονων δυνατοτήτων μεταφορτώσεως σε ένα μόνον αντίγραφο συνεπάγεται ότι η ικανότητα δανεισμού της οικείας βιβλιοθήκης δεν υπερβαίνει αυτήν που θα είχε σε σχέση με ένα έντυπο έργο και στον βαθμό που, αφετέρου, ο δανεισμός αυτός δεν πραγματοποιείται παρά μόνο για χρονικώς περιορισμένη διάρκεια.

54      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η απάντηση που προσήκει στο πρώτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο όρος «δανεισμός», όπως νοείται στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών, καλύπτει τον δανεισμό αντιγράφου βιβλίου σε ψηφιακή μορφή, οσάκις ο δανεισμός αυτός πραγματοποιείται διά της τοποθετήσεως του αντιγράφου αυτού στον διακομιστή δημόσιας βιβλιοθήκης και της παροχής στον χρήστη της δυνατότητας να αναπαραγάγει τον εν λόγω αντίγραφο μέσω μεταφορτώσεως στον δικό του υπολογιστή, εξυπακουομένου ότι μόνον ένα αντίγραφο μπορεί να μεταφορτωθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου δανεισμού και ότι, άμα τη λήξει της περιόδου αυτής, το αντίγραφο που έχει μεταφορτωθεί από τον εν λόγω χρήστη δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί από αυτόν.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

55      Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/115 και/ή κάποια άλλη διάταξη του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εξαρτήσει την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 από την προϋπόθεση ότι το αντίγραφο του βιβλίου σε ψηφιακή μορφή που διατίθεται από τη δημόσια βιβλιοθήκη ετέθη σε κυκλοφορία με πρώτη πώληση ή με κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του αντιγράφου αυτού εντός της Ένωσης από τον δικαιούχο του δικαιώματος διανομής στο κοινό ή με τη συγκατάθεσή του, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29.

56      Συναφώς, κατ’ αρχάς, μολονότι από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/29 συνάγεται ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά το πρωτότυπο ή αντίγραφο των έργων τους, το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διανομή τους στο κοινό με οποιαδήποτε μορφή μέσω πωλήσεως ή άλλως, και ότι αυτό το δικαίωμα διανομής εντός της Ένωσης αναλώνεται μόνον εάν η πρώτη πώληση ή η κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του έργου αυτού εντός της Ένωσης πραγματοποιείται από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του, εντούτοις από το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας συνάγεται ότι αυτή η τελευταία ουδόλως επηρεάζει ή θίγει τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικά με το δικαίωμα δανεισμού.

57      Εντεύθεν συνάγεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 δεν έχει σημασία για την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115.

58      Εν συνεχεία, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 ορίζει ότι το αποκλειστικό δικαίωμα δανεισμού, που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, δεν αναλώνεται από την πώληση ή οποιαδήποτε άλλη πράξη διανομής πρωτοτύπων και αντιγράφων έργων που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία.

59      Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι πράξεις εκμεταλλεύσεως του προστατευόμενου έργου, όπως είναι ο δημόσιος δανεισμός, είναι διαφορετικής φύσεως από την πώληση ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη πράξη διανομής, δεδομένου ότι το δικαίωμα δανεισμού εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των προνομίων του δημιουργού ανεξαρτήτως της πωλήσεως του υλικού φορέα που περιέχει το έργο. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα δανεισμού δεν αναλώνεται από την πώληση ή οποιαδήποτε άλλη πράξη διανομής, ενώ το δικαίωμα διανομής αναλώνεται ακριβώς μόνο σε περίπτωση πρώτης πωλήσεως εντός της Ένωσης από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 6ης Ιουλίου 2006, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C-53/05, EU:C:2006:448, σκέψη 34 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

60      Πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 επιδιώκει τη διασφάλιση ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των δημιουργών, αφενός, και της πολιτιστικής προαγωγής, που συνιστά σκοπό γενικού συμφέροντος επί του οποίου ερείδεται η εξαίρεση για τον δημόσιο δανεισμό και δικαιολογεί τη δυνατότητα των κρατών μελών να παρεκκλίνουν, δυνάμει της διατάξεως αυτής, από το αποκλειστικό δικαίωμα του άρθρου 1 της οδηγίας αυτής για τον δημόσιο δανεισμό, αφετέρου. Στο πλαίσιο αυτό, τουλάχιστον οι δημιουργοί πρέπει να λαμβάνουν αμοιβή για τον δανεισμό αυτόν.

61      Ωστόσο, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας αυτής, που επισημαίνει ότι είναι αναγκαίο να προστατευθούν τα δικαιώματα των δημιουργών έναντι του δημόσιου δανεισμού, καθώς και με γνώμονα τις απαιτήσεις που απορρέουν από την γενική αρχή που επιβάλλει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας υπέρ των δημιουργών, όπως υπεμνήσθη στις σκέψεις 47 και 48 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι προβλέπει ως επιβεβλημένο μόνον ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας των δημιουργών κατά την εφαρμογή της εξαιρέσεως περί δημόσιου δανεισμού. Εντεύθεν συνάγεται ότι δεν μπορούν να εμποδιστούν τα κράτη μέλη να ορίσουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρόσθετες προϋποθέσεις δυνάμενες να βελτιώσουν την προστασία των δικαιωμάτων των δημιουργών και πέραν των όσων προβλέπει ρητώς η εν λόγω διάταξη.

62      Εν προκειμένω, η εθνική νομοθεσία προβλέπει μία πρόσθετη προϋπόθεση για την εφαρμογή της εξαιρέσεως περί δημόσιου δανεισμού του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115. Η προϋπόθεση αυτή απαιτεί όπως το αντίγραφο του βιβλίου σε ψηφιακή μορφή που διατίθεται από τη δημόσια βιβλιοθήκη έχει τεθεί σε κυκλοφορία με πρώτη πώληση ή με κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του αντιγράφου αυτού εντός της Ένωσης από τον δικαιούχο του δικαιώματος διανομής στο κοινό ή με τη συγκατάθεσή του, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29.

63      Ωστόσο, όπως ορθώς επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 85 των προτάσεών του, εν αντιθέσει προς την απόκτηση του δικαιώματος δανεισμού που γίνεται με τη συγκατάθεση του δημιουργού, στην περίπτωση που ο δημόσιος δανεισμός στηρίζεται στην εξαίρεση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115, που παρεκκλίνει από μια τέτοια συγκατάθεση, η εφαρμογή της σε ορισμένα έργα θα μπορούσε να θίξει τα νόμιμα συμφέροντα των δημιουργών.

64      Ως εκ τούτου, μια προϋπόθεση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, κατά την οποία, στο πλαίσιο της εξαιρέσεως περί δημόσιου δανεισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν όπως ένα αντίγραφο του βιβλίου σε ψηφιακή μορφή που αποτελεί το αντικείμενο τέτοιου δανεισμού έχει προηγουμένως τεθεί σε κυκλοφορία από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του, ενδέχεται να μειώνει τους κινδύνους που περιγράφονται στην προηγούμενη σκέψη και επομένως να βελτιώνει την προστασία των δικαιωμάτων των δημιουργών κατά την εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής. Ως εκ τούτου, μια τέτοια πρόσθετη προϋπόθεση πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνη προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115.

65      Κατόπιν των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/115, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζει κράτος μέλος να εξαρτήσει την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 από την προϋπόθεση ότι το αντίγραφο του βιβλίου σε ψηφιακή μορφή που διατίθεται από τη δημόσια βιβλιοθήκη έχει τεθεί σε κυκλοφορία με πρώτη πώληση ή με κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του αντιγράφου αυτού εντός της Ένωσης από τον δικαιούχο του δικαιώματος διανομής στο κοινό ή με τη συγκατάθεσή του, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

66      Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό η εφαρμογή της προβλεπόμενης για τον δημόσιο δανεισμό εξαιρέσεως επί της διαθέσεως από δημόσια βιβλιοθήκη αντιγράφου βιβλίου σε ψηφιακή μορφή στην περίπτωση που το αντίγραφο αυτό έχει ληφθεί από παράνομη πηγή.

67      Συναφώς, κατ’ αρχάς, μολονότι το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 δεν προβλέπει ρητώς ότι το διατιθέμενο από τη δημόσια βιβλιοθήκη αντίγραφο απαιτείται να έχει νόμιμη προέλευση, εντούτοις ένας από τους σκοπούς της οδηγία αυτής είναι η καταπολέμηση της πειρατείας, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη της 2.

68      Ωστόσο, η παραδοχή ότι αντίγραφο το οποίο έχει δανείσει δημόσια βιβλιοθήκη είναι δυνατόν να έχει ληφθεί από παράνομη πηγή θα ισοδυναμούσε με ανοχή ή, ακόμη, και με ενθάρρυνση της κυκλοφορίας παραποιημένων ή πειρατικών έργων και επομένως θα αντιστρατευόταν προδήλως τον σκοπό αυτόν.

69      Εν συνεχεία, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, όσον αφορά την εξαίρεση της ιδιωτικής αντιγραφής που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/29, ότι η εξαίρεση αυτή δεν καλύπτει περιπτώσεις αντιγράφων πραγματοποιηθέντων από παράνομη πηγή (απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, ACI Adam κ.λπ., C‑435/12, EU:C:2014:254, σκέψη 41).

70      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στους φορείς του δικαιώματος του δημιουργού δεν μπορεί να επιβληθεί η υποχρέωση να ανέχονται προσβολές των δικαιωμάτων τους απορρέουσες από την πραγματοποίηση ιδιωτικών αντιγραφών. Αν τα κράτη μέλη είχαν τη δυνατότητα να θεσπίσουν νομοθεσία η οποία να προβλέπει ότι επιτρέπεται αναπαραγωγή αντιγράφων για ιδιωτική χρήση και από παράνομες πηγές, τούτο θα είχε προφανώς ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Η εφαρμογή μιας τέτοιας εθνικής νομοθεσίας θα εδύνατο να προκαλέσει αδικαιολόγητη ζημία στους φορείς του δικαιώματος του δημιουργού (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, ACI Adam κ.λπ., C‑435/12, EU:C:2014:254, σκέψεις 31, 35 και 40).

71      Ωστόσο, όλα αυτά τα επιχειρήματα σχετικά με την εξαίρεση της ιδιωτικής αντιγραφής είναι προφανώς κρίσιμα για την εφαρμογή της εξαιρέσεως περί δημόσιου δανεισμού και ισχύουν συνεπώς, κατ’ αναλογίαν, στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115.

72      Κατόπιν των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό η εφαρμογή της προβλεπόμενης για τον δημόσιο δανεισμό εξαιρέσεως επί της διαθέσεως από δημόσια βιβλιοθήκη αντιγράφου βιβλίου σε ψηφιακή μορφή στην περίπτωση που το αντίγραφο αυτό έχει ληφθεί από παράνομη πηγή.

 Επί του τετάρτου ερωτήματος

73      Λαμβανομένης υπ’ όψιν της απαντήσεως που εδόθη στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα, δεδομένου ότι το τελευταίο αυτό ερώτημα ετέθη μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

74      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο όρος «δανεισμός», όπως νοείται στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών, καλύπτει τον δανεισμό αντιγράφου βιβλίου σε ψηφιακή μορφή, οσάκις ο δανεισμός αυτός πραγματοποιείται διά της τοποθετήσεως του αντιγράφου αυτού στον διακομιστή δημόσιας βιβλιοθήκης και της παροχής στον χρήστη της δυνατότητας να αναπαραγάγει το εν λόγω αντίγραφο μέσω μεταφορτώσεως στον δικό του υπολογιστή, εξυπακουομένου ότι μόνον ένα αντίγραφο μπορεί να μεταφορτωθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου δανεισμού και ότι, άμα τη λήξει της περιόδου αυτής, το αντίγραφο που έχει μεταφορτωθεί από τον εν λόγω χρήστη δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί από αυτόν.

2)      Το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/115, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζει κράτος μέλος να εξαρτήσει την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 από την προϋπόθεση ότι το αντίγραφο του βιβλίου σε ψηφιακή μορφή που διατίθεται από τη δημόσια βιβλιοθήκη ετέθη σε κυκλοφορία με πρώτη πώληση ή με κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του αντιγράφου αυτού εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον δικαιούχο του δικαιώματος διανομής στο κοινό ή με τη συγκατάθεσή του, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας.

3)      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό η εφαρμογή της προβλεπόμενης για τον δημόσιο δανεισμό παρεκκλίσεως επί της διαθέσεως από δημόσια βιβλιοθήκη αντιγράφου βιβλίου σε ψηφιακή μορφή στην περίπτωση που το αντίγραφο αυτό έχει ληφθεί από παράνομη πηγή.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.