Language of document : ECLI:EU:C:2016:148

Υπόθεση C‑94/14

Flight Refund Ltd

κατά

Deutsche Lufthansa AG

(αίτηση του Kúria για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής – Κανονισμός (ΕΚ) 1896/2006 – Άρθρα 17 και 20 – Υποχρεώσεις δικαστηρίου αποφαινόμενου περί του κατά τόπον αρμοδίου να διεξαγάγει την ένδικη διαδικασία δικαστηρίου κατόπιν υποβολής αντιρρήσεων του καθού η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής – Διεθνής δικαιοδοσία του κράτους μέλους προελεύσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Απαίτηση απορρέουσα από δικαίωμα αποζημιώσεως βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 λόγω καθυστερήσεως της πτήσεως»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα)
της 10ης Μαρτίου 2016

1.        Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου – Αναγκαιότητα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος και λυσιτέλεια των υποβαλλόμενων ερωτημάτων – Εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

2.        Μεταφορές – Αεροπορικές μεταφορές – Κανονισμός 261/2004 – Αποζημίωση των επιβατών και παροχή βοήθειας σε αυτούς – Μεγάλη καθυστέρηση της πτήσης – Προσδιορισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας – Δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 – Μη εφαρμογή της συμβάσεως του Μόντρεαλ για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων για τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές

(Κανονισμός 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 5 έως 7· Κανονισμός 44/2001 του Συμβουλίου· Σύμβαση του Μόντρεαλ του 1999, άρθρο 19)

3.        Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής – Κανονισμός 1896/2006 – Δήλωση αντιρρήσεων κατά της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, η οποία δεν περιλαμβάνει αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως – Αποτελέσματα – Παράσταση του καθού κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001 – Απουσία – Δήλωση αντιρρήσεων που περιλαμβάνει ισχυρισμούς επί της ουσίας – Δεν ασκεί επιρροή

(Κανονισμός 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 17 § 1· κανονισμός 44/2001 του Συμβουλίου, άρθρο 24)

4.        Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής – Κανονισμός 1896/2006 – Υποχρεώσεις δικαστηρίου αποφαινόμενου περί του κατά τόπον αρμοδίου δικαστηρίου για τη διεξαγωγή ένδικης διαδικασίας σχετικής με απαίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, κατόπιν υποβολής αντιρρήσεων του καθού η εν λόγω διαταγή πληρωμής – Δικονομικό ζήτημα που δεν ρυθμίζεται ρητά με τον εν λόγω κανονισμό – Δυνατότητα εφαρμογής του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής

(Κανονισμός 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 17 § 1, και 26)

5.        Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής – Κανονισμός 1896/2006 – Προσδιορισμός του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου για την εκδίκαση διαφοράς σχετικής με απαίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, κατόπιν υποβολής αντιρρήσεων του καθού η εν λόγω διαταγή πληρωμής – Δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 – Διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας και των δικαιωμάτων άμυνας

(Κανονισμός 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· Κανονισμός 44/2001 του Συμβουλίου)

6.        Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής – Κανονισμός 1896/2006 – Δικαστήριο αποφαινόμενο περί του προσδιορισμού του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου για την εκδίκαση διαφοράς σχετικής με απαίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, κατόπιν υποβολής αντιρρήσεων του καθού η εν λόγω διαταγή πληρωμής – Ύπαρξη ή έλλειψη, κατόπιν του προσδιορισμού αυτού, διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως της διαταγής πληρωμής – Συνέπειες

(Κανονισμός 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· Κανονισμός 44/2001 του Συμβουλίου)

1.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 40, 41)

2.        Το δικαίωμα κατ’ αποκοπή και τυποποιημένης αποζημιώσεως του επιβάτη κατόπιν καθυστερήσεως μιας πτήσεως, που προβλέπεται στα άρθρα 5 έως 7 του κανονισμού 261/2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημιώσεως των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση αρνήσεως επιβιβάσεως και ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως, είναι ανεξάρτητο από την αποκατάσταση της ζημίας στο πλαίσιο του άρθρου 19 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές. Έτσι, καθόσον τα δικαιώματα που βασίζονται στις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού και στις διατάξεις της Συμβάσεως του Μόντρεαλ διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη νομική φύση τους, δεδομένου ότι οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει η εν λόγω Σύμβαση δεν έχουν εφαρμογή στις αιτήσεις που ασκήθηκαν βάσει μόνον του κανονισμού 261/2004, πρέπει αυτά να εξεταστούν με γνώμονα τον κανονισμό 44/2001, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

(βλ. σκέψεις 45, 46)

3.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψη 47)

4.        Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα δικαστήριο επιλαμβάνεται διαδικασίας σχετικής με τον προσδιορισμό του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και εξετάζει, υπό τις εν λόγω περιστάσεις, τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους αυτού να διεξαγάγουν την ένδικη διαδικασία σχετικά με την απαίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κατά της οποίας ο καθού υπέβαλε αντιρρήσεις εντός της προβλεπόμενης προς τούτο προθεσμίας, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1896/2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, δεν παρέχει στοιχεία σχετικά με τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις του δικαστηρίου αυτού, τα εν λόγω δικονομικά ζητήματα εξακολουθούν να διέπονται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 26 του κανονισμού αυτού, από το εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι από την οικονομία του κανονισμού 1896/2006 προκύπτει ότι αυτός δεν έχει ως σκοπό την εναρμόνιση των δικονομικών δικαίων των κρατών μελών, και λαμβάνοντας υπόψη το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί, καθόσον προβλέπει την αυτόματη συνέχιση της διαδικασίας, σε περίπτωση υποβολής αντιρρήσεων εκ μέρους του καθού, σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαδικασίας ενώπιον αστικών δικαστηρίων, υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει καμία ειδική απαίτηση σχετικά με το είδος των δικαστηρίων ενώπιον των οποίων πρέπει να συνεχιστεί η διαδικασία ή σχετικά με τους κανόνες που πρέπει να εφαρμόσει το δικαστήριο αυτό.

(βλ. σκέψεις 48, 54, 56, 73 και διατακτ.)

5.        Το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα δικαστήριο επιλαμβάνεται διαδικασίας σχετικής με τον προσδιορισμό του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και εξετάζει, υπό τις εν λόγω περιστάσεις, τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους αυτού να διεξαγάγουν την ένδικη διαδικασία σχετικά με την απαίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κατά της οποίας ο καθού υπέβαλε αντιρρήσεις εντός της προβλεπόμενης προς τούτο προθεσμίας, δεδομένου ότι ο κανονισμός 44/2001, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, επιβάλλει το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να κριθεί κατ’ εφαρμογή των κανόνων διαδικασίας που διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κανονισμού αυτού καθώς και τα δικαιώματα άμυνας, τόσο όταν πρόκειται να αποφανθεί επί της υποθέσεως αυτής το αιτούν δικαστήριο όσο και αν πρόκειται για δικαστήριο που προσδιορίζεται από το αιτούν δικαστήριο ως το δικαστήριο που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο να επιληφθεί μιας απαιτήσεως σύμφωνα με την τακτική διαδικασία ενώπιον των αστικών δικαστηρίων.

Συναφώς, οι εθνικοί κανόνες που έχουν εφαρμογή στη διαδικασία της οποίας έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο πρέπει να του παρέχουν τη δυνατότητα να εξετάσει το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, κατ’ εφαρμογή των κανόνων που προβλέπονται στον κανονισμό 44/2001, λαμβανομένων υπόψη όλων των πληροφοριών που απαιτούνται προς τούτο. Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαστήριο αυτό μπορεί είτε να θεωρήσει ότι οι δικονομικοί κανόνες του τού παρέχουν τη δυνατότητα να πληροί τις ως άνω απαιτήσεις είτε να προσδιορίσει το δικαστήριο που είναι καθ’ ύλη αρμόδιο να εκδικάσει επί της ουσίας μια απαίτηση σύμφωνα με την τακτική αστική διαδικασία, ως κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, και να κληθεί, στην περίπτωση αυτή, να αποφανθεί, ενδεχομένως, επί της διεθνούς δικαιοδοσίας του βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό 44/2001.

(βλ. σκέψεις 48, 62-64, 73 και διατακτ.)

6.        Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα δικαστήριο επιλαμβάνεται διαδικασίας σχετικής με τον προσδιορισμό του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και εξετάζει, υπό τις εν λόγω περιστάσεις, τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους αυτού να διεξαγάγουν την ένδικη διαδικασία σχετικά με την απαίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κατά της οποίας ο καθού υπέβαλε αντιρρήσεις εντός της προβλεπόμενης προς τούτο προθεσμίας, και στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό αποφαίνεται επί της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και δέχεται την ύπαρξη μιας τέτοιας δικαιοδοσίας βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στον κανονισμό 44/2001, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ο εν λόγω κανονισμός και ο κανονισμός 1896/2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, υποχρεώνουν το δικαστήριο αυτό να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό την έννοια ότι αυτό του παρέχει τη δυνατότητα να καθορίσει ή να προσδιορίσει το δικαστήριο που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς.

Αντιθέτως, στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό δεχθεί ότι δεν υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία, τότε δεν υποχρεούται να επανεξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατ’ αναλογία με το άρθρο 20 του κανονισμού 1896/2006, την εν λόγω διαταγή πληρωμής. Συγκεκριμένα, στον βαθμό που μια τέτοια διαδικασία δεν διέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού 1896/2006, αλλά από το εθνικό δίκαιο, οι διατάξεις του κανονισμού αυτού, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου του 20, δεν έχουν εφαρμογή, ούτε κατ’ αναλογία, στην εν λόγω περίπτωση. Επιπλέον, κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006, διαταγή πληρωμής κατά της οποίας ο καθού υπέβαλε αντιρρήσεις εντός της προβλεπόμενης προς τούτο προθεσμίας δεν μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή. Επομένως, το εν λόγω δικαστήριο μπορεί νομίμως να συναγάγει από τη διαπίστωσή του περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής βάσει του κανονισμού 44/2001 τις συνέπειες που προβλέπονται, στην περίπτωση αυτή, από το εθνικό δικονομικό δίκαιο.

(βλ. σκέψεις 48, 66, 67, 69-73 και διατακτ.)