Language of document : ECLI:EU:C:2016:854

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 10ης Νοεμβρίου 2016 (1)

Υπόθεση C‑660/15 P

Viasat Broadcasting UK Ltd

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατική ενίσχυση – Ενίσχυση χορηγηθείσα από τις δανικές αρχές υπέρ του δανικού ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού δημόσιας υπηρεσίας TV2/Danmark – Δημόσια χρηματοδότηση χορηγηθείσα προς αντιστάθμιση των εξόδων που είναι συμφυή με την εκτέλεση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας – Απόφαση που κήρυξε την ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά – Σχέση μεταξύ των άρθρων 106, παράγραφος 2, και 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ»





1.        Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Viasat Broadcasting UK Ltd (στο εξής: Viasat) ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 στην υπόθεση T‑125/12 (2), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας που είχε ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 2011/839/ΕΕ (3), κατά το μέρος που η Επιτροπή, στην απόφαση αυτή, θεώρησε ότι ορισμένα μέτρα εφαρμοσθέντα από το Βασίλειο της Δανίας υπέρ του TV2/Danmark είναι συμβατά με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕE (4).

2.        Εξεταζόμενη υπό το πρίσμα της θεωρίας περί των κρατικών ενισχύσεων, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θέτει ένα σημαντικό ζήτημα σχετικά με τη χρηματοδότηση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Στην ουσία, η Viasat θέτει εν αμφιβόλω τη σχέση μεταξύ των προϋποθέσεων που τίθενται με την απόφαση-σταθμό Altmark (5) και των προϋποθέσεων που απορρέουν από το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (6). Η εν προκειμένω θέση της Viasat μπορεί να συνοψιστεί στο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να εφαρμόζει τους όρους Altmark προκείμενου να κρίνει αν η ενίσχυση μπορεί να κηρυχθεί συμβατή βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Το Γενικό Δικαστήριο έχει απορρίψει επανειλημμένως (7) την αντίληψη αυτή και το Δικαστήριο καλείται τώρα να την εξετάσει για πρώτη φορά αφότου εκδόθηκε η απόφαση Altmark.

3.        Για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς απέρριψε την αντίληψη αυτή. Συνεπώς, η πρότασή μου είναι να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

I –    Το ιστορικό της υποθέσεως

4.        Μετά από καταγγελία που κατατέθηκε στις 5 Απριλίου 2000, με απόφαση της 19ης Μαΐου 2004 η Επιτροπή διέταξε το Βασίλειο της Δανίας να ανακτήσει από τον αυτόνομο κρατικό οργανισμό TV2/Danmark ποσό 628,2 εκατομμυρίων κορωνών Δανίας (DKK), πλέον τόκων (8). Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε στη συνέχεια από το Γενικό Δικαστήριο, τον Οκτώβριο του 2008 (9).

5.        Εν τω μεταξύ, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της αποφάσεως αυτής ήταν να καταστήσει τον διάδοχο του TV2/Danmark (δηλαδή την ανώνυμη εταιρεία TV2/Danmark A/S (10)) αφερέγγυο, με έγγραφο της 23ης Ιουλίου 2004 το Βασίλειο της Δανίας κοινοποίησε στην Επιτροπή σχέδιο ανακεφαλαιοποιήσεως του TV2. Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή έκρινε ότι οποιοδήποτε στοιχείο κρατικής ενισχύσεως που συνδεόταν με τη σχεδιαζόμενη ανακεφαλαιοποίηση του TV2 ήταν συμβατό με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με τη διάταξη που σήμερα περιέχεται στο άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (11). Τον Σεπτέμβριο του 2009, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι παρείλκε να αποφανθεί επί ορισμένων νομικών αιτιάσεων που είχαν προβληθεί κατά της εν λόγω αποφάσεως (12).

6.        Μετά την ακύρωση της αποφάσεως που προαναφέρθηκε στο σημείο 4 των προτάσεών μου, τον Απρίλιο του 2011 η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη απόφαση, αφού προηγουμένως προέβη σε νέα εκτίμηση των συγκεκριμένων μέτρων και σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η επίμαχη απόφαση αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν υπέρ του TV2 μεταξύ 1995 και 2002. Ωστόσο, στην ανάλυσή της, η Επιτροπή έλαβε υπόψη επίσης τα προαναφερθέντα στο σημείο 5 μέτρα ανακεφαλαιοποιήσεως που ελήφθησαν το 2004 (συλλήβδην στο εξής: οικεία μέτρα).

7.        Στην επίμαχη απόφαση, η Επιτροπή χαρακτήρισε τα οικεία μέτρα ως κρατικές ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, υπέρ του TV2. Στη συνέχεια όμως η Επιτροπή συνήγαγε ότι το ποσό των 628,2 εκατομμυρίων DKK συνιστά κατάλληλο για τις ανάγκες του TV2 κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας. Έτσι, το άρθρο 1 της επίμαχης αποφάσεως αναφέρει:

«Τα μέτρα που εφάρμοσε [το Βασίλειο της] Δανίας υπέρ του [TV2] μεταξύ του 1995 και του 2002 υπό μορφή εσόδων από ραδιοτηλεοπτικά τέλη και τα άλλα μέτρα που εξετάζονται στην παρούσα απόφαση είναι συμβατά με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 106, παράγραφος 2, [ΣΛΕΕ].»

II – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

8.        Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 14 Μαρτίου 2012, η Viasat άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως.

9.        Προς στήριξη της προσφυγής της, η Viasat προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως, ήτοι, πρώτον, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον εκτίμησε τη συμβατότητα των επίμαχων μέτρων με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ χωρίς να λάβει υπόψη τον δεύτερο και τον τέταρτο εκ των όρων Altmark και, δεύτερον, ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 296 ΣΛΕΕ παραλείποντας να εξηγήσει, στο πλαίσιο της επίμαχης αποφάσεως, γιατί εφαρμόστηκε το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ στην περίπτωση αυτή, μολονότι δεν πληρούνταν ο δεύτερος και ο τέταρτος εκ των όρων Altmark.

10.      Μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2015, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής κατά το μέρος που αυτή αφορούσε την ακύρωση του μέρους της επίμαχης αποφάσεως με το οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι τα έσοδα από τις διαφημίσεις των ετών 1995 και 1996 που καταβλήθηκαν στον TV2 μέσω του λεγόμενου Ταμείου TV2 συνιστούσαν κρατική ενίσχυση (για το σχετικό σκεπτικό, βλ. σημείο 18 κατωτέρω), και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά. Επίσης, όρισε ότι η Viasat φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής και ότι το Βασίλειο της Δανίας και ο TV2 φέρουν έκαστος τα δικαστικά του έξοδα.

III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα υποβληθέντα αιτήματα

11.      Με αναίρεση που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 8 Δεκεμβρίου 2015, η Viasat ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της Viasat τόσο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου·

επικουρικώς:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο·

–        να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου.

12.      Με υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως το οποίο κατέθεσε στις 11 Φεβρουαρίου 2016, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, αβάσιμη και αλυσιτελή και να καταδικάσει τη Viasat στα δικαστικά έξοδα στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και στη δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

13.      Με υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως το οποίο κατέθεσε στις 19 Φεβρουαρίου 2016, ο TV2 ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως. Επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως, ο TV2 ζητεί από το Δικαστήριο να διατηρήσει τα αποτελέσματα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και της επίμαχης αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 264, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Τέλος, ο TV2 ζητεί από το Δικαστήριο να καταδικάσει τη Viasat στα δικαστικά έξοδα του TV2.

14.      Με υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως το οποίο κατέθεσε στις 22 Φεβρουαρίου 2016, το Βασίλειο της Δανίας ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.

15.      Σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

IV – Ανάλυση

 Α –     Εισαγωγικές παρατηρήσεις

16.      Η χρηματοδότηση προς αντιστάθμιση των εξόδων που είναι συμφυή με την εκτέλεση των υποχρεώσεων του TV2 για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας έχει αποτελέσει το αντικείμενο δικών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (13). Πάντως, είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αυτή τη μακρά αντιδικία.

17.      Πέραν της παρούσας υποθέσεως, εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τρείς άλλες αιτήσεις αναιρέσεως κατατεθείσες από την Viasat, τον TV2 και την Επιτροπή αντιστοίχως. Οι εν λόγω αιτήσεις αναιρέσεως αφορούν όλες μια απόφαση, εκδοθείσα την ημέρα που εκδόθηκε η εδώ αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπου το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή του TV2 με την οποία είχε ζητηθεί η ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως κατά το μέρος που με αυτήν κρίθηκε ότι τα οικεία μέτρα συνιστούν κρατική ενίσχυση (14).

18.      Στην ετέρα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο, δεχόμενο τα επιχειρήματα του TV2, πρώτον, ακύρωσε την επίμαχη απόφαση κατά το μέρος που η Επιτροπή είχε κρίνει ότι τα έσοδα από διαφημίσεις των ετών 1995 και 1996 που καταβλήθηκαν στον TV2 μέσω του ταμείου TV2 συνιστούν κρατική ενίσχυση, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρούται ο όρος των «κρατικών πόρων» (βλ. σκέψεις 211 έως 220 της ετέρας αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) (15). Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά τον δεύτερο όρο Altmark, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενη ότι το καταβλητέο στον TV2 αντιστάθμισμα έπρεπε να χορηγηθεί κατά τρόπο διασφαλίζοντα την αποτελεσματική εκπλήρωση της υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας (βλ. σκέψη 106 της ετέρας αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Τα συμπεράσματα αυτά βρίσκονται στον πυρήνα των παραλλήλων αιτήσεων αναιρέσεως που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου.

19.      Αν στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C‑649/15 P γίνει δεκτή η αιτίαση του TV2 ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς δέχθηκε ότι μόνο μέρος των οικείων μέτρων δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, τότε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως –η οποία εδράζεται στην αντίληψη ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούν ενίσχυση για τους σκοπούς του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ– θα μπορεί να καταστεί άνευ αντικειμένου.

20.      Πάντως, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως τίθεται ένα σημαντικό νομικό ζήτημα επί του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί κατά το παρελθόν και το οποίο απαιτείται να εξεταστεί με προσοχή. Ανεξάρτητα από την έκβαση αυτών των άλλων αναιρετικών διαδικασιών, θα εξετάσω την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως έχει στην παρούσα φάση.

21.      Η Viasat προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως. Πρώτον, η Viasat διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας την αιτίασή της ότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε, στην επίμαχη απόφαση, την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ. Δεύτερον, η Viasat υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν όφειλε, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως στην οποία προέβη κατά το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, να λάβει υπόψη το γεγονός ότι είχε χορηγηθεί ενίσχυση στον TV2 χωρίς να τηρηθούν οι θεμελιώδεις αρχές της διαφάνειας και της αποδοτικότητας των δαπανών. Τέλος, η Viasat υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε μην εξετάζοντας με τη δέουσα επιμέλεια και μη αποφαινόμενο επί αιτιάσεων της Viasat.

22.      Κατά τη γνώμη μου, ενδείκνυται να αρχίσω την ανάλυσή μου εξετάζοντας τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.

 Β       Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

23.      Η Viasat υποστηρίζει ότι, για να κηρυχθεί μια ενίσχυση συμβατή κατά το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Πρώτον, το κράτος μέλος πρέπει να προσδιορίσει την υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος για την οποία πρόκειται («η προϋπόθεση του προσδιορισμού»)· δεύτερον, η παροχή της υπηρεσίας αυτής πρέπει να ανατίθεται από το εν λόγω κράτος μέλος σε συγκεκριμένη επιχείρηση («η προϋπόθεση της αναθέσεως»)· και, τρίτον, (i) η εφαρμογή των κανόνων των Συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί των κρατικών ενισχύσεων, πρέπει να παρεμποδίζει την εκπλήρωση των συγκεκριμένων αποστολών που έχουν ανατεθεί στον εν λόγω πάροχο («το κριτήριο της παρεμπόδισης»), και (ii) η παρέκκλιση από τους εν λόγω κανόνες δεν πρέπει να επηρεάζει την ανάπτυξη του εμπορίου σε έκταση που να θίγονται τα συμφέροντα της Ένωσης («το κριτήριο της εξισορροπήσεως»).

24.      Η Viasat υποστηρίζει ότι η εξέταση του κριτηρίου της παρεμπόδισης πρέπει να βρίσκεται πάντοτε σε αντιστοιχία με τους κανόνες της Συνθήκης από τους οποίους ζητείται παρέκκλιση. Συναφώς, η Viasat αναφέρει ότι οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού και της αναθέσεως, καθώς και η απαγόρευση της υπεραντισταθμίσεως που απορρέει από το κριτήριο της εξισορροπήσεως, οι οποίες πρέπει να τηρούνται σωρευτικώς κατά το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αντιστοιχούν, κατά την άποψή της, με τον πρώτο και τον τρίτο από τους όρους Altmark. Πάνω σε αυτή τη βάση, η Viasat διατείνεται ότι, μετά την έκδοση της αποφάσεως Altmark, η εξέταση του αν πληρούται η προϋπόθεση της παρεμπόδισης απαιτεί ανάλυση του αν θα παρεμποδιζόταν η εκπλήρωση της υποχρεώσεως παροχής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος αν απαιτούνταν (α) οι παράμετροι αντισταθμίσεως να εκτεθούν εκ των προτέρων με διαφανή και αντικειμενικό τρόπο (σύμφωνα με τον δεύτερο όρο Altmark), και (β) η οικεία υπηρεσία να έχει ανατεθεί μετά από δημόσιο διαγωνισμό ή το αντιστάθμισμα να περιορίζεται στο ύψος που είναι αναγκαίο για την κάλυψη του κόστους μιας αποδοτικής, καλά διοικούμενης επιχειρήσεως (σύμφωνα με τον τέταρτο όρο Altmark). Η Viasat διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν προέβη στην ανάλυση αυτή στο πλαίσιο της επίμαχης αποφάσεως και ότι το Γενικό Δικαστήριο, με τη σειρά του, δεν επέκρινε το γεγονός αυτό στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

25.      Επιπλέον, η Viasat διατείνεται ειδικότερα ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον (i) στηρίχθηκε στην απόφαση M6 (16) και σε άλλες αποφάσεις του προκειμένου να απορρίψει την προσφυγή της Viasat· (ii) έκρινε ότι τα επιχειρήματα της Viasat οδηγούσαν σε λογικό αδιέξοδο, εφόσον το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ θα καθίστατο, μεταξύ άλλων, «νεκρό γράμμα»· (iii) αγνόησε, θεωρώντας τες άνευ σημασίας, ορισμένες ανακοινώσεις και αποφάσεις της Επιτροπής, των ετών 2005 και 2011, για τις οποίες γίνεται λόγος στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως· και (iv) έκρινε ότι η ανακοίνωση του 2001 για τις ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις (17) απαγόρευε στην Επιτροπή να εφαρμόσει τη μεθοδολογία η οποία, κατά την άποψη της Viasat, απορρέει από το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

26.      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τον TV2 και το Βασίλειο της Δανίας, αμφισβητεί τις αιτιάσεις της Viasat. Ειδικότερα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το μέρος που η Viasat διατείνεται ότι η ανακοίνωση του 2001 για τις ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις είναι ανίσχυρη, η αιτίαση αυτή προβάλλεται ακαίρως και, κατά συνέπεια, απαραδέκτως. Από την πλευρά του, το Βασίλειο της Δανίας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι, κατά το μέρος που η επιχειρηματολογία της Viasat έχει ως σκοπό να προσάψει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξακρίβωσε αν η Επιτροπή είχε βεβαιωθεί, όταν εκτίμησε τη συμβατότητα των μέτρων ενισχύσεως στο πλαίσιο της επίμαχης αποφάσεως, ότι η ανάθεση της παροχής δημόσιας υπηρεσίας στον TV2 είχε όντως αποτελέσει το αντικείμενο δημόσιου διαγωνισμού σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας που απορρέει από τους περί ελεύθερης κυκλοφορίας κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ, η εν λόγω επιχειρηματολογία δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

2.      Εκτίμηση

27.      Κατά τη γνώμη μου, είναι σκόπιμο να εξετάσω τις προβαλλόμενες από την Επιτροπή και το Βασίλειο της Δανίας ενστάσεις απαραδέκτου μαζί με τα επιχειρήματα με τα οποία αυτές συνδέονται. Κατά συνέπεια, θα προχωρήσω αμέσως στην εξέταση της ουσίας του λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η Viasat.

28.      Είναι αλήθεια ότι η σχέση μεταξύ των άρθρων 106, παράγραφος 2, και 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει μείνει επί μακρόν ασαφής. Αυτή η έλλειψη σαφήνειας είναι εντονότατη στον τομέα της χρηματοδοτήσεως υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Ωστόσο, στην απόφαση Altmark, το Δικαστήριο, σε ολομέλεια, υιοθέτησε μια διάσημη νέα προσέγγιση, την οποία ορισμένοι αποκάλεσαν «θεωρία της αντισταθμίσεως υπό όρους» (18).

29.      Οι τέσσερις όροι που καθιέρωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Altmark αφορούν το αν χορηγήθηκε σε μια επιχείρηση ένα πλεονέκτημα. Συνεπώς, ανάγονται σε ένα από τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της «ενισχύσεως» κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (19). Στην πράξη, σχολιαστές έχουν επισημάνει ότι, λόγω της αυστηρότητάς τους, οι όροι αυτοί σε πολλές περιπτώσεις δεν πληρούνταν (20). Η άμεση συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι ότι οι βασικές διατάξεις βάσει των οποίων μπορούν να επιτραπούν κρατικές ενισχύσεις, ήτοι το άρθρο 106, παράγραφος 2, και το άρθρο 107, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ, εξακολουθούν να διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο.

30.      Τα δεδομένα αυτά, όπως φαίνεται, αναγνωρίστηκαν εμμέσως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στη σκέψη 63 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν εμφανίζουν κάποια ομοιότητα, οι προϋποθέσεις που απορρέουν, αντιστοίχως, από την απόφαση Altmark και από το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δίνουν απάντηση σε ουσιωδώς διαφορετικά ερωτήματα. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, οι όροι Altmark αφορούν ζήτημα το οποίο προηγείται του ζητήματος που αφορούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οι οποίες αφορούν τη συμβατότητα. Το βασικό αυτό συμπέρασμα οδήγησε το Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει και να απορρίψει, στις σκέψεις 75 έως 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα διάφορα επιχειρήματα που η αναιρεσείουσα είχε προβάλει προς στήριξη της θεωρίας της. Η αναιρεσείουσα ζητεί τώρα από το Δικαστήριο να επικυρώσει την θεωρία αυτή και να δεχθεί ότι, απορρίπτοντας τα επιχειρήματά της, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

31.      Πάντως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε τέτοια πλάνη.

32.      Ήδη εξ αρχής υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ, αφενός, της αποφάσεως Altmark και των όρων που διατυπώνονται σε αυτήν και, αφετέρου, του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και των προϋποθέσεων που καθιερώνει η διάταξη αυτή. Όπως προανέφερα, οι πρώτοι χρησιμοποιούνται προκειμένου να προσδιοριστεί αν έχει παρασχεθεί πλεονέκτημα και, συνεπώς, γενικότερα, αφορούν την έννοια της «ενισχύσεως» κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η εκτίμηση αυτή προηγείται της εκτιμήσεως βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ η οποία αφορά το ζήτημα αν ένα μέτρο ενισχύσεως μπορεί να κηρυχθεί συμβατό. Αν πληρούνται οι όροι Altmark, τότε δεν υφίσταται ενίσχυση κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, επομένως, ούτε λόγος να εξεταστεί το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Επιπλέον, η διάκριση αυτή έχει διαφορετικά πρακτικά αποτελέσματα.

33.      Αφενός, η διαπίστωση υπάρξεως κρατικής ενισχύσεως βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει ορισμένες νομικές συνέπειες, όπως είναι το καθήκον προηγούμενης κοινοποιήσεως και η απαγόρευση εφαρμογής τα οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (21). Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί μια απόφαση που εκδίδεται βάσει του άρθρου 107, παράγραφοι 1 και 3, ΣΛΕΕ, η οποία, μολονότι χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο μέτρο ως κρατική ενίσχυση, το κηρύσσει συμβατό με την εσωτερική αγορά, συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ (22). Επιπλέον, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν τα δικαιώματα ιδιωτών έναντι παραβιάσεων του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (23).

34.      Αφετέρου, η εκτίμηση της συμβατότητας των μέτρων ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής (24). Η αποκλειστική αυτή αρμοδιότητα για την έγκριση κρατικών ενισχύσεων εκτείνεται στο άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (25). Αυτό σημαίνει ότι το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν έχει άμεση εφαρμογή προκειμένου για την έγκριση κρατικής ενισχύσεως (26). Αντίθετη τοποθέτηση θα ματαίωνε τον σκοπό του συστήματος του προηγούμενου ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, το οποίο απαιτεί τη μη εφαρμογή των σχεδιαζόμενων ενισχύσεων μέχρις ότου η αμφιβολία ως προς τη συμβατότητά τους αρθεί με την τελική απόφαση της Επιτροπής (27).

35.      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ θα καθίστατο άνευ αντικειμένου αν ο μόνος τρόπος να λάβει ένα μέτρο ενισχύσεως την έγκριση της Επιτροπής βάσει της εν λόγω διατάξεως ήταν αυτό να πληροί τους όρους Altmark.

36.      Από την πλευρά της, η Viasat δηλώνει ότι δεν διαφωνεί μεν με την αντίληψη ότι τα άρθρα 106, παράγραφος 2, και 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αφορούν διαφορετικά ζητήματα, αλλά υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό δεν δίνει απάντηση στα επιχειρήματα που προέβαλε πρωτοδίκως. Πάντως, η δήλωση αυτή δεν έχει βαρύτητα καθόσον αρνείται να αναγνωρίσει τις συνέπειες που απορρέουν από τη διάκριση αυτή.

37.      Πρώτον, θα υπενθυμίσω ότι η συνέπεια της αποφάσεως Altmark είναι ότι διευκολύνει την εκτίμηση, από τις αρχές των κρατών μελών και από την Επιτροπή, του αν αντιστάθμισμα που καταβλήθηκε σε επιχείρηση για την εκπλήρωση υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας συνιστά «πλεονέκτημα» για τους σκοπούς του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, οι εν λόγω όροι σκοπό έχουν να δώσουν απάντηση στην υποθετική και θεωρητική ερώτηση αν η συγκεκριμένη επιχείρηση θα είχε λάβει το επίμαχο αντιστάθμισμα υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς, δηλαδή υπό τις συνθήκες που ισχύουν σε μια δεδομένη αγορά όπου δεν λαμβάνει χώρα παρέμβαση κράτους μέλους (28). Αντιθέτως, το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ εδράζεται στην αντίληψη ότι το κράτος μέλος όντως παρεμβαίνει υπέρ ορισμένης επιχειρήσεως αναθέτοντάς της την παροχή μιας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος.

38.      Δεύτερον, είναι γεγονός ότι, στην απόφαση Ferring, το Δικαστήριο έκρινε ότι το αντιστάθμισμα που χορηγείται σε πάροχο δημόσιας υπηρεσίας συνιστά κρατική ενίσχυση κατά το (νυν) άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κατά το μέρος που το επίμαχο πλεονέκτημα είναι μεγαλύτερο από τα πρόσθετα έξοδα στα οποία ο εν λόγω πάροχος υπόκειται για την εκπλήρωση των επιβαλλομένων σε αυτόν υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας και ότι, αν αυτό συμβαίνει, το εν λόγω πλεονέκτημα δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι είναι αναγκαίο προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει τα συγκεκριμένα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί και, συνεπώς, δεν μπορεί να καλύπτεται από τη ρύθμιση του (νυν) άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (29). Πάντως, μολονότι το Δικαστήριο, στην απόφαση Altmark, όντως αναφέρθηκε στην απόφαση Ferring, διαμόρφωσε περαιτέρω την έννοια του «πλεονεκτήματος» όσον αφορά το εν λόγω αντιστάθμισμα στο πλαίσιο του (νυν) άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, για να της προσδώσει το σημερινό της περιεχόμενο. Ωστόσο, σε αντίθεση με την υπόθεση Ferring, το Δικαστήριο στην υπόθεση Altmark δεν κλήθηκε να ερμηνεύσει το νυν άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει για ποιον λόγο το Δικαστήριο δεν τοποθετήθηκε επί του ζητήματος της σχέσεως μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων (30). Εντούτοις, η σιωπή αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη ότι το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι όροι Altmark πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αφού κάτι τέτοιo θα στερούσε το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ του αποτελέσματός του (31). Αντιθέτως, μετά την έκδοση της αποφάσεως Altmark, το Δικαστήριο συνέχισε να ερμηνεύει το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ με τον τρόπο που το ερμήνευε πριν εκδοθεί η απόφαση αυτή (32).

39.      Τρίτον, ερμηνεία του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ θέτουσα ως αναγκαίο προαπαιτούμενο να εκτιμάται αν η απαίτηση συμμορφώσεως με τον δεύτερο και τον τέταρτο όρο Altmark θα παρεμπόδιζε την εκπλήρωση της υποχρεώσεως παροχής υπηρεσίας δημόσιου συμφέροντος δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα της εν λόγω διατάξεως ούτε στη νομολογία του Δικαστηρίου.

40.      Tο άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποσκοπεί στον συγκερασμό του συμφέροντος των κρατών μελών να χρησιμοποιούν ορισμένες επιχειρήσεις, ιδίως του δημόσιου τομέα, ως όργανα οικονομικής ή φορολογικής πολιτικής (ή πολιτικών με οικονομικές ή φορολογικές συνέπειες) με το συμφέρον της Ένωσης για την τήρηση, κυρίως, των κανόνων ανταγωνισμού και για τη διατήρηση της ενότητας της εσωτερικής αγοράς. Για να εξαιρεθεί από την εφαρμογή των κανόνων των Συνθηκών μια επιχείρηση επιφορτισμένη με υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, είναι αρκετό το στοιχείο ότι η εφαρμογή των κανόνων αυτών εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση των ειδικών υποχρεώσεων που έχουν ανατεθεί στην επιχείρηση αυτή (33).

41.      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι αναγκαίο, για να εφαρμοστεί το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, να απειλείται η ίδια η επιβίωση της επιχειρήσεως. Αρκεί το γεγονός ότι, αν δεν υπήρχαν τα επίμαχα δικαιώματα ή μέτρα ενισχύσεως, δεν θα ήταν δυνατή η εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στην επιχείρηση, όπως αυτή προσδιορίζεται με αναφορά στις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας που βαρύνουν την επιχείρηση. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ πληρούνται αν η διατήρηση των επίμαχων δικαιωμάτων ή μέτρων ενισχύσεως είναι αναγκαία προκειμένου ο δικαιούχος ή αποδέκτης τους να μπορεί να εκπληρώσει υπό «οικονομικώς αποδεκτές συνθήκες» τις υποχρεώσεις γενικού οικονομικού συμφέροντος που του έχουν ανατεθεί (34).

42.      Αντιθέτως, η επιχειρηματολογία της Viasat σημαίνει ότι ένα πρόγραμμα αντισταθμίσεως για πάροχο δημόσιας υπηρεσίας το οποίο, ενώ δεν πληροί τους σωρευτικούς όρους Altmark, περιέχει στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, πρέπει, για να εγκριθεί, να πληροί ακριβώς τις ίδιες αυτές προϋποθέσεις αντικειμενικότητας, διαφάνειας και αποδοτικότητας. Κάτι τέτοιο θα περιόριζε, ως μη όφειλε, την έννοια των «οικονομικώς αποδεκτών όρων». Μολονότι, όπως υποστηρίζει η Viasat, το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ είναι διάταξη η οποία επιτρέπει παρεκκλίσεις από τους κανόνες που περιέχονται στις Συνθήκες και, κατά συνέπεια, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, υπάρχουν όρια στο πόσο στενή μπορεί να είναι η ερμηνεία αυτή χωρίς να υπονομεύεται η αποτελεσματικότητα της διατάξεως (35).

43.      Ο τρόπος με τον οποίο η Viasat ερμηνεύει το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ υστερεί σε πειστικότητα προκειμένου για τον τομέα των υπηρεσιών ραδιοτηλεοράσεως. Πράγματι, το Πρωτόκολλο σχετικά με το σύστημα των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών στα κράτη μέλη, το οποίο προσαρτάται ως παράρτημα στη Συνθήκη ΕΚ (36), ορίζει ότι οι διατάξεις της νυν Συνθήκης ΛΕΕ «ισχύουν υπό την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να μεριμνούν για τη χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, εφόσον η χρηματοδότηση αυτή παρέχεται σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για την εκπλήρωση του στόχου της δημόσιας υπηρεσίας, έτσι όπως την έχει θεσμοθετήσει, οριοθετήσει και οργανώσει κάθε κράτος μέλος, και εφόσον η χρηματοδότηση αυτή δεν επηρεάζει τις συνθήκες του εμπορίου και τον ανταγωνισμό εντός της [Ένωσης] σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον, ενώ λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποίηση του στόχου που εξυπηρετεί αυτή η δημόσια υπηρεσία». Το εν λόγω Πρωτόκολλο, ενώ αναφέρεται στο κριτήριο της εξισορροπήσεως, δεν αναφέρει το κριτήριο της παρεμπόδισης, πολύ δε λιγότερο με τον τρόπο που το επικαλείται η Viasat.

44.      Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η προσήκουσα εφαρμογή του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη ο δεύτερος και ο τέταρτος εκ των όρων Altmark.

45.      Ουδέν εκ των επιχειρημάτων που η Viasat προέβαλε προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως θέτει εν αμφιβόλω το συμπέρασμα αυτό.

46.      Πρώτον, όσον αφορά τις επικρινόμενες από τη Viasat αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου (37), το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη νομολογία αυτή ούτε μπορεί το Δικαστήριο, εφόσον δεν ασκήθηκαν αναιρέσεις κατά των εν λόγω αποφάσεων, να εξακριβώσει αν αυτές είναι ορθές. Συνεπώς, επιχείρημα βασιζόμενο στη φερόμενη ως εσφαλμένη κατεύθυνση αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση παλαιότερων υποθέσεων που αφορούν το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή. Το αυτό ισχύει για τις προτάσεις γενικών εισαγγελέων (38) την ορθότητα των οποίων αμφισβητεί η Viasat· ούτε αυτές δεσμεύουν το Δικαστήριο (39).

47.      Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της Viasat ότι, σε αντίθεση με την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η άποψή της δεν οδηγεί σε λογικό αδιέξοδο, αρκεί να επισημανθεί ότι η εν λόγω σκέψη αρχίζει με τη λέξη «εξάλλου», που δείχνει ότι η αιτιολογία αυτή παρατίθεται επαλλήλως. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές. Εν πάση περιπτώσει, η Viasat αντιφάσκει λέγουσα ότι η ερμηνεία του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, την οποία υιοθετεί, δεν καθιστά τη διάταξη αυτή «νεκρό γράμμα»: η Viasat δεν μπορεί να λέγει ότι η Επιτροπή έχει την ευχέρεια, κατά περίπτωση, να αγνοεί έναν από τους όρους Altmark στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς της ως προς τη συμβατότητα και, συγχρόνως, να υποστηρίζει ότι το κριτήριο της παρεμπόδισης κατά το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ απαιτεί, προκειμένου να αντικατοπτρίζει το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, την εφαρμογή των όρων Altmark, δεδομένου ότι οι όροι αυτοί πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

48.      Τρίτον, όσον αφορά τις ανακοινώσεις και τις αποφάσεις της Επιτροπής κατά τα έτη 2005 και 2011, στις οποίες αναφέρεται η σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Viasat αναγνωρίζει ότι οι εν λόγω ανακοινώσεις και αποφάσεις δεν είναι εφαρμοστέες, όπως κρίθηκε από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, ουδόλως επηρεάζουν την υπό κρίση διαφορά, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται το ζήτημα αν το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η Επιτροπή δεν έχει την υποχρέωση να εξετάζει αν πληρούνται ο δεύτερος και ο τέταρτος εκ των όρων Altmark όταν εκτιμά τη συμβατότητα μέτρου ενισχύσεως βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

49.      Τέταρτον, όσον αφορά την αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 97 έως 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν έλαβε υπόψη, ως όφειλε, τη βαρύτητα της ανακοινώσεως του 2001 περί ραδιοτηλεοράσεως, σε αντίθεση με τα όσα υπονοεί η Επιτροπή, δεν προκύπτει ότι η Viasat αμφισβητεί το κύρος της εν λόγω ανακοινώσεως. Όσον αφορά δε την ουσία της αιτιάσεως, το γεγονός ότι η Επιτροπή θα μπορούσε, υπό το φώς πρόσφατων ανακοινώσεων και κατευθυντηρίων γραμμών, να υιοθετήσει ερμηνεία εγγύτερη προς τον τρόπο σκέψεως της αναιρεσείουσας, δεν αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο ότι η Επιτροπή δεν είχε τέτοια υποχρέωση.

50.      Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Viasat ότι το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ απαιτεί τη διεξαγωγή δημόσιου διαγωνισμού για την ανάθεση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, η προαναφερθείσα στο σημείο 26 των προτάσεών μου ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Βασίλειο της Δανίας πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η Viasat όντως προέβαλε ένα ουσιωδώς όμοιο επιχείρημα πρωτοδίκως. Πάντως, η συγκεκριμένη αιτίαση της Viasat ότι η επίμαχη σύμβαση για την ανάθεση της δημόσιας υπηρεσίας ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων που αποτελεί το αντικείμενο της επίμαχης αποφάσεως έχει διασυνοριακό χαρακτήρα δεν απορρέει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν προκύπτει ότι η Viasat προέβαλε κάτι τέτοιο πρωτοδίκως. Επιπλέον, πρόκειται για ζήτημα που απαιτεί πραγματική εκτίμηση, για την οποία το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας. Συνεπώς, η συγκεκριμένη αιτίαση είναι απαράδεκτη.

51.      Όσον αφορά το νομικό ζήτημα που τίθεται με το εν λόγω επιχείρημα, το Γενικό Δικαστήριο δεν έσφαλε, στη σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεχόμενο ότι το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν επιβάλλει τη διεξαγωγή δημόσιου διαγωνισμού για την ανάθεση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος. Όπως ανέφερε η Επιτροπή, το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ επιτρέπει παρεκκλίσεις από τους «κανόνες που περιέχονται στις Συνθήκες», στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας και οι απορρέουσες από αυτούς γενικές αρχές, στο μέτρο που το εν λόγω θεσμικό όργανο είναι πεπεισμένο ότι ικανοποιούνται τα κριτήρια της παρεμπόδισης και της εξισορροπήσεως και υπό την επιφύλαξη του ελέγχου των δικαστηρίων της ΕΕ. Υπό την έννοια αυτή, το Πρωτόκολλο του Άμστερνταμ δεν μπορεί παρά να νοηθεί υπό την έννοια ότι επιβεβαιώνει την αρχή ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν απευθείας, προς το γενικό συμφέρον, ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα σε μια επιχείρηση με τη μορφή παραχωρήσεως μιας δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας.

52.      Από όλα τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Γ –     Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως

53.      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Viasat διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως με τον οποίο υποστήριζε ότι η Επιτροπή, στην επίμαχη απόφαση, δεν τήρησε την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ.

54.      Στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε αυτόν τον λόγο ακυρώσεως εκθέτοντας ότι «η σιωπή της αποφάσεως ως προς τη σημασία του δεύτερου και του τέταρτου όρου Altmark στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του συμβατού των οικείων μέτρων προς την εσωτερική αγορά οφείλεται όχι σε σφάλμα συλλογισμού εκ μέρους της Επιτροπής ή σε έλλειψη αιτιολογίας που καθιστά πλημμελή την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά στο γεγονός ότι η απόφαση αυτή εφαρμόζει ένα πλαίσιο αναλύσεως διαφορετικό από αυτό που θεωρεί καταλληλότερο η [Viasat]».

55.      Όπως αναγνωρίζει η Viasat, η επίμαχη απόφαση δεν θα έφερε προσήκουσα αιτιολογία μόνον αν η Επιτροπή είχε υποχρέωση να εφαρμόσει το πλαίσιο αναλύσεως το οποίο, κατά τη Viasat, απορρέει από το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

56.      Πάντως, το Γενικό Δικαστήριο ούτε υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε τέτοια υποχρέωση ούτε, επομένως, έσφαλε κρίνοντας ότι η επίμαχη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Δ       Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως

57.      Στο τελευταίο μέρος της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Viasat αναφέρει, εν τάχει, ότι «το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε καθόσον δεν εξέτασε την προσφυγή της Viasat “με τον δέοντα τρόπο”» και ότι, «στην παρούσα υπόθεση, ο τρόπος με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τις αιτιάσεις της Viasat δεν ανταποκρίνεται στο επίπεδο που έχει καθιερωθεί στη […] νομολογία».

58.      Αν υποθέσουμε, για τις ανάγκες της συζητήσεως, ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως αφορά το σύνολο των σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι οπωσδήποτε δεν αναπτύχθηκε με αρκούντως διεξοδικό τρόπο ώστε να μπορούν οι άλλοι διάδικοι να τον αντικρούσουν ή το Δικαστήριο να αποφανθεί επ’ αυτού. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (40).

 Ε –      Συμπέρασμα

59.      Κατά τη γνώμη μου, από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι ουδείς από τους λόγους αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

V –    Δικαστικά έξοδα

60.      Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εφόσον η Επιτροπή και ο TV2 υπέβαλαν σχετικό αίτημα και η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, η Viasat πρέπει να φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής και του TV2. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 140, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, το Βασίλειο της Δανίας πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

VI – Πρόταση

61.      Υπό το φώς των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

–        να ορίσει ότι η Viasat Broadcasting UK Ltd φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της TV2/Danmark A/S·

–        να ορίσει ότι το Βασίλειο της Δανίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2 – Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2015, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (T‑125/12, EU:T:2015:687) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).


3 – Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2011, σχετικά με τα μέτρα (C 2/03) που εφάρμοσε η Δανία υπέρ του TV2/Danmark (ΕΕ 2011, L 340, σ. 1) (στο εξής: επίμαχη απόφαση).


4 – Θα ήθελα να σημειώσω ότι, παρά το γεγονός ότι η Viasat είχε ζητήσει από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση (βλ. σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο αναδιατύπωσε, στο εισαγωγικό μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το αντικείμενο της ενώπιόν του προσφυγής, εκθέτοντας ότι η Viasat έχει υποβάλει «αίτημα μερικής ακυρώσεως [της επίμαχης αποφάσεως]» (η υπογράμμιση δική μου).


5 – Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψεις 89 έως 93) (στο εξής: απόφαση Altmark και όροι Altmark). Με τους όρους Altmark διευκρινίζεται σε ποιες περιπτώσεις επιχειρήσεις παρέχουσες δημόσια υπηρεσία δεν αποκομίζουν πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα από το αντιστάθμισμα που τους παρέχεται έναντι της υπηρεσίας αυτής και, συνεπώς, δεν έχουν πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους. Οι όροι αυτοί είναι οι ακόλουθοι. Πρώτον, στη δικαιούχο ενός τέτοιου αντισταθμίσματος επιχείρηση πρέπει πράγματι να έχει ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας και οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να έχουν οριστεί με σαφήνεια. Δεύτερον, οι παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται το αντιστάθμισμα πρέπει να έχουν εκ των προτέρων καθοριστεί κατά τρόπο αντικειμενικό και διαφανή, ώστε να αποφεύγεται η παροχή οικονομικού πλεονεκτήματος δυνάμενου να ευνοήσει την αποδέκτρια επιχείρηση σε σχέση με τους ανταγωνιστές της. Τρίτον, το παρεχόμενο αντιστάθμισμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός ευλόγου κέρδους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Τέταρτον, το ύψος του αντισταθμίσματος αυτού πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένη με τα αναγκαία μέσα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις αυτές, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός ευλόγου κέρδους από την εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεων. Βλ. τη διατύπωση των όρων αυτών που αναπτύσσονται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 8ης Μαΐου 2013, Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288, σκέψεις 87, 89, 91 και 92).


6 – Κατά το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, «οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες των Συνθηκών, ιδίως τους κανόνες του ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Ένωσης».


7 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2009, TF1 κατά Επιτροπής (T‑354/05, EU:T:2009:66, σκέψεις 124 έως 147)· της 1ης Ιουλίου 2010, M6 κατά Επιτροπής (T‑568/08 και T‑573/08, EU:T:2010:272, σκέψεις 127 έως 141)· της 7ης Νοεμβρίου 2012, CBI κατά Επιτροπής (T‑137/10, EU:T:2012:584, σκέψεις 289 έως 301), και της 16ης Οκτωβρίου 2013, TF1 κατά Επιτροπής (T‑275/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:535, σκέψεις 129 έως 145).


8 – Απόφαση 2006/217/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 2004, σχετικά με τα μέτρα που εφάρμοσε η Δανία υπέρ της TV2/Danmark (ΕΕ 2006, L 85, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2006, L 368, σ. 112).


9 – Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2008, TV2/Danmark κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑309/04, T‑317/04, T‑329/04 και T‑336/04, EU:T:2008:457).


10 – Προς διευκόλυνση του αναγνώστη, χρησιμοποιώ στις παρούσες προτάσεις την συντετμημένη ονομασία «TV2» οσάκις αναφέρομαι στον δανικό δημόσιο τηλεοπτικό σταθμό TV2/Danmark, ανεξάρτητα από τη νομική του μορφή.


11 – Απόφαση C(2004) 3632 τελικό της Επιτροπής, στη σχετική με κρατικές ενισχύσεις υπόθεση N 313/2004, που αφορά την ανακεφαλαιοποίηση της TV2/Danmark A/S (περίληψη δημοσιευθείσα στην ΕΕ 2005, C 172, σ. 3).


12 – Διατάξεις της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, SBS TV και SBS Danish Television κατά Επιτροπής (T‑12/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:357), και Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (T‑16/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:358).


13 – Εκτός των αποφάσεων των οποίων γίνεται μνεία στο μέρος Ι των παρουσών προτάσεων, σημειώνω επίσης τις διατάξεις της 22ας Μαρτίου 2012, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (T‑114/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:144), και της 10ης Δεκεμβρίου 2012, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (T‑210/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:660).


14 – Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2015, TV2/Danmark κατά Επιτροπής (T‑674/11, EU:T:2015:684) (στο εξής: ετέρα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Οι αιτήσεις αναιρέσεως που τώρα εκκρεμούν είναι οι αιτήσεις αναιρέσεως στις υποθέσεις TV2/Danmark κατά Επιτροπής, C‑649/15 P· Επιτροπή κατά TV2/Danmark, C‑656/15 P, και Viasat Broadcasting UK κατά TV2/Danmark, C‑657/15 P.


15 – Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι παρείλκε να αποφανθεί επί μέρους της προσφυγής ακυρώσεως που είχε ασκήσει η Viasat.


16 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, M6 κατά Επιτροπής (T‑568/08 και T‑573/08, EU:T:2010:272).


17 – Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις που αφορούν τις δημόσιες υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων (ΕΕ 2001, C 320, σ. 5).


18 – Βλ. Lynskey, O., «The Application of Article 86(2) EC to Measures Which do Not Fulfil the Altmark Criteria; Institutionalising Incoherence in the Legal Framework Governing State Compensation of Public Service Obligations», World Competition Law and Economic Review, Kluwer Law International, 2007, τόμος 30, τεύχος 1, σ. 157.


19 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2016, Orange κατά Επιτροπής (C‑211/15 P, EU:C:2016:798, σκέψη 44).


20 – Βλ., μεταξύ άλλων, Klasse, M., «The Impact of Altmark: The European Commission Case Law Responses», στο Szyzyczak, E., και van de Gronden, J.W. (επιμ.), FinancingServicesofGeneralEconomicInterest, TMC Asser Press, Χάγη, 2013, σ. 36, και Nicolaides, P., «The Perennial Altmark Questions», 27 Οκτωβρίου 2015, διαθέσιμο στο http://www.stateaidhub.eu/blogs/stateaiduncovered/post/3961 (τελευταία πρόσβαση στις 7 Νοεμβρίου 2016).


21 – Βλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:755, σκέψη 35). Το καθήκον προηγούμενης κοινοποιήσεως ισχύει επίσης στην περίπτωση μέτρων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ: βλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2003, van Calster κ.λπ. (C‑261/01 και C‑262/01, EU:C:2003:571, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


22 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑279/08 P, EU:C:2011:551, σκέψεις 40 έως 42).


23 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, PGE (C‑574/14, EU:C:2016:686, σκέψεις 31, 33 και 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


24 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:755, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


25 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 15ης Μαρτίου 1994, Banco Exterior de España (C‑387/92, EU:C:1994:100, σκέψη 17).


26 – Στην κατεύθυνση αυτή, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:13, σημείο 56). Για διαφορετική άποψη, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Tizzano στην υπόθεση Ferring (C‑53/00, EU:C:2001:253, σημείο 78).


27 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:755, σκέψη 26).


28 – Βλ., σχετικώς, διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 2015, Ελλάδα κατά Επιτροπής (C‑296/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:72, σκέψη 34). Ο προσδιορισμός των «κανονικών συνθηκών της αγοράς» προϋποθέτει οικονομική ανάλυση: βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, SFEI κ.λπ. (C‑39/94, EU:C:1996:285, σκέψη 61).


29 – Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, Ferring (C‑53/00, EU:C:2001:627, σκέψεις 32 και 33) (στο εξής: απόφαση Ferring).


30 – Επισημαίνω, επίσης, ότι, ενώ ένας από τους λόγους αναιρέσεως που η Επιτροπή προέβαλε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Deutsche Post (C‑399/08 P, EU:C:2010:481), ήταν η παραβίαση τόσο του (νυν) άρθρου 106, παράγραφος 2, όσο και του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο περιόρισε την εκτίμησή του στο (νυν) άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και δεν επεκτάθηκε στην ερμηνεία του (νυν) άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ· βλ., ιδίως, σκέψεις 38 έως 48 της εν λόγω αποφάσεως.


31 – Βλ., σχετικώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2002:188, σημεία 79 επ.).


32 – Βλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2007, International Mail Spain (C‑162/06, EU:C:2007:681, σκέψεις 34 και 35).


33 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑159/94, EU:C:1997:501, σκέψεις 55, 56 και 59).


34 – Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1993, Corbeau (C‑320/91, EU:C:1993:198, σκέψεις 14 και 16)· της 23ης Οκτωβρίου 1997, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑159/94, EU:C:1997:501, σκέψεις 59, 95 και 96), και της 15ης Νοεμβρίου 2007, International Mail Spain (C‑162/06, EU:C:2007:681, σκέψεις 34 και 35).


35 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑159/94, EU:C:1997:501, σκέψη 53).


36 – ΕΕ 1997, C 340, σ. 109 (στο εξής: Πρωτόκολλο του Άμστερνταμ).


37 – Αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2010, M6 κατά Επιτροπής (T‑568/08 και T‑573/08, EU:T:2010:272)· της 11ης Μαρτίου 2009, TF1 κατά Επιτροπής (T‑354/05, EU:T:2009:66)· της 7ης Νοεμβρίου 2012, CBI κατά Επιτροπής (T‑137/10, EU:T:2012:584), και της 16ης Οκτωβρίου 2013, TF1 κατά Επιτροπής (T‑275/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:535).


38 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην υπόθεση Corbeau (C‑320/91, EU:C:1993:52), και του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στην υπόθεση Ferring (C‑53/00, EU:C:2001:253). Η Viasat διατυπώνει επίσης επικριτικά σχόλια σχετικά με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1997, FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑106/95, EU:T:1997:23), η οποία παραπέμπει στις προτάσεις αυτές.


39 – Απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Pesce κ.λπ. (C‑78/16 και C‑79/16, EU:C:2016:428, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


40 – Βλ., σχετικώς, διάταξη της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Thesing και Bloomberg Finance κατά ΕΚΤ (C‑28/13 P, EU:C:2014:230, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).