Language of document : ECLI:EU:F:2016:173

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(πρώτο τμήμα)

της 20ής Ιουλίου 2016

Υπόθεση F‑19/12 DEP

Luigi Marcuccio

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση – Διαδικασία – Καθορισμός των δικαστικών εξόδων»

Αντικείμενο:      Αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων, την οποία υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατόπιν της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, της 7ης Νοεμβρίου 2013, Marcuccio κατά Επιτροπής (F‑19/12, EU:F:2013:176).

Απόφαση:      Τα δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικά έξοδα που ο Luigi Marcuccio οφείλει να αποδώσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της υποθέσεως F-19/12 ορίζονται στο ποσό των 2 500 ευρώ. Το προαναφερθέν ποσό θα αποφέρει τόκους υπερημερίας από την ημερομηνία επιδόσεως της παρούσας διατάξεως μέχρι την ημερομηνία πληρωμής, με επιτόκιο υπολογιζόμενο βάσει του οριζόμενου από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιτοκίου για τις βασικές πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, το οποίο ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία πληρωμής, προσαυξημένο κατά τρεισήμισι μονάδες.

Περίληψη

1.      Ένδικη διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Έξοδα δυνάμενα να αναζητηθούν – Αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι – Έννοια – Αμοιβή καταβληθείσα από θεσμικό όργανο στον δικηγόρο του – Εμπίπτει

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 19, εδ. 1, και παράρτημα I, άρθρο 7 § 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 105, στοιχείο γʹ)

2.      Ένδικη διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Καθορισμός με βάση ακριβή στοιχεία προσκομισθέντα από τον αιτούντα ή, ελλείψει τέτοιων στοιχείων, κατά δίκαιη κρίση του δικαστή της Ένωσης – Χαρακτήρας της αμοιβής δικηγόρου ως κατ’ αποκοπήν αμοιβής – Δεν ασκεί επιρροή στην εξουσία εκτιμήσεως του δικαστή

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 105, στοιχείο γʹ)

1.      Από το άρθρο 105, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης προκύπτει ότι τα δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικά έξοδα περιορίζονται, αφενός, σε εκείνα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και, αφετέρου, σε εκείνα τα οποία ήταν προς τούτο αναγκαία.

Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, καθορίζοντας τα δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικά έξοδα, λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υποθέσεως έως τον χρόνο εκδόσεως της διατάξεως περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εξόδων που ήταν αναγκαία στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων.

Συναφώς, όπως προκύπτει από το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του παραρτήματος I του εν λόγω Οργανισμού, εφαρμόζεται και στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δύνανται να προσφεύγουν στη συνδρομή δικηγόρου. Η αμοιβή του δικηγόρου εμπίπτει, επομένως, στην έννοια των αναγκαίων, στο πλαίσιο της διαδικασίας, εξόδων, χωρίς το θεσμικό όργανο να υποχρεούται να αποδείξει ότι η συνδρομή αυτή ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη. Συνεπώς, το γεγονός ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε δύο εκπροσώπους και έναν εξωτερικό δικηγόρο τόσο στην υπόθεση της κύριας δίκης όσο και στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων δεν ασκεί μεν επιρροή στη δυνατότητα αναζητήσεως των σχετικών εξόδων, δεδομένου ότι δεν μπορεί κατ’ αρχήν να αποκλεισθεί η απόδοσή τους, ενδέχεται, ωστόσο, να έχει αντίκτυπο στον καθορισμό του ποσού στο οποίο ανέρχονται τα τελικώς αποδοτέα δικαστικά έξοδα.

(βλ. σκέψεις 23, 26 και 27)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: διατάξεις της 23ης Μαρτίου 2012, Kerstens κατά Επιτροπής, T‑498/09 P‑DEP, EU:T:2012:147, σκέψεις 15 και 20, και της 28ης Μαΐου 2013, Marcuccio κατά Επιτροπής, T‑278/07 P-DEP, EU:T:2013:269, σκέψη 14

ΔΔΔΕΕ: διάταξη της 26ης Απριλίου 2010, Schönberger κατά Κοινοβουλίου, F‑7/08 DEP, EU:F:2010:32, σκέψη 23

2.      Ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενος επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, ο δικαστής της Ένωσης δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του ούτε κάποιον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε τυχόν σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του.

Περαιτέρω, ελλείψει διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του καθορισμού τιμών, ο δικαστής οφείλει να εκτιμά ελεύθερα τα στοιχεία της υπό κρίση υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σπουδαιότητά της από πλευράς δικαίου της Ένωσης, καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους.

Ο αιτούμενος την απόδοση των δικαστικών εξόδων οφείλει να προσκομίσει ακριβή στοιχεία προκειμένου να εκτιμηθεί, βάσει των προαναφερθέντων κριτηρίων, κατά πόσον ήταν αναγκαία τα έξοδα στα οποία πράγματι υποβλήθηκε λόγω της διαδικασίας. Ομοίως, το γεγονός ότι πρόκειται περί κατ’ αποκοπήν αμοιβής δεν ασκεί επιρροή στην εκ μέρους του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης εκτίμηση του ποσού των δυναμένων να αναζητηθούν δικαστικών εξόδων, δεδομένου ότι ο δικαστής βασίζεται σε κριτήρια που έχουν παγίως διαμορφωθεί από τη νομολογία και στα ακριβή στοιχεία που οφείλουν να του προσκομίσουν οι διάδικοι. Η έλλειψη τέτοιων στοιχείων δεν εμποδίζει μεν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να καθορίσει, κατά δίκαιη κρίση, το ποσό των δυναμένων να αναζητηθούν δικαστικών εξόδων, πλην όμως λειτουργεί κατ’ ανάγκην περιοριστικά όσον αφορά την εκτίμησή του επί των αξιώσεων του αιτούντος.

(βλ. σκέψεις 24, 25, 30 και 34)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: διάταξη της 17ης Φεβρουαρίου 2004, DAI κατά ARAP κ.λπ., C‑321/99 P‑DEP, EU:C:2004:103, σκέψη 23

ΓΔΕΕ: διατάξεις της 31ης Μαρτίου 2011, Tetra Laval κατά Επιτροπής, T‑5/02 DEP και T‑80/02 DEP, EU:T:2011:129, σκέψη 68, και της 28ης Μαΐου 2013, Marcuccio κατά Επιτροπής, T‑278/07 P-DEP, EU:T:2013:269, σκέψη 16

ΔΔΔΕΕ: διατάξεις της 10ης Νοεμβρίου 2009, X κατά Κοινοβουλίου, F‑14/08 DEP, EU:F:2009:149, σκέψη 22· της 26ης Απριλίου 2010, Schönberger κατά Κοινοβουλίου, F‑7/08 DEP, EU:F:2010:32, σκέψη 24, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, De Nicola κατά ΕΤΕπ, F‑55/08 DEP, EU:F:2011:155, σκέψεις 40 και 41