Language of document : ECLI:EU:C:2017:281

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 6ης Απριλίου 2017 (1)

Υπόθεση C‑671/15

Président de l’Autorité de la concurrence

κατά

Association des producteurs vendeurs d’endives (APVE),

Association Comité économique régional agricole fruits et légumes de la région Bretagne (Cerafel),

Comité économique fruits et légumes du Nord de la France (Celfnord),

Association des producteurs d’endives de France (APEF),

Section nationale de l’endive (SNE),

Fédération du commerce de l’endive (FCE),

Société Fraileg,

Société Prim’Santerre,

Union des endiviers,

Société Soleil du Nord,

Société France endives,

Société Cambrésis Artois-Picardie endives (CAP’Endives),

Société Marché de Phalempin,

Société Primacoop,

Société Coopérative agricole du marais audomarois (Sipema),

Société Groupe Perle du Nord,

Société Valois-Fruits,

Ministre de l’Économie, de l’Industrie et du Numérique

[αίτηση του Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Πρακτικές αντίθετες προς τους κανόνες ανταγωνισμού – Άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Δυνατότητα εφαρμογής – Κοινή οργάνωση των αγορών – Οργανώσεις παραγωγών – Καθήκοντα των εν λόγω οργανώσεων – Πρακτικές καθορισμού ελάχιστων τιμών πωλήσεως, συνεννοήσεως σχετικά με τις ποσότητες που διατίθενται στην αγορά και ανταλλαγής στρατηγικών πληροφοριών – Γαλλική αγορά των ραδικιών αντίβ»






1.        Η κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ) και η ευρωπαϊκή πολιτική ανταγωνισμού, που αποτελούν πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, είναι, εκ πρώτης όψεως, δύσκολα συμβιβάσιμες. Ενώ η πρώτη, σκοπός της οποίας είναι να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες των γεωργικών αγορών, συνεπαγόταν αρχικά έντονο κρατικό παρεμβατισμό, μεταξύ άλλων με τη θέσπιση συστημάτων ποσοστώσεων παραγωγής και ενισχύσεων προς τους παραγωγούς, η δεύτερη στηρίζεται, αντιθέτως, στην ιδέα ότι η ελευθέρωση των αγορών είναι η καλύτερη εγγύηση οικονομικής αποτελεσματικότητας και, σε τελική ανάλυση, ευημερίας των καταναλωτών. Αυτές οι δυσχέρειες συμβιβασμού, τις οποίες έχει υπογραμμίσει η θεωρία και με τις οποίες το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί, επιβάλλουν τον ακριβή ορισμό της εκτάσεως της «γεωργικής παρεκκλίσεως» την οποία καθιερώνουν οι Συνθήκες, όπως διευκρινίζεται με το παράγωγο δίκαιο. Αυτό είναι το διακύβευμα της υπό κρίση υποθέσεως.

2.        Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε ο πρόεδρος της Autorité de la concurrence [Αρχής Ανταγωνισμού] κατά της αποφάσεως της 15ης Μαΐου 2014 του Cour d’appel de Paris (εφετείου του Παρισιού, Γαλλία), με την οποία μεταρρυθμίστηκε η απόφαση 12-D-08, της 6ης Μαρτίου 2012, της Autorité de la concurrence σχετικά με πρακτικές που εφαρμόζονται στον τομέα της παραγωγής και της εμπορίας των ραδικιών αντίβ (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Με την απόφαση αυτή, η Autorité de la concurrence διαπίστωσε, βάσει μεταξύ άλλων του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, την ύπαρξη σύνθετης και διαρκούς συμπράξεως διάρκειας δεκατεσσάρων ετών στη γαλλική αγορά των ραδικιών αντίβ, για την οποία επέβαλε πρόστιμο 4 εκατομμυρίων ευρώ περίπου.

3.        Το Δικαστήριο καλείται να παράσχει διευκρινίσεις (2) οι οποίες αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και οι οποίες, εκτός της σημασίας τους επί της αρχής, έχουν μεγάλη πρακτική σημασία (3), όσον αφορά τη διάρθρωση μεταξύ των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων στον τομέα της ΚΓΠ και της εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού. Ειδικότερα, τίθεται το ερώτημα αν, πέραν της υπάρξεως των γενικών παρεκκλίσεων από την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού, τις οποίες προβλέπουν ρητώς οι ρυθμίσεις περί κοινής οργανώσεως των αγορών (στο εξής: ΚΟΑ) –παρεκκλίσεις των οποίων την εφαρμογή δεν αφορά άμεσα η υπό κρίση υπόθεση– πρέπει να αναγνωριστούν «ειδικές παρεκκλίσεις» που απορρέουν σιωπηρώς από τα καθήκοντα τα οποία ανατίθενται, δυνάμει των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων που έχουν θεσπιστεί βάσει του άρθρου 42 ΣΛΕΕ, στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών.

4.        Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να είναι κατηγορηματική. Ασφαλώς, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, τα καθήκοντα που ανατίθενται στους βασικούς παράγοντες των ΚΟΑ, ήτοι στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, σημαίνουν αναγκαστικά ότι ορισμένες πρακτικές συνεννοήσεως στο εσωτερικό των εν λόγω οντοτήτων, οι οποίες δεν εμπίπτουν στις γενικές κανονιστικές παρεκκλίσεις, μπορούν να εξαιρούνται από την απαγόρευση των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπράξεων την οποία θεσπίζει το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

5.        Η εξαίρεση αυτή θεμελιώνεται κατά κύριο λόγο στο προβάδισμα της ΚΓΠ επί της πολιτικής ανταγωνισμού που αναγνωρίστηκε με την απόφαση Maizena κατά Συμβουλίου (4) και επικυρώθηκε με την πιο πρόσφατη νομολογία. Ωστόσο, εφόσον γίνεται δεκτή η απαίτηση συσταλτικής ερμηνείας των περιπτώσεων εξαιρέσεως από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, δεν μπορούν να εξαιρεθούν από την εν λόγω απαγόρευση συμπαιγνιακές συμπεριφορές, όπως αυτές που οδηγούν στον οριζόντιο καθορισμό τιμών, για τον μόνο λόγο ότι αποσκοπούν, άμεσα ή έμμεσα, στην εκπλήρωση των καθηκόντων που ανατίθενται στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, και ιδίως στη «σταθεροποίηση των τιμών» στο πλαίσιο των ΚΟΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να καθοριστούν οι πρακτικές των εν λόγω οντοτήτων που εμπίπτουν κατ’ ανάγκην σε αυτά τα καθήκοντα και οι πρακτικές που, αντιθέτως, δεν μπορούν να εξαιρεθούν εκ προοιμίου από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

6.        Κατά το άρθρο 42 ΣΛΕΕ, οι κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων παρά μόνον κατά το μέτρο που ορίζεται από το παράγωγο δίκαιο και λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της ΚΓΠ που διακηρύσσονται με το άρθρο 39 ΣΛΕΕ.

7.        Όσον αφορά, ειδικότερα, τον τομέα των οπωροκηπευτικών, οι διατάξεις του παράγωγου δικαίου που διέπουν την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και στην εμπορία γεωργικών προϊόντων θεσπίστηκαν από τον νομοθέτη της Ένωσης με τον κανονισμό 26 (5), τον οποίο διαδέχθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) 1184/2006 (6) και τα άρθρα 175 έως 182 του μέρους IV του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 (7), το οποίο φέρει τον τίτλο «Κανόνες ανταγωνισμού».

8.        Όσον αφορά ειδικότερα την ΚΟΑ στον τομέα των οπωροκηπευτικών, συμπληρωματικές διατάξεις περιέχονται στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΚ) 2200/96 (8), το οποίο αντικαταστάθηκε, ιδίως, από το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΚ) 1182/2007 (9) και, στη συνέχεια, από το άρθρο 176α του κανονισμού 1234/2007.

 Ο κανονισμός 26

9.        Το άρθρο 1 του κανονισμού 26 ορίζει τα εξής:

«Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα άρθρα 85 μέχρι και 90 της συνθήκης, καθώς και οι διατάξεις εφαρμογής τους εφαρμόζονται σε όλες τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 85 παράγραφος 1 και στο άρθρο 86 της συνθήκης, σχετικά με την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων, τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της συνθήκης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2.»

10.      Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται ουσιαστικά στο άρθρο 1α του κανονισμού 1184/2006 και στο άρθρο 175 του κανονισμού 1234/2007.

11.      Το άρθρο 2 του κανονισμού 26 έχει ως εξής:

«1.      Το άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργανώσεως αγοράς ή είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 39 της συνθήκης στόχων. Δεν εφαρμόζεται ιδίως σε συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών ενός μόνο Κράτους μέλους κατά το μέτρο που, χωρίς να συνεπάγονται την υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής, αφορούν την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϊόντων ή την χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως, επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γεωργικών προϊόντων, εκτός αν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου 39 της συνθήκης.

2.      Η Επιτροπή, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου, έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, αφού διαβουλευθεί με τα Κράτη μέλη και ακούσει τη γνώμη των συμμετεχουσών επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, καθώς επίσης και κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, του οποίου η ακρόαση θεωρείται απαραίτητη, να διαπιστώνει, με δημοσιευόμενη απόφαση, ποιες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές πληρούν τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

3.      Η Επιτροπή προβαίνει στη διαπίστωση αυτήν είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αιτήσεως αρμοδίας αρχής ενός Κράτους μέλους, ή μιας ενδιαφερομένης επιχειρήσεως ή ενώσεως επιχειρήσεων.

4.      Η δημοσίευση αναφέρει τα συμμετέχοντα μέρη και το ουσιώδες περιεχόμενο της αποφάσεως· οφείλει να λάβει υπόψη το νόμιμο συμφέρον των επιχειρήσεων, για την διαφύλαξη των επιχειρηματικών τους απορρήτων.»

12.      Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται ουσιαστικά στο άρθρο 2 του κανονισμού 1184/2006 και, στη συνέχεια, στο άρθρο 176 του κανονισμού 1234/2007.

 Ο κανονισμός 2200/96

13.      Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως “οργάνωση παραγωγών” νοείται κάθε νομικό πρόσωπο:

α)      το οποίο συνιστάται με πρωτοβουλία των παραγωγών […]

β)      με σκοπό ιδίως:

1.      να εξασφαλισθεί ο προγραμματισμός της παραγωγής και η προσαρμογή της στη ζήτηση, ιδίως από ποσοτική και ποιοτική άποψη·

2.      να προωθηθούν η συγκέντρωση της προσφοράς και η διάθεση της παραγωγής των μελών της οργάνωσης·

3.      να μειωθεί το κόστος παραγωγής και να ρυθμιστούν οι τιμές παραγωγού·

4.      να προωθηθούν καλλιεργητικές μέθοδοι και τεχνικές παραγωγής και διαχείρισης των αποβλήτων που σέβονται το περιβάλλον, ιδίως για να προστατευθεί η ποιότητα των υδάτων, του εδάφους και του τοπίου και να διατηρηθεί ή/και να προαχθεί η βιοποικιλομορφία·

[…]»

14.      Το άρθρο 20, παράγραφοι 1 έως 3, του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:

«1.      Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1 του κανονισμού αριθ. 26, το άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές των αναγνωρισμένων διεπαγγελματικών οργανώσεων, οι οποίες αποβλέπουν σε υλοποίηση των δράσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

2.      Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνον υπό τον όρο ότι:

οι συμφωνίες, οι αποφάσεις και οι εναρμονισμένες πρακτικές έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και

η Επιτροπή, εντός δύο μηνών από τη στιγμή που της κοινοποιήθηκαν όλα τα αναγκαία στοιχεία αξιολόγησης, δεν έχει κηρύξει τις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές ασυμβίβαστες προς την κοινοτική νομοθεσία.

Οι εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή μόνο μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας.

3.      Εν πάση περιπτώσει, κηρύσσονται αντίθετες προς την κοινοτική νομοθεσία οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες:

–        μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία στεγανών στην ενδοκοινοτική αγορά,

–        μπορούν να θίξουν την εύρυθμη λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς,

–        μπορούν να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής που επιδιώκονται μέσω της διεπαγγελματικής δράσεως,

–        περιλαμβάνουν τον καθορισμό τιμών, με την επιφύλαξη των μέτρων που λαμβάνονται από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις στο πλαίσιο της εφαρμογής ειδικών κοινοτικών διατάξεων,

–        μπορούν να προκαλέσουν διακριτική μεταχείριση ή να καταργήσουν τον ανταγωνισμό για σημαντικό μέρος των εν λόγω προϊόντων.»

15.      Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 2200/96 έχει ως εξής:

«Οι οργανώσεις παραγωγών ή οι ενώσεις τους μπορούν να μη διαθέτουν προς πώληση ορισμένα από τα προϊόντα του άρθρου 1 παράγραφος 2 τα οποία καθορίζουν, και τα οποία προσκομίζονται από τα μέλη τους, για τις ποσότητες και τις περιόδους που θεωρούν σκόπιμες.»

 Ο κανονισμός 1182/2007

16.      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1182/2007 είναι, κατ’ ουσίαν, ανάλογο με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2200/96.

 Ο κανονισμός 1234/2007

17.      Tο άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1234/2007, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 361/2008 (10), όριζε τα εξής:

«Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τις οργανώσεις παραγωγών οι οποίες:

α)      αποτελούνται από παραγωγούς ενός εκ των ακόλουθων τομέων:

[…]

iii)      του τομέα των οπωροκηπευτικών όσον αφορά γεωργούς που καλλιεργούν ένα ή περισσότερα προϊόντα του εν λόγω τομέα ή/και προϊόντα τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για μεταποίηση·

[…]

β)      συγκροτούνται με πρωτοβουλία των παραγωγών·

γ)      επιδιώκουν συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει […]:

i)      την εξασφάλιση ότι η παραγωγή είναι προγραμματισμένη και προσαρμοσμένη στη ζήτηση, ιδίως από άποψη ποσότητας και ποιότητας·

ii)      τη συγκέντρωση της προσφοράς και τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων που παράγονται από τα μέλη τους·

iii)      τη βελτιστοποίηση του κόστους παραγωγής και τη σταθεροποίηση των τιμών παραγωγού.

[…]»

18.      Το άρθρο 175 του ίδιου κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 491/2009 (11), είχε ως εξής:

«Πλην αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα άρθρα 81 έως 86 της συνθήκης και οι εκτελεστικές διατάξεις αυτών εφαρμόζονται, με την επιφύλαξη των άρθρων 176 έως 177 του παρόντος κανονισμού, σε όλες τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 και στο άρθρο 82 της συνθήκης, οι οποίες σχετίζονται με την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.»

19.      Το άρθρο 176 του εν λόγω κανονισμού είχε ως εξής:

«1.      Το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 175 του παρόντος κανονισμού και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργάνωσης αγοράς ή είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 33 της συνθήκης.

Ειδικότερα, το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των εν λόγω ενώσεων που ανήκουν σε ένα και μόνο κράτος μέλος, οι οποίες, χωρίς να επιβάλλουν υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής, αφορούν την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϊόντων ή τη χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθήκευσης, επεξεργασίας ή μεταποίησης γεωργικών προϊόντων, εκτός εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι, με τον τρόπο αυτόν, αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι τίθενται σε κίνδυνο οι στόχοι του άρθρου 33 της συνθήκης.

2.      Μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη και ακρόαση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, καθώς και κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου που κρίνει σκόπιμο, η Επιτροπή έχει την αποκλειστική εξουσία, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, να διαπιστώνει, με απόφαση η οποία δημοσιεύεται, ποιες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές πληρούν τους όρους της παραγράφου 1.

Η Επιτροπή προβαίνει στη διαπίστωση αυτή είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αιτήσεως αρμόδιας αρχής ενός κράτους μέλους ή ενδιαφερόμενης επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων.

3.      Η δημοσίευση της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 αναφέρει τα συμμετέχοντα μέρη και το ουσιώδες περιεχόμενο της απόφασης. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία του επαγγελματικού απόρρητου.»

20.      Το άρθρο 176α του εν λόγω κανονισμού όριζε τα εξής:

«1.      Το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές των αναγνωρισμένων διεπαγγελματικών οργανώσεων, οι οποίες αποβλέπουν στην άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 123 παράγραφος 3 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού.

2.      Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνον εφόσον:

α)      οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή·

β)      εντός δύο μηνών από την παραλαβή όλων των απαιτούμενων στοιχείων, η Επιτροπή δεν έχει κηρύξει τις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές ασυμβίβαστες προς τους κοινοτικούς κανόνες.

3.      Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές δεν επιτρέπεται να τίθενται σε ισχύ πριν από την παρέλευση της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β).

4.      Σε κάθε περίπτωση, κηρύσσονται ασυμβίβαστες προς τους κοινοτικούς κανόνες οι ακόλουθες συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές:

α)      οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που ενδέχεται να οδηγήσουν σε οποιασδήποτε μορφής κατακερματισμό της κοινοτικής αγοράς·

β)      οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που ενδέχεται να επηρεάσουν την εύρυθμη λειτουργία της οργάνωσης αγοράς·

γ)      οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που ενδέχεται να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής που επιδιώκονται μέσω των δραστηριοτήτων της διεπαγγελματικής οργάνωσης·

δ)      οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που συνεπάγονται τον καθορισμό τιμών, με την επιφύλαξη των δραστηριοτήτων που ασκούνται από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις στο πλαίσιο της εφαρμογής ειδικών κοινοτικών κανόνων·

ε)      οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που ενδέχεται να οδηγήσουν στην εισαγωγή διακρίσεων ή να καταργήσουν τον ανταγωνισμό για σημαντικό μέρος των εν λόγω προϊόντων.

5.      Εάν, μετά την παρέλευση της δίμηνης προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β), η Επιτροπή διαπιστώσει ότι δεν τηρούνται οι όροι εφαρμογής της παραγράφου 1, λαμβάνει απόφαση στην οποία αναφέρεται ότι για τη συγκεκριμένη συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική εφαρμόζεται το άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης.»

 Το γαλλικό δίκαιο

21.      Το άρθρο L. 420-1 του code de commerce [εμπορικού κώδικα] ορίζει:

«Απαγορεύονται οι εναρμονισμένες πρακτικές, συμβάσεις, ρητές ή σιωπηρές συμπράξεις ή συμμαχίες, ακόμη και με την άμεση ή έμμεση διαμεσολάβηση εταιρείας ομίλου που εδρεύει στην αλλοδαπή, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού σε αγορά, ιδίως όταν αποσκοπούν:

1.      Στον περιορισμό της προσβάσεως στην αγορά ή της ελεύθερης ασκήσεως του ανταγωνισμού από άλλες επιχειρήσεις·

2.      Στην παρεμπόδιση του καθορισμού των τιμών βάσει του ελεύθερου ανταγωνισμού ευνοώντας την τεχνητή άνοδο ή πτώση τους·

3.      Στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, των αγορών, των επενδύσεων ή της τεχνικής προόδου·

4.      Στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

22.      Μετά από έρευνα και κατάσχεση που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες της γενικής διευθύνσεως ανταγωνισμού, καταναλωτών και καταστολής της απάτης (Γαλλία) στις 12 Απριλίου 2007, ο Γάλλος Υπουργός Οικονομίας προσέφυγε ενώπιον του Conseil de la concurrence (Συμβουλίου Ανταγωνισμού, νυν Autorité de la concurrence), στις 11 Ιουλίου 2008, για δυνητικά αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές στον τομέα της παραγωγής και της εμπορίας των ραδικιών αντίβ.

23.      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Autorité de la concurrence έκρινε ότι οι APEF, APVE, Celfnord, Cerafel, FCE, FNPE, SNE, SAS Groupe Perle du Nord και οι οργανώσεις παραγωγών Cap’Endives, Fraileg, France Endives, Marché de Phalempin, Nord Alliance, Primacoop, Prim’Santerre, Soleil du Nord, Sipema και Valois-Fruits είχαν δημιουργήσει στην αγορά των ραδικιών αντίβ σύνθετη και διαρκή σύμπραξη απαγορευόμενη από το άρθρο L.420-1 του code de commerce και από το άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με την Autorité de la concurrence, η σύμπραξη αυτή συνίστατο σε συντονισμό όσον αφορά την τιμή των ραδικιών αντίβ μέσω διαφόρων μηχανισμών που ελάμβαναν, ανάλογα με τη χρονική περίοδο, διάφορες μορφές –όπως η εβδομαδιαία κοινοποίηση ελάχιστης τιμής, ο καθορισμός κεντρικής τιμής, η δημιουργία χρηματιστηρίου εμπορευμάτων, ο καθορισμός τιμής αναστολέα και η καταχρηστική χρήση του μηχανισμού των τιμών αποσύρσεως– σε συντονισμό όσον αφορά τις διατιθέμενες στην αγορά ποσότητες των ραδικιών αντίβ και σε σύστημα ανταλλαγής στρατηγικών πληροφοριών ως μέσο για την παρακολούθηση των τιμών, πρακτικές οι οποίες απέβλεπαν στον από κοινού καθορισμό ελάχιστης τιμής πωλήσεως της παραγωγής των ραδικιών αντίβ και παρείχαν τη δυνατότητα στους παραγωγούς και σε πολλές από τις επαγγελματικές οργανώσεις τους να διατηρούν ελάχιστες τιμές πωλήσεως, και μάλιστα, για χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 1998 και μέχρι την ημερομηνία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατόπιν τούτου, τους επέβαλε χρηματικές κυρώσεις συνολικού ποσού 3 970 590 ευρώ.

24.      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Autorité de la concurrence απέρριψε, μεταξύ άλλων, τα επιχειρήματα των παραγωγών ότι οι επίμαχες συμφωνίες έπρεπε να θεωρηθούν απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ, με το σκεπτικό ότι τα καθεστώτα παρεκκλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1184/2006 και στο άρθρο 176 του κανονισμού 1234/2007 δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω. Η Autorité de la concurrence έκρινε επίσης ότι οι επικρινόμενες πρακτικές έβαιναν «πέραν των νόμιμων καθηκόντων των οικείων επαγγελματικών οργανώσεων» και ότι, εξάλλου, οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών είχαν, κατά την άποψή της, πλήρη επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα των εν λόγω πρακτικών.

25.      Πολλές από τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς σε βάρος των οποίων επιβλήθηκαν κυρώσεις άσκησαν στις 6 Απριλίου 2012, ενώπιον του Cour d’appel de Paris [εφετείου του Παρισιού], προσφυγή με αίτημα ακυρώσεως και, επικουρικώς, μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

26.      Με απόφαση της 15ης Μαΐου 2014, το εν λόγω δικαστήριο μεταρρύθμισε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της και, κρίνοντας επί της ουσίας, αποφάνθηκε ότι δεν διαπιστώθηκε παραβίαση των διατάξεων του άρθρου L.420-1 του code de commerce και του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Το Cour d’appel de Paris [εφετείου του Παρισιού] επισήμανε, ιδίως, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αποστολή οδηγιών ως προς τις ελάχιστες τιμές ήταν, αναγκαστικά και οριστικά, απαγορευμένη σε κάθε περίπτωση, με αποτέλεσμα να μην αποδειχθεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι οι οικείοι οργανισμοί υπερέβησαν τα όρια των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί κατά τον νόμο στον τομέα της ρυθμίσεως των τιμών.

27.      Ο πρόεδρος της Autorité de la concurrence άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως.

28.      Στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, παρατηρήσεις ενώπιον του Cour de cassation [Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία]. Με τις παρατηρήσεις αυτές, υποστήριξε ότι η εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα δεν υπόκειται μόνο στις γενικές παρεκκλίσεις που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 2 των κανονισμών 26 και 1184/2006 καθώς και βάσει του άρθρου 176 του κανονισμού 1234/2007, αλλά και σε ειδικές παρεκκλίσεις, σύμφωνα με το άρθρο 175 του ίδιου κανονισμού, που περιέχονται στους διάφορους κανονισμούς περί ΚΟΑ με τους οποίους οι οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παραγωγής και της εμπορίας οπωροκηπευτικών επιφορτίζονται με ορισμένα ειδικά καθήκοντα τα οποία, υπό κανονικές συνθήκες, θα ενέπιπταν στις απαγορεύσεις των κανόνων ανταγωνισμού. Εντούτοις, κατά την άποψή της, οι κυριότερες συμπεριφορές τις οποίες αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, ήτοι οι μηχανισμοί καθορισμού ελάχιστων τιμών που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο των κυριότερων ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, κείνται εκτός των ειδικών καθηκόντων που προβλέπει η ΚΟΑ και δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι καλύπτονται από τις εν λόγω ειδικές παρεκκλίσεις.

29.      Με την απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2015, το Cour de cassation [Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο] επισήμανε ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 42 ΣΛΕΕ κατοχυρώνει την αρχή της εφαρμογής των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα και ότι η διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις αγορές γεωργικών προϊόντων συγκαταλέγεται στους σκοπούς της κοινής πολιτικής ανταγωνισμού (12), κρίνοντας όμως παράλληλα ότι, ακόμη και όσον αφορά τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης, το άρθρο 42 ΣΛΕΕ δίνει το προβάδισμα στους στόχους της ΚΓΠ έναντι των στόχων της πολιτικής ανταγωνισμού (13).

30.      Εντούτοις, φρονεί ότι το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί ως προς την ύπαρξη των «ειδικών παρεκκλίσεων» στις οποίες αναφέρθηκε η Επιτροπή και δεν έχει διευκρινίσει, ενδεχομένως, τη σχέση τους με τις «γενικές παρεκκλίσεις» τις οποίες προβλέπουν οι κανονισμοί που αφορούν την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα. Επισήμανε επίσης ότι το Δικαστήριο δεν έχει ομοίως αποφανθεί επί του εύρους των καθηκόντων με τα οποία είναι επιφορτισμένες οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών δυνάμει των κανονισμών για τη θέσπιση ΚΟΑ στον τομέα των οπωροκηπευτικών (κανονισμοί 2200/96, 1182/2007 και 1234/2007).

31.      Κατόπιν τούτου, το Cour de cassation [Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο] αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Είναι δυνατό να εξαιρούνται από την απαγόρευση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές οργανώσεων παραγωγών, ενώσεων των οργανώσεων παραγωγών και επαγγελματικών οργανώσεων δυνάμενες να χαρακτηριστούν ως αντίθετες προς τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου εκ μόνου του λόγου ότι συναρτώνται προς τα καθήκοντα με τα οποία είναι επιφορτισμένες οι οργανώσεις αυτές στο πλαίσιο της [ΚΟΑ], και τούτο μολονότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις γενικές εξαιρέσεις που έχουν προβλεφθεί διαδοχικώς από το άρθρο 2 των κανονισμών [26] και (ΕΚ) 1184/2006 της 24ης Ιουλίου 2006 και το άρθρο 176 του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, έχουν τα άρθρα 11, παράγραφος 1, του κανονισμού [2200/1996], 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1182/2007, και 122, [πρώτο εδάφιο,] του κανονισμού 1234/2007, τα οποία μεταξύ των σκοπών των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεων αυτών συγκαταλέγουν τη ρύθμιση των τιμών παραγωγού και την προσαρμογή της παραγωγής στη ζήτηση από ποσοτικής ιδίως απόψεως, την έννοια ότι οι πρακτικές συλλογικού καθορισμού της ελάχιστης τιμής, συμφωνιών όσον αφορά τις διατιθέμενες στην αγορά ποσότητες και ανταλλαγής στρατηγικών πληροφοριών των εν λόγω οργανώσεων, εξαιρούνται από την απαγόρευση των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπράξεων, κατά το μέτρο που αποβλέπουν στην επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών;»

32.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο πρόεδρος της Autorité de la concurrence, από κοινού οι Association Comité économique régional agricole fruits et légumes de la région Bretagne (Cerafel), Comité économique fruits et légumes du Nord de la France (Celfnord), Association des producteurs d’endives de France (APEF), Section nationale de l’endive (SNE), Fédération du commerce de l’endive (FCE), από κοινού οι εταιρίες Fraileg και Prim’Santerre, από κοινού οι εταιρίες France Endive, Cambrésis Artois-Picardie endives (CAP’Endives), Marché de Phalempin, Primacoop, Coopérative agricole du marais audomarois (Sipema) και Groupe Perle du Nord, η Γαλλική, η Ισπανική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή.

33.      Στις 31 Ιανουαρίου 2017, διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην οποία παρέστησαν ο πρόεδρος της Autorité de la concurrence, οι Cerafel, Celfnord, APEF, SNE, FCE, οι εταιρίες Fraileg και Prim’Santerre, οι εταιρίες France Endive, CAP’Endives, Marché de Phalempin, Primacoop, Sipema και Groupe Perle du Nord, η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή.

 Ανάλυση

34.      Για την εξέταση της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, απαιτείται να υπομνησθούν, καταρχάς, οι γενικές αρχές που διέπουν τη σχέση μεταξύ των κανόνων ανταγωνισμού και των κανόνων της ΚΓΠ.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των κανόνων που αφορούν την ΚΓΠ και των κανόνων ανταγωνισμού

35.      Εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει η ΚΓΠ δεν είναι κατ’ ανάγκην οι ίδιοι με τους σκοπούς που επιδιώκει να προωθήσει η πολιτική ανταγωνισμού και ότι, συνεπώς, η υλοποίηση των πολιτικών αυτών είναι δυνατόν να προκαλέσει εντάσεις (14), το άρθρο 42 ΣΛΕΕ, η διατύπωση του οποίου αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ, θέτει ένα γενικό κανόνα για τη ρύθμιση της σχέσεως των δύο πολιτικών, καθιερώνοντας συγχρόνως το προβάδισμα της ΚΓΠ έναντι των σκοπών της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού.

36.      Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό προβλέπει ότι οι κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων μόνον κατά το μέτρο που ορίζεται από το παράγωγο δίκαιο και λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους που διακηρύσσονται με το άρθρο 39 ΣΛΕΕ. Η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου θεσπίζει τους οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους που επιδιώκει η ΚΓΠ και οι οποίοι συνίστανται στην αύξηση της παραγωγικότητας, στην εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό, στη σταθεροποίηση των αγορών, στην εξασφάλιση του ανεφοδιασμού και στη διασφάλιση λογικών τιμών κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές.

37.      Επομένως, στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανατίθεται, σε τελική ανάλυση, η μέριμνα να καθορίζει αν και εντός ποίων ορίων οι κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης εφαρμόζονται στον γεωργικό τομέα, διευκρινιζομένου ότι η εφαρμογή αυτή δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ.

38.      Αυτό ισχύει από το 1962, με τη θέσπιση του άρθρου 1 του κανονισμού 26, κατά το οποίο οι διατάξεις της Συνθήκης περί ανταγωνισμού εφαρμόζονται σε όλες τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές σχετικά με την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης (μεταξύ των οποίων τα οπωροκηπευτικά, στα οποία περιλαμβάνονται τα ραδίκια αντίβ). Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε συν τω χρόνω από ταυτόσημες ή παρόμοιες διατάξεις. Κατά την κρίσιμη για την υπόθεση της κύριας δίκης περίοδο, ίσχυαν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 1184/2006 και των άρθρων 175 και 176 του κανονισμού 1234/2007.

39.      Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν την κατ’ αρχήν εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 1184/2006 (διάταξη την οποία επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν το άρθρο 176 του κανονισμού 1234/2007), από την εφαρμογή των κανόνων αυτών εξαιρούνται μόνον οι συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ σχετικά με την παραγωγή ή την εμπορία των γεωργικών προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος ΚΟΑ ή είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των στόχων της ΚΓΠ. Θα επανέλθω στη συνέχεια στις παρεκκλίσεις γενικής φύσεως που καθιερώθηκαν με τις εφαρμοστέες αυτές διατάξεις (ήτοι με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 και με τα αντίστοιχα άρθρα που το αντικατέστησαν).

40.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο γεωργικός τομέας, και ιδίως ο τομέας των ΚΟΑ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τεθεί «εκτός κανόνων ανταγωνισμού» (15). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 42 ΣΛΕΕ καθιερώνει την αρχή της εφαρμογής των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα και ότι η εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις αγορές των γεωργικών προϊόντων συνιστά έναν από τους σκοπούς της κοινής πολιτικής ανταγωνισμού (16).

41.      Συναφώς υπογραμμίζεται ότι η δραστηριότητα που ασκούν οι κάτοχοι γεωργικών εκμεταλλεύσεων, μολονότι παρουσιάζει ορισμένη ιδιομορφία και αποτελεί αντικείμενο λεπτομερέστατης ρυθμίσεως, έχει οικονομικό χαρακτήρα και συνεπώς εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού τους οποίους προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ (17).

42.      Ανεξαρτήτως αυτού, καίτοι οι ΚΟΑ γεωργικών προϊόντων δεν έχουν τεθεί «εκτός κανόνων ανταγωνισμού», το άρθρο 42 ΣΛΕΕ συνεχίζει να δίνει το προβάδισμα στους σκοπούς της ΚΓΠ έναντι των σκοπών της πολιτικής ανταγωνισμού (18).

43.      Επομένως, από το άρθρο 42 ΣΛΕΕ, το οποίο θεσπίζει, αφενός, προβάδισμα της ΚΓΠ έναντι της πολιτικής ανταγωνισμού και, αφετέρου, δυνατότητα του Συμβουλίου να αποφασίζει σε ποιο βαθμό οι κανόνες ανταγωνισμού είναι εφαρμοστέοι στον γεωργικό τομέα, προκύπτει ότι ορισμένες συμπεριφορές των παραγόντων των γεωργικών αγορών μπορούν εκ προοιμίου να εξαιρεθούν από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού και ιδίως των κανόνων που αφορούν τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμπράξεις. Εντούτοις, η εξαίρεση αυτή πρέπει να οριοθετείται αυστηρά, διότι τούτο προβλέπει το παράγωγο δίκαιο στο οποίο παραπέμπει το πρωτογενές δίκαιο. Επομένως, σε τελική ανάλυση, χρειάζεται να ανευρεθεί ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ της επιδιώξεως των στόχων της ΚΓΠ και της ανάγκης διατηρήσεως πραγματικού ανταγωνισμού στις γεωργικές αγορές.

44.      Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές πρέπει να εξεταστεί η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

45.      Με το πρώτο ερώτημα του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινισθεί αν, πέραν των προβλεπομένων από τις οικείες ρυθμίσεις «γενικών παρεκκλίσεων», συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές οργανώσεων παραγωγών, ενώσεων των οργανώσεων παραγωγών και επαγγελματικών οργανώσεων «δυνάμενες να χαρακτηριστούν ως αντίθετες προς τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ» μπορούν να εξαιρεθούν από την απαγόρευση που προβλέπει το εν λόγω άρθρο εκ του λόγου και μόνον ότι συναρτώνται προς τα καθήκοντα με τα οποία είναι επιφορτισμένες οι οργανώσεις αυτές στο πλαίσιο της ΚΟΑ.

46.      Αφού εξήγησα τους λόγους για τους οποίους το ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί υπό την έννοια ότι σκοπεί στον προσδιορισμό των περιπτώσεων εξαιρέσεως –και όχι σιωπηρών «παρεκκλίσεων»– από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στον τομέα των ΚΟΑ, εξαιρέσεως η οποία θεμελιώνεται, κυρίως, στο προβάδισμα που πρέπει να δίδεται στην ΚΓΠ, θα εκθέσω τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι επικρινόμενες συμπεριφορές προκειμένου να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

 Η δυνατότητα εξαιρέσεως ορισμένων συμπεριφορών οι οποίες συναρτώνται στενά προς τα καθήκοντα που ανατίθενται στους παράγοντες των ΚΟΑ: μάλλον εξαίρεση και όχι σιωπηρή παρέκκλιση από την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ

47.      Το πρώτο ερώτημα, όπως αυτό διατυπώνεται από το αιτούν δικαστήριο, βασίζεται στην παραδοχή ότι οι επίδικες συμπεριφορές νοθεύουν a priori τον ανταγωνισμό.

48.      Φρονώ ότι η παραδοχή αυτή είναι εσφαλμένη.

49.      Πράγματι, ανεξαρτήτως της εξετάσεως των επίδικων μέτρων υπό το πρίσμα των πραγματικών ή των δυνητικών αποτελεσμάτων τους, προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα ότι μια συμπαιγνιακή συμπεριφορά έχει σκοπό αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, απαιτείται πάντοτε να εξετάζεται το πραγματικό και το νομικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του ανωτέρω πλαισίου, πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη η φύση των επηρεαζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών καθώς και οι πραγματικές συνθήκες της λειτουργίας και της διαρθρώσεως της οικείας αγοράς ή των οικείων αγορών (19).

50.      Ειδικότερα, εφόσον μια συγκεκριμένη συμπαιγνιακή συμπεριφορά εκδηλώνεται σε περιβάλλον μη ανταγωνισμού, πράγμα που οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο ότι η συμπεριφορά αυτή συναρτάται άμεσα προς τα καθήκοντα που ανατίθενται στους συμμετέχοντες στις ΚΟΑ δυνάμει των εφαρμοστέων ρυθμίσεων, δεν μπορεί πλέον να γίνει λόγος για συμπεριφορά αντίθετη στους κανόνες ανταγωνισμού, ως προς την οποία μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη κατά προτεραιότητα τους κανόνες της ΚΟΑ προκειμένου να εκτιμήσουν τον αντίθετο ή όχι προς τους κανόνες του ανταγωνισμού χαρακτήρα συμπεριφοράς των οργανώσεων παραγωγών ή των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών (20).

51.      Κατά την άποψή μου, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για παρέκκλιση (ή απαλλαγή σύμφωνα με τη χρησιμοποιούμενη ορολογία) από την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, αλλά μάλλον για εξαίρεση από την εφαρμογή αυτή, η οποία απορρέει από την ανάγκη εκπλήρωσης των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στους βασικούς παράγοντες των ΚΟΑ. Πράγματι, στο μέτρο που –και αποκλειστικά σε αυτό– αποδεικνύεται ότι οι πρακτικές οι οποίες εφαρμόζονται στο πλαίσιο ΚΟΑ είναι, σε τελική ανάλυση, απολύτως αναγκαίες για την εκπλήρωση αυτών των καθηκόντων, η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, και ιδίως των κανόνων περί των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπράξεων, πρέπει να αποκλείεται εκ προοιμίου. Επομένως, αντίθετα προς την άποψη που υποστήριξαν ορισμένοι παρεμβαίνοντες, οι επίδικες συμπεριφορές δεν μπορούν να θεωρηθούν a priori «αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού», για τον απλό λόγο ότι δεν εκδηλώνονται εντός του πλαισίου εφαρμογής των κανόνων αυτών.

52.      Αυτή η ορολογική διευκρίνιση δεν στερείται σημασίας. Αντιθέτως, έχει σημαντικές συνέπειες τόσο όσον αφορά τη μεθοδολογία εξετάσεως των μέτρων που θεσπίζουν οι παράγοντες των ΚΟΑ όσο και όσον αφορά το βάρος αποδείξεως του δυνητικά αντίθετου προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων.

53.      Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι εναπόκειται στην αρχή που είναι επιφορτισμένη με τη δίωξη των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών των επιχειρήσεων να αποδείξει ότι τα επικρινόμενα μέτρα εμπίπτουν όντως στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, καθώς και ότι έχουν αποτελέσματα περιοριστικά του ανταγωνισμού.

54.      Αν θεωρηθεί δεδομένο ότι τα εν λόγω μέτρα αντίκεινται εκ πρώτης όψεως στους κανόνες ανταγωνισμού, χωρίς εμπεριστατωμένη εξέταση της θεσπίσεως και της εφαρμογής τους, δυσχεραίνεται ιδιαίτερα η δυνατότητα των οικείων οικονομικών οντοτήτων να αποδείξουν ότι οι συμπεριφορές αυτές συναρτώνται στενά προς την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί στο πλαίσιο της ΚΟΑ και, συνεπώς, έχουν τεθεί «εκτός κανόνων ανταγωνισμού». Σε μια τέτοια περίπτωση οι οικείες οντότητες μπορούν μόνο να αποδείξουν ότι οι εν λόγω συμπεριφορές πρέπει να εξαιρεθούν από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων που περιβάλλουν τη θέσπισή τους. Αυτό θα ισοδυναμούσε με απαίτηση να προβαίνουν οι οντότητες αυτές σε ενέργειες παρόμοιες με αυτές που προβλέπονται προκειμένου να τύχουν «γενικής» παρεκκλίσεως ή στις ενέργειες που απαιτεί αίτηση εξαιρέσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

55.      Συνεπώς, αυτό που πρέπει να προσδιοριστεί εν προκειμένω δεν είναι τόσο το αν το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, μπορεί να παραμεριστεί, μολονότι είναι εφαρμοστέο στις επίδικες συμπεριφορές, αλλά να εκτιμηθεί αν η διάταξη αυτή είναι πράγματι εφαρμοστέα.

56.      Εφόσον δεν προδικάζεται ο αντίθετος προς τους κανόνες ανταγωνισμού χαρακτήρας των επικρινόμενων συμπεριφορών, η προβληματική που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο θα τεθεί συνεπώς με όρους αποκλεισμού της εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και όχι υπό το πρίσμα της υπάρξεως παρεκκλίσεως από την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.

57.      Κατόπιν αυτής της διευκρινίσεως, φρονώ ότι, εν προκειμένω, τίθεται στην πραγματικότητα το ερώτημα αν είναι δυνατόν να υπάρχουν συμπεριφορές επιχειρήσεων μη εμπίπτουσες στις γενικής φύσεως παρεκκλίσεις, οι οποίες, λόγω της σημασίας τους για την αποτελεσματική λειτουργία της ΚΟΑ στο πλαίσιο της ΚΓΠ, μπορούν εντούτοις να εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούν οι επικρινόμενες πρακτικές.

58.      Για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια, φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική.

 Η ανάγκη να αναγνωριστεί ότι ορισμένα μέτρα απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων που ανατίθενται στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών μπορούν να εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ

–       Ανάγκη που απορρέει από τους κανόνες που διέπουν την ΚΟΑ

59.      Όσον αφορά τις παρεκκλίσεις τις οποίες προβλέπει ρητώς ο νομοθέτης της Ένωσης, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης και κατ’ εφαρμογήν των οικείων κανονισμών (21), προβλέπονταν τρεις περιπτώσεις γενικών παρεκκλίσεων από την εφαρμογή των κανόνων περί συμπράξεων, η υπαγωγή στις οποίες προϋπέθετε απόφαση της Επιτροπής (22). Στην πράξη, η Επιτροπή έχει δεχθεί ελάχιστες περιπτώσεις τέτοιων παρεκκλίσεων (23), ενώ το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι οι παρεκκλίσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά (24).

60.      Η πρώτη περίπτωση παρεκκλίσεως αφορά τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος εθνικής οργανώσεως αγοράς. Η έκταση αυτής της παρεκκλίσεως είναι πλέον περιορισμένη, εφόσον το σύνολο σχεδόν των γεωργικών προϊόντων καλύφθηκε προοδευτικά από τομεακή ΚΟΑ, στη συνέχεια δε από τον κανονισμό 1234/2007 για τη θέσπιση της ενιαίας ΚΟΑ (25).

61.      Η δεύτερη περίπτωση γενικής παρεκκλίσεως αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή οδηγείται στη διαπίστωση ότι ορισμένες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που περιορίζουν τον ανταγωνισμό είναι αναγκαίες για την υλοποίηση των στόχων της ΚΓΠ, οι οποίοι διακηρύσσονται στο άρθρο 39 ΣΛΕΕ. Η παρέκκλιση αυτή ερμηνεύεται συσταλτικά από το Δικαστήριο, εφόσον απαιτείται η οικεία συμπεριφορά να ευνοεί την επίτευξη όλων αυτών των στόχων ή, τουλάχιστον, να έχει ληφθεί υπόψη το σύνολό τους (26).

62.      Τέλος, η τρίτη παρέκκλιση αφορά τις περιοριστικές του ανταγωνισμού συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων, ενώσεων κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων ή ενώσεων τέτοιου είδους ενώσεων, εφόσον αυτές «χωρίς να συνεπάγονται υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής», αφορούν την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϊόντων ή τη χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως, επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γεωργικών προϊόντων, εκτός αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή τίθενται σε κίνδυνο οι στόχοι της ΚΓΠ (27).

63.      Όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, η υπό κρίση υπόθεση ουδόλως αφορά τις γενικές αυτές παρεκκλίσεις (28) και δεν καλούμεθα να προσδιορίσουμε αν οι οντότητες τις οποίες αφορά η διαφορά της κύριας δίκης θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να τις επικαλεστούν. Εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από τις προηγηθείσες διευκρινίσεις και από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέδωσε απόφαση σχετικά –πράγμα το οποίο απαιτείτο, υπενθυμίζω, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης– καμία από τις παρεκκλίσεις αυτές δεν είναι εφαρμοστέα κατά προφανή τρόπο εν προκειμένω.

64.      Αντιθέτως, το πρώτο ερώτημα, όπως επαναδιατυπώθηκε (βλ. σημείο 57 ανωτέρω), μας καλεί να προσδιορίσουμε αν από την ίδια τη φύση της ΚΓΠ και, πιο συγκεκριμένα, από τα ειδικά καθήκοντα που ανατίθενται, δυνάμει του παράγωγου δικαίου που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 42 ΣΛΕΕ, στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, προκύπτουν σιωπηρές εξαιρέσεις από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

65.      Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι γίνεται παγίως δεκτό ότι οι στόχοι της ΚΓΠ που διακηρύσσονται με το άρθρο 39 ΣΛΕΕ υπερισχύουν των στόχων του ανταγωνισμού. Επισημαίνεται ότι το άρθρο 38, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, όπως και οι προϊσχύσασες διατάξεις των Συνθηκών, δίνει το προβάδισμα στις διατάξεις που θεσπίζονται ειδικά στο πλαίσιο της ΚΓΠ (29), χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τις διατάξεις της σχετικής ρυθμίσεως. Το άρθρο 40 ΣΛΕΕ, με τη σειρά του, προβλέπει ότι η ΚΟΑ, η οποία δημιουργείται για την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ, «δύναται να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη των στόχων [αυτών], ιδίως δε ρυθμίσεις των τιμών». Όπως έχει κρίνει σε διάφορες περιπτώσεις το Δικαστήριο, αυτό σημαίνει ότι οι αρχές των κρατών μελών δεν μπορούν να λαμβάνουν μέτρα ικανά να πλήξουν ΚΟΑ. Το Δικαστήριο έχει κρίνει, ιδίως, ότι τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρχές ανταγωνισμού δεν πρέπει να παρακωλύουν τη λειτουργία των προβλεπόμενων από ΚΟΑ μηχανισμών (30).

66.      Επομένως, από το σύστημα που προέκριναν οι συντάκτες των Συνθηκών προκύπτει ότι ένα μέτρο μπορεί να εξαιρεθεί από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση ενός ή περισσότερων από τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών.

67.      Το συμπέρασμα αυτό βρίσκει κάποιο έρεισμα στο άρθρο 175 του κανονισμού 1234/2007, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 1 του κανονισμού 26 και το άρθρο 1α του κανονισμού 1184/2006 και το οποίο προβλέπει ότι οι κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται «[ε]άν ο [εν λόγω] κανονισμός δεν ορίζει άλλως». Αυτό ισχύει, ιδίως, για τους κανονισμούς περί θεσπίσεως ΚΟΑ οι οποίοι οριοθετούν ορισμένα καθήκοντα και ορισμένους τρόπους παρεμβάσεως στις γεωργικές αγορές. Πράγματι, με τους κανονισμούς αυτούς οι οντότητες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παραγωγής και της εμπορίας των γεωργικών προϊόντων και, πιο συγκεκριμένα, οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών επιφορτίζονται με ορισμένα ειδικά καθήκοντα και αποστολές που είναι δυνατόν να τις αναγκάσουν να εφαρμόσουν ορισμένες μορφές συντονισμού.

68.      Συναφώς είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι σκοπός της ΚΟΑ είναι να ρυθμίζει το σύνολο της παραγωγής και της εμπορίας των γεωργικών προϊόντων των κρατών μελών. Αποτελεί μηχανισμό αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ που διακηρύσσονται με τη Συνθήκη και, ιδίως, για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών και την εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό.

69.      Στην εσωτερική πτυχή της, η ΚΟΑ προβλέπει διάφορα μέτρα που σκοπό έχουν τη λήψη υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της αγοράς γεωργικών προϊόντων, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη συγκέντρωση της ζητήσεως με παράλληλη εξατομίκευση της προσφοράς.

70.      Σε μια συγκυρία όπου, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 2200/96, «η συγκέντρωση της προσφοράς […] αποτελεί όσο ποτέ άλλοτε οικονομική ανάγκη για την ενίσχυση της θέσης των παραγωγών στην αγορά», οι οργανώσεις παραγωγών, στη συνέχεια δε οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, δημιουργήθηκαν, με τις ρυθμίσεις περί ΚΟΑ στον τομέα των οπωροκηπευτικών, με σκοπό να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο ενόψει, ιδίως, της συγκεντρώσεως της προσφοράς και της σταθεροποιήσεως των τιμών (31) και να αποτελέσουν βασικούς παράγοντες αυτής της ΚΟΑ. Σε αυτό το πνεύμα, η ίδια αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι «οι οργανώσεις παραγωγών αποτελούν τα βασικά στοιχεία της [ΚΟΑ] της οποίας εξασφαλίζουν, στο επίπεδό τους, την αποκεντρωμένη λειτουργία» (32).

71.      Κατά συνέπεια, όταν το Συμβούλιο προβλέπει, με τους κανονισμούς που διέπουν τις ΚΟΑ και τους κανονισμούς για τον καθορισμό των κανόνων εφαρμογής τους, ορισμένα μέτρα συνεννοήσεως, αποκλείει αυτομάτως την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού και ιδίως την απαγόρευση των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπράξεων την οποία προβλέπει το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Με άλλα λόγια, οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών που είναι σύμφωνες με τους κανονισμούς αυτούς εξαιρούνται κατ’ ανάγκην από την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως.

72.      Εν προκειμένω, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα καλούμαστε να εξετάσουμε τον ρόλο που έχει ανατεθεί, βάσει των εφαρμοστέων ρυθμίσεων, στους βασικούς αυτούς παράγοντες των ΚΟΑ, και ειδικότερα της ΚΟΑ οπωροκηπευτικών, που είναι οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών.

–       Ανάγκη η οποία δικαιολογείται ιδίως από τον ρόλο που ανατίθεται στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών στο πλαίσιο των ΚΟΑ

73.      Οι οργανώσεις παραγωγών (33) ανταποκρίνονται στην επιτακτική ανάγκη να ενισχυθεί η θέση των παραγωγών στις αγορές και ορίζονται ως νομικά πρόσωπα που συνιστώνται, επί εθελοντικής και επωφελούς βάσεως, κατόπιν πρωτοβουλίας των παραγωγών με σκοπό, ιδίως, την επίτευξη ορισμένων στόχων. Στόχος των παραγωγών είναι γενικά η συνένωση των μέσων που διαθέτουν για την επανεξισορρόπηση των εμπορικών σχέσεων που διατηρούν με τις επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στο στάδιο μετά την παραγωγή, ιδίως δε η ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος τους κατά την πώληση των προϊόντων τους. Η συγκέντρωση των οργανώσεων παραγωγών πραγματοποιείται στη βάση επιχειρησιακού προγράμματος. Η ιδιότητα της οργανώσεως παραγωγών αναγνωρίζεται στις ομάδες παραγωγών που δικαιολογούν, μεταξύ άλλων, ελάχιστο αριθμό παραγωγών και ελάχιστο όγκο παραγωγής δυνάμενο να διατεθεί το εμπόριο (βλ. άρθρα 15 έως 23 του κανονισμού 2200/96).

74.      Οι οργανώσεις παραγωγών συνιστώνται με πολύ συγκεκριμένο σκοπό που καθορίζεται από τη νομοθεσία (34). Στους σκοπούς που μπορεί να επιδιώκει η σύσταση οργανώσεως παραγωγών περιλαμβάνονται, ιδίως, ο προγραμματισμός της παραγωγής και η προσαρμογή της στη ζήτηση, η προώθηση της συγκεντρώσεως της προσφοράς και της διαθέσεως της παραγωγής των μελών, καθώς και η μείωση του κόστους παραγωγής και η ρύθμιση των τιμών παραγωγού (35).

75.      Για την επίτευξη των στόχων αυτών, η οργάνωση παραγωγών πρέπει να έχει τον έλεγχο των όρων πωλήσεως και, ιδίως, της τιμής πωλήσεως των προϊόντων των μελών της. Τα μέλη, από την πλευρά τους, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν ορισμένους κανόνες που θεσπίζει η οργάνωση παραγωγών, να μετέχουν σε μία μόνον οργάνωση παραγωγών και να πωλούν το σύνολο της παραγωγής τους μέσω της οργανώσεως παραγωγών της οποίας είναι μέλη (36). Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι, για κάθε τομέα, καθορίζονται ελάχιστα όρια, βάσει του αριθμού παραγωγών ή του όγκου παραγωγής που δύναται να διατεθεί στο εμπόριο, τα οποία πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτει η οργάνωση παραγωγών προκειμένου να αναγνωριστεί.

76.      Οι οργανώσεις παραγωγών μπορούν, εξάλλου, σύμφωνα πάντοτε με τις οικείες ρυθμίσεις, να συγκροτούν ενώσεις οργανώσεων παραγωγών (37) ή επαγγελματικές οργανώσεις (38).

77.      Κατά το άρθρο 125γ του κανονισμού 1234/2007, η εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών επεκτείνεται στις ενώσεις οργανώσεωνπαραγωγών (39).

78.      Σύμφωνα με τις εφαρμοστέες ρυθμίσεις, σκοπός των οντοτήτων αυτών είναι i) να εξασφαλιστεί ο προγραμματισμός της παραγωγής και η προσαρμογή της στη ζήτηση, ιδίως από ποσοτική και ποιοτική άποψη, ii) να προωθηθούν η συγκέντρωση της προσφοράς και η διάθεση της παραγωγής των μελών, iii) να μειωθεί το κόστος παραγωγής και να ρυθμιστούν οι τιμές παραγωγού και iv) να προωθηθούν καλλιεργητικές μέθοδοι και τεχνικές παραγωγής και διαχείρισης των αποβλήτων που σέβονται το περιβάλλον, ιδίως για να προστατευθεί η ποιότητα των υδάτων, του εδάφους και του τοπίου και να διατηρηθεί ή/και να προαχθεί η βιοποικιλομορφία (40).

79.      Για την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων τους, τόσο οι οργανώσεις παραγωγών όσο και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών μπορούν συνεπώς, πρώτον, να διαπραγματεύονται απευθείας με τους ομίλους αγοραστών τους όρους πωλήσεως του συνόλου των προϊόντων των μελών τους.

80.      Δεύτερον, ενδέχεται να πρέπει να λάβουν μέτρα διαχειρίσεως των ποσοτήτων που διατίθενται στην αγορά.

81.      Συναφώς, οι ευρωπαϊκές ρυθμίσεις προέβλεπαν ρητώς ότι οι οργανώσεις παραγωγών μπορούσαν να λαμβάνουν μέτρα αποσύρσεως, ήτοι να αποφασίζουν να μην διαθέσουν στο εμπόριο ορισμένες ποσότητες προϊόντων για ορισμένες περιόδους που θεωρούν σκόπιμες. Κατά την περίοδο εφαρμογής του κανονισμού 2200/96, ήτοι μέχρι τα τέλη του 2007, τα μέτρα αυτά θεωρούνταν μέτρα παρεμβάσεως που ελάμβαναν οι οργανώσεις παραγωγών και μπορούσαν συνεπώς να εφαρμόζονται τόσο στα μέλη τους όσο και στα μη μέλη, υπό την προϋπόθεση η οικεία οργάνωση παραγωγών να θεωρείται αντιπροσωπευτική (41). Η διαχείριση του καθεστώτος των πράξεων αυτών αποσύρσεως, η οποία πραγματοποιείται μέσω επιχειρησιακού ταμείου και προγράμματος (42), απαιτεί πράγματι την άσκηση κάποιου βαθμού ελέγχου από τις οργανώσεις παραγωγών και τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, οντότητες εξουσιοδοτημένες να θεσπίζουν κανόνες οι οποίοι μπορούν να καταστούν υποχρεωτικοί από το οικείο κράτος μέλος για το σύνολο των παραγωγών μιας συγκεκριμένης περιοχής. Το καθεστώς των μέτρων αποσύρσεως τροποποιήθηκε ουσιωδώς με τον κανονισμό 1234/2007, υπό την έννοια ότι τα μέτρα αυτά δεν θεωρούνται πλέον μέρος των επιχειρησιακών προγραμμάτων προλήψεως και διαχειρίσεως κρίσεων (43).

82.      Εκτός αυτών των μέτρων αποσύρσεως, οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών διαθέτουν επίσης την εξουσία να προγραμματίζουν την παραγωγή, προκειμένου να την προσαρμόζουν στη ζήτηση σύμφωνα με τους στόχους που θέτουν οι οικείες ρυθμίσεις (44).

83.      Όπως προκύπτει από το σύνολο των διατάξεων αυτών, οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών διαδραματίζουν, αναπόφευκτα, καθοριστικό ρόλο στον τομέα της συγκεντρώσεως της εμπορίας των προϊόντων των μελών τους. Αποτελούν κατ’ ουσίαν χώρους συλλογικής συνεννοήσεως.

84.      Η εκπλήρωση των καθηκόντων τους απαιτεί ορισμένες από τις δράσεις που θέτουν σε εφαρμογή και που είναι απολύτως απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους να μπορούν να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, με κίνδυνο ειδάλλως οι ρυθμίσεις περί της ΚΟΑ να στερηθούν πρακτικής αποτελεσματικότητας. Για να εκπληρώσουν τα καθήκοντα που τους αναθέτει ο νομοθέτης της Ένωσης στο πλαίσιο της ΚΟΑ, οι παράγοντες αυτοί καλούνται να δημιουργήσουν μορφές συντονισμού και συνεννοήσεως που εξαιρούνται από τους κανόνες της αγοράς και, συνεπώς, είναι αντίθετες προς την έννοια του ανταγωνισμού.

85.      Πράγματι, η επιδίωξη των σκοπών αυτών συνεπάγεται αναγκαστικά, όπως είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει το Γενικό Δικαστήριο (45), ότι η οικεία ένωση παραγωγών ασκεί πραγματικό έλεγχο επί των όρων πωλήσεως, και ιδίως επί των τιμών πωλήσεως. Οι παραγωγοί μέλη της δεσμεύονται να εξασφαλίσουν ακριβώς αυτόν τον έλεγχο με την τήρηση μιας ορισμένης πειθαρχίας, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2200/96.

86.      Αυτό δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι οργανώσεις παραγωγών και ενώσεις οργανώσεων παραγωγών που δεν σχετίζονται με την παραγωγή έχουν το δικαίωμα να ενεργούν κατόπιν συνεννοήσεως για τον καθορισμό των τιμών. Επίσης, αυτό δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ να μην εφαρμόζεται σε δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο οντοτήτων ή οργανώσεων οι οποίες δεν έχουν επιφορτιστεί από τα μέλη τους με την εμπορία των προϊόντων τους. Θα εξετάσω λεπτομερέστερα την πτυχή αυτή στη συνέχεια.

87.      Πέραν των προαναφερθεισών γενικών παρεκκλίσεων, οι πρακτικές τις οποίες ακολουθούν οι εν λόγω παράγοντες πρέπει, προκειμένου να μην θιγεί το πεδίο εφαρμογής των ρυθμιστικών μηχανισμών που έχουν δημιουργηθεί με τους κανονισμούς για τη θέσπιση ΚΟΑ, να εξαιρούνται ως ένα βαθμό από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, και ιδίως του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

88.      Αυτό δεν ισοδυναμεί με πρόβλεψη «ειδικής» παρεκκλίσεως, αλλά μάλλον με άντληση όλων των συνεπειών της γεωργικής παρεκκλίσεως την οποία προβλέπουν οι Συνθήκες.

89.      Αρκεί όμως, όπως υποστήριξαν ορισμένοι παρεμβαίνοντες, τα μέτρα που λαμβάνουν οργανώσεις παραγωγών ή ενώσεις οργανώσεων παραγωγών να συμβάλλουν, σε μικρό ή σε μεγάλο βαθμό, στην εκπλήρωση των καθηκόντων που τους αναθέτουν οι κανονισμοί περί ΚΟΑ, προκειμένου να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού;

90.      Δεν το νομίζω.

91.      Όπως θα διευκρινίσω στη συνέχεια, από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού πρέπει να εξαιρούνται μόνον οι πρακτικές που εντάσσονται στα καθήκοντα τα οποία ανατίθενται ειδικά στις οργανώσεις παραγωγών, ενώσεις οργανώσεων παραγωγών και επαγγελματικές ενώσεις που είναι επιφορτισμένες με την εμπορία των οικείων προϊόντων.

–       Ανάγκη απορρέουσα από τον ρόλο που έχει ανατεθεί στις οργανώσεις παραγωγών και ενώσεις οργανώσεων παραγωγών οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την εμπορία των οικείων προϊόντων

92.      Είναι αυτονόητο ότι οι εξαιρέσεις ορισμένων μέτρων από την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού δεν μπορούν να γίνουν δεκτές για τον λόγο και μόνον ότι τα μέτρα αυτά συμβάλλουν, κατά τις οικείες οργανώσεις παραγωγών ή ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, σε γενικούς στόχους, όπως η μείωση του κόστους παραγωγής ή η ρύθμιση των τιμών παραγωγού.

93.      Γενικά, πρέπει να αναφερθεί, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, ότι προκειμένου να μην εφαρμοστεί το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι οι επίδικες πρακτικές θεσπίστηκαν πράγματι στο «σωστό επίπεδο» και από τη «σωστή οντότητα», ήτοι από οργάνωση παραγωγών ή από ένωση οργανώσεων παραγωγών που είναι πράγματι επιφορτισμένη με τη διαχείριση της παραγωγής και της εμπορίας του οικείου προϊόντος.

94.      Εκτός από την περίπτωση στην οποία ο κανονισμός για τη θέσπιση της συγκεκριμένης ΚΟΑ ορίζει επακριβώς τα ειδικά μέτρα που μπορούν να λαμβάνουν οι οργανώσεις παραγωγών ή οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, όπως είναι τα προαναφερθέντα μέτρα αποσύρσεως, οι πρακτικές μεταξύ οργανώσεων παραγωγών ή μεταξύ ενώσεων οργανώσεων παραγωγών ή οι πρακτικές στις οποίες μετέχουν ενδεχομένως παράγοντες της αγοράς μη μέλη τους πρέπει να υπόκεινται στους κανόνες ανταγωνισμού.

95.      Μια συνεννόηση σχετικά με τις τιμές, τις παραγόμενες ποσότητες και τη διαβίβαση ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών δεν είναι δυνατόν να αφορά συμπαιγνίες μεταξύ διαφορετικών οργανώσεων παραγωγών ή ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, πολλώ δε μάλλον στο εσωτερικό μιας οντότητας η οποία, ανεξαρτήτως της πραγματικής ή φερόμενης ονομασίας της, δεν έχει επιφορτιστεί από τα μέλη της με την εμπορία των οικείων προϊόντων.

96.      Φρονώ ότι η απαίτηση αυτή απορρέει εμμέσως πλην σαφώς από τις εφαρμοστέες διατάξεις, οι οποίες δίδουν τον ορισμό των καθηκόντων συγκεντρώσεως της προσφοράς και ρυθμίσεως των τιμών που ανατίθενται στις εν λόγω οντότητες. Για να μπορούν πρακτικές συνεννοήσεως μεταξύ διαφορετικών οργανώσεων παραγωγών ή ενώσεων οργανώσεων παραγωγών να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αυτό θα πρέπει να προβλέπεται ρητώς από τους κανονισμούς που διέπουν την οικεία ΚΟΑ.

97.      Το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2200/96, το άρθρο 3 του κανονισμού 1182/2007 και το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1234/2007 αναφέρουν ρητώς ότι ο ρόλος που ανατίθεται στις οργανώσεις παραγωγών αφορά αποκλειστικά την παραγωγή των μελών ή των παραγωγών που συνδέονται με την οργάνωση.

98.      Υπό την έννοια αυτή, όπως είχε την ευκαιρία να κρίνει το Γενικό Δικαστήριο (46), η προώθηση της συγκεντρώσεως της προσφοράς την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σημείο 2, του κανονισμού 2200/96, είναι δυνατή μόνον αν σημαντικό μέρος της παραγωγής των μελών πωλείται μέσω της οργανώσεως παραγωγών. Αν δεν πληρούται αυτή η απαίτηση, τα μέτρα που λαμβάνουν οι οργανώσεις παραγωγών ή/και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών θα έχουν περιορισμένη μόνον επίπτωση στην αγορά και στη συγκέντρωση της προσφοράς.

99.      Πλην όμως η αποτελεσματικότητα ακριβώς του ρόλου που οι εν λόγω οντότητες μπορεί να χρειαστεί να διαδραματίσουν στη συγκέντρωση αυτή της προσφοράς και, σε τελική ανάλυση, στη σταθεροποίηση των τιμών είναι εκείνη που μπορεί, ενδεχομένως, να δικαιολογήσει την καθιέρωση από τις εν λόγω οντότητες μορφών συνεννοήσεως που εξαιρούνται από τους κανόνες ανταγωνισμού, και ειδικότερα από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

100. Επομένως, εκτός των μέτρων παρεμβάσεως που προβλέπονται αυστηρώς από τον κανονισμό για τη θέσπιση ΚΟΑ, είμαι της γνώμης ότι οι πρακτικές συνεννοήσεως που ακολουθούνται όχι μόνο μεταξύ διαφορετικών οργανώσεων παραγωγών ή ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, αλλά και στο εσωτερικό οντοτήτων που είναι υπεύθυνες μόνο για ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής των μελών τους, πρέπει να υπόκεινται στο δίκαιο του ανταγωνισμού.

101. Συγκεκριμένα, πρακτικές που εφαρμόζονται στο εσωτερικό οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών στην οποία έχει ανατεθεί πράγματι η διαχείριση της παραγωγής και η εμπορία των προϊόντων των μελών της μπορούν να εξομοιωθούν με τις πρακτικές που εφαρμόζονται στο εσωτερικό εταιρείας ή ομίλου ο οποίος, στην οικεία αγορά, και λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών της αγοράς γεωργικών προϊόντων, εμφανίζεται ως μια και μόνη οικονομική οντότητα. Ανάλογες «εσωτερικές» πρακτικές εξαιρούνται από την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι γεωργοί που εκπροσωπούνται δεν έχουν πλέον κανέναν έλεγχο, προς τον σκοπό πωλήσεως της παραγωγής τους, στις διαπραγματεύσεις σχετικά με το προϊόν και την τιμή.

102. Αντιστρόφως, και ανεξαρτήτως και πάλι των μηχανισμών που προβλέπουν ρητώς οι εφαρμοστέες ρυθμίσεις, οι πρακτικές που ακολουθούνται μεταξύ οργανώσεων παραγωγών ή ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, στο εσωτερικό οντοτήτων που δεν είναι επιφορτισμένες από τα μέλη τους με την εμπορία, ή ακόμη περισσότερο μεταξύ οργανώσεων παραγωγών/ενώσεων οργανώσεων παραγωγών και άλλων κατηγοριών παραγόντων της οικείας αγοράς, δεν μπορούν να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, εφόσον οι εν λόγω πρακτικές εφαρμόζονται μεταξύ οικονομικών οντοτήτων που θεωρείται ότι είναι αυτόνομες.

103. Πράγματι, μολονότι ο στόχος συγκεντρώσεως της προσφοράς που επιδιώκεται με τις ρυθμίσεις περί της ΚΟΑ συνεπάγεται ότι τα μέλη των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών που είναι πράγματι επιφορτισμένες με την εμπορία μπορούν να ενεργούν συντονισμένα, εντούτοις δεν επιτρέπει να αποκλειστεί η εφαρμογή των κανόνων περί αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπράξεων στις συμφωνίες σχετικά με τους όρους παραγωγής και εμπορίας που συνάπτονται μεταξύ διαφορετικών οργανώσεων παραγωγών, ενώσεων οργανώσεων παραγωγών και άλλων οντοτήτων που ενδεχομένως δεν αναγνωρίζονται από τις εφαρμοστέες ρυθμίσεις. Ομοίως, δεν επιτρέπει να θεωρηθούν ισχυρές πρακτικές, σχετικές ιδίως με τον καθορισμό των τιμών, στο εσωτερικό μιας από αυτές τις οντότητες, εφόσον αυτή δεν έχει τον έλεγχο της εμπορίας των προϊόντων των μελών της. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί πλέον να γίνει λόγος για συγκέντρωση της προσφοράς, αλλά για συνεννόηση μεταξύ οντοτήτων που συνεχίζουν να ανταγωνίζονται στην τελική αγορά του οικείου προϊόντος.

104. Ασφαλώς, η απαίτηση αυτή φαίνεται να μπορεί εύκολα να καταστρατηγηθεί με τη δημιουργία, κατόπιν συγχωνεύσεως, οργανώσεων παραγωγών και ενώσεων οργανώσεων παραγωγών μεγάλης κλίμακας. Εντούτοις, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το μέγεθος μιας οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών είναι στοιχείο που λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη κατά το στάδιο της αναγνωρίσεώς της ή της διατηρήσεως της αναγνωρίσεώς της. Πράγματι, οι ρυθμίσεις περί της ΚΟΑ προβλέπουν ρητώς ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αναγνωρίζουν, κατόπιν αιτήσεως, οργάνωση παραγωγών ή ένωση οργανώσεων παραγωγών, εφόσον, μεταξύ άλλων, «δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια συγκεκριμένη αγορά», εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ (47).

105. Κατά συνέπεια, κάθε συμπεριφορά ή πρακτική που βαίνει πέραν του απολύτως αναγκαίου για την εκπλήρωση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών έναντι των παραγωγών που είναι μέλη τους είναι δυνατόν να εμπίπτει στην απαγόρευση των συμπράξεων κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

106. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές οργανώσεων παραγωγών, ενώσεων οργανώσεων παραγωγών και επαγγελματικών οργανώσεων, μολονότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις γενικές παρεκκλίσεις που θεσπίστηκαν διαδοχικά από το άρθρο 2 των κανονισμών 26 και 1184/2006 και από το άρθρο 176 του κανονισμού 1234/2007, μπορούν να εξαιρεθούν από την απαγόρευση των συμπράξεων την οποία προβλέπει το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι συμπεριφορές αυτές, πρώτον, επιβάλλονται ή επιτρέπονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στην οργάνωση παραγωγών, την ένωση οργανώσεων παραγωγών ή την επαγγελματική οργάνωση η οποία είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εμπορία των οικείων προϊόντων και, δεύτερον, υιοθετούνται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων περί της οικείας ΚΟΑ και σε συμμόρφωση προς αυτές.

 Επί του δεύτερου ερωτήματος

107. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά το ζήτημα κατά πόσον οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης πρακτικές, οι οποίες αφορούν, αντιστοίχως, i) τον συλλογικό καθορισμό ελάχιστης τιμής, ii) τη συνεννόηση σχετικά με τις ποσότητες προϊόντος που διατίθενται στην αγορά και iii) την ανταλλαγή ευαίσθητων/στρατηγικών πληροφοριών, είναι δυνατό να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, καθόσον αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην εκπλήρωση των καθηκόντων ρυθμίσεως των τιμών παραγωγού και προσαρμογής της παραγωγής στη ζήτηση, τα οποία ανατίθενται στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών (βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2200/96· άρθρο 3 του κανονισμού 1182/2007 και άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1234/2007).

108. Οφείλω να υπογραμμίσω εκ προοιμίου ότι το γεγονός, του οποίου επίκληση έγινε, ιδίως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι τα μέτρα λήφθηκαν από τους οικείους παράγοντες με πρόθεση να αντιμετωπιστούν οι, υποτιθέμενες ή αποδειχθείσες, δυσκολίες των παραγωγών ραδικιών αντίβ οι οποίες οφείλονταν, μεταξύ άλλων, στη δυσχερή οικονομική κατάσταση λόγω της αντιπαραθέσεως με τους ομίλους λιανικού εμπορίου δεν μπορεί να έχει καθοριστική σημασία. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, ακόμη και αν αποδειχθεί ότι οι συνάψαντες τη συμφωνία ενήργησαν χωρίς να έχουν την πρόθεση περιορισμού του ανταγωνισμού, αλλά με σκοπό την αντιμετώπιση της κρίσεως ενός κλάδου, τέτοιοι λόγοι δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αλλά μπορούν ενδεχομένως να εξεταστούν προς εξασφάλιση εξαιρέσεως από την απαγόρευση που επιβάλλει η παράγραφος 3 αυτού του άρθρου (48).

109. Εξάλλου, χωρίς να επιθυμώ να προδικάσω συνολικά την εξέταση των πραγματικών περιστατικών, για την οποία αρμόδιος είναι σε τελική ανάλυση μόνον ο εθνικός δικαστής, θα πρέπει να επισημάνω ότι, βάσει των ενδείξεων που προκύπτουν από την υποβληθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία, οι επίμαχες εν προκειμένω πρακτικές δεν εφαρμόζονται μόνο στο εσωτερικό οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών επιφορτισμένης με την εμπορία των προϊόντων των μελών της, αλλά πολύ ευρύτερα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Autorité de la concurrence στο πλαίσιο των ερευνών της, οι επίμαχες πρακτικές δεν αφορούσαν μόνο δέκα οργανώσεις παραγωγών και τέσσερις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, αλλά επίσης πέντε μη αναγνωρισμένους ομίλους οι οποίοι δεν είναι επιφορτισμένοι με κάποιο συγκεκριμένο καθήκον βάσει των οικείων ρυθμίσεων.

110. Ως εκ τούτου, επιβάλλονται ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις, πρώτον, όσον αφορά τα μέτρα που μπορούν πράγματι να θεσπίσουν οι διάφοροι όμιλοι και οργανώσεις παραγωγών σχετικά με τη ρύθμιση των τιμών και την προσαρμογή της παραγωγής στη ζήτηση.

111. Δεύτερον, και υπό το πρίσμα των κατευθύνσεων που θα εξαχθούν ως προς το σημείο αυτό, θα εξετάσω διαδοχικά τα διάφορα είδη μέτρων τα οποία αφορά η διαφορά της κύριας δίκης κάνοντας διάκριση, για κάθε ένα από αυτά, μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες τα μέτρα αφορούν τα μέλη οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών επιφορτισμένης με την εμπορία των προϊόντων των μελών της (στο εξής: εσωτερική διαμόρφωση) και των περιπτώσεων στις οποίες τα μέτρα εφαρμόζονται στο εσωτερικό οντοτήτων οι οποίες, μολονότι έχουν χαρακτηριστεί οργανώσεις παραγωγών ή ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, δεν είναι επιφορτισμένες με την εμπορία των προϊόντων των μελών τους, διαφορετικών οργανώσεων παραγωγών ή ενώσεων οργανώσεων παραγωγών ή/και μη αναγνωρισμένων οντοτήτων (στο εξής: εξωτερική διαμόρφωση).

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τα μέτρα που μπορούν να θεσπιστούν από οργανώσεις παραγωγών και ενώσεις οργανώσεων παραγωγών στο πλαίσιο του καθήκοντος ρυθμίσεως των τιμών και προσαρμογής στη ζήτηση

112. Όπως προανέφερα, ο ρόλος που ανατίθεται στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών στον τομέα της ρυθμίσεως των τιμών και της προσαρμογής στη ζήτηση είναι δυνατόν να τις οδηγήσει στην καθιέρωση μορφών ανταλλαγής πληροφοριών και συνεννοήσεως με τα μέλη τους.

113. Το κεντρικό ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν ένα τέτοιο καθήκον ρυθμίσεως και προσαρμογής μπορεί να οδηγήσει στον καθορισμό, στο εσωτερικό μιας οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών και σε συνεννόηση με τα μέλη της, ελάχιστης τιμής πωλήσεως των προϊόντων τα οποία εμπίπτουν στην ΚΟΑ.

114. Φρονώ ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει δεκτό σε καμία περίπτωση.

115. Πράγματι, σε μια εσωτερική διαμόρφωση, αν τα μέλη οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών έχουν πράγματι αναθέσει σε αυτή, όπως απαιτούν οι ρυθμίσεις περί της ΚΟΑ, το καθήκον εμπορίας του συνόλου, ή σχεδόν του συνόλου, της παραγωγής τους, είναι προφανές ότι η οργάνωση παραγωγών ή η ένωση οργανώσεων παραγωγών θα πρέπει να διαπραγματεύεται με τους διανομείς μια ενιαία τιμή εφαρμοστέα στο σύνολο της παραγωγής. Τα μέλη της οικείας οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών τής χορηγούν κατά κάποιον τρόπο την ιδιότητα του μοναδικού διαπραγματευτή, ιδίως έναντι των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο στάδιο μετά την παραγωγή. Αυτή η ενιαία τιμή που καθορίζεται σε συνάρτηση με τις περιόδους εμπορίας και με την ποιότητα του οικείου προϊόντος είναι εξ ορισμού μεταβλητή.

116. Κατά συνέπεια, εφόσον η ένταξη της εμπορίας των οικείων προϊόντων στο εσωτερικό της οργανώσεως παραγωγών ή της ενώσεως οργανώσεων παραγωγών οδηγεί στον καθορισμό μιας τέτοιας ενιαίας τιμής, ο καθορισμός στο εσωτερικό μιας από αυτές τις οντότητες ελάχιστης τιμής, μη υποκείμενης σε καμία μεταβολή, δεν έχει πλέον, εξ ορισμού, έννοια.

117. Πράγματι, οι πρακτικές καθορισμού ελάχιστης τιμής νοούνται αποκλειστικά και μόνο σε ένα πλαίσιο στο οποίο οι παραγωγοί του οικείου προϊόντος διατηρούν πάντοτε μια κάποια εξουσία όσον αφορά τη διαπραγμάτευση της τιμής πωλήσεως του εν λόγω προϊόντος.

118. Όπως επισήμανε ιδίως η Autorité de la concurrence, το καθήκον «ρυθμίσεως των τιμών παραγωγού» («stabilising producer prices») που έχει ανατεθεί στις οργανώσεις παραγωγών/ενώσεις οργανώσεων παραγωγών πρέπει να νοείται στο πλαίσιο του στόχου σταθεροποιήσεως των αγορών τον οποίο επιδιώκει η ΚΟΑ και λαμβανομένων υπόψη των μέσων τα οποία προβλέπουν ρητώς οι ευρωπαϊκές ρυθμίσεις (μέτρα αποσύρσεως ή/και σχέδια παραγωγής) και δεν μπορεί να οδηγήσει σε μη εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ επί του καθορισμού ελάχιστων τιμών, όπως αυτός τον οποίο φαίνεται να αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, ήτοι επί του καθορισμού τιμών που επιβάλλονται σε όλες τις οργανώσεις παραγωγών/ενώσεις οργανώσεων παραγωγών και είναι εφαρμοστέες στο σύνολο των επίδικων προϊόντων επί του συνόλου σχεδόν της εθνικής παραγωγής.

119. Όσον αφορά την εξωτερική διαμόρφωση, μολονότι οι οργανώσεις παραγωγών/ενώσεις οργανώσεων παραγωγών είναι επιφορτισμένες, δυνάμει των διαδοχικών οικείων διατάξεων (49), με σημαντικά καθήκοντα, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη συγκέντρωση της προσφοράς και τη ρύθμιση των τιμών παραγωγού, η σημασία των καθηκόντων αυτών δεν μπορεί να νοείται υπό την έννοια ότι επιτρέπει συμπαιγνιακές ενέργειες για τον καθορισμό τιμών που επιβάλλονται γενικά στο σύνολο των μελών τους και στο σύνολο των προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο.

120. Εν κατακλείδι, η εξαίρεση από την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να επεκτείνεται στις πρακτικές συνεννοήσεως μεταξύ διαφορετικών οργανώσεων παραγωγών ή ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, πολλώ δε μάλλον στο εσωτερικό μη αναγνωρισμένων οντοτήτων ή ομίλων.

 Εξέταση των επίδικων στην υπόθεση της κύριας δίκης μέτρων

–       Επί των πρακτικών συλλογικού καθορισμού τιμών

121. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρακτικές καθορισμού τιμών μεταξύ οργανώσεων παραγωγών ή μεταξύ ενώσεων οργανώσεων παραγωγών ή μεταξύ αυτών και άλλων οντοτήτων, ήτοι στο πλαίσιο της εξωτερικής διαμορφώσεως, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να υπόκεινται στο δίκαιο του ανταγωνισμού, διευκρινιζομένου ότι, όπως γίνεται παγίως δεκτό, οι πρακτικές καθορισμού τιμών θεωρούνται, ως εκ του αντικειμένου τους, βλαπτικές για την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού (50).

122. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει και για την περίπτωση στην οποία μια οντότητα, μολονότι έχει χαρακτηριστεί οργάνωση παραγωγών ή ένωση οργανώσεων παραγωγών, δεν έχει επιφορτιστεί πράγματι από τα μέλη της με την εμπορία των προϊόντων τους. Στην περίπτωση αυτή φαίνεται να εμπίπτουν οι γνωστές ως «αρμόδιες για τη διακυβέρνηση ενώσεις οργανώσεων παραγωγών» (51), στις οποίες έγινε αναφορά στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης.

123. Όσον αφορά την εσωτερική διαμόρφωση, σύμφωνα με όσα προανέφερα, ο καθορισμός ελάχιστων τιμών στο εσωτερικό οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών επιφορτισμένης πράγματι με την εμπορία δεν έχει λόγο υπάρξεως, λόγω ακριβώς της υπάρξεως συστήματος ενιαίας τιμής για τα προϊόντα των μελών της.

124. Γενικά, κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι, βάσει της οικονομίας του συστήματος που έχει θεσπιστεί στο πλαίσιο, ιδίως, της ενιαίας ΚΟΑ, η σταθεροποίηση/ρύθμιση των τιμών πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιείται μέσω μέτρων που προβλέπονται ρητώς από τις ρυθμίσεις περί της ΚΟΑ και αποσκοπούν στη ρύθμιση των ποσοτήτων προϊόντων που διατίθενται στην οικεία αγορά, ήτοι μέτρων αποσύρσεως και σχεδίων παραγωγής που μπορούν να θεσπιστούν στο πλαίσιο των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών.

125. Αυτό το καθήκον σταθεροποιήσεως/ρυθμίσεως των τιμών μπορεί, για παράδειγμα, να λάβει τη μορφή διαδόσεως από την οικεία οργάνωση παραγωγών ή ένωση οργανώσεων παραγωγών στοιχείων από τα οποία να προκύπτει η εξέλιξη της αγοράς, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υλοποιηθεί με πίνακα συνιστώμενων τιμών. Αυτό το καθήκον μπορεί επίσης να οδηγήσει τις οικείες οργανώσεις παραγωγών ή ενώσεις οργανώσεων παραγωγών στην έκδοση ορισμένων συστάσεων προκειμένου να επηρεάσουν τον όγκο των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά.

126. Συναφώς είμαι της γνώμης ότι η ύπαρξη των λεγόμενων τιμών «αποσύρσεως» που ήταν θεωρητικά νοητές πριν από τη δημιουργία της ενιαίας ΚΟΑ με τον κανονισμό 1234/2007 δεν μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα που να δικαιολογεί πρακτική ελάχιστων τιμών μεταξύ των οργανώσεων παραγωγών ή των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών. Πράγματι, η τιμή αποσύρσεως ορίζεται ως η τιμή κάτω από την οποία οι συνδεόμενοι με την οργάνωση παραγωγοί δεν διαθέτουν πλέον προς πώληση μια ορισμένη ποσότητα (και όχι το σύνολο) των προϊόντων που προσκομίζουν τα μέλη, τα οποία λαμβάνουν ως αντάλλαγμα αποζημίωση. Η υπόλοιπη παραγωγή των μελών της οργανώσεως παραγωγών ή της ενώσεως οργανώσεων παραγωγών συνεχίζει να υπόκειται στις πιέσεις της αγοράς και, συνεπώς, δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο σε ελάχιστη τιμή καθοριζόμενη εκ των προτέρων από τα μέλη.

127. Επομένως, συμφωνία, απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική σχετικά με την τιμή που αποσκοπεί, ιδίως, στον καθορισμό ελάχιστης τιμής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξαιρεθεί εκ προοιμίου από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

128. Εν κατακλείδι, τόσο στο εσωτερικό της ίδιας οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών που είναι επιφορτισμένη με την εμπορία των προϊόντων των μελών της όσο και μεταξύ διαφορετικών οργανώσεων παραγωγών ή ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, μια πολιτική καθορισμού ελάχιστης τιμής μεταξύ παραγωγών δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να εξαιρεθεί από την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

–       Επί των πρακτικών συνεννοήσεως σχετικά με τις ποσότητες που διατίθενται στην αγορά

129. Πρέπει να αναγνωριστεί ότι μια πρακτική συνεννοήσεως σχετικά με τις ποσότητες προϊόντων που διατίθενται στην αγορά μπορεί, ιδίως σε μια συγκυρία που χαρακτηρίζεται από εξατομίκευση της γεωργικής παραγωγής –η οποία μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ανισορροπίας λόγω της, γενικά εξαιρετικά συγκεντρωμένης, ζητήσεως των οικείων προϊόντων– να συμβάλει στον προγραμματισμό της παραγωγής και στην προσαρμογή της στη ζήτηση. Μακροπρόθεσμα μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην εξασφάλιση σταθεροποιήσεως των οικείων αγορών –ρυθμίζοντας το είδος και την ποσότητα των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά– αλλά και στη ρύθμιση των τιμών με σκοπό την εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό.

130. Οι οικείες ρυθμίσεις προβλέπουν συναφώς ότι οι οργανώσεις παραγωγών/ενώσεις οργανώσεων παραγωγών μπορούν να θεσπίζουν κανόνες για την προσαρμογή του όγκου της προσφοράς ενός συγκεκριμένου προϊόντος στις απαιτήσεις της αγοράς, ήτοι να προγραμματίζουν την ποσότητα προϊόντων που προσφέρεται σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή προκειμένου να διατηρούν τις τιμές πωλήσεως σε ένα ορισμένο επίπεδο.

131. Μέχρι τη θέσπιση της ενιαίας ΚΟΑ με τον κανονισμό 1234/2007, οι εφαρμοστέες σχετικά ρυθμίσεις προέβλεπαν επίσης τη δυνατότητα θεσπίσεως μέτρων αποσύρσεως που επέτρεπαν την εφαρμογή συγκυριακών σχεδίων δράσης, μεταβάλλοντας τις ποσότητες που διατίθεντο στην αγορά. Οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών μπορούσαν να αποφασίσουν να μη διαθέσουν προς πώληση για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα μια συγκεκριμένη ποσότητα προϊόντων που προσκόμιζαν τα μέλη τους.

132. Όπως προανέφερα, με τον κανονισμό 1234/2007 περιορίστηκε, ωστόσο, η δυνατότητα προσφυγής στα εν λόγω μέτρα αποσύρσεως, τα οποία πλέον νοούνται απλώς ως μέσο προλήψεως και διαχειρίσεως κρίσεων και δεν μπορούν κατ’ αρχήν να επεκτείνονται στο σύνολο των παραγωγών, όπως ίσχυε προηγουμένως.

133. Εντούτοις, σε συνέχεια όσων προανέφερα σχετικά με τις πρακτικές ρυθμίσεως των τιμών, είμαι της γνώμης ότι, ανεξαρτήτως της δυνατότητας εφαρμογής μέτρων αποσύρσεως στο πλαίσιο συγκυριακών σχεδίων δράσης που είχαν ήδη εγκριθεί (δυνάμει, ιδίως, του άρθρου 23 του κανονισμού 2200/96) (52), οι πρακτικές συνεννοήσεως σχετικά με τις ποσότητες που διατίθενται στην αγορά θα πρέπει να τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο εμπίπτουν.

134. Σε μια εσωτερική διαμόρφωση, μέτρα όπως αυτά που θεσπίζονται στο πλαίσιο των προβλεπομένων από την ευρωπαϊκή νομοθεσία σχεδίων παραγωγής μπορούν, εφόσον αποσκοπούν πράγματι στη ρύθμιση της παραγωγής, προκειμένου να σταθεροποιηθούν οι τιμές των οικείων προϊόντων, να εξαιρεθούν από την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.

135. Αντιθέτως, σε μια εξωτερική διαμόρφωση, πρακτικές αυτού του είδους δεν μπορούν να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Υπογραμμίζεται ότι μετά τη θέσπιση της ενιαίας ΚΟΑ, με τον κανονισμό 1234/2007, δεν είναι πλέον δυνατό τα μέτρα αποσύρσεως που θεσπίζονται στο εσωτερικό των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών να επεκταθούν στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη των εν λόγω οντοτήτων.

136. Εν προκειμένω, φαίνεται ότι οι επικρινόμενες πρακτικές αφορούσαν συνεννοήσεις για τον περιορισμό και τον γενικευμένο έλεγχο των ποσοτήτων που διατίθεντο στο σύνολο της αγοράς των ραδικιών αντίβ. Μια συμφωνία τέτοιας εθνικής κλίμακας μεταξύ πλειόνων οργανώσεων παραγωγών και ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, η οποία οδηγεί, σε τελική ανάλυση, σε περιορισμό της παραγωγής μακροπρόθεσμα δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού.

–       Επί των πρακτικών ανταλλαγής στρατηγικών πληροφοριών

137. Σύμφωνα με την προσέγγιση που ακολουθήθηκε προηγουμένως, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των πρακτικών που εφαρμόζονται στο εσωτερικό οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών και των πρακτικών που αποσκοπούν, στην πραγματικότητα, στη χάραξη μιας συνολικής και εθνικής πολιτικής τιμών μεταξύ όλων των παραγωγών, ανεξαρτήτως του αν είναι μέλη ή όχι μιας από αυτές τις οργανώσεις ή ενώσεις.

138. Στην εσωτερική διαμόρφωση πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα καθήκοντα που ανατίθενται στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών στο πλαίσιο ΚΟΑ συνεπάγονται, κατ’ ανάγκην, ανταλλαγές στρατηγικών πληροφοριών στο πλαίσιο ενώσεως οργανώσεων παραγωγών. Η εκπλήρωση των καθηκόντων σταθεροποιήσεως των τιμών ή/και σχεδιασμού της παραγωγής και προσαρμογής στη ζήτηση που τους έχουν ανατεθεί θα μπορούσε, πράγματι, να δυσχερανθεί εξαιρετικά σε περίπτωση μη διαβιβάσεως στοιχείων σχετικά με τη φύση και τον όγκο παραγωγής των οικείων προϊόντων, αλλά και σχετικά με τις ποσότητες που διατίθενται στο εμπόριο ή αποθηκεύονται.

139. Η ανάγκη αυτή αναγνωρίστηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 543/2011 (53), το άρθρο 23 του οποίου ορίζει ότι «τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι οργανώσεις παραγωγών διαθέτουν το προσωπικό, την υποδομή και τον εξοπλισμό που είναι αναγκαία […] για τη διασφάλιση των ουσιωδών καθηκόντων τους», ιδίως όσον αφορά «την εκ μέρους τους γνώση της παραγωγής των μελών τους» και «τη συλλογή, τη διαλογή, την αποθήκευση και τη συσκευασία της παραγωγής των μελών τους».

140. Επομένως, σε μια τέτοια εσωτερική διαμόρφωση, το δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει ότι οι επικρινόμενες ανταλλαγές πληροφοριών αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπληρώσεως των καθηκόντων των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών και, συνεπώς, δεν υπόκεινται στους κανόνες ανταγωνισμού, και ιδίως στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

141. Αντιθέτως, σε μια εξωτερική διαμόρφωση, οι πρακτικές ανταλλαγής πληροφοριών καταλαμβάνονται από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

142. Για να επανέλθω στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι επικρινόμενες ανταλλαγές πληροφοριών φαίνεται ότι συνίσταντο σε ανακοινώσεις τιμών μεταξύ οργανώσεων παραγωγών, ενώσεων οργανώσεων παραγωγών και άλλων ανταγωνιστικών οντοτήτων. Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ανταλλαγές αυτές συνδέονται με τα καθήκοντα που ανατίθενται στις οργανώσεις παραγωγών/ενώσεις οργανώσεων παραγωγών στο πλαίσιο της ΚΟΑ.

143. Συναφώς θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι ανταλλαγές πληροφοριών μπορούν να θεωρηθούν αντίθετες προς τους κανόνες ανταγωνισμού εφόσον μπορούν να εξαλείψουν την αβεβαιότητα ως προς την αναμενόμενη συμπεριφορά των οικείων επιχειρήσεων (54).

144. Εντούτοις, οι ανταλλαγές πληροφοριών μπορούν να θεωρηθούν σύμφωνες προς τους κανόνες ανταγωνισμού υπό ορισμένες συνθήκες: αγορά χαρακτηριζόμενη από περιορισμένη συγκέντρωση, δημόσιες και συγκεντρωτικές πληροφορίες καθώς και ύπαρξη πληροφοριών που δεν μπορούν να εξομοιωθούν με πίνακες τιμών ή/και δεν επιτρέπουν να προσδιορισθεί το συνολικό κόστος των επιχειρήσεων.

145. Στο πλαίσιο αυτό, οι γεωργικές αγορές παρουσιάζουν ιδιομορφίες, ιδίως λόγω της δημιουργίας των ΚΟΑ, οι οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν ανταλλαγές πληροφοριών υπό προϋποθέσεις λιγότερο αυστηρές από ό,τι σε μια αγορά που δεν ρυθμίζεται τόσο αυστηρά.

146. Εντούτοις, εν προκειμένω δεν φαίνεται να αποδεικνύεται ότι οι επίδικες ανταλλαγές πληροφοριών οι οποίες, κατά πάσα πιθανότητα, αποσκοπούσαν στην επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις τιμές των οικείων προϊόντων, ήταν επιβεβλημένες λόγω της ιδιομορφίας της επίδικης αγοράς.

147. Εν κατακλείδι, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2200/96, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1182/2007 και το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1234/2007, τα οποία, μεταξύ των σκοπών που ανατίθενται στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις τους, προβλέπουν τη ρύθμιση των τιμών παραγωγού και την προσαρμογή της προσφοράς στη ζήτηση, έχουν την έννοια ότι πρακτικές συλλογικού καθορισμού ελάχιστης τιμής μεταξύ οργανώσεων παραγωγών ή/και ενώσεων οργανώσεων παραγωγών δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξαιρεθούν εκ προοιμίου από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Επίσης, οι πρακτικές ανταλλαγής στρατηγικών πληροφοριών σχετικά με τις ελάχιστες τιμές από αυτές τις οργανώσεις ή τις ενώσεις τους και μεταξύ τους δεν εξαιρούνται από την απαγόρευση των συμπράξεων την οποία θεσπίζει το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ για τον λόγο και μόνον ότι είναι δυνατόν να συμβάλουν στην επίτευξη των γενικών στόχων που επιδιώκουν οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις τους. Προς τούτο, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει ότι η επίδικη πρακτική, πρώτον, επιβάλλεται ή επιτρέπεται για την εκπλήρωση καθήκοντος που έχει ανατεθεί ειδικά στην οργάνωση παραγωγών, την ένωση οργανώσεων παραγωγών ή την επαγγελματική οργάνωση η οποία είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εμπορία των οικείων προϊόντων και, δεύτερον, ακολουθείται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων περί της οικείας ΚΟΑ και σε συμμόρφωση προς αυτές.

148. Πρακτικές όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης μεταξύ διαφορετικών οργανώσεων παραγωγών, ενώσεων οργανώσεων παραγωγών και μη αναγνωρισμένων οντοτήτων με σκοπό τον καθορισμό ελάχιστων τιμών, συνεννοήσεις για τις τιμές και ανταλλαγές στρατηγικών πληροφοριών δεν είναι δυνατό να εξαιρεθούν εκ προοιμίου από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

 Πρόταση

149. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) ως εξής:

1)      Συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές οργανώσεων παραγωγών, ενώσεων οργανώσεων παραγωγών και επαγγελματικών οργανώσεων, μολονότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις γενικές παρεκκλίσεις που θεσπίστηκαν διαδοχικά από το άρθρο 2 των κανονισμών 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, και (ΕΚ) 1184/2006 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 2006, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, και το άρθρο 176 του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ), μπορούν να εξαιρεθούν από την απαγόρευση των συμπράξεων την οποία προβλέπει το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι συμπεριφορές αυτές, πρώτον, επιβάλλονται ή επιτρέπονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στην οργάνωση παραγωγών, την ένωση οργανώσεων παραγωγών ή την επαγγελματική οργάνωση η οποία είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εμπορία των οικείων προϊόντων και, δεύτερον, υιοθετούνται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων περί της οικείας κοινής οργανώσεως της αγοράς και σε συμμόρφωση προς αυτές.

2)      Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2200/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1182/2007 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση ειδικών κανόνων όσον αφορά τον τομέα των οπωροκηπευτικών, για την τροποποίηση των οδηγιών 2001/112/ΕΚ και 2001/113/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 827/68, (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96, (ΕΚ) αριθ. 2826/2000, (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 και (ΕΚ) αριθ. 318/2006 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2202/96, και το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1234/2007, τα οποία μεταξύ των σκοπών που ανατίθενται στις οργανώσεις παραγωγών και στις ενώσεις τους προβλέπουν τη ρύθμιση των τιμών παραγωγού και την προσαρμογή της παραγωγής στη ζήτηση, έχουν την έννοια ότι πρακτικές συλλογικού καθορισμού ελάχιστης τιμής δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξαιρεθούν εκ προοιμίου από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Πρακτικές ανταλλαγής στρατηγικών πληροφοριών σχετικά με τις ελάχιστες τιμές από αυτές τις οργανώσεις ή τις ενώσεις τους δεν εξαιρούνται από την απαγόρευση των συμπράξεων την οποία θεσπίζει το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ για τον λόγο και μόνον ότι είναι δυνατόν να συμβάλουν στην επίτευξη των γενικών στόχων που επιδιώκουν οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις τους. Προς τούτο, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει ότι η επίδικη πρακτική, πρώτον, επιβάλλεται ή επιτρέπεται για την εκπλήρωση καθήκοντος που έχει ανατεθεί ειδικά στην οργάνωση παραγωγών ή την ένωση οργανώσεων παραγωγών η οποία είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εμπορία των οικείων προϊόντων και, δεύτερον, ακολουθείται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων περί της οικείας κοινής οργανώσεως της αγοράς και σε συμμόρφωση προς αυτές.

Πρακτικές όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης μεταξύ διαφορετικών οργανώσεων παραγωγών, ενώσεων οργανώσεων παραγωγών και μη αναγνωρισμένων οντοτήτων με σκοπό τον καθορισμό ελάχιστων τιμών, συνεννοήσεις για τις τιμές και ανταλλαγές στρατηγικών πληροφοριών δεν είναι δυνατό να εξαιρεθούν εκ προοιμίου από την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική


2      Βλ. ιδίως Report of the Agricultural Markets Task Force, «Improving market outcomes» (Βρυξέλλες, Νοέμβριος 2016) (που δημοσιεύεται στη διεύθυνση https://ec.europa.eu/agriculture/agri-markets-task-force_fr), σύμφωνα με την οποία «questions about the precise scope of the possibilities and constraints applying to producer cooperation abound. Ambiguity of rules also risks giving rise to diverging approaches by national competition authorities thereby undermining the internal market» (σημείο 147).


3      Αυτό μαρτυρεί το μάλλον εξαιρετικό γεγονός (17 φορές σε 12 έτη) ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρενέβη στην κύρια δίκη ως amicus curiae κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1). Η διάταξη αυτή προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν το απαιτεί η συνεπής εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού, η Επιτροπή δύναται να υποβάλλει εξ ιδίας πρωτοβουλίας γραπτές παρατηρήσεις στα δικαστήρια των κρατών μελών.


4      Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, Maizena κατά Συμβουλίου (139/79, EU:C:1980:250, σκέψη 23).


5      Κανονισμός της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35).


6      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 2006, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ 2006, L 214, σ. 7).


7      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ 2007, L 299, σ. 1).


8      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ 1996, L 297, σ. 1).


9      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση ειδικών κανόνων όσον αφορά τον τομέα των οπωροκηπευτικών, για την τροποποίηση των οδηγιών 2001/112/ΕΚ και 2001/113/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 827/68, (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96, (ΕΚ) αριθ. 2826/2000, (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 και (ΕΚ) αριθ. 318/2006 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2202/96 (ΕΕ 2007, L 273, σ. 1).


10      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2008, περί τροποποίησης του κανονισμού 1234/2007 (ΕΕ 2008, L 121, σ. 1).


11      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2009, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού 1234/2007 (ΕΕ 2009, L 154, σ. 1).


12      Αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Milk Marque και National Farmers’ Union (C‑137/00, EU:C:2003:429, σκέψεις 57 και 58), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχανιών Μεταποίησης Καπνού (C‑373/11, EU:C:2013:567, σκέψη 37).


13      Αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Milk Marque και National Farmers’ Union (C‑137/00, EU:C:2003:429, σκέψη 81), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχανιών Μεταποίησης Καπνού (C‑373/11, EU:C:2013:567, σκέψη 39).


14      Βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, Maizena κατά Συμβουλίου (139/79, EU:C:1980:250, σκέψη 23).


15      Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Milk Marque και National Farmers’ Union (C‑137/00, EU:C:2003:429, σκέψη 61), και διάταξη της 22ας Μαρτίου 2010, SPM κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑39/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:157, σκέψη 47).


16      Αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Milk Marque και National Farmers’ Union (C‑137/00, EU:C:2003:429, σκέψεις 57 και 58), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχανιών Μεταποίησης Καπνού (C‑373/11, EU:C:2013:567, σκέψη 37).


17      Βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2006, FNCBV κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑217/03 και T‑245/03, EU:T:2006:391, σκέψεις 52, 53 και 86).


18      Αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Milk Marque και National Farmers’ Union (C‑137/00, EU:C:2003:429, σκέψη 81), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχανιών Μεταποίησης Καπνού (C‑373/11, EU:C:2013:567, σκέψη 39).


19      Βλ., ιδίως, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


20      Βλ. ιδίως, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Milk Marque και National Farmers’ Union (C‑137/00, EU:C:2003:429, σκέψη 94).


21      Βλ. άρθρο 2 του κανονισμού 1184/2006 και στη συνέχεια άρθρα 175 και 176α του κανονισμού 1234/2007, του λεγόμενου «ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ».


22      Από την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων (ΕΕ 2013, L 347, σ. 671), που δεν είναι εφαρμοστέος στα επίδικα πραγματικά περιστατικά, οι «γενικές» αυτές παρεκκλίσεις είναι στο εξής δύο και δεν απαιτείται πλέον προηγούμενη παρέμβαση της Επιτροπής (σύστημα της εκ του νόμου εξαιρέσεως) (βλ. άρθρο 209, παράγραφος 2, του κανονισμού 1308/2013).


23      Νομίζω ότι η μοναδική περίπτωση αφορούσε αίτηση της Γαλλικής Δημοκρατίας για τον τομέα των γεωμήλων [βλ. απόφαση 88/109/ΕΟΚ της Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 1987 σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/31.735 – Πρώιμα γεώμηλα) (ΕΕ 1988, L 59, σ. 25)].


24      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1995, Oude Luttikhuis κ.λπ. (C‑399/93, EU:C:1995:434, σκέψη 23).


25      Τα ραδίκια αντίβ καλύπονται από ΚΟΑ μετά τη θέσπιση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250).


26      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1975, Nederlandse Vereniging voor de fruit en groentenimporthandel και Frubo κατά Επιτροπής (71/74, EU:C:1975:61, σκέψεις 24 έως 26), της 12ης Δεκεμβρίου 1995, Oude Luttikhuis κ.λπ. (C‑399/93, EU:C:1995:434, σκέψη 25), και της 30ής Μαρτίου 2000, VBA/Florimex κ.λπ. (C‑265/97 P, EU:C:2000:170, σκέψη 94). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1997, Florimex και VGB κατά Επιτροπής (T‑70/92 και T‑71/92, EU:T:1997:69, σκέψη 153), και της 13ης Δεκεμβρίου 2006, FNCBV κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑217/03 και T‑245/03, EU:T:2006:391, σκέψη 199).


27      Επί του αυτοτελούς και ειδικού χαρακτήρα της διατάξεως αυτής, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1995, Dijkstra κ.λπ. (C‑319/93, C‑40/94 και C‑224/94, EU:C:1995:433, σκέψη 20).


28      Τόσο το επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο όσο και οι αναιρεσίβλητοι στην εκκρεμή ενώπιον του Cour de cassation [Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο] δίκη φαίνεται να δέχονται ότι οι γενικές παρεκκλίσεις δεν εφαρμόζονται.


29      Αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1979, McCarren (177/78, EU:C:1979:164, σκέψη 9), της 16ης Ιανουαρίου 2003, Hammarsten (C‑462/01, EU:C:2003:33, σκέψη 26), και της 26ης Μαΐου 2005, Kuipers (C‑283/03, EU:C:2005:314, σκέψη 32).


30      Αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Milk Marque και National Farmers’ Union (C‑137/00, EU:C:2003:429, σκέψη 94 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 1ης Οκτωβρίου 2009, Compañía Española de Comercialización de Aceite (C‑505/07, EU:C:2009:591, σκέψη 55).


31      Βλ. επίσης, συναφώς, αιτιολογική σκέψη 131 του κανονισμού 1308/2013, ο οποίος διαδέχθηκε τον κανονισμό 1234/2007.


32      Για μια γενική επισκόπηση της θέσεως των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών στο πλαίσιο της ΚΓΠ, παραπέμπω στις προτάσεις μου στην υπόθεση Fruition Po (C‑500/11, EU:C:2013:259, ιδίως σημεία 24 έως 31).


33      Βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 7 και 16 και άρθρα 11 έως 18 του κανονισμού 2200/96· άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 1182/2007 καθώς και άρθρο 122 του κανονισμού 1234/2007.


34      Βλ., ιδίως, άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2200/96 και άρθρο 122, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1234/2007 που είναι εφαρμοστέα στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και επαναλαμβάνουν το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 335/72 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1972, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή λευκής ζάχαρης και ακατέργαστης ζάχαρης σε φυσική κατάσταση (JO 1972, L 42, σ. 8).


35      Βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2200/96, το περιεχόμενο του οποίου επαναλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1182/2007 και στο άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1234/2007.


36      Βλ., ιδίως, άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2200/96.


37      Βλ. άρθρο 16 του κανονισμού 2200/96 άρθρο 5 του κανονισμού 1182/2007· άρθρο 125γ του κανονισμού 1234/2007.


38      Βλ. άρθρα 19 έως 21 του κανονισμού 2200/96· άρθρα 20 και 21 του κανονισμού 1182/2007· άρθρο 123 του κανονισμού 1234/2007.


39      Κατά την εν λόγω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό 361/2008, τα κράτη μέλη μπορούν να αναγνωρίζουν, κατόπιν αιτήσεως, ένωση οργανώσεων παραγωγών, εφόσον το κράτος μέλος κρίνει ότι η ένωση είναι σε θέση να ασκεί πράγματι τις εν λόγω δραστηριότητες και η ένωση δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια συγκεκριμένη αγορά, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ.


40      Άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2200/96· άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1182/2007· άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1234/2007 (η τελευταία αυτή διάταξη δεν αναφέρει πλέον την προώθηση καλλιεργητικών μεθόδων και τεχνικών παραγωγής και διαχειρίσεως των αποβλήτων που σέβονται το περιβάλλον, ιδίως για να προστατευθεί η ποιότητα των υδάτων, του εδάφους και του τοπίου και να διατηρηθεί ή/και να προαχθεί η βιοποικιλομορφία, η οποία εντούτοις περιλαμβάνεται εν μέρει στο άρθρο 125β, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού).


41      Βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 16 και 18 και άρθρα 23 και 24 του κανονισμού 2200/96.


42      Άρθρα 15 έως 18 του κανονισμού 2200/96.


43      Βλ. άρθρο 103γ, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1234/2007.


44      Βλ. άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1182/2007· άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και άρθρο 3 του κανονισμού 2200/96, καθώς και άρθρο 103γ, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1234/2007.


45      Βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, Γαλλία κατά Επιτροπής (T‑432/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:373, σκέψεις 53 έως 56).


46      Βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, Γαλλία κατά Επιτροπής (T‑432/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:373, σκέψεις 53 έως 56).


47      Βλ., όσον αφορά τις οργανώσεις παραγωγών, άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 1182/2007 και άρθρο 125β, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 1234/2007 και, όσον αφορά τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1182/2007 και άρθρο 125γ, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007.


48      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2008, Beef Industry Development Society και Barry Brothers (C‑209/07, EU:C:2008:643, σκέψεις 19 έως 21).


49      Βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2200/96 και άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1234/2007, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 361/2008.


50      Βλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψη 51).


51      Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή ανέφερε ότι αυτές οι «αρμόδιες για τη διακυβέρνηση» ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, οι οποίες αναγνωρίζονται από το γαλλικό δίκαιο αλλά δεν προβλέπονται από τις ρυθμίσεις περί ΚΟΑ, δεν είναι επιφορτισμένες με την εμπορία των προϊόντων. Διαδραματίζουν ρόλο εθνικής καθοδηγήσεως ανά προϊόν και ομάδα προϊόντων για την καλύτερη προσαρμογή της προσφοράς στη ζήτηση και τη βελτιστοποίηση των δράσεων προλήψεως και διαχειρίσεως κρίσεων.


52      Αυτό φαίνεται να ισχύει στην υπόθεση της κύριας δίκης. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της κύριας δίκης, από το 1998 έως το 2007, οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών έλαβαν μέτρα αποσύρσεως σύμφωνα με τα οποία οι οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις τους μπορούσαν να μην διαθέτουν προς πώληση τα προϊόντα που προσκόμιζαν τα μέλη τους μέχρι μια ορισμένη ποσότητα και για μια συγκεκριμένη περίοδο.


53      Κανονισμός της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2011, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ 2011, L 157, σ. 1).


54      Βλ. ιδίως απόφαση της 28ης Μαΐου 1998, Deere κατά Επιτροπής (C‑7/95 P, EU:C:1998:256, σκέψη 88).