Language of document : ECLI:EU:C:2017:73

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 1ης Φεβρουαρίου 2017 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Συμβολαιογράφοι – Προϋπόθεση ιθαγένειας – Άρθρο 51 ΣΛΕΕ – Συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας»

Στην υπόθεση C‑392/15,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 20 Ιουλίου 2015,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον H. Støvlbæk και την K. Talabér-Ritz,

προσφεύγουσα,

κατά

Ουγγαρίας, εκπροσωπούμενης από τους M. Ζ. Fehér και G. Κοós, καθώς και από την M. Tátrai,

καθής,

υποστηριζόμενης από την

Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek, J. Vláčil και D. Hadroušek,

παρεμβαίνουσα,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, E. Regan, J.‑C. Bonichot, A. Arabadjiev (εισηγητή) και S. Rodin, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: X. Lopez Bancalari, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Σεπτεμβρίου 2016,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ουγγαρία, προβλέποντας προϋπόθεση ιθαγένειας για την πρόσβαση στο επάγγελμα του συμβολαιογράφου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η εν γένει οργάνωση του συμβολαιογραφικού επαγγέλματος στην Ουγγαρία

2        Στην ουγγρική έννομη τάξη οι συμβολαιογράφοι ασκούν τις δραστηριότητές τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Η οργάνωση του εν λόγω επαγγέλματος διέπεται από τον közjegyzőkről szóló 1991. évi XLI. törvény (νόμος XLI του 1991 περί συμβολαιογράφων) (Magyar Közlöny 1991/109, στο εξής: νόμος περί συμβολαιογράφων).

3        Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1 του εν λόγω νόμου, οι συμβολαιογράφοι έχουν την εξουσία θεωρήσεως πράξεων, ούτως ώστε να παρέχουν αμερόληπτα νομικές υπηρεσίες στους ενδιαφερομένους, προκειμένου να αποφεύγονται ένδικες διαφορές.

4        Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, του εν λόγω νόμου, ο συμβολαιογράφος ασκεί, στο πλαίσιο των καθηκόντων που του αναθέτει ο νόμος, επίσημη δραστηριότητα εφαρμογής του δικαίου συνδεόμενη προς τη δημόσια υπηρεσία απονομής της δικαιοσύνης.

5        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου προβλέπει ότι, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, ο συμβολαιογράφος υπόκειται μόνο στον νόμο και δεν επιτρέπεται να λαμβάνει οδηγίες.

6        Το άρθρο 10 του νόμου περί συμβολαιογράφων προβλέπει ότι ο συμβολαιογράφος ευθύνεται, κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα, για τη ζημία που προκάλεσε. Επιπροσθέτως, ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να καλύπτεται, καθ’ όλη τη διάρκεια της ασκήσεως των δραστηριοτήτων του, από ασφάλεια για ζημία που τυχόν προκαλεί.

7        Δυνάμει του άρθρου 31/Α, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου, οι συμβολαιογράφοι δύνανται να ασκούν τη δραστηριότητά τους είτε ατομικώς είτε σε γραφείο συνεργαζόμενων συμβολαιογράφων. Το άρθρο 31/Ε του ίδιου νόμου προβλέπει ότι η ίδρυση και η λειτουργία γραφείου συνεργαζόμενων συμβολαιογράφων δεν θίγουν το προσωπικό νομικό καθεστώς των συμβολαιογράφων, όπως αυτό καθορίζεται από τον νόμο περί συμβολαιογράφων, ιδίως δε την υποχρέωσή τους να ασκούν τα καθήκοντά τους προσωπικώς, καθώς και την ηθική και υλική ευθύνη τους.

8        Οι αμοιβές των συμβολαιογράφων καθορίζονται από την közjegyzői díjszabásról szóló 14/1991. IM rendelet (απόφαση αριθ. 14 του υπουργού Δικαιοσύνης περί καθορισμού του ύψους των αμοιβών των συμβολαιογράφων), της 26ης Νοεμβρίου 1991 (Magyar Közlöny 1991/130).

9        Όσον αφορά τις προϋποθέσεις προσβάσεως στο συμβολαιογραφικό λειτούργημα, το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του νόμου περί συμβολαιογράφων προβλέπει ότι διορίζονται ως συμβολαιογράφοι μόνον οι έχοντες την ουγγρική ιθαγένεια.

 Οι συμβολαιογραφικές δραστηριότητες στην Ουγγαρία

10      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του fizetési meghagyásos eljárásról szóló 2009. évi L. törvény (νόμος L του 2009 σχετικά με τη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής) (Magyar Közlöny 2009/85, στο εξής: νόμος περί της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής), προβλέπει ότι η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής είναι απλοποιημένη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας αστικού δικαίου η οποία αποσκοπεί στην είσπραξη των χρηματικών οφειλών και εμπίπτει στην αρμοδιότητα των συμβολαιογράφων.

11      Κατά το άρθρο 2 του εν λόγω νόμου, η ως άνω διαδικασία έχει τα ίδια αποτελέσματα με εκείνα που θα είχε ένδικη διαδικασία.

12      Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του νόμου περί της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής προβλέπει ότι τα αιτήματα εκδόσεως διαταγών πληρωμής τα οποία υποβάλλονται ηλεκτρονικώς κατανέμονται, εκτός από τις περιπτώσεις απαλλαγής, αυτομάτως και ισομερώς μεταξύ των συμβολαιογραφικών εδρών κατ’ εφαρμογήν του συστήματος του Εθνικού Επιμελητηρίου Συμβολαιογράφων της Ουγγαρίας.

13      Δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής, στο πλαίσιο της εκδόσεως διαταγών πληρωμής δεν τίθεται ζήτημα ακροάσεως του ενδιαφερομένου, ούτε διαταγής προσκομίσεως αποδείξεων.

14      Δυνάμει των σχετικών διατάξεων του εν λόγω νόμου και των διατάξεων του bírósági végrehajtásról szóló 1994. évi LIII. törvény (νόμος LIII του 1994, περί δικαστικής εκτελέσεως, Magyar Közlöny 1994/51), ο συμβολαιογράφος προβαίνει, κατόπιν αιτήματος του δανειστή, στην έκδοση επιταγής προς εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, χωρίς προηγούμενη ακρόαση του οφειλέτη, οσάκις η επίμαχη διαταγή έχει καταστεί, ελλείψει ανακοπής, δεσμευτική. Η επιταγή προς εκτέλεση είναι αναγκαία για να εφαρμοστούν μέτρα καταναγκασμού εις βάρος του οφειλέτη προκειμένου να εισπραχθεί η οφειλή.

15      Το άρθρο 52, παράγραφος 2, του νόμου περί της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής προβλέπει ότι ο συμβολαιογράφος ο οποίος εκδίδει τέτοια διαταγή είναι αρμόδιος και για την έκδοση επιταγής προς εκτέλεσή της.

16      Όσον αφορά τη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του hagyatéki eljárásról szóló 2010. évi XXXVIII. törvény (νόμος XXXVIII του 2010, περί της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής) (Magyar Közlöny 2010/35, στο εξής: νόμος περί κληρονομικής διαδοχής) προβλέπει ότι πρόκειται για διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας αστικού δικαίου.

17      Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου, η ως άνω διαδικασία, η οποία διεκπεραιώνεται από τον συμβολαιογράφο, έχει τα ίδια αποτελέσματα με εκείνα που θα είχε διαδικασία ενώπιον των πρωτοδικείων.

18      Από τη συνδυασμένη εξέταση του άρθρου 1 και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου προκύπτει ότι η διαδικασία περί κληρονομικής διαδοχής συνίσταται στον καθορισμό, διά αποφάσεως του συμβολαιογράφου, των προσώπων και των ιδιοτήτων βάσει των οποίων αυτά πρόκειται, κατόπιν της περατώσεως της διαδικασίας, να απολαύσουν ορισμένου δικαιώματος και να αναλάβουν ορισμένη υποχρέωση όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας, για τμήμα ή για συγκεκριμένο στοιχείο αυτής.

19      Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10 του ίδιου νόμου, ο συμβολαιογράφος επιλύει τα ζητήματα τα οποία ανακύπτουν κατά τη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής εκδίδοντας επίσημες αποφάσεις.

20      Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του νόμου περί της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής, με ορισμένες εξαιρέσεις, ουδεμία επ’ ακροατηρίου συζήτηση εξετάσεως των αποδεικτικών στοιχείων λαμβάνει χώρα, οι ενδιαφερόμενοι όμως για τη διεκπεραίωση της κληρονομικής διαδοχής και οι μετέχοντες στη διαδικασία μπορούν να προσκομίσουν έγγραφα προς στήριξη της επιχειρηματολογίας άλλων προσώπων.

21      Στο πλαίσιο της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής, ο συμβολαιογράφος δύναται να λάβει συντηρητικά μέτρα υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 έως 34 του ως άνω νόμου.

22      Κατά το άρθρο 43 του ως άνω νόμου, ο συμβολαιογράφος δύναται να λάβει, μεταξύ άλλων, προπαρασκευαστικά μέτρα προκειμένου να οργανωθεί το σύνολο των προς διανομή περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας. Επιπροσθέτως, δύναται να εξετάσει εάν τίθεται ζήτημα διακοπής της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής, εάν πρέπει να αυτοεξαιρεθεί ή εάν είναι κατά τόπον αναρμόδιος. Επίσης, ο συμβολαιογράφος δύναται να λάβει μέτρα προκειμένου να θεραπευθούν οι πλημμέλειες της απογραφής της κληρονομίας.

23      Το άρθρο 46, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου προβλέπει ότι, εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο κληρονομούμενος κατέλιπε διαθήκη, ο συμβολαιογράφος οφείλει να καλέσει τη διοικητική υπηρεσία ή το πρόσωπο που την κατέχει να τη δημοσιοποιήσει.

24      Επιπροσθέτως, εάν η εφαρμογή της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής προϋποθέτει πληροφορία ή έγγραφο που έχει στη διάθεσή του δικαστήριο, διοικητική υπηρεσία ή άλλο κρατικό όργανο, οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως ή οργανισμός ή άλλο πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται τέτοιου είδους πληροφορίες, ο συμβολαιογράφος δύναται, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του νόμου περί της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής, να ζητήσει είτε να του γνωστοποιηθεί η εν λόγω πληροφορία είτε να προσκομισθεί το σχετικό έγγραφο. Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του ίδιου νόμου, το αίτημα του συμβολαιογράφου μπορεί να απορριφθεί μόνον εάν η πρόσβαση στην πληροφορία ή το έγγραφο αντιβαίνει σε νόμο ή σε κανονισμό.

25      Ο συμβολαιογράφος διανέμει την κληρονομία οριστικώς ή προσωρινώς. Βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 1, του νόμου σχετικά με τη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής, εάν μεταξύ των κληρονόμων και των κληροδόχων υπάρχει διαφορά ως προς το ποια κινητά αντικείμενα περιλαμβάνονται στην κληρονομία, ο συμβολαιογράφος προβαίνει στη διανομή των κινητών επί των οποίων δεν υπάρχει αντιδικία, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι των αξιώσεων επί αμφισβητούμενων κινητών θα επιληφθεί δικαστήριο.

26      Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, ο συμβολαιογράφος διανέμει την κληρονομία οριστικώς οσάκις η διανομή δεν προσκρούει σε νομικό κώλυμα και οσάκις είτε υπάρχει ένας και μόνον κληρονόμος ο οποίος προβάλλει αξίωση επί της κληρονομίας και, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, κανένα άλλο πρόσωπο δεν έχει αξίωση ούτε επί της κληρονομίας δυνάμει κληρονομικού δικαιώματος, δωρεάς αιτία θανάτου, κληροδοσίας ή δωρεάς δημοσίου συμφέροντος, είτε δεν υφίσταται, στο πλαίσιο της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής, νομική αντιδικία των κληρονόμων σχετικά με τη διανομή των στοιχείων της κληρονομίας ή, εν πάση περιπτώσει, υφίσταται ήσσονος σημασίας και μόνον αντιδικία των κληρονόμων.

27      Κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, του νόμου σχετικά με τη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής, ο συμβολαιογράφος διανέμει την κληρονομία προσωρινώς εάν δεν είναι δυνατόν να την διανείμει οριστικώς. Το άρθρο 86 του εν λόγω νόμου καθορίζει την εν προκειμένω εφαρμοζόμενη σειρά με την οποία καλούνται οι κληρονόμοι που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.

28      Η επίσημη απόφαση περί προσωρινής διανομής της κληρονομίας καθίσταται οριστική, δυνάμει του άρθρου 88 του νόμου σχετικά με τη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής, εάν ο έχων δικαίωμα δεν ασκήσει κληρονομική αγωγή ενώπιον δικαστηρίου προς αναγνώριση αξιώσεως η οποία δεν ελήφθη υπόψη στην επίσημη απόφαση περί προσωρινής διανομής και λόγω της οποίας υφίσταται κληρονομική αντιδικία, εάν το δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω αγωγή είναι απαράδεκτη ή αβάσιμη ή καταργήσει τη δίκη, ή εάν το δικαστήριο περατώσει την ένδικη διαδικασία χωρίς να αποφανθεί επί της ουσίας.

29      Είναι δυνατή η άσκηση ένδικης προσφυγής κατά της επίσημης αποφάσεως του συμβολαιογράφου περί περατώσεως της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής επί της ουσίας, κατά της αποφάσεως του συμβολαιογράφου περί καθορισμού των εξόδων της διαδικασίας και περί υποχρεώσεως των οικείων προσώπων να τα καταβάλουν, καθώς και κατά της αποφάσεως του συμβολαιογράφου με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 109 έως 113 του νόμου σχετικά με τη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής.

30      Από το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, της közjegyzői állások számáról és a közjegyzők székhelyéről 15/1991. (XI. 26.) IM rendelet (απόφαση αριθ. 15 του Υπουργού Δικαιοσύνης σχετικά με τον αριθμό των θέσεων των συμβολαιογράφων και τις συμβολαιογραφικές έδρες), της 26ης Νοεμβρίου 1991 (Magyar Közlöny 1991/130), προκύπτει ότι η αρμοδιότητα των συμβολαιογράφων της Βουδαπέστης (Ουγγαρία), όσον αφορά τις υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής, καθορίζεται βάσει της ζώνης ασκήσεως της δραστηριότητάς τους. Εάν πλείονες συμβολαιογράφοι ασκούν τη δραστηριότητά τους στην ίδια ζώνη δραστηριότητας, αναλαμβάνουν τις υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής εκ περιτροπής ανά μήνα, τη δε διαδικασία διαδοχής αναλαμβάνει εκείνος που είναι αρμόδιος κατά την ημέρα θανάτου του κληρονομουμένου.

31      Όσον αφορά τον ρόλο του συμβολαιογράφου στην περίπτωση συμβολαιογραφικής καταθέσεως, ο egyes közjegyzői nemperes eljárásokról szóló 2008. évi XLV. törvény (νόμος XLV του 2008, σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου) (Magyar Közlöny 2008/94, στο εξής: νόμος σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου) προβλέπει ότι η εξόφληση οφειλής μέσω συμβολαιογραφικής καταθέσεως έχει τα ίδια αποτελέσματα με εκείνα δημοσίας καταθέσεως. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νόμου, εάν ο συμβολαιογράφος αποδεχθεί την κατάθεση, περιάπτει στην αίτηση τον τύπο της αποδοχής. Ο συμβολαιογράφος απορρίπτει την αίτηση ή αρνείται να την κάνει δεκτή εάν δεν πληρούνται οι κατά νόμον προϋποθέσεις. Εν τοιαύτη περιπτώσει, εκδίδει επίσημη απόφαση. Ο συμβολαιογράφος εκδίδει επίσημη απόφαση και όσον αφορά την απόδοση του κατατεθέντος. Η παράδοσή του δύναται να λάβει χώρα μόνον αφού η οικεία απόφαση αποκτήσει εκτελεστότητα.

32      Επιπροσθέτως, ο συμβολαιογράφος καταρτίζει δημόσια έγγραφα. Οι εν λόγω πράξεις αποκτούν εκτελεστότητα αφής στιγμής ο συμβολαιογράφος περιάπτει σε αυτές τον εκτελεστήριο τύπο. Κατά το άρθρο 112 του νόμου περί συμβολαιογράφων, ο συμβολαιογράφος περιάπτει τον εκτελεστήριο τύπο στη συμβολαιογραφική πράξη εάν αυτή αναφέρει την υποχρέωση παροχής και αντιπαροχής ή τη μονομερή δέσμευση, το όνομα του δανειστή και του οφειλέτη, το αντικείμενο της υποχρεώσεως, την ποσότητα ή το ύψος αυτής, καθώς και τον τρόπο και την προθεσμία εκτελέσεως.

33      Για να εισπραχθεί οφειλή καταγεγραμμένη σε συμβολαιογραφική πράξη, ο συμβολαιογράφος εκδίδει, κατόπιν αιτήματος του δανειστή και χωρίς προηγούμενη ακρόαση του οφειλέτη, επιταγή προς εκτέλεση. Επιταγή εκτελέσεως υπάρχει αφής στιγμής περιάπτεται ο σχετικός τύπος στην πράξη. Η νομιμότητα της περιαφής του ως άνω τύπου είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ενώπιον δικαστηρίου.

34      Το άρθρο 195 του κώδικα πολιτικής δικονομίας καθορίζει την αποδεικτική ισχύ του δημοσίου εγγράφου. Από τις παραγράφους 6 και 7 της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι καταρχήν χωρεί ανταπόδειξη όσον αφορά τα δημόσια έγγραφα. Επιπροσθέτως, ο δικαστής μπορεί να ζητήσει από το πρόσωπο που εξέδωσε την πράξη να αποφανθεί επί της αυθεντικότητάς της. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 206 του εν λόγω κώδικα, ο δικαστής εκτιμά ελεύθερα τις αποδείξεις.

35      Όσον αφορά τις δραστηριότητες του συμβολαιογράφου στον τομέα της προαποδείξεως, το άρθρο 17 του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου προβλέπει ότι προαπόδειξη μπορεί να ζητηθεί ενώπιον συμβολαιογράφου υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο κώδικας πολιτικής δικονομίας, οσάκις ο αιτών έχει έννομο συμφέρον για την απόκτηση αποδεικτικού στοιχείου, και ιδίως για τη διαπίστωση ιδιαιτέρως σημαντικού γεγονότος ή ιδιαιτέρως σημαντικής καταστάσεως. Κατά τις κρίσιμες διατάξεις του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου, η προαπόδειξη δεν είναι δυνατή εάν βρίσκεται σε εξέλιξη αστική ή ποινική δίκη σχετικά με την οικεία υπόθεση. Εάν ο συμβολαιογράφος εκτιμά ότι πιθανότατα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για προαπόδειξη, εκδίδει απορριπτική απόφαση της οποίας η νομιμότητα μπορεί να αμφισβητηθεί ενώπιον δικαστηρίου.

36      Ο συμβολαιογράφος παρεμβαίνει επίσης στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασίας διορισμού δικαστικού πραγματογνώμονα. Κατά το άρθρο 21 του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου, ο διορισμός δικαστικού πραγματογνώμονα μπορεί να ζητηθεί από τον συμβολαιογράφο οσάκις η διαπίστωση ή η εκτίμηση πραγματικού ή κάθε άλλου περιστατικού σημαντικού για τον ενάγοντα προϋποθέτει ειδικές τεχνικές δεξιότητες. Ο διορισμός δικαστικού πραγματογνώμονα δεν μπορεί να ζητηθεί από τον συμβολαιογράφο εάν βρίσκεται σε εξέλιξη ένδικη διαδικασία συνδεόμενη προς το ζήτημα για το οποίο ζητείται η λήψη του μέτρου, στην οποία ο αιτούμενος το μέτρο είναι ενάγων ή εναγόμενος, ή εάν εκκρεμεί ποινική διαδικασία κατά του αιτούντος. Κατά τις σχετικές διατάξεις του οικείου νόμου, εάν ο συμβολαιογράφος εκτιμά ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για προαπόδειξη, εκδίδει απορριπτική απόφαση της οποίας η νομιμότητα μπορεί να αμφισβητηθεί ενώπιον δικαστηρίου.

37      Ο συμβολαιογράφος διαδραματίζει επίσης ρόλο στο πλαίσιο της διαδικασίας ακυρώσεως απολεσθέντων, κλαπέντων ή καταστραφέντων διαπραγματεύσιμων τίτλων και πιστοποιητικών, η οποία διέπεται από τα άρθρα 28 έως 36 του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου. Η ακύρωση αυτών των διαπραγματεύσιμων τίτλων και πιστοποιητικών από τον συμβολαιογράφο έχει ως συνέπεια τα δικαιώματα τα οποία πιστοποιούνται με τα εν λόγω έγγραφα να μην μπορούν να ασκηθούν ή οι υποχρεώσεις που διαπιστώνονται με αυτά να μην μπορούν να εκτελεσθούν. Το άρθρο 29 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι κάθε συμβολαιογράφος έχει αρμοδιότητα επί τέτοιας αιτήσεως ακυρώσεως.

38      Κατά τις κρίσιμες διατάξεις του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου, όταν ζητείται τέτοιου είδους ακύρωση, ο συμβολαιογράφος διατάσσει το πρόσωπο ή τον οργανισμό που υποχρεούται να προβεί σε καταβολή, δυνάμει του απολεσθέντος, κλαπέντος ή καταστραφέντος τίτλου, να μην προβεί σε αυτήν και, αναλόγως της περιπτώσεως, να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού το οποίο εν τω μεταξύ κατέστη απαιτητό. Η επίσημη απόφαση του συμβολαιογράφου με την οποία κηρύσσεται άκυρος απολεσθείς, κλαπείς ή καταστραφείς διαπραγματεύσιμος τίτλος ή απολεσθέν, κλαπέν ή καταστραφέν πιστοποιητικό έχει τα ίδια αποτελέσματα με δικαστική απόφαση, έχουσα ισχύ δεδικασμένου.

39      Επιπροσθέτως, ο συμβολαιογράφος έχει αρμοδιότητα όσον αφορά τη λύση καταχωρισμένου συμφώνου συμβιώσεως μεταξύ ομόφυλων ατόμων, τα οποία έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους. Η εν λόγω διαδικασία διέπεται από τα άρθρα 36/Α έως 36/D του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου. Κατά τις κρίσιμες διατάξεις του ως άνω νόμου, είναι δυνατή η λύση του συμφώνου συμβιώσεως ενώπιον συμβολαιογράφου υπό την προϋπόθεση, πρώτον, ότι οι καταχωρισμένοι σύντροφοι υποβάλλουν το αίτημα από κοινού και ελεύθερα, δεύτερον, ότι ουδείς εξ αυτών έχει τέκνο έναντι του οποίου έχουν από κοινού υποχρέωση διατροφής και, τρίτον, ότι οι καταχωρισμένοι σύντροφοι έχουν καταλήξει σε συμφωνία, περιεχόμενη είτε σε συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε σε ιδιωτικό συμφωνητικό υπογεγραμμένο από δικηγόρο, σχετικά με την αμοιβαία υποχρέωση διατροφής τους, της χρήσεως της κοινής στέγης και της διανομής της κοινής τους περιουσίας. Η επίσημη απόφαση περί επικυρώσεως της συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερομένων έχει τα ίδια αποτελέσματα με συμφωνία επικυρωθείσα από δικαστήριο και η επίσημη απόφαση περί λύσεως καταχωρισμένου συμφώνου συμβιώσεως έχει τα ίδια αποτελέσματα με δικαστική απόφαση. Εάν η εν λόγω συμφωνία δεν δύναται να επικυρωθεί ή εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις λύσεως του καταχωρισμένου συμφώνου συμβιώσεως ενώπιον του συμβολαιογράφου, ο τελευταίος αρνείται την επικύρωση της επίμαχης συμφωνίας και απορρίπτει την αίτηση λύσεως του συμφώνου συμβιώσεως.

40      Τα άρθρα 36/Ε έως 36/G του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον του συμβολαιογράφου καθορίζουν την αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου στον τομέα της διαχειρίσεως του μητρώου δηλώσεων σχέσεως συμβιώσεως. Το εν λόγω μητρώο περιλαμβάνει μνεία κάθε δηλώσεως βάσει της οποίας υφίσταται ή δεν υφίσταται πλέον σχέση συμβιώσεως, υπό την έννοια του αστικού κώδικα. Η δήλωση καταχωρίζεται κατόπιν κοινού αιτήματος των συντρόφων ή, σε περίπτωση δηλώσεως περί μη υπάρξεως σχέσεως συμβιώσεως, κατόπιν αιτήσεως ενός εξ αυτών. Ο συμβολαιογράφος διερευνά εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της διαδικασίας καταχωρίσεως. Η επίσημη απόφαση περί καταχωρίσεως στο μητρώο των δηλώσεων σχέσεως συμβιώσεως την οποία εκδίδει ο συμβολαιογράφος έχει τα ίδια αποτελέσματα με δικαστική απόφαση.

41      Το εθνικό αρχείο γαμικών συμφώνων και το εθνικό αρχείο συμφώνων συμβιώσεως πιστοποιούν επισήμως, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι τα καταχωρισμένα σύμφωνα υφίστανται. Σύμφωνα με το άρθρο 4:65, παράγραφος 2, και το άρθρο 6:515, παράγραφος 3, του αστικού κώδικα, δεν μπορεί να γίνει επίκληση γαμικού συμφώνου ή συμφώνου συμβιώσεως έναντι τρίτων παρά μόνον εάν αυτό έχει καταχωρισθεί ή εάν οι σύζυγοι ή οι σύντροφοι αποδείξουν ότι ο ενδιαφερόμενος τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την ύπαρξη και το περιεχόμενό του.

42      Δυνάμει του άρθρου 36/H, παράγραφος 2, του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου, το Εθνικό Επιμελητήριο Συμβολαιογράφων της Ουγγαρίας είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία του συστήματος καταχωρίσεως, οι δε συμβολαιογράφοι προβαίνουν στις καταχωρίσεις στο εθνικό μητρώο γαμικών συμφώνων και στο εθνικό μητρώο συμφώνων συμβιώσεως κάνοντας χρήση των εφαρμογών πληροφορικής που έχουν σχεδιαστεί προς τον σκοπό αυτόν. Κατά το άρθρο 36/J, παράγραφος 2, του ίδιου νόμου, ο συμβολαιογράφος διερευνά εάν πληρούνται οι κατά νόμον προϋποθέσεις πριν προβεί στην καταχώριση του συμφώνου στα εν λόγω μητρώα.

43      Επιπροσθέτως, ο συμβολαιογράφος καθορίζει, στο πλαίσιο διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, την κληρονομική διαδοχή σε περίπτωση θανάτου φυσικών προσώπων ή λύσεως νομικών προσώπων τα οποία έχουν καταθέσει δηλώσεις στο μητρώο εμπράγματων ασφαλειών επί κινητών.

44      Δυνάμει του άρθρου 162 του νόμου περί συμβολαιογράφων, ο συμβολαιογράφος είναι αρμόδιος για την παραλαβή κάθε είδους εγγράφων, αξιογράφων, τιμαλφών και διαπραγματεύσιμων τίτλων που έχουν εκδοθεί από δημόσια αρχή, προκειμένου να τα φυλάξει. Ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι ο συμβολαιογράφος είναι επίσης αρμόδιος για την εκποίηση, κατόπιν αιτήματος ενδιαφερομένου, των ως άνω στοιχείων σε τρίτο, ή για την κατάθεσή τους ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής κατά την κατάρτιση συμβολαιογραφικής πράξεως και σε σχέση με αυτήν.

45      Δυνάμει του άρθρου 171/Α του νόμου περί συμβολαιογράφων, ο συμβολαιογράφος είναι αρμόδιος για την καταχώριση, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, ηλεκτρονικής μορφής δημοσίου εγγράφου στα ηλεκτρονικά αρχεία που τηρεί. Οφείλει δε να τη διατηρεί για τουλάχιστον τρία έτη.

 Η προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία

46      Με έγγραφο της 18ης Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή όχλησε την Ουγγαρία προκειμένου η δεύτερη να της υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τις παρατηρήσεις της επί του ζητήματος αν η προϋπόθεση ιθαγένειας, η οποία πρέπει να πληρούται για την πρόσβαση στο επάγγελμα του συμβολαιογράφου στη Ουγγαρία, συνάδει προς τα άρθρα 49 και 51 ΣΛΕΕ.

47      Το εν λόγω κράτος μέλος απήντησε στο ως άνω έγγραφο οχλήσεως στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

48      Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν πείσθηκε από τα επιχειρήματα της Ουγγαρίας, απηύθυνε στο εν λόγω κράτος μέλος, με το από 23 Οκτωβρίου 2007 έγγραφο, αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία η Ουγγαρία απήντησε με το από 12 Φεβρουαρίου 2008 έγγραφο.

49      Στις 24 Μαΐου 2011, με τις αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑47/08, EU:C:2011:334), Επιτροπή κατά Γαλλίας (C-50/08, EU:C:2011:335), Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C-51/08, EU:C:2011:336), Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑53/08, EU:C:2011:338), Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-54/08, EU:C:2011:339) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C-61/08, EU:C:2011:340), το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση ιθαγένειας την οποία προέβλεπε το Βασίλειο του Βελγίου, η Γαλλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Ελληνική Δημοκρατία, αντιστοίχως, για την πρόσβαση στο επάγγελμα του συμβολαιογράφου, συνιστούσε δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας απαγορευόμενη από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Η Ουγγαρία είχε ασκήσει παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου προς στήριξη των πέντε πρώτων ανωτέρω κρατών μελών.

50      Με το από 9 Νοεμβρίου 2011 έγγραφο, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της Ουγγαρίας στις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη αποφάσεις και της ζήτησε να διευκρινίσει ποια μέτρα είχε λάβει ή σκόπευε να λάβει, λαμβανομένων υπόψη αυτών των αποφάσεων, προκειμένου να καταστήσει τη νομοθεσία της σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης.

51      Η Ουγγαρία απήντησε στο εν λόγω έγγραφο στις 13 Ιανουαρίου 2012 με ηλεκτρονικό μήνυμα, υποστηρίζοντας ότι τα καθήκοντα που ασκούσαν οι συμβολαιογράφοι στην ουγγρική έννομη τάξη κάλυπταν και δραστηριότητες διαφορετικές από εκείνες που είχε εξετάσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως αποφάσεις και ότι τα εν λόγω καθήκοντα διέφεραν, ως εκ της φύσεώς τους, από τα επίμαχα στις προαναφερθείσες υποθέσεις.

52      Στις 27 Σεπτεμβρίου 2012, η Επιτροπή απηύθυνε συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη στην Ουγγαρία, στην οποία το εν λόγω κράτος μέλος απήντησε με το από 30 Νοεμβρίου 2012 έγγραφο.

53      Έχοντας εξετάσει τις τροποποιήσεις που η Ουγγαρία είχε εν τω μεταξύ επιφέρει στη νομοθεσία σχετικά με τις δραστηριότητες των συμβολαιογράφων, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παράβαση εξακολουθούσε και, ως εκ τούτου, απηύθυνε, στις 10 Ιουλίου 2014, νέα, συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη στο εν λόγω κράτος μέλος.

54      Με το από 18 Σεπτεμβρίου 2014 έγγραφο, η Ουγγαρία απήντησε στην ανωτέρω γνώμη, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους φρονούσε ότι η θέση της Επιτροπής ήταν αβάσιμη.

55      Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

 Επί της προσφυγής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

56      Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι δραστηριότητες τις οποίες ασκούν οι συμβολαιογράφοι στην ουγγρική έννομη τάξη εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49 ΣΛΕΕ.

57      Συναφώς, το εν λόγω θεσμικό όργανο επισημαίνει, πρώτον, ότι, καθόσον δεν είναι κρατικός υπάλληλος αλλά ασκεί ελεύθερο επάγγελμα, στο πλαίσιο του οποίου παρέχει αμειβόμενες υπηρεσίες και υπόκειται σε φόρο, ο συμβολαιογράφος ασκεί οικονομική δραστηριότητα.

58      Δεύτερον, κατά την Επιτροπή, οι συμβολαιογράφοι ασκούν σημαντικό τμήμα των δραστηριοτήτων τους υπό συνθήκες ανταγωνισμού εντός των ορίων των αντίστοιχων κατά τόπον αρμοδιοτήτων τους. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την κατάρτιση δημοσίων εγγράφων και την ακύρωση απολεσθέντων, κλαπέντων ή καταστραφέντων διαπραγματεύσιμων τίτλων και πιστοποιητικών. Εξάλλου, οι αιτήσεις εκδόσεως διαταγής πληρωμής οι οποίες υποβάλλονται εγγράφως και προφορικώς μπορούν να κατατίθενται ενώπιον οποιουδήποτε συμβολαιογράφου.

59      Τρίτον, οι δραστηριότητες που ασκεί ο συμβολαιογράφος στην ουγγρική έννομη τάξη στο πλαίσιο των καθηκόντων του και οι οποίες συνίστανται στην έκδοση διαταγών πληρωμής, στην επιταγή εκτελέσεώς τους, καθώς και στη διεκπεραίωση διαδικασιών κληρονομικής διαδοχής είναι, κατά την Επιτροπή, δραστηριότητες επικουρικές ή προπαρασκευαστικές σε σχέση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας ή δραστηριότητες που δεν θίγουν τις εξουσίες εκτιμήσεως και αποφάσεως των διοικητικών ή των δικαστικών αρχών και οι οποίες δεν συνεπάγονται την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων, εξουσίας καταναγκασμού ή εξουσίας επιβολής κυρώσεων.

60      Τέταρτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι ο συμβολαιογράφος ενεργεί υπέρ του δημοσίου συμφέροντος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι συμμετέχει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, υπό την έννοια του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

61      Πέμπτον, κατά την Επιτροπή, ο συμβολαιογράφος, από φορολογικής και οικονομικής απόψεως, λειτουργεί ως επιχείρηση. Επιπροσθέτως, το συμβολαιογραφικό γραφείο έχει, κατά την Επιτροπή, νομική προσωπικότητα και επ’ αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις του ουγγρικού δικαίου σχετικά με τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης.

62      Τέλος, ο συμβολαιογράφος είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος για τις πράξεις στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας και οι ενέργειές του δεν συνεπάγονται ευθύνη του Δημοσίου.

63      Εν συνεχεία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι δραστηριότητες τις οποίες ασκούν οι συμβολαιογράφοι στην ουγγρική έννομη τάξη δεν συνιστούν συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας υπό την έννοια του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.

64      Συναφώς, η Επιτροπή προβάλλει ότι το άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο. Στο μέτρο που προβλέπει παρέκκλιση από την ελευθερία εγκαταστάσεως για τις δραστηριότητες που συνιστούν συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, το άρθρο αυτό χρήζει, επιπλέον, στενής ερμηνείας, και η εξαίρεση αυτή πρέπει να περιορίζεται στις δραστηριότητες οι οποίες, καθεαυτές, συνεπάγονται άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Κατά την Επιτροπή, η έννοια της δημόσιας εξουσίας περιλαμβάνει την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων πέραν του κοινού δικαίου, που εκδηλώνεται ως ικανότητα της δημόσιας εξουσίας να λειτουργεί ανεξαρτήτως της βουλήσεως άλλων υποκειμένων δικαίου ή ακόμη και αντιθέτως προς τη βούληση αυτή.

65      Τα καθήκοντα τα οποία ασκεί ο συμβολαιογράφος δεν συνεπάγονται, κατά την Επιτροπή, την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων, εξουσίας καταναγκασμού ή, ακόμα, εξουσίας επιβολής κυρώσεων. Κατ’ αυτήν, τα εν λόγω καθήκοντα συνίστανται στη νομική πρόληψη και, επομένως, είναι επικουρικά ή προπαρασκευαστικά σε σχέση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Δεν κλονίζουν το συμπέρασμα αυτό στοιχεία όπως η αυστηρή κανονιστική ρύθμιση των συμβολαιογραφικών δραστηριοτήτων, το γεγονός ότι οι συμβολαιογράφοι εκλαμβάνονται από την ουγγρική νομοθεσία ως φορείς ασκούντες δημόσια εξουσία, η κατά τόπον αρμοδιότητα των συμβολαιογράφων, η ισοβιότητά τους, το ασυμβίβαστο του επαγγέλματος του συμβολαιογράφου προς την άσκηση άλλων καθηκόντων και το γεγονός ότι ο συμβολαιογράφος δεν δύναται να απορρίψει πελάτη.

66      Πρώτον, όσον αφορά τη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο συμβολαιογράφος ασκεί επικουρική δραστηριότητα, η οποία του έχει ανατεθεί για την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων. Δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή αφορά μόνον μη αμφισβητούμενες και ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές, ο συμβολαιογράφος δεν διαθέτει καμία εξουσία λήψεως αποφάσεων ως προς τους ενδιαφερομένους. Επομένως, οι εξουσίες του συμβολαιογράφου περιορίζονται στην εκπλήρωση διαδικαστικών διατυπώσεων. Η μόνη διαταγή που μπορεί να εκδώσει είναι η διαταγή πληρωμής και δεν είναι αρμόδιος να επιληφθεί τυχόν αμφισβητήσεως της οφειλής. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, η διαταγή πληρωμής η οποία εκδίδεται από τον συμβολαιογράφο καθίσταται οριστική και εκτελεστή μόνον εάν δεν αμφισβητηθεί από τον οφειλέτη εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Τέλος, το γεγονός ότι η εν λόγω διαταγή έχει σημαντικές έννομες συνέπειες δεν επαρκεί για να αποδειχθεί άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.

67      Κατά την Επιτροπή, το ίδιο σκεπτικό ισχύει όσον αφορά τη δραστηριότητα την οποία ασκεί ο συμβολαιογράφος στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (ΕΕ 2006, L 399, σ. 1).

68      Δεύτερον, όσον αφορά την επιταγή προς εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο συμβολαιογράφος δεν διαθέτει καμία εξουσία εκτιμήσεως ή αποφάσεως. Δεν επιλύει τη διαφορά, δεν ακούει τους αντιδίκους και δεν ζητεί την προσαγωγή αποδείξεων, αλλά περιορίζεται στο να καταστήσει εκτελεστή συγκεκριμένη διαταγή πληρωμής η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβητήσεως. Η εκτελεστότητα της διαταγής αυτής δεν απονέμει στον συμβολαιογράφο εξουσία καταναγκασμού. Ο συμβολαιογράφος περιορίζεται στο να βεβαιώσει την οφειλή μέχρις αποδείξεως του εναντίου, χωρίς να αποφαίνεται επί της ουσίας της αμφισβητήσεως της οφειλής. Η περιαφή εκτελεστήριου τύπου στη διαταγή πληρωμής αποτελεί, επομένως, επικουρική και προπαρασκευαστική πράξη.

69      Τρίτον, όσον αφορά τη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής, η Επιτροπή επισημαίνει ότι πρόκειται για διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας αστικής φύσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας είναι δυνατόν οι ενδιαφερόμενοι να καταλήξουν σε συμφωνία την οποία ο συμβολαιογράφος επικυρώνει διά επίσημης αποφάσεως. Το γεγονός ότι οποιαδήποτε κληρονομία αποτελεί αντικείμενο ένδικης διαφοράς δεν δύναται, δυνάμει του ουγγρικού δικαίου, να διανεμηθεί από τον συμβολαιογράφο παρά μόνον προσωρινώς αποδεικνύει ότι ο συμβολαιογράφος δεν έχει το δικαίωμα να επιλύσει διαφορά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής. Ούτε η οριστική διανομή της κληρονομίας από τον συμβολαιογράφο συνεπάγεται την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεως ή καταναγκασμού, διότι προϋποθέτει την ύπαρξη συναινέσεως ή συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερομένων.

70      Εξάλλου, η επίσημη απόφαση δεν μπορεί να εκληφθεί ως οριστική πράξη, στον βαθμό που μπορεί να ασκηθεί κατ’ αυτής ένδικη προσφυγή. Όσον αφορά τα καταναγκαστικά, τα προπαρασκευαστικά ή τα συντηρητικά μέτρα τα οποία ο συμβολαιογράφος δύναται να λάβει προκειμένου να διασφαλίσει την απρόσκοπτη διεξαγωγή της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής, αυτά δεν θίγουν την ουσία των επίμαχων δικαιωμάτων και είναι δευτερεύοντα σε σχέση με την κύρια αποστολή του συμβολαιογράφου.

71      Τέταρτον, ο συμβολαιογράφος διαδραματίζει αμιγώς παθητικό ρόλο στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβολαιογραφικής καταθέσεως. Δεν εξετάζει καμία αμφισβήτηση. Επομένως, η διαδικασία συμβολαιογραφικής καταθέσεως δεν συνεπάγεται την άσκηση εξουσίας εκτιμήσεως, αποφάσεως ή καταναγκασμού.

72      Πέμπτον, όσον αφορά την κατάρτιση συμβολαιογραφικών εγγράφων, η Επιτροπή εκτιμά ότι η σημασία των εννόμων συνεπειών αυτών των πράξεων δεν επαρκεί για να αποδειχθεί ότι η εν λόγω δραστηριότητα συνιστά συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η αποδεικτική ισχύς των συμβολαιογραφικών πράξεων δεν δεσμεύει άνευ ετέρου τον δικαστή όσον αφορά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Επιπροσθέτως, χωρεί ανταπόδειξη. Βεβαίως, αληθεύει ότι η εκτελεστότητα των εν λόγω πράξεων καθιστά δυνατόν για τον δανειστή να επιδιώξει την αναγκαστική εκτέλεση της απαιτήσεως χωρίς να χρειαστεί να προσφύγει σε δικαστήριο. Εντούτοις, ο ρόλος του συμβολαιογράφου, συναφώς, περιορίζεται στην εξακρίβωση της τηρήσεως των νομίμων προϋποθέσεων της περιαφής εκτελεστήριου τύπου. Επομένως, ο συμβολαιογράφος δεν έχει καμία εξουσία λήψεως αποφάσεως ή καταναγκασμού.

73      Έκτον, όσον αφορά την προαπόδειξη ενώπιον του συμβολαιογράφου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι αυτή αποσκοπεί, κυρίως, στην προ-καταγραφή των αποδείξεων προς διευκόλυνση μεταγενέστερης ποινικής ή αστικής διαδικασίας. Επομένως, η δραστηριότητα την οποία ασκεί ο συμβολαιογράφος στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας έχει προδήλως επικουρικό ή προπαρασκευαστικό χαρακτήρα.

74      Έβδομον, η Επιτροπή εκτιμά ότι η διαδικασία διορισμού δικαστικού πραγματογνώμονα συνδέεται στενά προς τις λοιπές διαδικασίες οι οποίες διεξάγονται ενώπιον του συμβολαιογράφου, όπως η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής ή η διαδικασία κληρονομικής διαδοχής, οι οποίες δεν συνιστούν άσκηση δημόσιας εξουσίας.

75      Όγδοον, όσον αφορά την αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου στο πλαίσιο της ακυρώσεως απολεσθέντων, κλαπέντων ή καταστραφέντων διαπραγματεύσιμων τίτλων και πιστοποιητικών, η Επιτροπή προβάλλει ότι αυτή δεν αφορά το νομικό καθεστώς των εν λόγω εγγράφων, αλλά αποκλειστικώς τη δυνατότητα αντικαταστάσεώς τους. Κατά συνέπεια, οι σχετικές δραστηριότητες του συμβολαιογράφου δεν συνιστούν άσκηση δημόσιας εξουσίας.

76      Ένατον, η Επιτροπή εκτιμά ότι, όσον αφορά τη λύση του συμφώνου συμβιώσεως, ο συμβολαιογράφος δικαιούται μόνο να διερευνήσει εάν πληρούνται οι κατά νόμον προϋποθέσεις που εφαρμόζονται επί της λύσεως της συμφωνίας συνάψεώς του. Για τον λόγο αυτόν, ο συμβολαιογράφος δεν διαθέτει σχετικώς, κατά την Επιτροπή, πραγματική εξουσία εκτιμήσεως ή αποφάσεως.

77      Δέκατον, όσον αφορά τη διαχείριση του μητρώου δηλώσεων σχέσεως συμβιώσεως, καθώς και τη διαχείριση του εθνικού μητρώου γαμικών συμφώνων και του εθνικού μητρώου συμφώνων συμβιώσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι η καταχώριση από τον συμβολαιογράφο πράξεων στα ως άνω μητρώα παράγει αποτελέσματα μόνον μέσω των συμβάσεων ή των λοιπών πράξεων στις οποίες έχουν ελεύθερα συμφωνήσει οι ενδιαφερόμενοι. Η παρέμβαση του συμβολαιογράφου προϋποθέτει, συνεπώς, συναίνεση ή σύμπτωση της βουλήσεως των ενδιαφερομένων.

78      Ενδέκατον, όσον αφορά τον καθορισμό της κληρονομικής διαδοχής στην περίπτωση θανάτου φυσικών προσώπων ή λύσεως νομικών προσώπων που είχαν καταθέσει δηλώσεις στο μητρώο εμπράγματων ασφαλειών επί κινητών, η Επιτροπή προβάλλει ότι η διαχείριση του μητρώου αυτού δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, γιατί αφορά μόνον τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας.

79      Τέλος, δωδέκατον, η Επιτροπή προβάλλει ότι η φύλαξη πράξεων και η καταγραφή αξιογράφων, τιμαλφών και διαπραγματεύσιμων τίτλων από τον συμβολαιογράφο συνιστούν συμπληρωματική και παθητική δραστηριότητα, η οποία δεν συνεπάγεται την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων, εξουσίας καταναγκασμού ή εξουσίας επιβολής κυρώσεων, ούτε την εξέταση τυχόν αμφισβητήσεων.

80      Η Ουγγαρία, υποστηριζόμενη από την Τσεχική Δημοκρατία, προβάλλει, πρώτον, ότι οι δραστηριότητες τις οποίες ασκούν οι συμβολαιογράφοι στην ουγγρική έννομη τάξη δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49 ΣΛΕΕ.

81      Κατά την Ουγγαρία, ο συμβολαιογράφος δεν ασκεί οικονομική ή εμπορική δραστηριότητα, καθόσον ο διορισμός του εξαρτάται από την επιτυχία του σε διαγωνισμό, καθόσον ασκεί τις δραστηριότητές του εντός συγκεκριμένων εδαφικών ορίων και σε συγκεκριμένη έδρα, καθόσον το πεδίο των δραστηριοτήτων του δεν καθορίζεται ελεύθερα αλλά από τον νόμο, καθόσον εκτελεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία, καθόσον ασκεί, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, του νόμου περί συμβολαιογράφων, «επίσημη» δραστηριότητα «εφαρμογής του νόμου», καθόσον η αμοιβή του δεν υπόκειται σε ελεύθερη διαπραγμάτευση και καθόσον, όσον αφορά τη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής και τις υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής, το επάγγελμά του δεν υπόκειται σε ανταγωνισμό.

82      Επιπροσθέτως, ακόμα και όταν εργάζεται στο πλαίσιο γραφείου, ο συμβολαιογράφος εκπληρώνει, κατά την Ουγγαρία, προσωπικώς τα καθήκοντά του. Δεν δρα προς το γενικό συμφέρον, αλλά «προς το συμφέρον των πελατών [του]».

83      Τέλος, οι ενέργειες του συμβολαιογράφου συνεπάγονται εμμέσως την ευθύνη του κράτους.

84      Κατά δεύτερον, η Ουγγαρία, υποστηριζόμενη από την Τσεχική Δημοκρατία, προβάλλει ότι οι δραστηριότητες τις οποίες ασκούν οι συμβολαιογράφοι στην ουγγρική έννομη τάξη εμπίπτουν, εν πάση περιπτώσει, στην εξαίρεση του άρθρου 51 ΣΛΕΕ. Κατά το ως άνω κράτος μέλος, το καθεστώς του συμβολαιογράφου στην Ουγγαρία δύναται να συγκριθεί προς εκείνο των δικαστών και των λοιπών προσώπων που συμμετέχουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Επιφορτισμένος με την πρόληψη δικαστικών διενέξεων μέσω της διεκπεραιώσεως διαδικασιών εκούσιας δικαιοδοσίας, ο συμβολαιογράφος συμμετέχει στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Δεν δύναται να απορρίψει υπόθεση η οποία εμπίπτει στην καθ’ ύλην αρμοδιότητά του και οι πράξεις του, καίτοι εκδίδονται στο πλαίσιο διαδικασιών εκούσιας δικαιοδοσίας, παράγουν τα ίδια αποτελέσματα με δικαστική απόφαση. Κατά την Ουγγαρία, ο συμβολαιογράφος ενεργεί, ακριβώς όπως οι δικαστές, με ανεξαρτησία. Ασκεί επίσης εξουσίες εκτιμήσεως και λήψεως αποφάσεων και δύναται να θέσει σε εφαρμογή τον μηχανισμό διοικητικού καταναγκασμού.

85      Πρώτον, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής αποσκοπεί στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων. Εκδίδοντας, κατόπιν αιτήσεως του δανειστή, διαταγή η οποία υποχρεώνει τον οφειλέτη να καταβάλει χρηματικό ποσό χωρίς ο τελευταίος να χρειάζεται να τύχει προηγούμενης ακροάσεως, ο συμβολαιογράφος επιλύει οριστικώς ζήτημα του ιδιωτικού δικαίου. Στην πράξη, μόνον ένας μικρός αριθμός διαταγών πληρωμής οι οποίες εκδόθηκαν από συμβολαιογράφο προβάλλεται με ανακοπή. Εξάλλου, ο συμβολαιογράφος στην ουγγρική έννομη τάξη είναι, όπως υποστηρίζει η Ουγγαρία, αρμόδιος και για την έκδοση διαταγής πληρωμής σύμφωνα με τον κανονισμό 1896/2006.

86      Δεύτερον, η επιταγή προς εκτέλεση της διαταγής πληρωμής συνεπάγεται, κατά την Ουγγαρία, άμεση συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, διότι η αναγκαστική εκτέλεση είναι μέτρο καταναγκασμού το οποίο οδηγεί τον οφειλέτη σε στέρηση περιουσιακών του στοιχείων λόγω του χρέους του. Η ύπαρξη δυνατότητας ένδικης προσφυγής κατά της επίσημης αποφάσεως του συμβολαιογράφου περί εκδόσεως επιταγής προς εκτέλεση απορρέει από την ανάγκη σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και δεν σημαίνει ότι η ως άνω απόφαση έχει μειωμένο νομικό κύρος. Εξάλλου, αυτό το είδος προσφυγής δεν αφορά το ζήτημα αν πρέπει ή όχι να διαταχθεί η εκτέλεση, αλλά απλώς και μόνον τη νομιμότητα της ανωτέρω αποφάσεως.

87      Τρίτον, όσον αφορά τη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι ο συμβολαιογράφος δεν εκπληρώνει απλώς προπαρασκευαστικά καθήκοντα σε σχέση με την αποστολή ενός δικαστηρίου, αλλά διεκπεραιώνει ο ίδιος το σύνολο της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής και εκδίδει την επίσημη απόφαση περί διανομής της κληρονομίας. Εν αντιθέσει με τη θέση του συμβολαιογράφου στην αυστριακή έννομη τάξη, ο συμβολαιογράφος στην ουγγρική έννομη τάξη δεν ενεργεί ως εντολοδόχος του δικαστηρίου, αλλά δυνάμει ιδίας εξουσίας, λαμβάνει δε ο ίδιος το σύνολο των αποφάσεων. Επιπροσθέτως, δύναται να λάβει συντηρητικά μέτρα. Εξάλλου, είναι αμελητέος ο αριθμός των ένδικων προσφυγών κατά αποφάσεων των συμβολαιογράφων όσον αφορά ζητήματα κληρονομικής διαδοχής.

88      Τέταρτον, όσον αφορά τη διαδικασία συμβολαιογραφικής καταθέσεως, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι παράγει τα ίδια αποτελέσματα με τη διαδικασία δημόσιας καταθέσεως. Τούτο ισχύει διότι οι συμβολαιογράφοι απολαύουν της εμπιστοσύνης του κοινού λόγω του ρόλου που διαδραματίζουν στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης, καθώς και διότι είναι πολύ ευχερέστερη η πρόσβαση σε αυτούς απ’ ό,τι στα δικαστήρια.

89      Πέμπτον, όσον αφορά την κατάρτιση δημοσίων εγγράφων, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι η εν λόγω δραστηριότητα είναι αυστηρά κανονιστικώς ρυθμισμένη. Ο χαρακτήρας πράξεως της δημόσιας εξουσίας που έχει το καταρτιζόμενο από τον συμβολαιογράφο δημόσιο έγγραφο προκύπτει, επίσης, από τον εκτελεστήριο τύπο τον οποίον ο συμβολαιογράφος περιάπτει στην πράξη αυτήν, οσάκις πληρούνται οι κατά νόμον προϋποθέσεις. Δεδομένου ότι ο εκτελεστήριος τύπος καθιστά δυνατή την αναγκαστική εκτέλεση απαιτήσεως δυνάμει μέτρων διοικητικού καταναγκασμού υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και με την ίδια διαδικασία που προβλέπονται και για την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, ο συμβολαιογράφος διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο με εκείνον που διαδραματίζουν οι δικαστές στο πλαίσιο της επιλύσεως και της προλήψεως των ενδίκων διαφορών. Από την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Unibank (C-260/97, EU:C:1999:312), προκύπτει ότι εκτελεστότητα δύνανται να έχουν μόνον οι πράξεις οι οποίες αποτελούν πράξεις δημόσιας εξουσίας. Επιπροσθέτως, ο κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), καθώς και ο κανονισμός (ΕΚ) 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις (ΕΕ 2004, L 143, σ. 15), αναγνωρίζουν στις δεσμεύσεις που περιλαμβάνονται στα δημόσια έγγραφα εκτελεστότητα παρεμφερή με εκείνη των δικαστικών αποφάσεων.

90      Έκτον, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι η προαπόδειξη ενώπιον του συμβολαιογράφου αποτελεί παραλλαγή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας της ίδιας φύσεως με εκείνη που διεξάγεται ενώπιον των δικαστηρίων, και η οποία αποσκοπεί στη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων ενόψει τυχόν κινήσεως ένδικης διαδικασίας μεταγενέστερα.

91      Έβδομον, όσον αφορά τη διαδικασία διορισμού δικαστικού πραγματογνώμονα, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι πρόκειται για παραλλαγή υφιστάμενης παρεμφερούς διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων.

92      Όγδοον, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι η ακύρωση, από τον συμβολαιογράφο, απολεσθέντων, κλαπέντων ή καταστραφέντων διαπραγματεύσιμων τίτλων και πιστοποιητικών, έχει δεσμευτική ισχύ και παράγει τα ίδια αποτελέσματα με δικαστική απόφαση η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου. Επομένως, η ως άνω δραστηριότητα του συμβολαιογράφου επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τρίτων και, για τον λόγο αυτόν, συνιστά άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Εντούτοις, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι, μολονότι η ακύρωση διαπραγματεύσιμου τίτλου έχει ως συνέπεια το να καθίσταται αδύνατη η άσκηση του δικαιώματος που διαπιστώνεται με αυτόν ή η εκτέλεση της υποχρεώσεως που προβλέπεται με αυτόν, δεν επιφέρει καμία αλλαγή στην έννομη σχέση στην οποία βασίζεται ο εν λόγω διαπραγματεύσιμος τίτλος. Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η ακύρωση του ως άνω τίτλου απλώς καθιστά δυνατή την έκδοση νέου διαπραγματεύσιμου τίτλου προς αντικατάσταση του προηγουμένου.

93      Ένατον, όσον αφορά τον ρόλο του συμβολαιογράφου στον τομέα της λύσεως του συμφώνου συμβιώσεως, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι ο τελευταίος λύει το σύμφωνο συμβιώσεως κατόπιν συναινέσεως των ενδιαφερομένων, στο πλαίσιο διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Κατά την Ουγγαρία, ο συμβολαιογράφος ενεργεί όπως ακριβώς και το δικαστήριο και η λύση στην οποία προβαίνει ο συμβολαιογράφος παράγει τα ίδια αποτελέσματα με τη λύση την οποία απαγγέλλει δικαστήριο.

94      Δέκατον, όσον αφορά τη διαχείριση του μητρώου δηλώσεων σχέσεως συμβιώσεως, καθώς και τη διαχείριση του εθνικού μητρώου γαμικών συμφώνων και του εθνικού μητρώου συμφώνων συμβιώσεως, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι η επίσημη απόφαση του συμβολαιογράφου περί καταχωρίσεως πληροφοριών στα ως άνω μητρώα έχει δεσμευτική ισχύ, παράγει τα ίδια αποτελέσματα με δικαστική απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου, και έχει συνέπειες ως προς το αντιτάξιμο των οικείων πράξεων σε τρίτους.

95      Ενδέκατον, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι ο συμβολαιογράφος καθορίζει την κληρονομική διαδοχή στην περίπτωση θανάτου φυσικών προσώπων ή λύσεως νομικών προσώπων τα οποία έχουν καταθέσει δηλώσεις στο μητρώο εμπράγματων ασφαλειών επί κινητών.

96      Τέλος, η Ουγγαρία θεωρεί ότι η δραστηριότητα φυλάξεως πράξεων και καταγραφής αξιογράφων, τιμαλφών και διαπραγματεύσιμων τίτλων δεν συνεπάγεται μεν την άσκηση δημόσιας εξουσίας, αλλά δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις λοιπές δραστηριότητες του συμβολαιογράφου, διότι καθιστά δυνατή την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση των λοιπών καθηκόντων του.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

97      Προκαταρκτικώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η προσφυγή της Επιτροπής αφορά αποκλειστικώς το κατά πόσον η προϋπόθεση ιθαγένειας την οποία επιβάλλει η επίμαχη ουγγρική νομοθεσία για την πρόσβαση στο επάγγελμα του συμβολαιογράφου συνάδει προς την ελευθερία εγκαταστάσεως, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Η υπό κρίση προσφυγή δεν αφορά ούτε τη θέση και την οργάνωση του συμβολαιογραφικού επαγγέλματος στην ουγγρική έννομη τάξη, ούτε τις λοιπές, πλην της σχετικής με την ιθαγένεια, προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του συμβολαιογράφου εντός του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

98      Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι το επάγγελμα του συμβολαιογράφου δεν μπορεί να θεωρηθεί άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και ότι, κατά συνέπεια, το εν λόγω επάγγελμα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49 ΣΛΕΕ.

99      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η κατά το άρθρο 49 ΣΛΕΕ ελευθερία εγκαταστάσεως έχει εφαρμογή στην περίπτωση του συμβολαιογραφικού επαγγέλματος (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Επιτροπή κατά Λεττονίας, C-151/14, EU:C:2015:577, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

100    Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η παροχή αμειβομένων υπηρεσιών πρέπει να θεωρείται οικονομική δραστηριότητα, υπό τον όρο ότι οι ασκούμενες δραστηριότητες είναι πραγματικές και γνήσιες και όχι τέτοιας φύσεως ώστε να εμφανίζονται ως περιθωριακές και επουσιώδεις (απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2001, Jany κ.λπ., C-268/99, EU:C:2001:616, σκέψη 33 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

101    Είναι σαφές ότι στην ουγγρική έννομη τάξη οι συμβολαιογράφοι ασκούν ελεύθερο επάγγελμα το οποίο περιλαμβάνει, ως κύρια δραστηριότητα, την παροχή πληθώρας αμειβόμενων υπηρεσιών.

102    Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει ως σκοπό να διασφαλίσει το προνόμιο της ίσης μεταχειρίσεως με τους ημεδαπούς σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος εγκαθίσταται σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να ασκήσει μη μισθωτή δραστηριότητα και απαγορεύει, ως περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, κάθε δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας απορρέουσα από τις εθνικές νομοθεσίες (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Επιτροπή κατά Λεττονίας, C-151/14, EU:C:2015:577, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

103    Εν προκειμένω, όμως, η επίμαχη εθνική νομοθεσία παρέχει δυνατότητα προσβάσεως στο συμβολαιογραφικό επάγγελμα μόνο στους Ούγγρους πολίτες, προβλέποντας, επομένως, διαφορετική μεταχείριση λόγω ιθαγένειας, η οποία καταρχήν απαγορεύεται από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ.

104    Η Ουγγαρία διατείνεται, ωστόσο, ότι οι συμβολαιογραφικές δραστηριότητες εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 49 ΣΛΕΕ, καθόσον συνιστούν συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, υπό την έννοια του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

105    Όσον αφορά την έννοια της «ασκήσεως δημόσιας εξουσίας», επισημαίνεται ότι η έννοια αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά πάγια νομολογία, τον προσιδιάζοντα στο δίκαιο της Ένωσης χαρακτήρα των ορίων που θέτει το εν λόγω άρθρο στις επιτρεπόμενες εξαιρέσεις από την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, ώστε να μην εξουδετερώνεται, με μονομερή μέτρα των κρατών μελών, η πρακτική αποτελεσματικότητα της Συνθήκης στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως (απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C-157/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:794, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

106    Επίσης κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ συνιστά παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Ως τέτοια, η εν λόγω παρέκκλιση χρήζει στενής ερμηνείας, ούτως ώστε να περιορίζεται στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο για την προάσπιση των συμφερόντων την οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη (απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C-157/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:794, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

107    Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ παρέκκλιση πρέπει να περιορίζεται στις δραστηριότητες οι οποίες, αυτές καθεαυτές, συνιστούν άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας (απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C-157/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:794, σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

108    Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρώτον, ορισμένες δραστηριότητες επικουρικού ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα σε σχέση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1993, Thijssen, C-42/92, EU:C:1993:304, σκέψη 22, της 29ης Οκτωβρίου 1998, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑114/97, EU:C:1998:519, σκέψη 38, της 30ής Μαρτίου 2006, Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti, C-451/03, EU:C:2006:208, σκέψη 47, της 29ης Νοεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-404/05, EU:C:2007:723, σκέψη 38, και της 22ας Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C-438/08, EU:C:2009:651, σκέψη 36), δεύτερον, ορισμένες δραστηριότητες των οποίων η άσκηση, μολονότι περιλαμβάνει επαφές, ακόμη και τακτικές και λειτουργικές, με διοικητικές ή δικαστικές αρχές, ή και συνδρομή, ακόμη και υποχρεωτική, στη λειτουργία τους, δεν θίγει τις εξουσίες εκτιμήσεως και λήψεως αποφάσεων των εν λόγω αρχών (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974, Reyners, 2/74, EU:C:1974:68, σκέψεις 51 και 53), και, τρίτον, ορισμένες δραστηριότητες που δεν περιλαμβάνουν άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1993, Thijssen, C-42/92, EU:C:1993:304, σκέψεις 21 και 22, της 29ης Νοεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Αυστρίας, C-393/05, EU:C:2007:722, σκέψεις 36 και 42, της 29ης Νοεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-404/05, EU:C:2007:723, σκέψεις 38 και 44, καθώς και της 22ας Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑438/08, EU:C:2009:651, σκέψεις 36 και 41), εξουσίας καταναγκασμού (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, ιδίως απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑114/97, EU:C:1998:519, σκέψη 37), ή εξουσίας επιβολής κυρώσεων (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑47/02, Anker κ.λπ., C-47/02, EU:C:2003:516, σκέψη 61, καθώς και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C-438/08, EU:C:2009:651, σκέψη 44).

109    Πρέπει, ως εκ τούτου, να διερευνηθεί, υπό το πρίσμα της νομολογίας που υπενθυμίστηκε στις σκέψεις 105 έως 108 της παρούσας αποφάσεως, αν οι δραστηριότητες των οποίων η άσκηση εντός της ουγγρικής έννομης τάξεως έχει ανατεθεί στους συμβολαιογράφους συνεπάγονται άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.

110    Αναφορικά με τη δραστηριότητα εκδόσεως διαταγών πληρωμής, είναι σαφές ότι αυτή αφορά μόνο τις μη αμφισβητούμενες και ληξιπρόθεσμες οφειλές. Επιπροσθέτως, η διαταγή πληρωμής την οποία εκδίδει ο συμβολαιογράφος δεν καθίσταται δεσμευτική παρά μόνον αν δεν αντιταχθεί ο οφειλέτης. Επομένως, η παρέμβαση του συμβολαιογράφου προϋποθέτει την ύπαρξη συναινέσεως του οφειλέτη.

111    Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου επί θεμάτων εκδόσεως διαταγών πληρωμής, η οποία στηρίζεται αποκλειστικώς στη βούληση του δανειστή και του οφειλέτη και ουδόλως θίγει τις εξουσίες των δικαστηρίων ελλείψει συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών, δεν συνεπάγεται καμία άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.

112    Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το επιχείρημα της Ουγγαρίας σχετικά με τον κανονισμό 1896/2006. Πράγματι, προκύπτει, ιδίως από την αιτιολογική σκέψη 9 και το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, ότι η διαδικασία εκδόσεως ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής αφορά μόνο τις μη αμφισβητούμενες χρηματικές οφειλές. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής κηρύσσεται εκτελεστή εάν δεν υποβληθεί ανακοπή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως, η έκδοση της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής που θεσπίζεται με τον κανονισμό 1896/2006 έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα που αναφέρονται στη σκέψη 110 της παρούσας αποφάσεως.

113    Όσον αφορά την επιταγή προς εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, επισημαίνεται ότι αυτή καθιστά δυνατή, όπως προβάλλει και η Ουγγαρία, την αναγκαστική εκτέλεση της απαιτήσεως η οποία αποτελεί το αντικείμενο της διαταγής πληρωμής και η οποία έχει καταστεί, ελλείψει ανακοπής, δεσμευτική.

114    Η εκτελεστότητα την οποία αποκτά τοιουτοτρόπως η διαταγή πληρωμής δεν συνεπάγεται ωστόσο ότι ο συμβολαιογράφος διαθέτει εξουσίες οι οποίες συνιστούν άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Πράγματι, καίτοι η περιαφή εκτελεστήριου τύπου στη διαταγή πληρωμής η οποία έχει καταστεί δεσμευτική προσδίδει στην τελευταία εκτελεστότητα, η εκτελεστότητα αυτή ερείδεται στην έλλειψη αμφισβητήσεως από τον οφειλέτη της απαιτήσεως που τελεί υπό αναγκαστική εκτέλεση.

115    Όσον αφορά την αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου επί θεμάτων κληρονομικής διαδοχής, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι, δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 1, του νόμου σχετικά με τη διαδικασία της κληρονομικής διαδοχής, ο συμβολαιογράφος δύναται να προβεί στην οριστική διανομή της κληρονομίας μόνον εφόσον δεν υφίσταται σχετικώς διαφωνία μεταξύ των κληρονόμων και, αφετέρου, ότι, σε περίπτωση διαφωνίας, οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, να προβεί στην προσωρινή διανομή της κληρονομίας, της δε αντιδικίας επιλαμβάνεται ο δικαστής στο πλαίσιο της περί κλήρου αγωγής.

116    Δεδομένου ότι τα καθήκοντα του συμβολαιογράφου σε θέματα κληρονομικής διαδοχής πρέπει να ασκούνται επί συναινετικής βάσεως και δεν θίγουν τις εξουσίες του δικαστή σε περίπτωση ελλείψεως συμφωνίας των ενδιαφερομένων, δεν είναι, κατά συνέπεια, δυνατό να θεωρηθεί ότι συνιστούν καθεαυτά άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.

117    Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι ο συμβολαιογράφος διαθέτει, όπως υποστηρίζει η Ουγγαρία, την εξουσία λήψεως ορισμένων συντηρητικών μέτρων και ορισμένων προπαρασκευαστικών μέτρων για την οργάνωση της συγκεντρώσεως των στοιχείων της κληρονομίας, καθώς και την εξουσία να ζητεί από διάφορα διοικητικά όργανα τη γνωστοποίηση ορισμένων πληροφοριών και την αποστολή ορισμένων εγγράφων. Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα μέτρα αυτά έχουν επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με το κύριο καθήκον του συμβολαιογράφου, το οποίο συνίσταται στη διανομή της κληρονομίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C-157/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:794, σκέψη 83). Όπως προκύπτει, όμως, από τις σκέψεις 115 και 116 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το καθήκον αυτό συνιστά άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.

118    Όσον αφορά τις δραστηριότητες του συμβολαιογράφου αναφορικά με τη συμβολαιογραφική κατάθεση, επισημαίνεται ότι αυτές δεν συνεπάγονται την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων, δεδομένου ότι ο ρόλος των συμβολαιογράφων περιορίζεται στην εξακρίβωση της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων.

119    Όσον αφορά την αρμοδιότητα θεωρήσεως που ανατίθεται στους συμβολαιογράφους στην ουγγρική έννομη τάξη, υπογραμμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 112 του νόμου περί συμβολαιογράφων, θεωρούνται από αυτούς μόνον οι πράξεις με τις οποίες αναλαμβάνεται μονομερής δέσμευση ή οι συμβάσεις οι οποίες αποτελούν προϊόν της ελεύθερης βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων. Η παρέμβαση του συμβολαιογράφου προϋποθέτει, συνεπώς, την προηγούμενη συναίνεση ή τη σύμπτωση της βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων.

120    Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η δραστηριότητα θεωρήσεως η οποία ανατίθεται στους συμβολαιογράφους δεν συνεπάγεται, αυτή καθεαυτή, άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας υπό την έννοια του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ. κατ’ αναλογίαν, μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-47/08, EU:C:2011:334, σκέψη 92).

121    Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι μια συγκεκριμένη δραστηριότητα συνεπάγεται την κατάρτιση πράξεων οι οποίες έχουν αποδεικτική ισχύ και εκτελεστότητα δεν επαρκεί, κατά το Δικαστήριο, για να διαπιστωθεί ότι η δραστηριότητα αυτή συνιστά άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, υπό την έννοια του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C-157/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:794, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

122    Πράγματι, όσον αφορά, ειδικότερα, την αποδεικτική ισχύ συμβολαιογραφικής πράξεως, διευκρινίζεται ότι η ισχύς αυτή διέπεται από το καθεστώς περί αποδείξεων που προβλέπεται στον κώδικα πολιτικής δικονομίας. Συνεπώς, η αποδεικτική ισχύς που ο νόμος αναγνωρίζει σε συγκεκριμένη πράξη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η δραστηριότητα που συνεπάγεται την κατάρτιση της εν λόγω πράξεως συνιστά, αυτή καθεαυτή, άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, σύμφωνα με τις επιταγές της νομολογίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C-157/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:794, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

123    Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 195, παράγραφοι 6 και 7, του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όσον αφορά τα δημόσια έγγραφα, χωρεί πάντοτε ανταπόδειξη.

124    Δεν μπορεί συνεπώς να υποστηριχθεί ότι η συμβολαιογραφική πράξη, λόγω της αποδεικτικής ισχύος της, δεσμεύει άνευ ετέρου τον δικαστή κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, δεδομένου ότι ο δικαστής λαμβάνει την απόφασή του στηριζόμενος στην πεποίθηση που διαμορφώνει έχοντας λάβει υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών και αποδείξεων που υποβλήθηκαν στην κρίση του στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Η αρχή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων από τον δικαστή κατοχυρώνεται, εξάλλου, στο άρθρο 206 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C-157/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:794, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

125    Ούτε η εκτελεστότητα του δημοσίου εγγράφου συνεπάγεται ότι ο συμβολαιογράφος διαθέτει εξουσίες οι οποίες συνιστούν άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Πράγματι, μολονότι η περιαφή εκτελεστήριου τύπου από τον συμβολαιογράφο στο δημόσιο έγγραφο προσδίδει σε αυτό εκτελεστότητα, η εν λόγω εκτελεστότητα στηρίζεται στη βούληση των ενδιαφερομένων να καταρτίσουν πράξη ή να συνάψουν σύμβαση, αφού εξακριβωθεί από τον συμβολαιογράφο η συμβατότητα της εν λόγω πράξεως ή της εν λόγω συμβάσεως προς τον νόμο, και να καταστήσουν την εν λόγω πράξη ή την εν λόγω σύμβαση εκτελεστή (απόφαση της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-47/08, EU:C:2011:334, σκέψη 103).

126    Εξάλλου, είναι σαφές ότι ο συμβολαιογράφος δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως πέραν της περιαφής εκτελεστήριου τύπου. Επομένως, ο συμβολαιογράφος δεν έχει ούτε εν προκειμένω οποιαδήποτε εξουσία λήψεως αποφάσεων ή καταναγκασμού.

127    Η συλλογιστική που εκτέθηκε στις σκέψεις 125 και 126 της παρούσας αποφάσεως εφαρμόζεται επίσης στην περιαφή εκτελεστήριου τύπου από τον συμβολαιογράφο στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως απαιτήσεως που έχει περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και στην εκτέλεση των επίσημων αποφάσεων του συμβολαιογράφου.

128    Όσον αφορά το αντλούμενο από την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Unibank (C-260/97, EU:C:1999:312), επιχείρημα της Ουγγαρίας, διαπιστώνεται ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε εκείνη η απόφαση δεν αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αλλά την ερμηνεία του άρθρου 50 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24). Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 15 και 21 της ως άνω αποφάσεως, ότι, για να χαρακτηρισθεί ένα έγγραφο ως «δημόσιο» κατά το άρθρο 50 της ως άνω συμβάσεως, είναι αναγκαία η παρέμβαση είτε δημόσιας αρχής είτε οποιασδήποτε άλλης αρχής εξουσιοδοτημένης από το κράτος προελεύσεως.

129    Όσον αφορά το επιχείρημα της Ουγγαρίας σχετικά με τους κανονισμούς 44/2001 και 805/2004, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι πράξεις αυτές αφορούν την αναγνώριση και την εκτέλεση δημοσίων εγγράφων σε κράτος μέλος και, κατά συνέπεια, δεν αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑47/08, EU:C:2011:334, σκέψη 120). Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1), ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 44/2001.

130    Όσον αφορά τις αρμοδιότητες του συμβολαιογράφου σε θέματα προαποδείξεως, υπογραμμίζεται ότι η διαδικασία αυτή ως σκοπό έχει να διασφαλίσει ότι θα συγκεντρωθούν οι αποδείξεις για την απόκτηση των οποίων ο αιτών έχει έννομο συμφέρον ενόψει ενδεχόμενης μεταγενέστερης κινήσεως ένδικης διαδικασίας, η οποία, ωστόσο, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου. Συγκεκριμένα, ο νόμος σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου προβλέπει ότι δεν είναι δυνατή η προαπόδειξη εάν βρίσκεται σε εξέλιξη αστική ή ποινική δίκη σχετικά με την οικεία υπόθεση. Επομένως, οι αρμοδιότητες του συμβολαιογράφου όσον αφορά την προαπόδειξη αποτελούν επικουρικές ή προπαρασκευαστικές δραστηριότητες σε σχέση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

131    Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τα καθήκοντα του συμβολαιογράφου στο πλαίσιο της διαδικασίας διορισμού δικαστικού πραγματογνώμονα, δεδομένου ότι η εν λόγω διαδικασία εφαρμόζεται οσάκις η διαπίστωση ή η εκτίμηση πραγματικού ή κάθε άλλου περιστατικού σημαντικό για τον ενάγοντα προϋποθέτει ειδικές τεχνικές δεξιότητες. Όπως ακριβώς και στην προαπόδειξη, ο διορισμός δικαστικού πραγματογνώμονα δεν δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 2, του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου, να ζητηθεί από τον συμβολαιογράφο εάν, όσον αφορά το ζήτημα για το οποίο ο αιτούμενος το μέτρο ζητεί πραγματογνωμοσύνη, βρίσκεται σε εξέλιξη άλλη ένδικη διαδικασία στην οποία είναι ενάγων ή εναγόμενος ο αιτούμενος το μέτρο, ή εάν εκκρεμεί εις βάρος του ποινική διαδικασία.

132    Όσον αφορά την αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου να προβαίνει στην ακύρωση απολεσθέντων, κλαπέντων ή καταστραφέντων διαπραγματεύσιμων τίτλων και πιστοποιητικών, υπογραμμίζεται ότι, όπως επισημαίνει και η Ουγγαρία, αυτή δεν συνεπάγεται την ακυρότητα, βάσει του αστικού δικαίου, της έννομης σχέσεως στην οποία βασίζεται ο τίτλος, αλλά απλώς και μόνο δημιουργεί τη δυνατότητα εκδόσεως νέου τίτλου προς αντικατάσταση του παλαιού. Κατά συνέπεια, η ως άνω αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου δεν συνεπάγεται την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων.

133    Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι ο συμβολαιογράφος δύναται να διατάξει το πρόσωπο ή τον οργανισμό που υποχρεούται, δυνάμει του απολεσθέντος, κλαπέντος ή καταστραφέντος τίτλου, να προβεί σε καταβολή, να μην προβεί σε αυτήν και, αναλόγως της περιπτώσεως, να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού το οποίο εν τω μεταξύ κατέστη απαιτητό. Πράγματι, τα μέτρα αυτά είναι δευτερεύοντα και αναγκαία σε σχέση με την κύρια αποστολή του συμβολαιογράφου, η οποία αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.

134    Όσον αφορά τις ασκούμενες στον τομέα της λύσεως του συμφώνου συμβιώσεως δραστηριότητες, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 36/A έως 36/D του νόμου σχετικά με τις διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον συμβολαιογράφου, ο τελευταίος είναι αρμόδιος για τη λύση συμφώνου συμβιώσεως μόνο στην περίπτωση που οι δύο καταχωρισμένοι σύντροφοι τη ζητήσουν από κοινού και ελεύθερα, στην περίπτωση που κανείς εξ αυτών δεν έχει τέκνο έναντι του οποίου έχουν από κοινού υποχρέωση διατροφής και στην περίπτωση που οι καταχωρισμένοι σύντροφοι έχουν συμφωνήσει αναφορικά με την αμοιβαία υποχρέωση διατροφής τους, με τη χρήση της κοινής στέγης και τη διανομή της κοινής τους περιουσίας, ενώ, αντιθέτως, όλες οι άλλες περιπτώσεις λύσεως συμφώνου συμβιώσεως εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων.

135    Επομένως, διαπιστώνεται ότι η αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου σε θέματα λύσεως του συμφώνου συμβιώσεως, η οποία στηρίζεται αποκλειστικώς στη βούληση των μερών και ουδόλως θίγει τις εξουσίες των δικαστηρίων ελλείψει συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών, δεν συνεπάγεται καμία άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Επιτροπή κατά Λεττονίας, C-151/14, EU:C:2015:577, σκέψεις 68 έως 70).

136    Όσον αφορά την καταχώριση πληροφοριών στο μητρώο των δηλώσεων σχέσεως συμβιώσεως, καθώς και στο εθνικό μητρώο γαμικών συμφώνων και στο εθνικό μητρώο συμφώνων συμβιώσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι δραστηριότητες αυτές, οι οποίες εμπίπτουν στα μέτρα δημοσιότητας των πράξεων, δεν συνιστούν άμεση και ειδική άσκηση δημόσιας εξουσίας από τον συμβολαιογράφο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, C‑51/08, EU:C:2011:336, σκέψη 113).

137    Όσον αφορά τον καθορισμό της κληρονομικής διαδοχής σε περίπτωση θανάτου φυσικών προσώπων ή λύσεως νομικών προσώπων τα οποία έχουν καταθέσει δηλώσεις στο μητρώο εμπράγματων ασφαλειών επί κινητών, διαπιστώνεται ότι η Ουγγαρία δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα για να αποδείξει ειδικώς ότι τέτοιες δραστηριότητες συνιστούν συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, υπό την έννοια του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

138    Εξάλλου, και η ίδια η Ουγγαρία αναγνωρίζει ότι η δραστηριότητα τηρήσεως των πράξεων σε ηλεκτρονικά αρχεία δεν συνιστά συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως.

139    Τέλος, όσον αφορά, το ειδικό καθεστώς των συμβολαιογράφων στην ουγγρική έννομη τάξη, αρκεί η υπόμνηση ότι το ζήτημα αν οι συμβολαιογραφικές δραστηριότητες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προβλεπόμενης από το άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ παρεκκλίσεως πρέπει να διερευνάται λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των εν λόγω δραστηριοτήτων, εξεταζομένων αυτών καθεαυτά, και όχι με γνώμονα το οικείο καθεστώς (βλ. απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C-157/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:794, σκέψη 84).

140    Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι συμβολαιογραφικές δραστηριότητες, ως είχαν στην ουγγρική έννομη τάξη κατά τον χρόνο λήξεως της προθεσμίας που είχε ταχθεί με τη δεύτερη, συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, δεν συνιστούν συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας υπό την έννοια του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

141    Διαπιστώνεται, κατά συνέπεια, ότι η προϋπόθεση ιθαγένειας που προβλέπει η ουγγρική νομοθεσία για την πρόσβαση στο επάγγελμα του συμβολαιογράφου συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας απαγορευόμενη από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ.

142    Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη.

143    Διαπιστώνεται, κατά συνέπεια, ότι η Ουγγαρία, προβλέποντας προϋπόθεση ιθαγένειας για την πρόσβαση στο επάγγελμα του συμβολαιογράφου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ.

 Επί των δικαστικών εξόδων

144    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε τέτοιο αίτημα και η Ουγγαρία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

145    Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του ιδίου Κανονισμού, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Η Τσεχική Δημοκρατία φέρει, κατά συνέπεια, τα δικαστικά της έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ουγγαρία, προβλέποντας προϋπόθεση ιθαγένειας για την πρόσβαση στο επάγγελμα του συμβολαιογράφου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ.

2)      Καταδικάζει την Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα.

3)      Η Τσεχική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

(υπογραφές)


*       Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.