Language of document : ECLI:EU:C:2017:287

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 6ης Απριλίου 2017 (1)

Υπόθεση C531/15

Elda Otero Ramos

κατά

Servicio Galego de Saúde

και

Instituto Nacional de la Seguridad Social

[αίτηση του Tribunal Superior de Justicia de Galicia
(ανώτερο δικαστήριο της Γαλικίας, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2006/54/ΕΚ – Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών εργαζομένων – Άρθρο 19 – Κανόνες σχετικά με την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως – Οδηγία 92/85/ΕΟΚ – Άρθρο 4 – Αξιολόγηση των δραστηριοτήτων που ενδέχεται να συνεπάγονται έκθεση σε κίνδυνο λόγω παραγόντων, μεθόδων παραγωγής ή συνθηκών εργασίας»






1.        Με την προκειμένη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (ανώτερο δικαστήριο της Γαλικίας, Ισπανία) ζητεί διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία των κανόνων βάσει των οποίων αντιστρέφεται το βάρος αποδείξεως σε υποθέσεις όπου προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου. Αυτή η αντιστροφή του βάρους αποδείξεως απορρέει από την οδηγία 2006/54/ΕΚ, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (2). Η κύρια δίκη αφορά εργαζομένη η οποία διατείνεται ότι, κατά την περίοδο γαλουχίας του τέκνου της, οι συνθήκες εργασίας της ήταν ικανές να επηρεάσουν δυσμενώς είτε την προσωπική της υγεία είτε αυτή του βρέφους της. Η προσφυγή της έχει ως νομική βάση τους εθνικούς κανόνες με τους οποίους μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία 92/85/ΕΟΚ, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (3). Με τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο ζητείται από το Δικαστήριο να αποσαφηνίσει πώς πρέπει να ερμηνεύεται εκείνη η οδηγία, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της οδηγίας 2006/54 αναφορικά με το βάρος αποδείξεως.

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

2.        Το άρθρο 23 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (4) ορίζει ότι η ισότητα γυναικών και ανδρών πρέπει να εξασφαλίζεται σε όλους τους τομείς, μεταξύ άλλων στην απασχόληση, την εργασία και τις αποδοχές.

 Οδηγία 89/391

3.        Η οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (5), ορίζει ότι ως «πρόληψη» νοείται «το σύνολο των διατάξεων ή μέτρων που λαμβάνονται ή προβλέπονται καθ’ όλα τα στάδια της δραστηριότητας εντός της επιχειρήσεως με στόχο την αποφυγή ή τη μείωση των επαγγελματικών κινδύνων» (6). Η οδηγία προβλέπει επίσης ότι οι ιδιαίτερα ευαίσθητες ομάδες κινδύνου πρέπει να προστατεύονται από τους κινδύνους που τις αφορούν ειδικότερα (7) και εξουσιοδοτεί τον νομοθέτη της      Ένωσης να εκδώσει ειδικές οδηγίες προκειμένου να ενθαρρύνει τη βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος όσον αφορά την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων (8).

 Οδηγία 92/85

4.        Η οδηγία 92/85 έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να θέσει ελάχιστες προδιαγραφές ώστε να ενθαρρύνει τη βελτίωση, ιδίως στο εργασιακό περιβάλλον, της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων (9). Οι έγκυοι, οι λεχώνες και οι γαλουχούσες εργαζόμενες θεωρούνται ως ομάδα ειδικών κινδύνων (10). Η προστασία αυτή δεν πρέπει να καθιστά μειονεκτική τη θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας και δεν πρέπει να θίγει τις οδηγίες περί ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών (11). Ορισμένες δραστηριότητες είναι δυνατόν να συνεπάγονται, για τις γαλουχούσες εργαζόμενες, ειδικό κίνδυνο έκθεσής τους σε επικίνδυνους παράγοντες, μεθόδους παραγωγής ή συνθήκες εργασίας. Στις περιπτώσεις αυτές, οι σχετικοί κίνδυνοι πρέπει να αξιολογούνται και το αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης να ανακοινώνεται στις εργαζόμενες γυναίκες (12). Αν από την αξιολόγηση αυτή προκύψουν κίνδυνοι για την ασφάλεια ή την υγεία της εργαζόμενης γυναίκας, πρέπει να προβλεφθεί ένα σύστημα για την προστασία της (13). Γαλουχούσες εργαζόμενες δεν πρέπει να υποχρεώνονται να εκτελούν εργασίες για τις οποίες η αξιολόγηση έδειξε ότι είναι πιθανόν να τις εκθέτουν σε ιδιαίτερα επικίνδυνους παράγοντες, ούτε να εργάζονται σε συνθήκες εργασίες που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλειά τους (14).

5.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι η οδηγία 92/85, «[…] η οποία είναι η δέκατη ειδική οδηγία σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας [89/391/ΕΟΚ], [αποσκοπεί στην] εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων».

6.        Στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, ως «γαλουχούσα εργαζόμενη» ορίζεται «[…] κάθε εργαζόμενη γυναίκα που διανύει το στάδιο της γαλουχίας κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας ή/και πρακτικής και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της, σύμφωνα με την ανωτέρω νομοθεσία ή/και πρακτική» (15).

7.        Κατ’ επιταγήν του άρθρου 3, παράγραφος 1, η Επιτροπή έχει εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτίμηση των χημικών, φυσικών ή βιολογικών παραγόντων, καθώς και των βιομηχανικών μεθόδων παραγωγής που θεωρείται ότι ενέχουν κίνδυνο για την υγεία η την ασφάλεια των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2 (16).

8.        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, προβλέπει ότι, όσον αφορά οποιαδήποτε δραστηριότητα ενδέχεται να ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο έκθεσης στους παράγοντες, τις μεθόδους παραγωγής ή τις συνθήκες εργασίας που απαριθμούνται στον μη εξαντλητικό κατάλογο του παραρτήματος Ι (17), πρέπει να αξιολογείται, από τον εργοδότη, η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της έκθεσης των εργαζόμενων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, στην οικεία επιχείρηση ή/και εγκατάσταση. Η αξιολόγηση διενεργείται, αφενός, για να εκτιμηθεί κάθε κίνδυνος που απειλεί την ασφάλεια ή την υγεία, καθώς και κάθε αντίκτυπος, μεταξύ άλλων, στη γαλουχία των εργαζομένων γυναικών, και, αφετέρου, για να αποφασιστεί ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, η εργαζομένη πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με τα αποτελέσματα της αξιολογήσεως, καθώς και σχετικά με κάθε μέτρο που αφορά την ασφάλεια και την υγεία κατά την εργασία. Οι κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν τη βάση της αξιολογήσεως.

9.        Το άρθρο 5 επιγράφεται «Συνέπειες των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης». Ορίζει τα εξής:

«1.      Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 6, της οδηγίας [89/391], αν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, δείξουν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία, ή αν δείξουν αντίκτυπο στην εγκυμοσύνη ή τη γαλουχία της εργαζομένης κατά την έννοια του άρθρου 2, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί η έκθεση της εν λόγω εργαζομένης σ’ αυτόν τον κίνδυνο, με προσωρινή προσαρμογή των συνθηκών εργασίας ή/και του χρόνου εργασίας της.

2.      Αν η προσαρμογή των συνθηκών εργασίας ή/και του χρόνου εργασίας είναι τεχνικά ή/και αντικειμενικά αδύνατη ή αν για λόγους δεόντως αιτιολογημένους δεν είναι εύλογο να απαιτηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται ώστε να εξασφαλίσει για την εν λόγω εργαζομένη αλλαγή θέσης.

3.      Αν η αλλαγή θέσης είναι τεχνικά ή/και αντικειμενικά αδύνατη, ή αν για λόγους δεόντως αιτιολογημένους δεν είναι εύλογο να απαιτηθεί, η εν λόγω εργαζομένη απαλλάσσεται από την εργασία, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές, επί όλο το διάστημα που χρειάζεται για την προστασία της ασφάλειας ή της υγείας της.

[…]»

10.      Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 11 έχει ως εξής:

«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες εγκύους, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπονται τα ακόλουθα:

1.      στις περιπτώσεις που προβλέπονται [στο άρθρο 5], τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας, περιλαμβανομένης της διατήρησης αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, πρέπει να εξασφαλίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.

[…]»

 Οδηγία 2006/54

11.      Οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2006/54 αναφέρουν, πρώτον, ότι με την οδηγία 97/80/ΕΚ του Συμβουλίου (18) είχαν θεσπιστεί διατάξεις οι οποίες αποσκοπούσαν, μεταξύ άλλων, στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών (19). Δεύτερον, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου καθίσταται σαφές ότι η δυσμενής μεταχείριση των γυναικών που συνδέεται με την εγκυμοσύνη ή τη μητρότητα συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου. Η μεταχείριση αυτή έπρεπε, επομένως, να καλύπτεται ρητώς την οδηγία 2006/54 (20). Τρίτον, ότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει παγίως ότι είναι θεμιτό, από πλευράς της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να προστατεύεται η βιολογική κατάσταση της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της λοχείας, καθώς και να λαμβάνονται μέτρα προστασίας της μητρότητας ως μέσο επίτευξης ουσιαστικής ισότητας. Συνεπώς, η οδηγία 2006/54 δεν θα πρέπει να θίγει την οδηγία 92/85 (21). Ως εκ τούτου, μεταξύ των σκοπών της οδηγίας 2006/54 περιλαμβάνεται η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των γυναικών με άδεια μητρότητας, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν επιδεινώνονται οι όροι ή οι συνθήκες εργασίας τους επειδή κάνουν χρήση αυτής της άδειας, και επωφελούνται από οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών εργασίας την οποία θα δικαιούνταν κατά την απουσία τους (22).

12.      Τέταρτον, οι αιτιολογικές σκέψεις αναγνωρίζουν ότι «[η] έγκριση κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι το βάρος αποδείξεως μετακυλίεται στον εναγόμενο όταν τεκμαίρεται διάκριση, με εξαίρεση στην περίπτωση διαδικασίας όπου εναπόκειται στο δικαστήριο ή άλλο αρμόδιο εθνικό φορέα να διερευνήσει τα πραγματικά περιστατικά. Είναι πάντως αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι η εκτίμηση των γεγονότων από τα οποία μπορεί να τεκμαρθεί η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των αρμόδιων εθνικών φορέων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή την εθνική πρακτική. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δύνανται, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, να θεσπίζουν αποδεικτικούς κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα» (23).

13.      Το άρθρο 1 ορίζει ότι σκοπός της οδηγίας 2006/54 είναι «[…] να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης».

14.      Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ορίζει ότι «άμεση διάκριση» συντρέχει «[…] όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση». «Έμμεση διάκριση» υφίσταται «[…] όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση πρόσωπα ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία» (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ). Για τους σκοπούς του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, η έννοια της «διακρίσεως» καλύπτει «[…] οποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια της [οδηγίας 92/85]».

15.      Ο τίτλος II περιέχει ειδικές διατάξεις, όπως οι σχετικές με την απαγόρευση των διακρίσεων σε ζητήματα ισότητας της αμοιβής και με την ίση μεταχείριση στο πλαίσιο των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Το κεφάλαιο 3 εντάσσεται στον τίτλο II και περιλαμβάνει το άρθρο 14, το οποίο απαγορεύει τις διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση στη μισθωτή εργασία, την επαγγελματική κατάρτιση και τους όρους εργασίας και απασχόλησης.

16.      Το άρθρο 19, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο III («Οριζόντιες διατάξεις»), προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά τους δικαστικά συστήματα, ώστε να επιβάλλεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν πρόσωπο που κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης επικαλείται, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης.

2.      Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν αποδεικτικούς κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.

[…]

4.      Οι παράγραφοι [1 και 2] εφαρμόζονται επίσης:

α)      στις περιπτώσεις που καλύπτονται […] καθόσον υπάρχει διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου, από [την οδηγία 92/85] […]

[…]».

17.      Κατά το άρθρο 28, η οδηγία 2006/54 δεν θίγει τις (ενωσιακές και εθνικές) διατάξεις περί προστασίας των γυναικών, ιδίως για την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα. Επίσης, ορίζεται ρητώς ότι η οδηγία 2006/54 δεν θίγει, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις της οδηγίας 92/85.

 Η ισπανική νομοθεσία

18.      Βάσει του άρθρου 26, παράγραφος 1, του Ley de Prevención de Riesgos Laborales (νόμου σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, στο εξής: LPRL), κατά την αξιολόγηση των κινδύνων για εγκύους και λεχώνες εργαζόμενες πρέπει να εκτιμάται η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της εκθέσεως σε παράγοντες, μεθόδους παραγωγής ή συνθήκες εργασίες που μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς την υγεία της εργαζομένης, του εμβρύου ή του τέκνου, στο πλαίσιο οποιασδήποτε δραστηριότητας η οποία είναι πιθανόν να ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο. Αν από τα αποτελέσματα της αξιολογήσεως προκύπτει ότι υφίσταται είτε κίνδυνος για την ασφάλεια ή την υγεία είτε πιθανός αντίκτυπος στην εγκυμοσύνη ή τη γαλουχία, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αποτραπεί η έκθεση στον κίνδυνο αυτό, προσαρμόζοντας τις συνθήκες ή τον χρόνο εργασίας της εργαζομένης. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν, εφόσον τούτο απαιτείται, την εξαίρεση από τη νυκτερινή εργασία ή την εργασία σε βάρδιες.

19.      Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 2, του ίδιου νόμου, όταν η προσαρμογή των συνθηκών ή του χρόνου εργασίας δεν είναι εφικτή ή όταν, παρά την προσαρμογή αυτή, οι συνθήκες εργασίας μπορούν να επιδράσουν δυσμενώς στην υγεία της εγκύου εργαζομένης ή του εμβρύου, πρέπει να της ανατεθούν διαφορετικά καθήκοντα, συμβατά με την κατάστασή της. Οι εργοδότες οφείλουν να καταρτίζουν, κατόπιν διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, κατάλογο με τις θέσεις εργασίας που θεωρούνται απαλλαγμένες από κινδύνους. Η αλλαγή θέσης εργασίας πρέπει να πραγματοποιείται όταν αυτό είναι εφικτό. Πάντως, το άρθρο 26, παράγραφος 3, προβλέπει ότι, αν η αλλαγή θέσης εργασίας δεν είναι εφικτή από τεχνικής ή αντικειμενικής απόψεως, ή αν δεν κρίνεται εύλογη βάσει τεκμηριωμένης αιτιολογίας, η σύμβαση εργασίας της εργαζομένης μπορεί να ανασταλεί λόγω του κινδύνου για την εγκυμοσύνη της, για όσο χρόνο απαιτείται ώστε να προστατευθεί η ασφάλεια και η υγεία της, και για όσο χρόνο εξακολουθεί να είναι αδύνατη η επιστροφή στην προηγούμενη θέση της ή η τοποθέτησή της σε άλλη θέση, συμβατή με την κατάστασή της.

20.      Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 4, του εν λόγω νόμου, γαλουχούσες εργαζόμενες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 26, παράγραφοι 1 και 2, εφόσον οι συνθήκες εργασίας τους μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς την υγεία της γυναίκας ή του τέκνου και τούτο πιστοποιείται με βεβαίωση από τις ιατρικές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων, του Instituto Nacional de la Seguridad Social (Εθνικό Ίδρυμα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, στο εξής: INSS), σε συνδυασμό με έκθεση του ιατρού της Servicio Nacional de Salud (Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας) ο οποίος παρακολουθεί την εργαζομένη ή το τέκνο της. Η διάταξη του άρθρου 26, παράγραφος 3, περί αναστολής της συμβάσεως εργασίας, μπορεί να εφαρμοστεί και στην περίπτωση γαλουχούσας εργαζομένης όταν είναι αδύνατη, υπό τις ατομικές περιστάσεις, η αλλαγή θέσης εργασίας και συντρέχει κίνδυνος για τον θηλασμό βρέφους μικρότερου των εννέα μηνών.

21.      Το άρθρο 135, στοιχείο βʹ, του Ley General de la Seguridad Social (γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: LGSS), ορίζει ότι, για τους σκοπούς της χορηγήσεως επιδόματος λόγω κινδύνου κατά τη διάρκεια της γαλουχίας (στο εξής: επίδομα), η περίοδος αναστολής της συμβάσεως εργασίας στην περίπτωση που είναι αδύνατη η μετακίνηση της εργαζομένης σε άλλη θέση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 4, του LPRL, λογίζεται ως «προστατευόμενη κατάσταση».

22.      Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι ο Ley Orgánica 3/2007, de 22 de marzo, para la igualdad efectiva de mujeres y hombres (οργανικός νόμος αριθ. 3/2007, της 22ας Μαρτίου 2007, για την πραγματική ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών) θέσπισε διατάξεις οι οποίες διέπουν την κατάσταση των εργαζομένων γυναικών που διατρέχουν κίνδυνο κατά την περίοδο της γαλουχίας. Πριν από αυτή την πράξη, η ισπανική νομοθεσία δεν ρύθμιζε το οικείο ζήτημα· η σχετική δε νομοθεσία θεσπίστηκε προς συμμόρφωση με την οδηγία 92/85 και ιδίως με το άρθρο 5, παράγραφος 3, αυτής.

 Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα

23.      Η Elda Otero Ramos εργάζεται ως νοσηλεύτρια στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών του Centro Hospitalario Universitario de A Coruña (πανεπιστημιακό νοσοκομείο, Coruña, στο εξής: Νοσοκομείο), το οποίο υπάγεται στη Servicio Galego de Saúde (Υπηρεσία Υγείας της Γαλικίας). Στις 22 Δεκεμβρίου 2011, απέκτησε μια κόρη την οποία θήλαζε.

24.      Στις 8 Μαΐου 2012, η E. Otero Ramos ζήτησε από το INSS να της χορηγηθεί ιατρική βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι ενέπιπτε στον ορισμό της γαλουχούσας εργαζομένης κατά την έννοια των εθνικών διατάξεων, καθώς και ότι η εκτέλεση των καθηκόντων της ως νοσηλεύτριας στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών του Νοσοκομείου την έθετε σε κίνδυνο(24).

25.      Κατά την αξιολόγηση της αιτήσεως της E. Otero Ramos εξετάστηκαν τα ακόλουθα στοιχεία: πρώτον, η δήλωση της διευθύντριας του τμήματος ανθρωπίνου δυναμικού του Νοσοκομείου στην οποία αναφερόταν ότι: (i) η E. Otero Ramos ήταν νοσηλεύτρια στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών· (ii) οι συνθήκες εργασίας της συνεπάγονταν βάρδιες σε πρωινές, μεσημβρινές, απογευματινές και νυκτερινές ώρες· (iii) οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι που ανέκυπταν στην περίπτωση γαλουχούσας μητέρας περιγράφονταν σε έκθεση προληπτικής ιατρικής η οποία είχε επισυναφθεί στη δήλωση· και (iv) ότι η θέση εργασίας της ενδιαφερομένης «[…] περιλαμβάνεται σε εκείνες που θεωρούνται απαλλαγμένες από κινδύνους σύμφωνα με τον κατάλογο θέσεων εργασίας τον οποίο έχει καταρτίσει η εργοδοσία κατόπιν διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των εργαζομένων»· δεύτερον, η ιατρική έκθεση του τμήματος προληπτικής ιατρικής για τους επαγγελματικούς κινδύνους [προαναφερθείσα υπό (iii)], με την οποία επιβεβαιωνόταν ότι η περίπτωση της E. Otero Ramos είχε αξιολογηθεί και ότι είχε επίσης εκτιμηθεί η ιατρική έκθεση την οποία αυτή προσκόμισε· ο υπογράφων ιατρός χαρακτήριζε την E. Otero Ramos ως «ικανή […] για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης εργασίας της, χωρίς να υφίσταται κίνδυνος για τη γαλουχία» (25).

26.      Δύο ημέρες αργότερα, με απόφαση την οποία εξέδωσε στις 10 Μαΐου 2012, το INSS απέρριψε την αίτηση της E. Otero Ramos με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εργασιακές της συνθήκες επηρέαζαν δυσμενώς την υγεία της (ή την υγεία του τέκνου της). Ως εκ τούτου, η E. Otero Ramos ενημερώθηκε ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να κινήσει τη διαδικασία για τη χορήγηση του σχετικού επιδόματος (26).

27.      Στις 11 Ιουλίου 2012, η E. Otero Ramos άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του INSS ενώπιον του Juzgado de lo Social No 2, de A Coruña (δευτέρου τμήματος του δικαστηρίου διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως της Α Coruña) (27). Στην εν λόγω προσφυγή είχε επισυνάψει έκθεση υπογεγραμμένη από την άμεση προϊσταμένη της, η οποία ήταν ιατρός και διευθύντρια του τμήματος ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών του Νοσοκομείου (στο εξής: έκθεση της προϊσταμένης). Η έκθεση αυτή ανέφερε ότι νοσηλεύτρια εργαζόμενη στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών του Νοσοκομείου η οποία είναι γαλουχούσα μητέρα διατρέχει τον κίνδυνο εκθέσεως σε φυσικούς, βιολογικούς και ψυχολογικούς παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη γαλουχία. Η έκθεση της προϊσταμένης περιελάμβανε τις ακόλουθες λεπτομέρειες όσον αφορά τους βιολογικούς παράγοντες. Το νοσηλευτικό προσωπικό έρχεται, για παράδειγμα, σε επαφή με περιστατικά γρίπης τύπου Α, βακτηριακών λοιμώξεων, πολυανθεκτικών μικροβίων, ιού HIV και ηπατίτιδας. Όσον αφορά τους φυσικούς παράγοντες, σημειώνεται ότι στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών του Νοσοκομείου εισάγονται όλων των ειδών ασθενείς. Στην πλειονότητά τους, αντιμετωπίζουν σοβαρές κινητικές δυσκολίες λόγω γήρατος και έντονων ή χρόνιων παθήσεων. Τούτο συνεπάγεται τη σωματική και ορθοπεδική καταπόνηση του νοσηλευτικού προσωπικού. Η σωματική επιβάρυνση αυξάνεται στην περίπτωση ασθενών που βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση (ασθενείς σε κώμα, με καρδιακή ανακοπή ή σε τελικό στάδιο της ασθένειάς τους). Όσον αφορά τους χημικούς παράγοντες, υπάρχει έκθεση σε κάθε είδους χημικές θεραπείες καθόσον στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών αντιμετωπίζονται παθήσεις όλων των ειδών. Υφίστανται επίσης ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι διότι το νοσηλευτικό προσωπικό καλείται να αντεπεξέλθει σε ένα περίπλοκο σύστημα εναλλαγής βαρδιών (εργασία σε βάρδιες και νυκτερινή εργασία). Υπάρχει επίσης το άγχος και η καταπόνηση που προκαλείται από το γεγονός ότι το προσωπικό καλείται να αντιμετωπίσει κυμαινόμενη ζήτηση παροχής υπηρεσιών η οποία ενίοτε είναι αυξημένη, χωρίς καθορισμένη αναλογία ασθενών ανά νοσηλευτή. Σε στιγμές αυξημένης ζητήσεως νοσηλευτικών υπηρεσιών, οι εργαζόμενοι οφείλουν να προσαρμόζονται διαρκώς προκείμενου να φέρουν εις πέρας τα καθήκοντά τους και να οργανώσουν την εργασία τους. Στις γαλουχούσες εργαζόμενες, η εργασία σε βάρδιες και η εκτέλεση νυκτερινής βάρδιας διαταράσσει την παραγωγή προλακτίνης, η οποία είναι υπεύθυνη για την παραγωγή του μητρικού γάλακτος. Η εργασία υπό ακαθόριστο ωράριο και η νυκτερινή εργασία μπορούν επίσης να προκαλέσουν μαστίτιδα λόγω της μεταβολής του ρυθμού εκκρίσεως του γάλακτος.

28.      Στις 24 Οκτωβρίου 2013, η προσφυγή της E. Otero Ramos απορρίφθηκε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με την εθνική νομολογία, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων σχετικά με την ύπαρξη κινδύνου ο οποίος δικαιολογεί τη χορήγηση επιδομάτων, εφαρμόζεται αυστηρό κριτήριο. Η E. Otero Ramos άσκησε έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο ζητεί να διευκρινιστεί αν η περίπτωσή της εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/54. Αν τούτο όντως ισχύει, το αιτούν δικαστήριο ζητεί καθοδήγηση σχετικά με την ερμηνεία, ιδίως, του άρθρου 19 της ως άνω οδηγίας, υπό το πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας 92/85. Κατόπιν τούτου, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«(1)      Έχουν οι κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως του άρθρου 19 της οδηγίας [2006/54] εφαρμογή στην περίπτωση κινδύνου κατά τη διάρκεια του μητρικού θηλασμού η οποία προβλέπεται στο άρθρο 26, παράγραφος 4, σε συνδυασμό με την παράγραφο 3, του LPRL [νόμου σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων], εφόσον ο κανόνας αυτός εσωτερικού δικαίου εκδόθηκε για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 5, παράγραφος 3, της [οδηγίας 92/85];

(2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι κίνδυνοι για τον μητρικό θηλασμό κατά την άσκηση του επαγγέλματος της νοσηλεύτριας στο τμήμα επειγόντων περιστατικών νοσοκομείου, οι οποίοι βεβαιώνονται με αιτιολογημένη έκθεση εκδιδόμενη από ιατρό που τυγχάνει ταυτοχρόνως προϊστάμενος του τμήματος επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου στο οποίο η εργαζομένη παρέχει τις υπηρεσίες της, συνιστούν πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 19 της [οδηγίας 2006/54];

(3)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, μπορεί να θεωρηθεί, σε κάθε περίπτωση και χωρίς δυνατότητα αμφισβητήσεως, ως απόδειξη περί του ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 19 της [οδηγίας 2006/54], το γεγονός ότι η κατεχόμενη από την εργαζομένη θέση εργασίας περιλαμβάνεται σε εκείνες που χαρακτηρίζονται ως απαλλαγμένες από κινδύνους βάσει του καταλόγου θέσεων εργασίας που κατήρτισε η εργοδοσία κατόπιν διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, καθώς και το γεγονός ότι η υπηρεσία προληπτικής ιατρικής/προλήψεως εργασιακών κινδύνων του οικείου νοσοκομείου εξέδωσε κρίση περί ικανότητας προς εργασία, χωρίς στα εν λόγω έγγραφα να περιέχονται περαιτέρω διευκρινίσεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο συνήχθησαν τα συμπεράσματα αυτά;

(4)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα και αρνητικής στο τρίτο ερώτημα, ποιος από τους διαδίκους –η προσφεύγουσα εργαζόμενη ή ο καθού εργοδότης– φέρει, κατά το άρθρο 19 της [οδηγίας 2006/54], το βάρος να αποδείξει, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνων για τη μητέρα ή το θηλάζον νεογνό από την εκτέλεση της εργασίας, (1) ότι η προσαρμογή των συνθηκών ή του χρόνου εργασίας δεν είναι εφικτή ή ότι, παρά την εν λόγω προσαρμογή, οι συνθήκες ορισμένης θέσης εργασίας μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στην υγεία της εγκύου εργαζομένης ή του θηλάζοντος νεογνού (άρθρο 26, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4, του [LPRL], το οποίο μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5, παράγραφος 2, της [οδηγίας 92/85]), και (2) ότι η αλλαγή θέσης δεν είναι από τεχνικής ή αντικειμενικής απόψεως εφικτή ή δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί για δικαιολογημένους λόγους (άρθρο 26, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4, του [LPRL], το οποίο μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5, παράγραφος 3, της [οδηγίας 92/85]);»

29.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η E. Otero Ramos, το INSS, η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 19 Οκτωβρίου 2016, οι ίδιοι μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της E. Otero Ramos, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.

 Νομική εκτίμηση

 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

30.      Σκοπός της οδηγίας 92/85, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 118Α της Συνθήκης ΕΟΚ (στο οποίο ανάγεται το σημερινό άρθρο 153 ΣΛΕΕ), είναι να προαγάγει τη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων κατά την εργασία τους (28). Η εν λόγω οδηγία είναι ένα από τα μέτρα που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της οδηγίας 89/391 (29). Μεταξύ άλλων, η οδηγία 92/85 χαρακτηρίζει τις γαλουχούσες μητέρες ως ιδιαίτερα ευαίσθητη ομάδα κινδύνου και ορίζει ότι πρέπει, αφενός, να προστατεύονται από τους κινδύνους που τις αφορούν ειδικότερα και, αφετέρου, να ληφθούν μέτρα όσον αφορά την υγεία και την ασφάλειά τους (30). Η προστασία αυτή δεν πρέπει να θίγει τις οδηγίες περί ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών (31). Η οδηγία 2006/54 αποτελεί ένα παράδειγμα μέτρου της τελευταίας αυτής κατηγορίας.

31.      Δεν αμφισβητείται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η E. Otero Ramos ενέπιπτε στον ορισμό της γαλουχούσας εργαζομένης κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 92/85 και ότι, επομένως, ο εργοδότης της όφειλε να διενεργήσει, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, αξιολόγηση κινδύνων σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1.

32.      Και τα τέσσερα ερωτήματα που τίθενται από το αιτούν δικαστήριο συνδέονται μεταξύ τους, υπό την έννοια ότι στηρίζονται στην παραδοχή ότι, αν η αξιολόγηση δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 είχε διενεργηθεί κατ’ ορθό τρόπο και βάσει του συνόλου των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, θα μπορούσε κάλλιστα να προκύψει από αυτή ότι υπήρχε είτε κίνδυνος για την υγεία ή την ασφάλεια της E. Otero Ramos είτε πιθανός αντίκτυπος στην κατάστασή της ως γαλουχούσας μητέρας. Αν αυτό γινόταν όντως δεκτό, θα σήμαινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τη λήψη περαιτέρω μέτρων κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 92/85.

 Ερώτημα 1

 Γενικές παρατηρήσεις

33.      Με το ερώτημα 1, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η υπόθεση επί της οποίας καλείται να αποφανθεί εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/54. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η E. Otero Ramos φέρει το βάρος αποδείξεως ή αν αυτό έχει αντιστραφεί και βαρύνει τους καθών η προσφυγή.

34.      Στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία προβλέπει τη συνεργασία μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, εναπόκειται στο δεύτερο να δώσει στον εθνικό δικαστή χρήσιμη απάντηση που να καθιστά δυνατή την επίλυση της επίδικης διαφοράς. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα υποβληθέντα ερωτήματα. Επιπλέον, το Δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει όλες τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στις οποίες χρειάζεται να στηριχθεί το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, ακόμη και όταν δεν γίνεται ρητή μνεία των διατάξεων αυτών στα προδικαστικά ερωτήματα (32). Επομένως, καίτοι το ερώτημα 1 του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται ρητώς μόνο στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/85, εντούτοις τίποτε δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα αναγκαία στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβανομένων και άλλων διατάξεων της οδηγίας (εν προκειμένω, ιδίως, του άρθρου 4) οι οποίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες για την εκδίκαση της υποθέσεως της κύριας δίκης, ασχέτως αν το αιτούν δικαστήριο δεν έχει αναφερθεί ρητώς σε αυτές με τα ερωτήματά του. Συναφώς, εναπόκειται στο Δικαστήριο να συναγάγει, από το σύνολο των πληροφοριών που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και, ιδίως, από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, τα στοιχεία εκείνα του δικαίου της Ένωσης τα οποία χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (33).

35.      Η απόφαση περί παραπομπής αναφέρει ότι το INSS αποφάσισε να μην εκδώσει τη βεβαίωση που ζητήθηκε, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι οι συνθήκες εργασίας της αιτούσας επηρέαζαν αρνητικώς την υγεία της (ή του τέκνου της) […]». Ωστόσο, το ερώτημα 1 στηρίζεται στην παραδοχή ότι υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συνηγορούσαν υπέρ της υπάρξεως τέτοιων κινδύνων (34).

36.      Η οδηγία 92/85 καθιέρωσε την υποχρέωση αξιολογήσεως και ενημερώσεως σε σχέση με τους κινδύνους. Αν από τα αποτελέσματα της αξιολογήσεως που διενεργείται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προκύψει ότι υφίσταται κίνδυνος για την υγεία ή την ασφάλεια και αντίκτυπος στην εγκυμοσύνη ή τη γαλουχία εργαζομένης, το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να προβεί σε προσωρινή προσαρμογή των συνθηκών εργασίας και/ή του χρόνου εργασίας της εργαζομένης (35). Αν αυτό είναι αδύνατον λόγω των περιστάσεων, η εργαζομένη θα πρέπει να μετακινηθεί σε διαφορετική θέση εργασίας. Μόνο στην περίπτωση όπου ούτε αυτό είναι εφικτό, το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας προβλέπει ότι θα πρέπει να χορηγηθεί στην εργαζομένη άδεια, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις και/ή πρακτικές, για όλο το διάστημα που απαιτείται για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας της (36).

37.      Πάντως, αν από τη διενεργηθείσα βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 αξιολόγηση δεν προκύψει η ύπαρξη κινδύνων, από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, συνάγεται ότι ο εργοδότης δεν υποχρεούται να λάβει περαιτέρω μέτρα. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι προφανές ότι, ακριβώς επειδή η αξιολόγηση στην οποία προέβη το Νοσοκομείο δυνάμει του άρθρου 4, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η E. Otero Ramos δεν διέτρεχε κίνδυνο, θεωρήθηκε ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 5 ώστε να εξεταστεί κατά πόσο θα έπρεπε να προσαρμοστούν οι συνθήκες εργασίας της E. Otero Ramos ή αυτή να αλλάξει θέση εργασίας ή να της χορηγηθεί άδεια.

38.      Είναι επίσης σαφές ότι η E. Otero Ramos αμφισβητεί την αξιολόγηση του Νοσοκομείου και έχει προσβάλει την απόφαση του INSS με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της σχετικά με τη χορήγηση του επιδόματος. Η ίδια εκτιμά ότι από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής, καθίσταται πρόδηλο ότι η άσκηση των καθηκόντων της ως νοσηλεύτριας στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών του Νοσοκομείου την εξέθετε πράγματι σε κίνδυνο και ότι, προφανώς, της ήταν αδύνατον να συμβιβάσει τον θηλασμό του τέκνου της με τις απαιτήσεις της εργασίας της.

39.      Το πρώτο στάδιο της διαδικασίας που προβλέπεται από την οδηγία 92/85 είναι να διαπιστωθεί, βάσει του άρθρου 4, αν υφίσταται κίνδυνος για την υγεία ή την ασφάλεια εργαζομένης που καλύπτεται από το άρθρο 2. Η κρίση σχετικά με την ορθότητα της αξιολογήσεως της καταστάσεως της E. Otero Ramos προϋποθέτει την εξέταση ζητημάτων σχετικών με τα πραγματικά περιστατικά, για την οποία αρμόδιο είναι το αιτούν δικαστήριο. Όμως, η ορθή ερμηνεία των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

40.      Έτσι, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ζητείται η παροχή διευκρινίσεων: (i) σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 92/85· (ii) (στην περίπτωση όπου εργαζομένη βάλλει κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε βάσει αξιολογήσεως η οποία έγινε δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως) ως προς το ποιος φέρει, για τους σκοπούς του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/54, το βάρος αποδείξεως, η προσφεύγουσα ή ο καθού· και (iii) (στην περίπτωση όπου η ως άνω προσφυγή ευδοκιμήσει και διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνων για την εργαζομένη) ως προς το κατά πόσον εναπόκειται εν συνεχεία στον εργοδότη να καθορίσει τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 92/85.

 Οδηγία 92/85

41.      Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ότι επιβάλλεται να διαπιστωθεί αν η απόφαση του INSS, κατά την οποία η E. Otero Ramos δεν διέτρεχε κίνδυνο, στηρίχθηκε σε ορθή αξιολόγηση των ατομικών περιστάσεων.

42.      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, από τον εργοδότη πρέπει να «[…] αξιολογείται […], η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της έκθεσης των εργαζόμενων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2» όσον αφορά «[…] οιαδήποτε δραστηριότητα που ενδέχεται να εγκλείει συγκεκριμένο κίνδυνο έκθεσης στους παράγοντες, τις μεθόδους παραγωγής ή τις συνθήκες εργασίας, που περιλαμβάνονται στο μη εξαντλητικό κατάλογο του παραρτήματος Ι». Η αξιολόγηση αυτή διενεργείται προκειμένου «[ν]α εκτιμηθεί κάθε κίνδυνος που απειλεί την ασφάλεια ή την υγεία καθώς και κάθε αντίκτυπος στην εγκυμοσύνη ή γαλουχία […]» και «[ν]α καθορισθούν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν» (37).

43.      Το γράμμα της ως άνω διατάξεως πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες, όπως ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 2, «[…] έχουν στόχο να χρησιμεύσουν ως οδηγός για την προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 1, αξιολόγηση». Οι κατευθυντήριες γραμμές καθιστούν απολύτως σαφές ότι τυχόν επιφανειακή, γενική αξιολόγηση του εργασιακού περιβάλλοντος, των συνθηκών υπό τις οποίες εκτελούνται συγκεκριμένες εργασίες και της όλης καταστάσεως της υγείας μιας μέσης εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εργαζομένης, είναι απίθανο να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1.

44.      Συγκεκριμένα, οι κατευθυντήριες γραμμές υπογραμμίζουν ότι «[ο]ρισμένοι κίνδυνοι που υπάρχουν στο χώρο εργασίας μπορεί να έχουν επίδραση στην υγεία και στην ασφάλεια των εγκύων, των λεχώνων και των παιδιών τους». Επισημαίνουν ότι η ποιοτική και ποσοτική εκτίμηση των κινδύνων «[…] αντιπροσωπεύει την πιο λεπτή φάση της διαδικασίας, διότι το άτομο που πραγματοποιεί την εκτίμηση πρέπει να είναι ικανό και να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών από την ίδια την έγκυο ή τους συμβούλους της, για την εφαρμογή των κατάλληλων μεθόδων, ώστε να είναι σε θέση να συμπεραίνει αν ο παράγοντας κινδύνου που εντοπίζεται περικλείει ή όχι κατάσταση κινδύνου για τους εργαζομένους» (38). Η εκτίμηση των κινδύνων «[…] πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα σημεία [της οδηγίας 89/391] σχετικά με την πρόληψη […]» (39). Η εκτίμηση κινδύνων «[…] έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα, διότι καλύπτει μια αδιάλειπτα μεταβαλλόμενη κατάσταση που παρουσιάζει διακυμάνσεις μεταξύ των ατόμων. Επιπλέον, δεν επηρεάζει μόνον την ίδια τη γυναίκα, αλλά επίσης το αγέννητο παιδί και το νεογνό. […]. Μια εφάπαξ εκτίμηση μπορεί να μην είναι αρκετή, καθώς η εγκυμοσύνη είναι μια δυναμική διεργασία και όχι μια στατική κατάσταση. Επιπλέον, οι διάφοροι κίνδυνοι μπορεί να έχουν επίδραση στη γυναίκα και στο κυοφορούμενο ή στο νεογέννητο παιδί της σε διαφορετική έκταση όχι μόνο κατά τη διάρκεια των διαφόρων σταδίων της εγκυμοσύνης, αλλά και μετά τον τοκετό. […]. Οι ιατρικές συμβουλές, εκθέσεις και πιστοποιητικά πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις συνθήκες εργασίας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, ιδίως σε περίπτωση εκδήλωσης συμπτωμάτων, […]. Η εκτίμηση των κινδύνων πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις ιατρικές συμβουλές και τις ανησυχίες κάθε γυναίκας» (40). Οι κατευθυντήριες γραμμές τονίζουν ότι οι εργοδότες υποχρεούνται να παρακολουθούν τους κινδύνους, υπογραμμίζοντας ότι «[ο]ι κίνδυνοι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διαφέρουν [από τους κινδύνους που υπάρχουν κατά τη διάρκεια της ίδιας της εγκυμοσύνης], ανάλογα με το αν οι εργαζόμενες διανύουν περίοδο λοχείας ή γαλουχίας. Οι εργοδότες πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι γαλουχούσες εργαζόμενες δεν εκτίθενται σε κινδύνους για την υγεία ή την ασφάλειά τους […] όσο γαλουχούν» (41).

45.      Οι κατευθυντήριες γραμμές περιέχουν επίσης δύο αναλυτικούς πίνακες. Ο πρώτος επιγράφεται «Εκτίμηση των κινδύνων: Γενικοί παράγοντες κινδύνου και συναφείς καταστάσεις», τις οποίες «[…] μπορεί να αντιμετωπίσουν οι περισσότερες έγκυοι, λεχώνες ή γαλουχούσες εργαζόμενες» (42). Ο δεύτερος επιγράφεται «Εκτίμηση των κινδύνων: Ειδικοί παράγοντες κινδύνου (και τρόποι αποφυγής των κινδύνων)». Στην εισαγωγή που προηγείται του πίνακα υπογραμμίζεται ότι «[δ]εδομένου ότι η εγκυμοσύνη είναι μια δυναμική κατάσταση με συνεχείς αλλαγές και εξελίξεις, οι ίδιες εργασιακές συνθήκες μπορεί να θέσουν διαφορετικά προβλήματα υγείας και ασφάλειας σε διαφορετικές γυναίκες στα διάφορα στάδια της εγκυμοσύνης, όπως και κατά την επάνοδο στην εργασία μετά τον τοκετό ή κατά τη γαλουχία. Ορισμένα από τα προβλήματα αυτά είναι προβλεπτά και ισχύουν ως γενικός κανόνας […]. Άλλα πάλι θα εξαρτώνται από τις ατομικές συνθήκες και το προσωπικό ιατρικό ιστορικό». Στη συνέχεια, ο πίνακας εξετάζει διαδοχικά τους φυσικούς, τους βιολογικούς (43) και τους χημικούς παράγοντες, καθώς και τις συνθήκες εργασίας (44).

46.      Η απόφαση περί παραπομπής αναφέρει ότι η εργασία της E. Otero Ramos είχε χαρακτηριστεί ως «απαλλαγμένη από κινδύνους» και ότι η ίδια θεωρούνταν «ικανή» για εργασία. Τούτο, κατ’ εμέ, υποδηλώνει ότι ο εργοδότης της, ενδεχομένως, δεν έλαβε πλήρως υπόψη τις ατομικές περιστάσεις. Πρώτον, δεν είναι σαφές αν ο χαρακτηρισμός της εργασίας μιας νοσηλεύτριας στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου ως «απαλλαγμένης από κινδύνους» ήταν διαπιστωτικός του ότι η συγκεκριμένη θέση εργασίας είναι απαλλαγμένη από κινδύνους για εγκύους ή λεχώνες εργαζόμενες ή αν ελήφθη ειδικώς υπόψη η κατάσταση των γαλουχουσών εργαζομένων (45). Δεύτερον, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει αν διενεργήθηκε αξιολόγηση των κινδύνων που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η ίδια η E. Otero Ramos εκτελώντας τη συγκεκριμένη εργασία ως γαλουχούσα μητέρα, όπως αν υπήρχε ενδεχόμενο επιπτώσεων στη γαλουχία ή πιθανότητα εμφανίσεως μαστίτιδας ή λοιμώξεων. Τρίτον, δεν υπάρχει κανένα πληροφοριακό στοιχείο σχετικά με το αν αξιολογήθηκε ο κίνδυνος να εκτεθεί η εργαζομένη στους φυσικούς, βιολογικούς και χημικούς παράγοντες που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 92/85.

47.      Τέταρτον, η αξιολόγηση του Νοσοκομείου συνίσταται ουσιαστικά στη δήλωση ότι η E. Otero Ramos ήταν «ικανή» να φέρει εις πέρας τα καθήκοντα που περιελάμβανε η εργασία της, καθόσον δεν υφίστατο κίνδυνος για τη γαλουχία. Υπενθυμίζω ωστόσο, ότι η αξιολόγηση αποτελεί προληπτικό μέτρο, σκοπός του οποίου είναι η προστασία της γαλουχούσας μητέρας (46), και ότι η έκθεση της προϊσταμένης σκιαγραφεί μια πολύ διαφορετική εικόνα της εργασίας μιας νοσηλεύτριας στο τμήμα ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών (αναφέροντας, για παράδειγμα, ότι οι εργαζόμενοι εκεί ενδέχεται να έρθουν σε επαφή με ασθενείς που πάσχουν από ηπατίτιδα) (47).

48.      Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ως μοναδικό αρμόδιο να κρίνει επί των πραγματικών περιστατικών, να ελέγξει αν η αξιολόγηση του Νοσοκομείου ήταν σύμφωνη με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85. Σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν ήταν σύμφωνη, το επόμενο στάδιο είναι να εξεταστεί αν το αίτημα της E. Otero Ramos εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/54 και, εφόσον δοθεί καταφατική απάντηση, αν ισχύει στην περίπτωσή της το άρθρο 19 της εν λόγω οδηγίας. Επιπλέον, από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται σιωπηρώς ότι το αιτούν δικαστήριο θα ήθελε επίσης να αποσαφηνιστεί αν η E. Otero Ramos θα μπορούσε να έχει τύχει προστασίας δυνάμει μέτρων βάσει του άρθρου 5 της οδηγίας 92/85.

 Οδηγία 2006/54

49.      Το INSS και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/54. Η E. Otero Ramos και η Επιτροπή έχουν αντίθετη άποψη.

50.      Ούτε εγώ συμφωνώ με την περιοριστική ερμηνεία της οδηγίας 2006/54 από το INSS και την Ισπανική Κυβέρνηση.

51.      Σκοπός της οδηγίας 2006/54, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, είναι να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχολήσεως.

52.      Είναι αληθές ότι γυναίκες οι οποίες λαμβάνουν άδεια μητρότητας δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας 92/85 «[…] τελούν σε ιδιάζουσα κατάσταση επιβάλλουσα την παροχή σ’ αυτές ειδικής προστασίας, η οποία δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί ούτε με αυτήν του άνδρα ούτε με αυτή της γυναίκας που όντως βρίσκονται στη θέση εργασίας τους» (48). Αυτό όμως δεν σημαίνει, όπως διατείνονται το INSS και η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι όλοι οι εργαζόμενοι που καλύπτονται από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/85 δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/54.

53.      Οι έννοιες της άμεσης και της έμμεσης διακρίσεως ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2006/54, αντιστοίχως. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, προβλέπει ότι η έννοια της διακρίσεως λόγω φύλου περιλαμβάνει «[ο]ποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια της [οδηγίας 92/85]».

54.      Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 92/85 ορίζει ποια εργαζόμενη μητέρα θεωρείται γαλουχούσα, παραπέμποντας στην εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική. Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι, βάσει του άρθρου 26, παράγραφος 1, του LPRL, «κατά την αξιολόγηση των κινδύνων […] πρέπει να εκτιμάται η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της εκθέσεως των εγκύων ή λεχώνων εργαζομένων σε παράγοντες, μεθόδους παραγωγής ή συνθήκες εργασίας που μπορούν να επιδράσουν δυσμενώς στην υγεία τους […], στο πλαίσιο κάθε δραστηριότητας η οποία είναι πιθανόν να ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο». Δυνάμει του άρθρου 26, παράγραφος 4, του LPRL, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και σε εργαζόμενες «[…] κατά την περίοδο της γαλουχίας, αν οι συνθήκες εργασίας μπορούν να επιδράσουν δυσμενώς στην υγεία της γυναίκας ή του τέκνου και τούτο πιστοποιείται […]» από βεβαίωση εκδοθείσα από τις αρμόδιες αρχές. Το αποδεικτικό υλικό που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν διευκρινίζει περαιτέρω το πώς ορίζεται η «περίοδος της γαλουχίας» (αυτή καθ’ εαυτήν) από το εθνικό δίκαιο και/ή την εθνική πρακτική.

55.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι, «[ό]σον αφορά, πρώτον, την προστασία της εγκυμοσύνης και της μητρότητας, […] προβλέποντας ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν διατάξεις με σκοπό τη διασφάλιση της προστασίας αυτής, [η εν λόγω οδηγία] αναγνωρίζει τη νομιμότητα, από την άποψη της αρχής της ίσης μεταχείρισης των φύλων, της προστασίας, αφενός, της βιολογικής κατάστασης της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά από αυτήν και, αφετέρου, των ειδικών σχέσεων μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της κατά το διάστημα μετά τον τοκετό» (49).

56.      Κατ’ εμέ, τόσο από νομικής όσο και από φυσικής απόψεως (50), η κατάσταση της γαλουχούσας μητέρας «συνδέεται» με την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/85 καθιστά σαφές ότι οποιαδήποτε εργαζομένη καλύπτεται από το άρθρο 2 λαμβάνει άδεια εφόσον η αλλαγή θέσης εργασίας είναι ανέφικτη ή δεν δικαιολογείται ευλόγως. Συνεπώς, η κατάσταση της γαλουχούσας μητέρας εμπίπτει στο εννοιολογικό πεδίο της φράσης «λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας» του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 (51).

57.      Ως «λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση» νοείται και η εσφαλμένη εφαρμογή, στην περίπτωση γαλουχούσας εργαζομένης, των απαιτήσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85. Αν συμβεί αυτό, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο στερείται της προστασίας της οποίας θα έπρεπε να τύχει βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως και εκτίθεται σε κινδύνους. Πολλώ δε μάλλον, στον βαθμό που, σε μια τέτοια περίπτωση, ο εργοδότης δεν θα λάβει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 5 της ίδιας οδηγίας προκειμένου να προστατεύσει την ασφάλεια και την υγεία της εργαζομένης. Αυτή η δυσμενής μεταχείριση συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου.

58.      Προσθέτω ότι, κατά το άρθρο 28 (και την αιτιολογική σκέψη 24) της οδηγίας 2006/64, οι διατάξεις της «δεν θίγουν» τους κανόνες περί προστασίας των γυναικών, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα. Η συνήθης σημασία των λέξεων αυτών υποδηλώνει ότι η οδηγία 92/85 συνυπάρχει με τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία 2006/54 για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχολήσεως. Ως εκ τούτου, δικαιώματα τα οποία αφορούν την ασφάλεια και την υγεία και αντλούνται από την οδηγία 92/85 ούτε εξασθενούν ούτε, κατά μείζονα λόγο, καταργούνται από την οδηγία 2006/54.

59.      Πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54;

60.      Κατά την άποψή μου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική.

61.      Είναι πρόδηλο ότι η E. Otero Ramos θεωρεί ότι «θίγεται» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Υποστηρίζει ότι υπέστη διάκριση λόγω φύλου, στον βαθμό που ο εργοδότης της, όπως ισχυρίζεται η ίδια, δεν συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/85. Το άρθρο 19, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/54, ορίζει ρητώς ότι σε τέτοιες περιπτώσεις εφαρμόζονται οι κανόνες του άρθρου 19, παράγραφος 1, περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως.

62.      Αν η αξιολόγηση των κινδύνων δεν διενεργηθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος I και τις κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, τούτο ισοδυναμεί με λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση της γαλουχούσας εργαζομένης (52). Η μεταχείριση αυτή καλύπτεται τόσο από τον ορισμό της διακρίσεως κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 όσο και από την παραπομπή την οποία κάνει στην οδηγία 92/85 το άρθρο 19, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και συνιστά διάκριση λόγω φύλου κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως. Κατά συνέπεια, το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 έχει εφαρμογή σε αιτήματα όπως το επίμαχο εν προκειμένω.

63.      Όταν μια μητέρα ζητεί την έκδοση βεβαιώσεως και ο εργοδότης της διενεργεί την αξιολόγηση κινδύνων που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 (το πρώτο στάδιο της διαδικασίας παροχής προστασίας σύμφωνα με την οικεία οδηγία), οι κανόνες του άρθρου 19, παράγραφος 1, της 2006/54, δεν μπορούν ακόμη να τύχουν εφαρμογής. Τούτο οφείλεται στο ότι αυτή καθ’ εαυτήν η διαδικασία αξιολογήσεως εμπίπτει στο πλαίσιο αρμοδιοτήτων του εργοδότη. Όμως, οι ως άνω κανόνες αποκτούν καθοριστική σημασία όταν η συνακόλουθη απόφαση προσβάλλεται ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής.

64.      Σε αυτή την περίπτωση, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ‐εν προκειμένω, η E. Otero Ramos‐ υποχρεούται να αποδείξει, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ότι υπήρξε διάκριση (53). Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η προσφεύγουσα όφειλε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία (όπως τα περιεχόμενα στην έκθεση της προϊσταμένης της) (54) από τα οποία να συνάγεται ευλόγως ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 είτε παρερμηνεύθηκε είτε/και εφαρμόστηκε εσφαλμένα. Τότε, το βάρος αποδείξεως μετακυλίεται στον καθού η προσφυγή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.

65.      Σκοπός των κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως είναι η εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (55). Όπως έχει ήδη υπογραμμίσει το Δικαστήριο, σκοπός των κανόνων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ισότητα ανδρών και γυναικών στον τομέα των δικαιωμάτων των εγκύων ή λεχώνων εργαζομένων είναι η προστασία των εργαζομένων πριν και μετά τον τοκετό (56). Ο σκοπός αυτός, ο οποίος διαπνέει τόσο την οδηγία 92/85 όσο και την οδηγία 2006/54, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν, για να προσβληθεί η απορριπτική απόφαση επί αιτήσεως παροχής προστασίας, έπρεπε η εκάστοτε ενδιαφερομένη να αποδείξει ότι τελεί εν κινδύνω.

66.      Υπό περιστάσεις όπου ο εργοδότης διενεργεί την αξιολόγηση κινδύνων που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 και αποφαίνεται ότι η ενδιαφερομένη δεν διατρέχει κίνδυνο, εκτιμώ ότι δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί από αυτήν να διενεργήσει δική της αξιολόγηση του κινδύνου προκειμένου, εν τέλει, να καταρρίψει εκείνη του εργοδότη της. Η εργαζομένη, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε θα έχει πρόσβαση στους απαραίτητους ειδικούς του κλάδου της επαγγελματικής υγείας για να αξιολογηθούν όπως πρέπει η εργασία της, οι εργασιακές της συνθήκες και οι κίνδυνοι στους οποίους ενδέχεται να εκτεθούν η ίδια και/ή το τέκνο της, ούτε θα διαθέτει τους πόρους για τη χρηματοδότηση μιας τέτοιας αξιολογήσεως. Η προσέγγιση αυτή θα ισοπέδωνε την προστασία την οποία παρέχει η οδηγία 92/85. Κατά την άποψή μου, το άρθρο 19 της οδηγίας 2006/54 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση αυτών ακριβώς των περιπτώσεων.

67.      Εξάλλου, η άποψη αυτή ενισχύεται από την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών που κατοχυρώνεται από το άρθρο 23 του Χάρτη, κατά το οποίο η ισότητα πρέπει να εξασφαλίζεται «[…] σε όλους τους τομείς, μεταξύ άλλων στην απασχόληση, την εργασία και τις αποδοχές». Η φράση «σε όλους τους τομείς» συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας του άρθρου 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 κατά τρόπον ο οποίος θα εξασφαλίζει ότι τα δικαιώματα των προσώπων που προστατεύονται από την οδηγία 92/85 μπορούν να ασκηθούν αποτελεσματικά.

68.      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον το γεγονός ότι, βάσει της ισπανικής νομοθεσίας, το επίδομα που καταβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 σε γαλουχούσα μητέρα κατά την περίοδο της άδειας από την εργασία της χαρακτηρίζεται ως επίδομα κοινωνικής προνοίας σημαίνει ότι η παροχή αυτή δεν μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, την οποία προβλέπει το άρθρο 14 της οδηγίας 2006/54. Υποστηρίζει ότι το επίδομα θα καλυπτόταν από την απαγόρευση, εφόσον, κατά τη διάρκεια της άδειας της εργαζομένης, το κατέβαλλε ο εργοδότης.

69.      Κατά την άποψή μου, ο χαρακτηρισμός ενός επιδόματος το οποίο προβλέπεται από το εθνικό σύστημα δεν ασκεί επιρροή στην εφαρμογή των κανόνων που διέπουν το βάρος αποδείξεως του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/54. Αν υπήρχε διάκριση με γνώμονα το κατά πόσον το κόστος της άδειας βαρύνει τους εργοδότες ή τα κρατικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/54 θα διαφοροποιούνταν ανάλογα με τις ρυθμίσεις που ισχύουν στα διάφορα κράτη μέλη (57). Το αποτέλεσμα αυτό δεν συνάδει με την ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Για αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να γίνει δεκτό (58). Σε περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει τα πραγματικά περιστατικά και να εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2006/54 (59).

70.      Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στο ερώτημα 1 είναι ότι, κατά την αξιολόγηση των κινδύνων, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, θα πρέπει να εξετάζεται η ατομική περίπτωση της γαλουχούσας εργαζομένης προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον ελλοχεύει κίνδυνος για την υγεία και την ασφάλεια της ίδιας ή του τέκνου της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη, στο παράρτημα I και στις κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας. Αν δεν διενεργηθεί ορθώς η σχετική αξιολόγηση, τούτο ισοδυναμεί με λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση της εργαζομένης, με συνέπεια να στοιχειοθετείται διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54. Η μεταχείριση αυτή αποτελεί διάκριση λόγω φύλου κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/54 και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων του άρθρου 19, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, οι οποίοι μετακυλίουν το βάρος αποδείξεως στον καθού η προσφυγή. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του στοιχειοθετούν διακριτική μεταχείριση. Στον βαθμό που το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται, στο πλαίσιο της εθνικής δίκης, να κρίνει αν θα έπρεπε να έχουν ληφθεί πρόσθετα μέτρα (και αν ναι, ποια ακριβώς μέτρα) σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 92/85 προκειμένου να προστατευθεί η ασφάλεια και η υγεία της εργαζομένης, οι διατάξεις του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/54 τυγχάνουν εφαρμογής ως προς την κρίση του ζητήματος αυτού.

 Ερωτήματα 2, 3 και 4

 Επί του παραδεκτού

71.      Τα ερωτήματα 2 έως 4 στηρίζονται στην παραδοχή ότι η απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα 1 θα είναι καταφατική. Ουσιαστικά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις ως προς το πώς εφαρμόζονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις οι κανόνες περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως.

72.      Η Ισπανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι τα ερωτήματα 2, 3 και 4 είναι απαράδεκτα διότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, καθοδήγηση σχετικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της E. Otero Ramos.

73.      Δεν συμφωνώ.

74.      Εναπόκειται πράγματι στον εθνικό δικαστή, και όχι στο παρόν Δικαστήριο, να κρίνει αν οι περιστάσεις της υποθέσεως της E. Otero Ramos στοιχειοθετούν διάκριση κατά την έννοια της οδηγίας 2006/54. Ωστόσο, με τα ερωτήματα 2 έως 4, το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, ζητεί να αποσαφηνιστεί η ερμηνεία του άρθρου 19 της εν λόγω οδηγίας προκειμένου να μπορέσει να υπαγάγει ορθώς τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του στους σχετικούς νομικούς κανόνες.

75.      Ως εκ τούτου, τα ερωτήματα 2, 3 και 4 είναι παραδεκτά.

 Ερώτημα 2

76.      Με το ερώτημα 2 το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η έκθεση της προϊσταμένης (δηλαδή, της διευθύντριας του τμήματος ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου) την οποία προσκόμισε η E. Otero Ramos προς στήριξη του αιτήματός της αρκεί για να ισχύσει το τεκμήριο διακρίσεως (60).

77.      Το INSS και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η έκθεση της προϊσταμένης είναι ήσσονος αποδεικτικής αξίας. Πρώτον, διατείνονται ότι οποιοσδήποτε προϊστάμενος θα ήταν αυτομάτως θετικά διακείμενος υπέρ εργαζομένης που ζητεί να της χορηγηθεί το σχετικό επίδομα. Δεύτερον, τονίζουν ότι η έκθεση δεν καταρτίσθηκε από ειδικό του κλάδου της επαγγελματικής υγείας.

78.      Φρονώ ότι κανένα από αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι πειστικό.

79.      Η σημασία και το βάρος που θα προσδοθούν στην έκθεση της προϊσταμένης είναι ζήτημα το οποίο πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υποθέσεως. Πάντως, το αν προϊστάμενος διάκειται θετικά (ή αρνητικά) απέναντι σε συγκεκριμένο εργαζόμενο μπορεί να διαπιστωθεί μόνον εφόσον τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος αυτού. Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί δεδομένο ότι θα υπάρξει μεροληψία λόγω της θέσης της προϊσταμένης και της υπάρξεως ιεραρχικής επαγγελματικής σχέσης με την ενδιαφερομένη. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, μολονότι η προϊσταμένη όντως δεν είναι ειδικός του κλάδου της επαγγελματικής υγείας, δεν παύει να είναι ιατρός με ιδία γνώση των ατομικών περιστάσεων και της θέσης εργασίας της ενδιαφερομένης. Η προϊσταμένη μπορεί, συνεπώς, να παράσχει κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με τα καθήκοντα της εργαζομένης, καθώς και με τους γενικούς και ειδικούς κινδύνους στους οποίους αυτή ενδέχεται να εκτεθεί.

80.      Το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την έκθεση της προϊσταμένης υπό το πρίσμα των κατευθυντηρίων γραμμών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85. Οι βιολογικοί και φυσικοί κίνδυνοι για τους οποίους γίνεται λόγος στην έκθεση της προϊσταμένης αντιστοιχούν σε εκείνους που μνημονεύονται στις κατευθυντήριες γραμμές (61). Καίτοι, εν τέλει, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει ποια ακριβώς σημασία έχει η έκθεση της προϊσταμένης σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, εντούτοις, ένα τέτοιο έγγραφο δεν είναι δυνατόν να απορριφθεί εκ των προτέρων με την αιτιολογία ότι το περιεχόμενο του πάσχει λόγω μεροληψίας και ελλείψεως επαγγελματικής πείρας του συντάκτη του.

81.      Συνεπώς, προκειμένου να κριθεί αν πληρούνται εν προκειμένω οι απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την έκθεση της προϊσταμένης σχετικά με την εργασία της ενδιαφερομένης. Εναπόκειται στο δικαστήριο αυτό να αποφανθεί αν η έκθεση παρέχει πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις ατομικές περιστάσεις της εργαζομένης, τα οποία θα πρέπει να λάβει υπόψη στο πλαίσιο της κρίσης του.

 Ερώτημα 3

82.      Με το ερώτημα 3 ζητείται να διευκρινιστεί αν η δήλωση εκ μέρους εργοδότη ότι συγκεκριμένη εργασία είναι «απαλλαγμένη από κινδύνους», σε συνδυασμό με τη διαπίστωση ότι η ενδιαφερομένη είναι «ικανή» προς εργασία, ισοδυναμεί με αμάχητη απόδειξη ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/54.

83.      Στην απόφασή του περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι ορισμένες αποφάσεις των ισπανικών δικαστηρίων δείχνουν ότι «[…] [σε νομολογιακό επίπεδο] επιβάλλεται σταδιακώς αυστηρότερο κριτήριο όσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου δικαιολογούντος τη χορήγηση της παροχής».

84.      Το αν η ως άνω νομολογιακή προσέγγιση σημαίνει, επί της ουσίας, ότι για τις υποθέσεις αυτές ισχύει αμάχητο τεκμήριο με αποτέλεσμα (στην πράξη) να μην υπάρχει πιθανότητα ευδοκιμήσεως καμίας σχετικής προσφυγής, αποτελεί ζήτημα του εθνικού δικαίου και πρέπει να ελεγχθεί από το αιτούν δικαστήριο.

85.      Αν τούτο όντως ισχύει, τότε, κατά την άποψή μου, το αποτέλεσμα αυτό είναι ασύμβατο προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 (62). Πρώτον, αντιβαίνει προς τον σκοπό της εξασφαλίσεως της αποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Δεύτερον, είναι αντίθετο προς το άρθρο 23 του Χάρτη, καθόσον σημαίνει ότι δεν παρέχεται προστασία από διακρίσεις λόγω φύλου σε μια ιδιαιτέρως ευαίσθητη κατηγορία γυναικών ‐ήτοι, αυτές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/85. Τρίτον, μου είναι δύσκολο να κατανοήσω με ποιον τρόπο αυτή η προσέγγιση διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας σε σχέση με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων σε τέτοιες υποθέσεις. Τέταρτον, εθνικοί κανόνες οι οποίοι καθιστούν ιδιαιτέρως δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος του προσώπου που θεωρεί ότι θίγεται λόγω παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως να προσβάλει τη σχετική απόφαση θέτουν, εκ της φύσης τους, σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας 2006/54 (63). Η καθιέρωση αμάχητου τεκμηρίου υπέρ του καθού η προσφυγή θα αποτελούσε τέτοιον ακριβώς κανόνα.

86.      Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, όταν, λόγω των εθνικών κανόνων που ισχύουν, καθίσταται ιδιαιτέρως δύσκολο για το πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως να προσβάλει τη σχετική απόφαση, τότε οι εθνικοί αυτοί κανόνες αντιβαίνουν στο άρθρο 19 της οδηγίας 2006/54. Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει αν ισχύει κάτι τέτοιο.

 Ερώτημα 4

87.      Το ερώτημα 4 στηρίζεται στην παραδοχή ότι μια ορθώς διενεργηθείσα αξιολόγηση κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, ενδέχεται να είχε αποκαλύψει κινδύνους για την γαλουχούσα μητέρα και ότι, ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξεταστεί το ζήτημα ποια μέτρα θα έπρεπε να είχαν ληφθεί βάσει του άρθρου 5 για να προστατευθεί η ασφάλεια και η υγεία της.

88.      Από την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών στην απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι αυτό μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο. Ούτε όμως έχει αποκλειστεί ως ενδεχόμενο από το αιτούν δικαστήριο (64). Κατά συνέπεια, θα προτείνω μια απάντηση στο ερώτημα 4 προκειμένου να παρασχεθούν στο αιτούν δικαστήριο όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να αποφανθεί επί της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του.

89.      Στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η E. Otero Ramos διέτρεχε όντως κίνδυνο και απαιτηθεί, στο πλαίσιο της δίκης ενώπιόν του, να διαπιστωθούν τα πρόσθετα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν κατά την έννοια του άρθρου 5, της οδηγίας 92/85, το σχετικό βάρος αποδείξεως φέρει ο καθού. Η E. Otero Ramos παραμένει το πρόσωπο που «θίγεται», κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54, διότι αποφασίστηκε ότι δεν δικαιούται ούτε την άδεια ούτε το επίδομα που καταβάλλεται στις γαλουχούσες εργαζόμενες κατά τη διάρκεια της απουσίας από την εργασία τους.

90.      Αν από τα αποτελέσματα της αξιολογήσεως των κινδύνων, κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 92/85 «[…] προκύπτει κίνδυνος για την ασφάλεια ή την υγεία και αντίκτυπος στην εγκυμοσύνη ή στη γαλουχία εργαζομένης [κατά την έννοια του άρθρου 2], το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι ο εργοδότης οφείλει να προσαρμόσει προσωρινώς τις συνθήκες εργασίας και/ή τον χρόνο εργασίας της ή, αν η εν λόγω προσαρμογή είναι τεχνικώς ή αντικειμενικώς αδύνατη ή αν για λόγους δεόντως αιτιολογημένους δεν είναι εύλογο να απαιτηθεί, να της εξασφαλίσει άλλη θέση εργασίας. Μόνο στην περίπτωση που είναι, επίσης, αδύνατη η αλλαγή της θέσης εργασίας, το άρθρο 5, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι η εργαζομένη απαλλάσσεται από την εργασία της, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές, καθ’ όλο το διάστημα που είναι αναγκαίο για την προστασία της ασφάλειας ή της υγείας της» (65).

91.      Στον βαθμό που η εκτίμηση αναφορικά με τη λήψη πρόσθετων μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 92/85 αποτελεί τμήμα της κύριας δίκης, ο καθού η προσφυγή φέρει, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54, το βάρος αποδείξεως.

 Πρόταση

92.      Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (ανώτερο δικαστήριο της Γαλικίας, Ισπανία), ως εξής:

(1)      Για τους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, στις περιπτώσεις που διενεργείται αξιολόγηση των κινδύνων πρέπει να εξετάζεται η ατομική περίπτωση της γαλουχούσας εργαζομένης προκειμένου να διαπιστωθεί αν τίθενται σε κίνδυνο η ασφάλεια και η υγεία, αυτής ή του τέκνου της, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το παράρτημα I και τις κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οικείας οδηγίας. Τυχόν εσφαλμένη διενέργεια της σχετικής αξιολογήσεως ισοδυναμεί με λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση της εργαζομένης και συνιστά διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης. Αυτή η μεταχείριση συνιστά επίσης διάκριση λόγω φύλου κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/54 και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων του άρθρου 19, παράγραφος 1, του ίδιου άρθρου, οι οποίοι μετακυλίουν το βάρος αποδείξεως στον καθού.

–        Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του στοιχειοθετούν περίπτωση διακριτικής μεταχειρίσεως.

–        Εφόσον το αιτούν δικαστήριο κληθεί να αποφανθεί αν πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα (και αν ναι, ποια ακριβώς μέτρα) σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 92/85 προκειμένου να προστατευθεί η ασφάλεια και η υγεία της ενδιαφερόμενης εργαζομένης, οι διατάξεις του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/54 τυγχάνουν εφαρμογής ως προς την κρίση του ζητήματος αυτού.

(2)      Προκειμένου να διαπιστωθεί αν, στην υπό κρίση υπόθεση, πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την έκθεση της προϊσταμένης σχετικά με την εργασία της ενδιαφερόμενης εργαζομένης. Απόκειται σε αυτό το δικαστήριο να κρίνει αν η έκθεση αυτή παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις ατομικές περιστάσεις της εργαζομένης, τις οποίες θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την εκτίμησή του.

(3)      Στην περίπτωση που εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις καθιστούν ιδιαιτέρως δυσχερή την αμφισβήτηση αποφάσεων εκ μέρους προσώπων τα οποία κρίνουν ότι θίγονται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, οι ρυθμίσεις αυτές αντιβαίνουν στο άρθρο 19 της οδηγίας 2006/54. Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει αν ισχύει κάτι τέτοιο.

(4)      Στο μέτρο που η εκτίμηση αναφορικά με τη λήψη πρόσθετων μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 92/85 αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, ο καθού η προσφυγή φέρει, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54, το βάρος αποδείξεως.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23).


3      Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ 1992, L 348, σ. 1).


4      ΕΕ 2010, C 83, σ. 389 (στο εξής: Χάρτης).


5      Οδηγία του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ 1989, L 183, σ. 1).


6      Άρθρο 3, στοιχείο δʹ.


7      Άρθρο 15.


8      Άρθρο 16, παράγραφος 1.


9      Βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη.


10      Βλ. έβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη.


11      Βλ. ένατη αιτιολογική σκέψη.


12      Βλ. δέκατη αιτιολογική σκέψη.


13      Βλ. δέκατη και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη.


14      Βλ. δωδέκατη αιτιολογική σκέψη.


15      Στις προτάσεις μου θα χρησιμοποιώ και τον όρο «γαλουχούσα μητέρα».


16      Βλ.ανακοίνωση της Επιτροπής: Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτίμηση των χημικών, φυσικών και βιολογικών παραγόντων και των μεθόδων παραγωγής που θεωρείται ότι περικλείουν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων [COM(2000) 466, τελικό/2] (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές).


17      Ο κατάλογος περιλαμβάνει φυσικούς, βιολογικούς και χημικούς παράγοντες. Λεπτομερής περιγραφή των παραγόντων αυτών παρατίθεται στον πίνακα που καταλαμβάνει τμήμα των κατευθυντηρίων γραμμών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι απαριθμούμενοι παράγοντες ρυθμίζονται από συγκεκριμένες νομοθετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης. Για παράδειγμα, οι βιολογικοί παράγοντες για τους οποίους γίνεται λόγος στο παράρτημα I, στοιχείο Α, σημείο 2, της οδηγίας 92/85, απαριθμούνται στην οδηγία 2000/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ 2000, L 262, σ. 21). Κατά την οδηγία αυτή, οι βιολογικοί παράγοντες κατατάσσονται σε τέσσερις ομάδες ανάλογα με τον βαθμό του κινδύνου μολύνσεως. Η ομάδα 1 υποδηλώνει τον χαμηλότερο κίνδυνο (απίθανο να προκαλέσει ασθένεια στον άνθρωπο) ενώ η ομάδα 4 χαρακτηρίζει τους βιολογικούς παράγοντες υψηλότατου κινδύνου (μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ασθένεια στον άνθρωπο και συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τους εργαζομένους) (βλ. άρθρο 2 ης οδηγίας 2000/54).


18      Οδηγία του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου (ΕΕ 1998, L 14, σ. 6). Η οδηγία 2006/54 κατήργησε και αντικατέστησε αρκετές οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 97/80.


19      Βλ. αιτιολογική σκέψη 1.


20      Βλ. αιτιολογική σκέψη 23.


21      Βλ. αιτιολογική σκέψη 24.


22      Βλ. αιτιολογική σκέψη 25.


23      Βλ. αιτιολογική σκέψη 30.


24      Βλ. σημεία 18 έως 22 των προτάσεών μου.


25      Θα αναφέρομαι στη δήλωση της διευθύντριας του τμήματος ανθρωπίνου δυναμικού του Νοσοκομείου και στην έκθεση του ιατρού του τμήματος προληπτικής ιατρικής, από κοινού, ως «αξιολόγηση του Νοσοκομείου».


26      Θα αναφέρομαι σε αυτή τη χρονική περίοδο των δύο ημερών ως «κρίσιμο χρόνο».


27      Ενώ στο σώμα της αποφάσεως περί παραπομπής γίνεται αναφορά στο Juzgado de lo Social No 2, Santiago de Compostela, στο εισαγωγικό κεφάλαιο της ίδιας διατάξεως αναφέρεται ότι η έφεση ασκήθηκε κατά αποφάσεως δικαστηρίου της Coruña. Τα στοιχεία του φακέλου που υποβλήθηκαν μαζί με την απόφαση περί παραπομπής συνηγορούν υπέρ της δεύτερης εκδοχής.


28      Βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 1 της οδηγίας 92/85, καθώς και απόφαση της 18ης Μαρτίου 2014, D. (C‑167/12, EU:C:2014:169, σκέψεις 29 και 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


29      Βλ. σημείο 3 των προτάσεών μου.


30      Βλ. έβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85.


31      Βλ. ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85.


32      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 2014, TSN και YTN (C‑512/11 και C‑513/11, EU:C:2014:73, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, B. (C‑394/13, EU:C:2014:2199, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


33      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 2014, TSN και YTN (C‑512/11 και C‑513/11, EU:C:2014:73, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, BetriuMontull (C‑5/12, EU:C:2013:571, σκέψεις 40 και 41).


34      Ως προς την αξιολόγηση του Νοσοκομείου, βλ. σημεία 25 και 26 των προτάσεών μου· όσον αφορά πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, προφανώς, είναι αντίθετα προς την εκτίμηση αυτή, βλ. σημείο 27 των προτάσεών μου.


35      Βλ. ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85 και απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, Parviainen (C‑471/08, EU:C:2010:391, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


36      Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, Parviainen (C‑471/08, EU:C:2010:391, σκέψεις 31 και 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


37      Βλ. πρώτη και δεύτερη περίοδο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 καθώς και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας.


38      Βλ. σ. 6 των κατευθυντηρίων γραμμών.


39      Βλ. σ. 8 των κατευθυντηρίων γραμμών. Στο σημείο αυτό οι κατευθυντήριες γραμμές παραπέμπουν, με τη σειρά τους, σε έγγραφο της Επιτροπής το οποίο φέρει τον τίτλο «Υπόμνημα για την εκτίμηση των επαγγελματικών κινδύνων» (ISBN 92-828-1332-0) και χαρακτηρίζεται ως η «[…] ιδανική βάση για τη χάραξη των κατευθυντηρίων γραμμών που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της [οδηγίας 92/85]».


40      Βλ. «Ειδικά σημεία που πρέπει να τονιστούν» στις σ. 8 και 9 των κατευθυντηρίων γραμμών.


41      Βλ. σ. 12 των κατευθυντηρίων γραμμών, οι οποίες στο σημείο εκείνο παραπέμπουν στην οδηγία 89/654/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας (Πρώτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ 1989, L 393, σ. 1).


42      Η πρώτη καταχώριση στον εν λόγω πίνακα αφορά την «Πνευματική και σωματική κόπωση και [τον] χρόν[ο] εργασίας», αναφέρει ότι «[…] ορισμένες έγκυοι και γαλουχούσες γυναίκες μπορεί να μην είναι σε θέση να εργάζονται σε ακανόνιστα διαστήματα, σε βραδινές βάρδιες, [ή] τη νύχτα» και αναφέρεται σε συγκεκριμένους κινδύνους οι οποίοι ενδέχεται να απορρέουν από την εκτέλεση τέτοιου είδους εργασίας, μεταξύ άλλων, ως προς την ικανότητα μιας νέας μητέρας για γαλουχία.


43      Η πρώτη καταχώριση σε αυτό το τμήμα του πίνακα αφορά «[κ]άθε βιολογικό παράγοντα των ομάδων κινδύνου 2, 3 και 4 [από τις ομάδες τις οποίες ορίζει η οδηγία 90/679/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1990, για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ 1990, L 374, σ. 1)]» και αναφέρεται σε συγκεκριμένους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν για ένα θηλάζον βρέφος, μεταξύ άλλων από την ηπατίτιδα και τον ιό HIV.


44      Η πρώτη καταχώριση σε αυτό το τμήμα του πίνακα αφορά τη «[χ]ειρωνακτική διακίνηση φορτίων» και εντοπίζει πιθανούς κινδύνους, μεταξύ άλλων, για λεχώνες και γαλουχούσες μητέρες.


45      Κατά τη διενέργεια της αξιολογήσεως κινδύνων οι εργοδότες οφείλουν να γνωρίζουν ότι επιβάλλεται να διακρίνουν μεταξύ των κινδύνων για τις εγκύους, τις λεχώνες και τις γαλουχούσες εργαζόμενες αντιστοίχως: βλ., για παράδειγμα, σ. 12 των κατευθυντηρίων γραμμών.


46      Βλ. ενδέκατη και δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85.


47      Τα στελέχη B και Δ του ιού της ηπατίτιδας (και στελέχη τα οποία παραμένουν ακόμη άγνωστα) κατατάσσονται στους κινδύνους της ομάδας 3 στην οδηγία 2000/54, όπερ σημαίνει ότι ο εν λόγω παράγοντας μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ασθένεια στον άνθρωπο και συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τους εργαζομένους.


48      Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, Parviainen (C‑471/08, EU:C:2010:391, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


49      Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, Roca Álvarez (C‑104/09, EU:C:2010:561, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


50      Μητρικό γάλα παράγουν μόνο γυναίκες οι οποίες έχουν γεννήσει προσφάτως.


51      Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2006/54.


52      Βλ. σημείο 57 των προτάσεών μου.


53      Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Kelly (C‑104/10, EU:C:2011:506, σκέψη 29).


54      Βλ. σημείο 27 των προτάσεών μου.


55      Αιτιολογική σκέψη 30 της οδηγίας 2006/54.


56      Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2010, Danosa (C‑232/09, EU:C:2010:674, σκέψη 68).


57      Οι λεπτομέρειες της εφαρμογής του άρθρου 11 της οδηγίας 92/85 όντως διαφοροποιούνται από κράτος μέλος σε κράτος μέλος. Βλ., για παράδειγμα, έκθεση της Επιτροπής για την εφαρμογή της [οδηγίας 92/85] της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, COM(1999) 100 τελικό, σ. 15 έως 19.


58      Βλ., επιπλέον, αιτιολογική σκέψη 25 της οδηγίας 2006/54.


59      Βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2010, Danosa (C‑232/09, EU:C:2010:674, σκέψη 72).


60      Βλ. σημείο 27 των προτάσεών μου.


61      Βλ. σημεία 43 έως 47 των προτάσεών μου, ως προς την εκτίμηση των γενικών κινδύνων και συναφών καταστάσεων, καθώς και την εκτίμηση ειδικών κινδύνων στους πίνακες που επισυνάπτονται στις κατευθυντήριες γραμμές.


62      Βλ., επιπλέον, αιτιολογική σκέψη 30 της οδηγίας 2006/54.


63      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Kelly (C‑104/10, EU:C:2011:506, σκέψεις 30 έως 35).


64      Βλ. σημεία 25 και 26 των προτάσεών μου.


65      Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, Gassmayr (C‑194/08, EU:C:2010:386, σκέψεις 35 και 36).