Language of document : ECLI:EU:C:2016:939

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MACIEJ SZPUNAR

της 8ης Δεκεμβρίου 2016 (1)

Υπόθεση C‑421/15 P

Yoshida Metal Industry Co. Ltd

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)

«Αίτηση αναιρέσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 – Λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας της καταχωρίσεως – Σημεία αποτελούμενα αποκλειστικώς από το σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii – Εξέταση του λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας για σύνολο προϊόντων ή υπηρεσιών – Άρθρο 52, παράγραφος 3 – Αιτιολογία της αποφάσεως τμήματος προσφυγών του EUIPO – Συνολική αιτιολογία για όλα τα οικεία προϊόντα ή όλες τις οικείες υπηρεσίες – Νέος ισχυρισμός στο στάδιο της αναιρέσεως – Απαράδεκτο»






 Εισαγωγή

1.        Mε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Yoshida Metal Industry Co. Ltd (στο εξής: Yoshida) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21ης Μαΐου 2015, Yoshida Metal Industry κατά EUIPO (2), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές της με αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) σχετικά με διαδικασίες κηρύξεως ακυρότητας σημάτων μεταξύ, αφενός, των Pi-Design AG, Bodum France και Bodum Logistics A/S (στο εξής, από κοινού: Pi-Design κ.λπ.) και, αφετέρου, της Yoshida (3).

2.        Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί αναπομπής κατόπιν αναιρέσεως (4), επικυρώνει την ακυρότητα των δύο εικονιστικών σημάτων που καταχωρίσθηκαν κατόπιν αιτήσεως της Yoshida.

3.        Η νέα αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Yoshida εγείρει, εκτός του ζητήματος αν το Γενικό Δικαστήριο συμμορφώθηκε προς την απόφαση που είχε εκδοθεί επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, ένα πρόσθετο ζήτημα σχετικό με το υποστατό του λόγου ακυρότητας που προβάλλεται για το σύνολο των οικείων προϊόντων καθώς και την επάρκεια της αιτιολογίας των επίδικων αποφάσεων και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς το ζήτημα αυτό (5).

 Το νομικό πλαίσιο

4.        Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, του κανονισμού (EΚ) 207/2009 (6), δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά «από το σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος».

5.        Το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ως άνω κανονισμού ορίζει ότι το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κηρύσσεται άκυρο εάν δεν καταχωρίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7.

6.        Το άρθρο 52, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 ορίζει τα εξής:

«Όταν ο λόγος ακυρότητας αφορά μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ακυρότητα του σήματος κηρύσσεται μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες.»

 Ιστορικό της διαφοράς

7.        Το ιστορικό της υπό κρίση διαφοράς, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.

8.        Στις 3 και 5 Νοεμβρίου 1999, η Yoshida ζήτησε από το EUIPO την καταχώριση δύο σημάτων που αποτελούνται από τα εικονιστικά σημεία τα οποία αναπαράγονται κατωτέρω:

Image not found

Image not found

9.        Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκαν οι καταχωρίσεις των σημάτων εμπίπτουν στις κλάσεις 8 και 21 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή:

–        κλάση 8: «μαχαιροπήρουνα, ψαλίδια, μαχαίρια, πηρούνια, κουτάλια, λίθοι ακονίσματος, λαβές, ράβδοι ακονίσματος, λαβίδες για κόκαλα ψαριών»·

–        κλάση 21: «σκεύη και δοχεία μαγειρικής και οικιακής χρήσεως (όχι από πολύτιμα μέταλλα ή επιστρωμένα με αυτά), αναδευτήρες, σπάτουλες κουζίνας, βάσεις στηρίξεως λεπίδων για στήριξη μαχαιριών, σπάτουλες για το σερβίρισμα ταρτών, σπάτουλες για το σερβίρισμα γλυκισμάτων».

10.      Τα επίμαχα σήματα καταχωρίσθηκαν στις 25 Σεπτεμβρίου 2002 και στις 16 Απριλίου 2003.

11.      Στις 10 Ιουλίου 2007, οι Pi-Design κ.λπ. υπέβαλαν αιτήσεις κηρύξεως της ακυρότητας των επίμαχων σημάτων, η οποία στηρίζεται στον λόγο που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, του κανονισμού 40/94.

12.      Με αποφάσεις της 15ης και της 21ης Ιουλίου 2008, το τμήμα ακυρώσεων του EUIPO απέρριψε τις ανωτέρω αιτήσεις.

13.      Με τις επίδικες αποφάσεις, αποφαινόμενο επί προσφυγής που άσκησαν οι Pi-Design κ.λπ., το πρώτο τμήμα προσφυγών του EUIPO ακύρωσε τις αποφάσεις του τμήματος ακυρώσεων και κήρυξε άκυρα τα σήματα επί τη βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, του κανονισμού 207/2009.

 Οι διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

14.      Mε δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Αυγούστου και στις 15 Σεπτεμβρίου 2010, η Yoshida άσκησε προσφυγές ακυρώσεως των επίδικων αποφάσεων, προβάλλοντας έναν και μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, του κανονισμού 207/2009.

15.      Με δύο αποφάσεις που εξέδωσε στις 8 Μαΐου 2012, Yoshida Metal Industry κατά ΓΕΕΑ – Pi-Design κ.λπ. (Απεικόνιση τριγωνικής επιφάνειας με μαύρες βούλες) (7), και Yoshida Metal Industry κατά ΓΕΕΑ – Pi-Design κ.λπ. (Απεικόνιση επιφάνειας με μαύρες βούλες) (8), το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον ως άνω λόγο ακυρώσεως καθώς και τις προσφυγές.

16.      Με την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2014 (9), το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της αιτήσεως αναιρέσεως των Pi-Design κ.λπ., αναίρεσε τις αποφάσεις αυτές, λόγω της παραβάσεως του ως άνω άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, και ανέπεμψε τις υποθέσεις στο Γενικό Δικαστήριο.

17.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο κατόπιν αναπομπής, απέρριψε τον μόνο λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, του κανονισμού 207/2009, καθώς και τις προσφυγές στο σύνολό τους, και καταδίκασε τη Yoshida στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

 Αιτήματα των διαδίκων

18.      Με την αίτηση αναιρέσεως, η Yoshida ζητεί την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και των επίδικων αποφάσεων:

–        εν όλω, ή

–        επικουρικώς, καθόσον κηρύσσουν την ακυρότητα των σημάτων της για «λίθους ακονίσματος και λαβές λίθων ακονίσματος» (κλάση 8) και για «σκεύη και δοχεία μαγειρικής και οικιακής χρήσεως (όχι από πολύτιμα μέταλλα ή επιστρωμένα με αυτά) και βάσεις στηρίξεως λεπίδων για στήριξη μαχαιριών» (κλάση 21)

καθώς και την καταδίκη του EUIPO και των Pi-Design κ.λπ. στα δικαστικά έξοδα.

19.      Το EUIPO και οι Pi-Design κ.λπ. ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τη Yoshida στα δικαστικά έξοδα.

 Εκτίμηση

20.      Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως που αντλούνται, ο πρώτος, από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, του κανονισμού 207/2009 και, ο δεύτερος, από παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού.

21.      Σύμφωνα με την επιθυμία του Δικαστηρίου, θα περιορίσω την ανάλυσή μου στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.

 Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009

22.      Ο υπό κρίση λόγος προβάλλεται προς στήριξη του επικουρικού αιτήματος της Yoshida, το οποίο έχει ως αντικείμενο την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και των επίδικων αποφάσεων καθόσον κηρύσσουν την ακυρότητα των σημάτων της για ορισμένα από τα προϊόντα που αφορούν, δηλαδή τους «λίθους ακονίσματος και τις λαβές λίθων ακονίσματος», τα «σκεύη και δοχεία μαγειρικής και οικιακής χρήσεως […] και [τις] βάσεις στηρίξεως λεπίδων για στήριξη μαχαιριών». Ο λόγος αυτός διαρθρώνεται σε δύο σκέλη.

 Επί του πρώτου σκέλους του λόγου αναιρέσεως

23.      Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Yoshida υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, παραλείποντας να εξετάσει αν ο λόγος ακυρότητας που προβλήθηκε εν προκειμένω συνέτρεχε για όλα τα προϊόντα που προσδιορίζονται με τα επίμαχα σήματα, παρέβη το άρθρο 52, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009.

24.      Υπενθυμίζω ότι, κατά παγία νομολογία, το ζήτημα αν σήμα εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής κάποιου από τους λόγους απαραδέκτου ή ακυρότητας που διαλαμβάνονται στο άρθρο 7 του κανονισμού 207/2009 πρέπει να εκτιμηθεί in concreto, σε σχέση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που αφορά το σήμα (10). Επιπλέον, το άρθρο 52, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει ότι όταν ο λόγος ακυρότητας αφορά μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα, η κήρυξη της ακυρότητας του σήματος αφορά μόνον τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες (11).

25.      Επομένως, αφενός, η εξέταση των λόγων ακυρότητας από το EUIPO πρέπει να αφορά καθένα από τα προϊόντα ή καθεμία από τις υπηρεσίες για τα οποία ή τις οποίες ζητείται η καταχώριση του σήματος. Αφετέρου, η απόφαση του EUIPO με την οποία εξετάζεται ένας τέτοιος λόγος πρέπει, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται για καθένα από τα ανωτέρω προϊόντα ή καθεμία από τις ανωτέρω υπηρεσίες (12).

26.      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι επίδικες αποφάσεις δέχονται το υποστατό του λόγου ακυρότητας που διαλαμβάνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, του κανονισμού 207/2009 για το σύνολο των προϊόντων τα οποία προσδιορίζονται με τα οικεία σήματα.

27.      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, πρωτοδίκως, η Yoshida δεν είχε προβάλει λόγο ακυρώσεως αντλούμενο από παράβαση, εκ μέρους του τμήματος προσφυγών, του άρθρου 52, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 ούτε λόγο αντλούμενο από ανεπαρκή αιτιολογία των επίδικων αποφάσεων ως προς το ζήτημα αυτό.

28.      Επομένως, ο λόγος που προβάλλει η Yoshida στο στάδιο της αναιρέσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε –αυτεπαγγέλτως– την προβαλλόμενη παράλειψη του τμήματος προσφυγών του EUIPO να εξετάσει τον λόγο ακυρότητας σε σχέση με το σύνολο των σχετικών προϊόντων και να αιτιολογήσει τις αποφάσεις της επαρκώς κατά νόμο ως προς το ζήτημα αυτό.

29.      Προσήκει να εξετασθεί αν ο λόγος αυτός, με τον οποίο, εν τέλει, προσάπτεται, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο ακυρώσεως, προβάλλεται παραδεκτώς στο στάδιο της αναιρέσεως.

–       Επί του παραδεκτού

30.      Επισημαίνεται ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν απεφάνθη επί λόγου ακυρώσεως ο οποίος δεν υποβλήθηκε στην κρίση του (13).

31.      Η εφαρμογή της αρχής αυτής δημιουργεί δυσκολίες όταν πρόκειται για τους αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενους λόγους.

32.      Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο μπορεί, ή μάλιστα οφείλει, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο ακυρώσεως, υποπίπτει το ίδιο, όταν παραλείπει να το πράξει, σε πλάνη περί το δίκαιο, η οποία μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να εξηγήσει γιατί το Δικαστήριο δέχεται ενίοτε να εξετάσει έναν τέτοιο λόγο στο στάδιο της αναιρέσεως (14).

33.      Πάντως, από διευκρίνιση που παρεσχέθη στο πλαίσιο της πλέον πρόσφατης νομολογίας προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως που αντλείται από το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να ελέγξει αυτεπαγγέλτως την αιτιολογία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση είναι απαράδεκτος, εφόσον αφορά πτυχές που δεν προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

34.      Πράγματι, το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγο που αντλήθηκε από προβαλλόμενη παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να ελέγξει την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής, όσον αφορά ζητήματα τα οποία δεν προβλήθηκαν ρητώς από τον προσφεύγοντα στο πλαίσιο του ενδίκου βοηθήματός του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (15).

35.      Εκτιμώ ότι ο περιορισμός αυτός, ο οποίος εφαρμόζεται στους λόγους αναιρέσεως, δικαιολογείται πλήρως από τις αρχές της αναιρετικής δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου. Πράγματι, στην αναιρετική δίκη, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται, κατ’ αρχήν, στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε επί των λόγων που προβλήθηκαν και συζητήθηκαν ενώπιον των δικαστών της ουσίας (16). Η εξέταση του βασίμου των αμφισβητούμενων εκτιμήσεων προϋποθέτει, κατ’ ανάγκη, την εξακρίβωση της επάρκειας του σκεπτικού της αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Πάντως, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί από το Γενικό Δικαστήριο να ελέγχει αυτεπαγγέλτως την αιτιολογία της αποφάσεως αυτής όσον αφορά ζητήματα τα οποία δεν προβλήθηκαν ενώπιόν του (17).

36.      Επομένως, λόγος που αντλείται από το ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν ήλεγξε αυτεπαγγέλτως παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εκ μέρους του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, όσον αφορά ζητήματα τα οποία δεν προβλήθηκαν ρητώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προβάλλεται απαραδέκτως κατ’ αναίρεση.

37.      Φρονώ ότι η προσέγγιση αυτή τυγχάνει εφαρμογής και στις ένδικες διαφορές επί σημάτων.

38.      Προκειμένου, ειδικότερα, για την εφαρμογή από το EUIPO και από το Γενικό Δικαστήριο του άρθρου 52, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να αφορά το ζήτημα αν η απόφαση του τμήματος προσφυγών είναι επαρκώς αιτιολογημένη σε σχέση με μέρος των προϊόντων ή των υπηρεσιών, σε περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων δεν προέβαλε ρητώς το ζήτημα αυτό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

39.      Δεν αρκεί, συναφώς, ότι ο προσφεύγων αμφισβήτησε, εν γένει, τη δυνατότητα εφαρμογής του λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας για το σύνολο των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Για να μπορέσει να επικαλεστεί τη μη εφαρμογή του λόγου αυτού για μέρος μόνο των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών πρέπει να την έχει προβάλει ρητώς κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία.

40.      Η λύση αυτή μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, στο μέτρο που απόφαση του EUIPO διέλαβε χωρίς αμφισημία ότι ο λόγος απαραδέκτου μπορούσε να αντιταχθεί όσον αφορά το σύνολο των οικείων προϊόντων, στον προσφεύγοντα απέκειτο να προσδιορίσει, με το ασκηθέν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ένδικο βοήθημά του με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως αυτής, τα προϊόντα στην περίπτωση των οποίων, κατά τη γνώμη του, δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής ο λόγος αυτός απαραδέκτου ή να θέσει εν αμφιβόλω την ορθότητα της απόψεως ότι τα οικεία προϊόντα συνιστούσαν ομοιογενή κατηγορία (18).

41.      Εν προκειμένω, στο πλαίσιο της προσφυγής της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Yoshida απλώς αμφισβήτησε την εφαρμογή του λόγου ακυρότητας εν γένει και δεν υποστήριξε ειδικώς ότι αφορά ορισμένο μέρος των σχετικών προϊόντων, δηλαδή τους «λίθους ακονίσματος και τις λαβές λίθων ακονίσματος», τα «σκεύη και δοχεία μαγειρικής και οικιακής χρήσεως» και τις «βάσεις στηρίξεως λεπίδων για στήριξη μαχαιριών».

42.      Κατά συνέπεια, στο στάδιο της αναιρέσεως, η Yoshida δεν μπορεί να προσάψει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως το εν λόγω ζήτημα ούτε ότι παρέλειψε να ελέγξει υποτιθέμενη πλημμέλεια της αιτιολογίας των επίδικων αποφάσεων ως προς το σημείο αυτό.

43.      Φρονώ ότι τα πράγματα θα είχαν άλλως, εάν η ύπαρξη λόγου ακυρότητας για τα προϊόντα αυτά δεν είχε διαπιστωθεί για πρώτη φορά από το τμήμα προσφυγών, αλλά από το Γενικό Δικαστήριο (19). Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, υπό το πρίσμα του άρθρου 52, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, θα μπορούσε βασίμως να προβληθεί στο στάδιο της αναιρέσεως (20).

44.      Πάντως, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο απλώς επικύρωσε τις αποφάσεις του τμήματος προσφυγών του EUIPO περί κηρύξεως της ακυρότητας των σημάτων της Yoshida για το σύνολο των οικείων προϊόντων.

45.      Συνεπώς, φρονώ ότι το πρώτο σκέλος του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο.

–       Επικουρικώς, επί της ουσίας

46.      Ακόμη και αν το Δικαστήριο έκρινε ότι το υπό εξέταση σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι παραδεκτό, εκτιμώ ότι είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμο.

47.      Επιθυμώ, κατ’ αρχάς, να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία μιας νομικής πράξεως πρέπει να διαφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, το σκεπτικό του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους οι οποίοι δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. Ωστόσο, δεν είναι αναγκαίο η αιτιολογία να προσδιορίζει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που ασκούν επιρροή, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία πράξεως είναι επαρκής πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνο τη διατύπωσή της αλλά και το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (21).

48.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αρμόδια αρχή, όταν απορρίπτει την αίτηση καταχωρίσεως σήματος, οφείλει να παραθέσει στην απόφασή της το συμπέρασμά της για καθένα από τα προϊόντα και καθεμία από τις υπηρεσίες που αφορά η αίτηση. Ωστόσο, όταν ο ίδιος λόγος απαραδέκτου ή ακυρότητας της καταχωρίσεως αντιτάσσεται για μια κατηγορία ή ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών, η αρμόδια αρχή δύναται να περιοριστεί σε συνολική αιτιολογία για όλα τα οικεία προϊόντα ή όλες τις οικείες υπηρεσίες (22).

49.      Η εν λόγω ευχέρεια της αρμόδιας αρχής στον τομέα των σημάτων λαμβάνει υπόψη το ότι οι αιτήσεις καταχωρίσεως αφορούν συχνά πολλά προϊόντα ή υπηρεσίες (23).

50.      Την ίδια προσέγγιση υιοθέτησε το Δικαστήριο όσον αφορά την εξέταση των λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας από το EUIPO (24).

51.      Προκειμένου να μη θιγεί το δικαίωμα σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, η ευχέρεια διατυπώσεως συνολικής αιτιολογίας για όλα τα οικεία προϊόντα ή όλες τις οικείες υπηρεσίες καλύπτει μόνο προϊόντα ή υπηρεσίες που έχουν μεταξύ τους αρκούντως άμεση και συγκεκριμένη σχέση, ώστε να αποτελούν επαρκώς ομοιογενή κατηγορία ή ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών (25).

52.      Φρονώ ότι αυτή η προϋπόθεση πληρούται καθ’ όλα εν προκειμένω.

53.      Επισημαίνεται ότι τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η καταχώριση των επίμαχων σημάτων, δηλαδή «μαχαιροπήρουνα, ψαλίδια, μαχαίρια, πηρούνια, κουτάλια, λίθοι ακονίσματος, λαβές, ράβδοι ακονίσματος, λαβίδες για κόκαλα ψαριών» και «σκεύη και δοχεία μαγειρικής και οικιακής χρήσεως (όχι από πολύτιμα μέταλλα ή επιστρωμένα με αυτά), αναδευτήρες, σπάτουλες κουζίνας, βάσεις στηρίξεως λεπίδων για στήριξη μαχαιριών, σπάτουλες για το σερβίρισμα ταρτών, σπάτουλες για το σερβίρισμα γλυκισμάτων», είναι όλα τους σκεύη κουζίνας (26).

54.      Φρονώ ότι τα προϊόντα αυτά αποτελούν αρκούντως ομοιογενή ομάδα για τον σκοπό της εξετάσεως του προβληθέντος λόγου ακυρότητας.

55.      Πράγματι, από τις αιτιολογικές σκέψεις των επίδικων αποφάσεων (27) προκύπτει ότι τα αμφισβητούμενα σημεία αναπαριστούν λαβές των προϊόντων για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση. Το σκεπτικό αυτό στηρίζεται στην παραδοχή ότι όλα τα οικεία προϊόντα, δηλαδή διάφορα σκεύη κουζίνας, μπορούν να φέρουν λαβή.

56.      Φρονώ ότι το τμήμα προσφυγών εξέθεσε επαρκώς από νομικής απόψεως τους λόγους για τους οποίους υφίστατο σχέση μεταξύ των οικείων προϊόντων, η οποία δικαιολογεί την από κοινού εξέτασή τους. Οι αιτιολογικές σκέψεις των επίδικων αποφάσεων, έστω και λακωνικές, παρουσιάζουν συνοχή μεταξύ τους και παρέχουν τη δυνατότητα στη μεν Yoshida να κατανοήσει το σκεπτικό του τμήματος προσφυγών του EUIPO όσον αφορά το σύνολο των οικείων προϊόντων, στο δε Γενικό Δικαστήριο να ελέγξει τη συλλογιστική αυτή.

57.      Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του ζητήματος της αιτιολογίας και του ζητήματος του νόμω βασίμου των εν λόγω αποφάσεων (28). Η υποχρέωση αιτιολογήσεως τηρείται εφόσον από τις σαφείς και συνεπείς αιτιολογικές σκέψεις των επίδικων αποφάσεων προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι όλα τα επίμαχα προϊόντα συνιστούσαν ομοιογενή ομάδα λόγω του ότι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Το ζήτημα αν το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως έκρινε, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι όλα τα προϊόντα είχαν το εν λόγω κοινό χαρακτηριστικό εμπίπτει στο νόμω βάσιμο των εν λόγω επίδικων αποφάσεων.

58.      Συναφώς, το επιχείρημα της Yoshida ότι ορισμένα από τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η καταχώριση των σημάτων δεν φέρουν λαβή αποσκοπεί, στην πράξη, να θέσει εν αμφιβόλω το νόμω βάσιμο του σκεπτικού του τμήματος προσφυγών ως προς ένα νέο ζήτημα, το οποίο δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και αφορά, άλλωστε, πραγματικό στοιχείο. Επομένως, το επιχείρημα αυτό προβάλλεται απαραδέκτως στο στάδιο της αναιρέσεως.

59.      Εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα αυτό δεν αναπτύσσεται πειστικώς. Αφενός, όσον αφορά τους «λίθους ακονίσματος» ή τα «σκεύη και δοχεία μαγειρικής και οικιακής χρήσεως», τα οποία περιλαμβάνουν τις χύτρες ή τα δοχεία, η Yoshida δεν εξηγεί γιατί τα προϊόντα αυτά δεν μπορούν να φέρουν λαβή.

60.      Αφετέρου, όσον αφορά τις «λαβές λίθων ακονίσματος» και τις «βάσεις στηρίξεως λεπίδων για στήριξη μαχαιριών», πρόκειται, όπως ορθώς παρατηρεί το EUIPO, για προϊόντα τα οποία δεν έχουν αυτοτελή χρήση σε σχέση με τη λειτουργία των λίθων ακονίσματος ή των μαχαιριών και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να αποτελέσουν χωριστή κατηγορία ή ομάδα προϊόντων προς τον σκοπό της εξετάσεως των λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας. Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι «βάσεις στηρίξεως λεπίδων για στήριξη μαχαιριών» μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν ομάδα προϊόντων διαφορετική από εκείνη των «μαχαιριών», επιβάλλεται, εν πάση περιπτώσει, κοινή λύση (29).

61.      Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο ή, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμο.

 Επί του δευτέρου σκέλους

62.      Η Yoshida υποστηρίζει ότι το σκεπτικό που υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση ορισμένων προϊόντων για τα οποία ζητείται η καταχώριση του σήματος, δηλαδή αυτών που δεν φέρουν λαβή.

63.      Επισημαίνεται ότι ο έλεγχος της τηρήσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως από το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να διακριθεί από το νόμω βάσιμο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (30). Πάντως, εν προκειμένω, ενώ προβάλλει υποτιθέμενη πλημμέλεια του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Yoshida θέτει, στην πραγματικότητα, εν αμφιβόλω το βάσιμο των πραγματικών διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου, οι οποίες δεν ελέγχονται στο στάδιο της αναιρέσεως (31).

64.      Επομένως, φρονώ ότι το δεύτερο σκέλος του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο.

 Πρόταση

65.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτο ή, εν πάση περιπτώσει, ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      T‑331/10 RENV και T‑416/10 RENV, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2015:302.


3      Αποφάσεις του πρώτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 20ής Μαΐου 2010 (υποθέσεις R 1235/2008‑1 και R 1237/2008‑1, στο εξής: επίδικες αποφάσεις).


4      Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2014, Pi-Design κ.λπ. κατά Yoshida Metal Industry (C‑337/12 P έως C‑340/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:129).


5      Επισημαίνεται ότι παρεμφερής προβληματική ανακύπτει στο πλαίσιο άλλης εκκρεμούς αιτήσεως αναιρέσεως (βλ. υπόθεση ΓΕΕΑ κατά Unibail Management, C‑513/14 P, που εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου).


6      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1). Επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις είναι οι διατάξεις του κανονισμού 207/2009, καθόσον το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως είχε καθορισθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως τμήματος προσφυγών του EUIPO. Εν πάση περιπτώσει, τόσο το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο ii, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όσο και το άρθρο 51, παράγραφος 3, αυτού (που αντιστοιχεί στο άρθρο 52, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009) έχουν παρεμφερή, κατ’ ουσία, διατύπωση.


7      T‑331/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:220.


8      T‑416/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:222.


9      Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2014, Pi-Design κ.λπ. κατά Yoshida Metal Industry (C‑337/12 P έως C‑340/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:129).


10      Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2010, ΓΕΕΑ κατά Borco-Marken-Import Matthiesen (C‑265/09 P, EU:C:2010:508, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


11      Ανάλογη διάταξη περιλαμβάνεται στο άρθρο 13 της οδηγίας 2008/95/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25) (πρώην άρθρο 13 της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, ΕΕ 1989, L 40, σ. 1).


12      Βλ., σχετικώς, όσον αφορά το άρθρο 13 της οδηγίας 89/104, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2007, BVBA Management, Training en Consultancy (C‑239/05, EU:C:2007:99, σκέψη 34), και, όσον αφορά τον κανονισμό 207/2009, διάταξη της 18ης Μαρτίου 2010, CFCMCEE κατά ΓΕΕΑ (C‑282/09 P, EU:C:2010:153, σκέψεις 37 έως 41).


13      Βλ., σχετικώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Χαλκόρ κατά Επιτροπής (C‑386/10 P, EU:C:2011:815, σκέψη 70), και της 22ας Οκτωβρίου 2015, AC-Treuhand κατά Επιτροπής (C‑194/14 P, EU:C:2015:717, σκέψη 55).


14      Βλ. διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Deutsche Bahn κατά ΓΕΕΑ (C‑45/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:69, σκέψη 61), και απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, FLS Plast κατά Επιτροπής (C‑243/12 P, EU:C:2014:2006, σκέψη 48), στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως τον λόγο που αντλείται από πλημμέλεια της αιτιολογίας της αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση.


15      Αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2013, Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής (C‑40/12 P, EU:C:2013:768, σκέψεις 46 έως 55 και 61 έως 64), και της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Total κατά Επιτροπής (C‑597/13 P, EU:C:2015:613, σκέψεις 21 και 22).


16      Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής (C‑40/12 P, EU:C:2013:768, σκέψη 52). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Total κατά Επιτροπής (C‑597/13 P, EU:C:2015:207, σημεία 118 έως 128).


17       Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Total κατά Επιτροπής (C‑597/13 P, EU:C:2015:207, σημεία 118 έως 128).


18      Διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 2014, FTI Touristik κατά ΓΕΕΑ (C‑253/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2445, σκέψη 49). Επισημαίνεται ότι, στην υπόθεση εκείνη, η προσφεύγουσα είχε αμφισβητήσει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τη δυνατότητα εφαρμογής του λόγου απαραδέκτου για μέρος των προϊόντων ή των υπηρεσιών, αλλά δεν είχε αναπτύξει επαρκώς το επιχείρημα αυτό. Κατά συνέπεια, ο επίμαχος λόγος αναιρέσεως απερρίφθη ως προδήλως αβάσιμος, όχι όμως ως απαράδεκτος.


19      Διαπιστώνω ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει την εξουσία μεταρρυθμίσεως της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών του EUIPO, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 65, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009.


20      Βλ., για μια τέτοια περίπτωση, στο πλαίσιο της εξετάσεως λόγου απαραδέκτου, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Isdin κατά Bial-Portela (C‑597/12 P, EU:C:2013:672, σκέψεις 28 και 29).


21      Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2004, KWS Saat κατά ΓΕΕΑ (C‑447/02 P, EU:C:2004:649, σκέψη 65).


22      Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2007, BVBA Management, Training en Consultancy (C‑239/05, EU:C:2007:99, σκέψη 38).


23      Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση BVBA Management, Training en Consultancy (C‑239/05, EU:C:2006:450, σημεία 42 και 43).


24      Βλ. διατάξεις της 6ης Φεβρουαρίου 2009, MPDV Mikrolab κατά ΓΕΕΑ (C‑17/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:64, σκέψη 34), της 9ης Δεκεμβρίου 2009, Prana Haus κατά ΓΕΕΑ (C‑494/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:759, σκέψη 46), της 18ης Μαρτίου 2010, CFCMCEE κατά ΓΕΕΑ (C‑282/09 P, EU:C:2010:153, σκέψεις 37 και 38), της 21ης Μαρτίου 2012, Fidelio κατά ΓΕΕΑ (C‑87/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:154, σκέψη 43)· απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Isdin κατά Bial-Portela (C‑597/12 P, EU:C:2013:672, σκέψη 27), καθώς και πλούσια νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, ιδίως δε αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2016, Niagara Bottling κατά EUIPO (NIAGARA) (T‑89/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:244, σκέψη 31), και της 12ης Μαΐου 2016, Zuffa κατά EUIPO (ULTIMATE FIGHTING CHAMPIONSHIP) (T‑590/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:295, σκέψη 26).


25      Βλ., σχετικώς, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2007, BVBA Management, Training en Consultancy (C‑239/05, EU:C:2007:99, σκέψη 36), και διάταξη της 18ης Μαρτίου 2010, CFCMCEE κατά ΓΕΕΑ (C‑282/09 P, EU:C:2010:153, σκέψη 40), καθώς και πλούσια νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, ιδίως δε αποφάσεις της 2ας Απριλίου 2009, Zuffa κατά ΓΕΕΑ (ULTIMATE FIGHTING CHAMPIONSHIP) (T‑118/06, EU:T:2009:100, σκέψη 28), και της 16ης Οκτωβρίου 2014, Larrañaga Otaño κατά ΓΕΕΑ (GRAPHENE) (T‑458/13, EU:T:2014:891, σκέψη 26).


26      Το γεγονός ότι τα προϊόντα ανήκουν σε δύο διαφορετικές κλάσεις, δηλαδή στις κλάσεις 8 και 21, όπως υπογράμμισε η Yoshida στην αίτηση αναιρέσεως, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η ταξινόμηση στο πλαίσιο του Διακανονισμού της Νίκαιας πραγματοποιείται για αμιγώς διοικητικούς σκοπούς.


27      Βλ. σημεία 30, 34 έως 36 και 40 των επίδικων αποφάσεων.


28      Βλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67).


29      Το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει παγίως ότι, όταν απαιτείται ή τουλάχιστον συνάγεται από τα εγγενή χαρακτηριστικά τους η από κοινού χρήση των δύο κατηγοριών προϊόντων, το τμήμα προσφυγών μπορεί να εφαρμόσει κοινή λύση για τα προϊόντα αυτά. Βλ. αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2008, Ford Motor κατά ΓΕΕΑ (FUN), (T‑67/07, EU:T:2008:542, σκέψη 44), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Wilfer κατά ΓΕΕΑ (Απεικόνιση κεφαλής κιθάρας) (T‑458/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:358, σκέψη 66).


30      Βλ., σχετικώς, απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑197/99 P, EU:C:2001:658, σκέψεις 39 και 40).


31      Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει το απαράδεκτο λόγου αναιρέσεως αντλούμενου από το ότι η κατηγορία των επίμαχων προϊόντων και υπηρεσιών, η οποία ελήφθη υπόψη για την εξέταση απολύτου λόγου απαραδέκτου, δεν συνιστούσε ομοιογενή κατηγορία. Βλ. διάταξη της 7ης Ιουλίου 2011, MPDV Mikrolab κατά ΓΕΕΑ (C‑536/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:469, σκέψεις 34 και 38).