Language of document : ECLI:EU:C:2016:214

Υπόθεση C‑324/14

Partner Apelski Dariusz

κατά

Zarząd Oczyszczania Miasta

(αίτηση του Krajowa Izba Odwoławcza
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή – Δημόσιες συμβάσεις – Οδηγία 2004/18/ΕΚ – Τεχνικές και/ή επαγγελματικές ικανότητες των οικονομικών φορέων – Άρθρο 48, παράγραφος 3 – Δυνατότητα στηρίξεως στις ικανότητες άλλων φορέων – Προϋποθέσεις και λεπτομέρειες εφαρμογής – Χαρακτήρας των δεσμών που υφίστανται μεταξύ του προσφέροντος και των άλλων φορέων – Τροποποίηση της προσφοράς – Ακύρωση και επανάληψη ηλεκτρονικού πλειστηριασμού – Οδηγία 2014/24/ΕΕ»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα)
της 7ης Απριλίου 2016

1.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών – Οδηγία 2004/18 – Ανάθεση συμβάσεων – Κριτήρια ποιοτικής επιλογής – Τεχνική και επαγγελματική ικανότητα – Δυνατότητα στηρίξεως στις ικανότητες άλλων φορέων – Όρια – Δικαίωμα της αναθέτουσας αρχής να απαιτήσει ένα ελάχιστο επίπεδο ικανότητας εκ μέρους του προσφέροντος – Προϋποθέσεις

(Οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 44 § 2, 47 § 2 και 48 § 3)

2.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών – Οδηγία 2004/18 – Ανάθεση συμβάσεων – Κριτήρια ποιοτικής επιλογής – Τεχνική και επαγγελματική ικανότητα – Δυνατότητα στηρίξεως στις ικανότητες άλλων φορέων – Καθορισμός, στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, συγκεκριμένων κανόνων για τη χρήση της δυνατότητας αυτής – Επιτρέπεται – Προϋποθέσεις

(Οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 48 §§ 2 και 3)

3.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών – Οδηγία 2004/18 – Ανάθεση συμβάσεων – Αρχές της ίσης μεταχειρίσεως των προσφερόντων και της διαφάνειας – Περιεχόμενο – Αποδοχή εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής, μετά το άνοιγμα των προσφορών, του αιτήματος προσφέροντος περί ουσιώδους τροποποιήσεως της προσφοράς του – Δεν επιτρέπεται

(Οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 2)

4.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών – Οδηγία 2004/18 – Ανάθεση συμβάσεων – Αρχές της ίσης μεταχειρίσεως των προσφερόντων και της διαφάνειας – Περιεχόμενο – Προσφέρων, στο πλαίσιο συνάψεως δημοσίας συμβάσεως διά ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ο οποίος δεν κλήθηκε να συμμετάσχει στον εν λόγω πλειστηριασμό ενώ είχε υποβάλει παραδεκτή προσφορά – Δεν επιτρέπεται – Υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να ακυρώσει και να επαναλάβει τον πλειστηριασμό

(Οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 54 § 4)

5.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών – Οδηγία 2014/24 – Διαχρονική εφαρμογή – Απόφαση της αναθέτουσας αρχής περί επιλογής του είδους της διαδικασίας που θα εφαρμόσει, η οποία εκδόθηκε πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη – Μη εφαρμογή της οδηγίας – Ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2004/18 υπό το πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας 2014/24 – Προϋποθέσεις

(Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2004/18, άρθρο 48 § 3, και 2014/24, αιτιολογική σκέψη 2, άρθρο 63 § 1)

1.        Τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, σε συνδυασμό με το άρθρο 44, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, έχουν την έννοια ότι αναγνωρίζουν το δικαίωμα κάθε οικονομικού φορέα να στηρίζεται, για ορισμένη σύμβαση, στις ικανότητες άλλων φορέων, ασχέτως της φύσεως των δεσμών που υφίστανται μεταξύ αυτού και των εν λόγω φορέων, εφόσον αποδεικνύεται στην αναθέτουσα αρχή ότι ο υποψήφιος ή προσφέρων θα έχει όντως στη διάθεσή του τους πόρους των εν λόγω φορέων, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την εκτέλεση της συγκεκριμένης συμβάσεως.

Εντούτοις, οι διατάξεις της οδηγίας 2004/18 δεν αποκλείουν τον περιορισμό, υπό ειδικές περιστάσεις, της ασκήσεως του δικαιώματος που κατοχυρώνουν. Πράγματι, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να υπάρχουν εργασίες με ιδιαιτερότητες, οι οποίες απαιτούν συγκεκριμένη ικανότητα που δεν μπορεί να προκύψει ως άθροισμα της ελάσσονος ικανότητας περισσοτέρων φορέων. Στην περίπτωση αυτή, η αναθέτουσα αρχή ευλόγως μπορεί να απαιτήσει το ελάχιστο επίπεδο της οικείας ικανότητας να καλύπτεται από ένα μόνον οικονομικό φορέα ή, ενδεχομένως, από περιορισμένο αριθμό οικονομικών φορέων, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/18, στον βαθμό που η απαίτηση αυτή είναι συνδεδεμένη και ανάλογη με το αντικείμενο της επίμαχης συμβάσεως. Ομοίως δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, υπό ειδικές περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και των σκοπών ορισμένης συμβάσεως, οι ικανότητες ενός τρίτου φορέα, οι οποίες είναι αναγκαίες για την εκτέλεση της συμβάσεως, να μην είναι δυνατό να μεταβιβασθούν στον προσφέροντα. Συνεπώς, υπό τις εν λόγω περιστάσεις, ο προσφέρων μπορεί να επικαλείται τις εν λόγω ικανότητες μόνον εάν ο τρίτος φορέας έχει άμεση και προσωπική συμμετοχή στην εκτέλεση της επίμαχης συμβάσεως.

(βλ. σκέψεις 39-41, 49, διατακτ. 1)

2.        Το άρθρο 48, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2004/18, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου ορισμένης συμβάσεως καθώς και των σκοπών που αυτή επιδιώκει, η αναθέτουσα αρχή δύναται, υπό ειδικές περιστάσεις και για την προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, να θέσει ρητώς στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων συγκεκριμένους κανόνες βάσει των οποίων ένας οικονομικός φορέας μπορεί να στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων, εφόσον οι εν λόγω κανόνες συνδέονται με το αντικείμενο και τους σκοπούς της συγκεκριμένης συμβάσεως και είναι σύμφωνοι προς την αρχή της αναλογικότητας.

Πράγματι, καίτοι ο προσφέρων έχει όντως την ευχέρεια να επιλέξει, αφενός, τη νομική φύση των δεσμών που προτίθεται να συνάψει με τους άλλους φορείς στις ικανότητες των οποίων στηρίζεται για την εκτέλεση ορισμένης συμβάσεως και, αφετέρου, τον τρόπο αποδείξεως της υπάρξεως των δεσμών αυτών, η άσκηση του δικαιώματός του να στηρίζεται στις ικανότητες αυτών των άλλων φορέων μπορεί, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου της οικείας συμβάσεως και των σκοπών που αυτή επιδιώκει, να περιοριστεί υπό ειδικές περιστάσεις. Συναφώς, όταν η αναθέτουσα αρχή αποφασίζει να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, οφείλει να διασφαλίζει ότι οι κανόνες που θέτει συνδέονται με το αντικείμενο και τους σκοπούς της εν λόγω συμβάσεως και είναι σύμφωνοι προς την αρχή της αναλογικότητας.

(βλ. σκέψεις 52, 54, 56, 58, διατακτ. 2)

3.        Οι αρχές της ίσης και άνευ διακρίσεων μεταχειρίσεως των οικονομικών φορέων, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 2004/18, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, έχουν την έννοια ότι η αναθέτουσα αρχή, μετά το άνοιγμα των προσφορών που έχουν υποβληθεί στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, δεν επιτρέπεται να δεχτεί το αίτημα οικονομικού φορέα, ο οποίος έχει υποβάλει προσφορά για το σύνολο της επίμαχης συμβάσεως, να ληφθεί υπόψη η προσφορά του μόνο για ορισμένα τμήματα της συμβάσεως αυτής.

Πράγματι, οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων καθώς και η υποχρέωση διαφάνειας αντιτίθενται σε κάθε διαπραγμάτευση μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και προσφέροντος στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, τούτο δε συνεπάγεται ότι, κατ’ αρχήν, μια προσφορά δεν μπορεί να τροποποιηθεί μετά την κατάθεσή της, κατόπιν πρωτοβουλίας είτε της αναθέτουσας αρχής είτε του προσφέροντος. Συναφώς, μολονότι το άρθρο 2 της οδηγίας 2004/18 δεν αντιτίθεται στη διόρθωση ή συμπλήρωση, σε επιμέρους σημεία, των δεδομένων που αφορούν ορισμένη προσφορά, ιδίως όταν αυτά χρήζουν προφανώς απλής διευκρινίσεως, ή για να απαλειφθούν πρόδηλα εκ παραδρομής σφάλματα, εντούτοις εναπόκειται στην αναθέτουσα αρχή να διασφαλίσει, μεταξύ άλλων, ότι το αίτημα διευκρινίσεως μιας προσφοράς δεν θα καταλήξει σε υποβολή, στην πραγματικότητα, νέας προσφοράς εκ μέρους του οικείου προσφέροντος. Τούτο ισχύει στην περίπτωση δηλώσεως, διά της οποίας ένας οικονομικός φορέας προσδιορίζει στην αναθέτουσα αρχή, μετά το άνοιγμα των προσφορών, τη σειρά προτεραιότητας των επιμέρους τμημάτων της οικείας συμβάσεως, βάσει της οποίας πρέπει να αξιολογηθεί η προσφορά του.

(βλ. σκέψεις 62-64, 68, 70, διατακτ. 3)

4.        Οι αρχές της ίσης και άνευ διακρίσεων μεταχειρίσεως των οικονομικών φορέων, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 2004/18, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν την ακύρωση και επανάληψη ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, στον οποίο δεν κλήθηκε να συμμετάσχει οικονομικός φορέας που είχε υποβάλει παραδεκτή προσφορά και τούτο ακόμη κι αν δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η συμμετοχή του αποκλεισθέντος φορέα θα είχε μεταβάλει το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού.

Πράγματι, όταν ένας προσφέρων υποβάλλει παραδεκτή προσφορά και πληροί συνεπώς τα κριτήρια της προκηρύξεως του διαγωνισμού, εναπόκειται στην αναθέτουσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/18, να διασφαλίζει την άσκηση, ενδεχομένως, του δικαιώματος συμμετοχής του εν λόγω προσφέροντος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό. Συνεπώς, εάν ο προσφέρων αυτός δεν έχει κληθεί να λάβει μέρος στον συγκεκριμένο πλειστηριασμό, οι αρχές της ίσης και άνευ διακρίσεων μεταχειρίσεως επιβάλλουν στην αναθέτουσα αρχή να ακυρώσει και να επαναλάβει τον εν λόγω πλειστηριασμό. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται ανεξαρτήτως του εάν η συμμετοχή του αποκλεισθέντος προσφέροντος θα είχε μεταβάλει το αποτέλεσμα του επίμαχου πλειστηριασμού, καθόσον η άσκηση του δικαιώματός του συμμετοχής σε ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ουδόλως μπορεί να εξαρτηθεί από το αναμενόμενο αποτέλεσμά του και δεν μπορεί συνεπώς να αποκλεισθεί κατ’ αρχάς λόγω υποθετικών εκτιμήσεων της αναθέτουσας αρχής.

(βλ. σκέψεις 76-79, 81, διατακτ. 4)

5.        Στο πλαίσιο συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, εφαρμοστέα είναι κατ’ αρχήν η οδηγία που ισχύει κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αναθέτουσα αρχή επιλέγει το είδος της διαδικασίας που θα εφαρμόσει και δίνει οριστική απάντηση στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι υποχρέωση διεξαγωγής διαγωνισμού για τη σύναψη δημοσίας συμβάσεως. Αντιθέτως, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις οδηγίας της οποίας η προθεσμία για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη έληξε μετά το χρονικό αυτό σημείο.

Συναφώς, όσον αφορά διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που δημοσιεύθηκε πριν από την έκδοση της οδηγίας 2014/24, δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 63, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24. Συγκεκριμένα, καίτοι είναι αληθές ότι, όπως εκθέτει μεταξύ άλλων η αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2014/24, η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό να διευκρινιστούν ορισμένες βασικές έννοιες και όροι, προκειμένου να κατοχυρωθεί η ασφάλεια δικαίου και να ενσωματωθούν ορισμένες πτυχές από τη σχετική πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εντούτοις το άρθρο 63 της οδηγίας αυτής επιφέρει ουσιώδεις τροποποιήσεις όσον αφορά το δικαίωμα ενός οικονομικού φορέα να βασίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων στο πλαίσιο δημοσίας συμβάσεως. Πράγματι, αντί να αποτελεί συνέχεια του άρθρου 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18 και να διευκρινίζει το περιεχόμενό του, το άρθρο 63, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24 εισάγει νέες προϋποθέσεις, οι οποίες δεν προβλέπονταν υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω διάταξη της οδηγίας 2014/24 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο για την ερμηνεία του άρθρου 48, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18, καθόσον δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα άρσεως ερμηνευτικής αμφιβολίας σχετικής με το περιεχόμενο της εν λόγω δεύτερης διατάξεως.

(βλ. σκέψεις 83, 90-92, 94, διατακτ. 5)