Language of document : ECLI:EU:C:2017:363

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

H. SΑUGMANDSGAARD ØE

της 11ης Μαΐου 2017 (1)

Υπόθεση C677/15 P

Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)

κατά

European Dynamics Luxembourg SA,

Ευρωπαϊκής Δυναμικής – Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής AE,

European Dynamics Belgium SA

«Αίτηση αναιρέσεως – Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Παροχή εξωτερικών υπηρεσιών διαχειρίσεως προγραμμάτων και έργων και παροχή τεχνικών συμβουλών στον τομέα των τεχνολογιών πληροφορικής – Διαδικασία με σύστημα προτεραιότητας – Στάθμιση επιμέρους κριτηρίων στο πλαίσιο των κριτηρίων αναθέσεως – Αρχές της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας – Πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Πλημμελής αιτιολογία – Απώλεια ευκαιρίας – Εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης»






I.      Εισαγωγή

1.        Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) (2) (στο εξής: αναιρεσείον) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Οκτωβρίου 2015, European Dynamics Luxembourg κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (3) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το τελευταίο:

–        ακύρωσε την απόφαση την οποία έλαβε το EUIPO στο πλαίσιο διαδικασίας ανοικτού διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών πληροφορικής, η οποία κοινοποιήθηκε στη European Dynamics Luxembourg SA με έγγραφο της 28ης Μαρτίου 2011, περί κατατάξεως της προσφοράς της στην τρίτη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας, με σκοπό την κατάρτιση συμβάσεως-πλαισίου, καθώς και περί κατατάξεως των προσφορών της consortium Unisys SLU και Charles Oakes & Co. Sàrl, αφενός, και της ETIQ Consortium (by everis και Trasys), αφετέρου, στην πρώτη και στη δεύτερη θέση αντιστοίχως (στο εξής: επίδικη απόφαση), και

–        υποχρέωσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η European Dynamics Luxembourg λόγω της απώλειας ευκαιρίας να της ανατεθεί η σύμβαση-πλαίσιο με την ιδιότητα της πρώτης επιλεγείσας αντισυμβαλλομένης βάσει του συστήματος της προτεραιότητας.

II.    Το νομικό πλαίσιο

2.        Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 (4) (στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), θέτει τους βασικούς κανόνες που διέπουν το σύνολο του τομέα του προϋπολογισμού για ζητήματα όπως η σύναψη δημοσίων συμβάσεων.

3.        Κατά το άρθρο 100, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού «[η] αναθέτουσα αρχή γνωστοποιεί σε κάθε απορριφθέντα υποψήφιο ή προσφέροντα τους λόγους απόρριψης της υποψηφιότητας ή της προσφοράς του και σε κάθε προσφέροντα, του οποίου η προσφορά κρίθηκε παραδεκτή και ο οποίος υποβάλλει εγγράφως αίτηση προς τούτο, τα σχετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς καθώς και το όνομα του αναδόχου».

4.        Το άρθρο 149 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 (5) καθορίζει τις υποχρεώσεις της αναθέτουσας αρχής όσον αφορά την ενημέρωση των υποψηφίων και των διαγωνιζομένων, στο πλαίσιο του άρθρου 100, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού.

5.        Κατά το άρθρο 115, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 (6), «[το] Γραφείο αποτελεί οργανισμό της Ένωσης και διαθέτει νομική προσωπικότητα.»

6.        Το άρθρο 118, παράγραφος 3, του ανωτέρω κανονισμού προβλέπει ότι «σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, το Γραφείο υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τις ζημίες που προξενούν οι υπηρεσίες του ή υπάλληλοί του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».

III. Το ιστορικό της διαφοράς, η προσφυγή-αγωγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

7.        Το ιστορικό της διαφοράς συνοψίζεται στις σκέψεις 1 έως 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

8.        Στις 6 Ιουνίου 2011, η European Dynamics Luxembourg, η Ευρωπαϊκή Δυναμική — Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής AE και η European Dynamics Belgium SA (στο εξής: European Dynamics Luxembourg κ.λπ. ή αντίδικοι κατ’ αναίρεση) άσκησαν προσφυγή-αγωγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Κατόπιν παραιτήσεώς τους από ένα εκ των αιτημάτων τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι ανωτέρω προσφεύγουσες-ενάγουσες ζητούσαν:

–        να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση, καθόσον με αυτήν κατετάγη τρίτη κατά σειρά η προσφορά της European Dynamics Luxembourg βάσει του συστήματος της προτεραιότητας·

–        να ακυρωθούν όλες οι λοιπές συναφείς αποφάσεις του EUIPO, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με την ανάθεση της επίμαχης συμβάσεως στους διαγωνιζομένους που κατετάγησαν στην πρώτη και στη δεύτερη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας·

–        να υποχρεωθεί το EUIPO να καταβάλει χρηματικό ποσόν ύψους 650 000 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγουσες-ενάγουσες λόγω απώλειας ευκαιρίας και λόγω της προσβολής της φήμης και της αξιοπιστίας τους και

–        να καταδικαστεί το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.

9.        Προς στήριξη του αιτήματός τους περί ακυρώσεως και κατόπιν παραιτήσεως από ένα εκ των λόγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι European Dynamics Luxembourg κ.λπ. προέβαλαν τρεις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο, οι προσφεύγουσες-ενάγουσες προσήπταν στο EUIPO ότι παρέβη το άρθρο 100, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 149 του κανονισμού 2342/2002, καθώς και την υποχρέωση αιτιολογήσεως, υπό την έννοια του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον αρνήθηκε να τους παράσχει επαρκή εξήγηση ή δικαιολόγηση σχετικά με την απόφαση περί αναθέσεως. Με τον δεύτερο λόγο, οι προσφεύγουσες-ενάγουσες προέβαλαν «παράβαση της συγγραφής υποχρεώσεων», καθόσον το ΓΕΕΑ στηρίχθηκε, με επαχθή για αυτές αποτελέσματα, σε ένα νέο κριτήριο αναθέσεως και σε μια νέα στάθμιση επιμέρους κριτηρίων αναθέσεως που δεν περιλαμβάνονταν στην εν λόγω συγγραφή υποχρεώσεων. Με τον τρίτο λόγο, η European Dynamics Luxembourg κ.λπ. προσήπταν στο EUIPO πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

10.      Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε διαδοχικώς τον δεύτερο, τον τρίτο και τον πρώτο λόγο ακυρώσεως.

11.      Καταρχάς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αρνητική παρατήρηση που διατύπωσε το EUIPO επί της προσφοράς της European Dynamics Luxembourg, κατά την οποία στις προσφορές που έλαβαν υψηλότερη βαθμολογία από τη δική της στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως «η διαχείριση των μεταβολών και η επικοινωνία καθορίζονταν ως τα δύο ουσιαστικότερα καθήκοντα για την επιτυχή υλοποίηση του έργου», αποδεικνύει ότι το EUIPO προέβη σε στάθμιση των διαφόρων επιμέρους κριτηρίων στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως. Στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι η ανωτέρω στάθμιση ούτε προβλεπόταν στη συγγραφή υποχρεώσεων, ούτε είχε ανακοινωθεί εκ των προτέρων στους διαγωνιζομένους, το EUIPO παραβίασε, εις βάρος της European Dynamics Luxembourg κ.λπ., τις αρχές της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας. Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτό τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

12.      Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της εξετάσεως του τρίτου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι ορισμένες αρνητικές παρατηρήσεις που διατύπωσε το EUIPO όσον αφορά την εκτίμηση της επίμαχης προσφοράς στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου κριτηρίου αναθέσεως βαρύνονται με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

13.      Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, καθόσον η αρνητική παρατήρηση που παρατέθηκε στο σημείο 11 των παρουσών προτάσεων παραβιάζει τις αρχές της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας, η εν λόγω κρίση κατ’ ανάγκην βαρύνεται ομοίως με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

14.      Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αρνητική παρατήρηση σχετικά με την εκτίμηση της ανωτέρω προσφοράς στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου αναθέσεως, κατά την οποία η προσφορά δεν περιελάμβανε «κανένα παράδειγμα του παραδοτέου» βαρύνεται με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, καθόσον δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στη συγγραφή υποχρεώσεων.

15.      Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 86, 89 και 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι διάφορες άλλες παρατηρήσεις του EUIPO σχετικές με την αξιολόγηση της ίδιας προσφοράς στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως είναι πλημμελώς αιτιολογημένες υπό την έννοια του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εξεταζομένου σε συνδυασμό με το άρθρο 100, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού, και έτσι το Γενικό Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει την ύπαρξη πολλαπλής πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως σχετικά με τις εν λόγω παρατηρήσεις.

16.      Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο ακυρώσεως όσον αφορά τις αιτιάσεις οι οποίες βάλλουν κατά των παρατηρήσεων του EUIPO που προαναφέρθηκαν στα σημεία 13 και 14 των παρουσών προτάσεων, και τον απέρριψε κατά τα λοιπά.

17.      Τέλος, ολοκληρώνοντας την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, και αφού αναφέρθηκε, στη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις εκτιμήσεις που έκρινε ανεπαρκώς αιτιολογημένες στο πλαίσιο της εξετάσεως του τρίτου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη, στη σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επίδικη απόφαση παρουσίαζε διάφορες πλημμέλειες αιτιολογίας.

18.      Βάσει των ανωτέρω συλλογισμών, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε, στη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την επίδικη απόφαση στο σύνολό της.

19.      Προς στήριξη του αιτήματός τους αποζημιώσεως, η European Dynamics Luxembourg κ.λπ. ζήτησαν, όπως προκύπτει από τη σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφενός να αποζημιωθούν για την απώλεια ευκαιρίας συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως με την ιδιότητα του πρώτου επιλεγέντος αντισυμβαλλομένου και, αφετέρου, να τους επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν λόγω της προσβολής της φήμης και της αξιοπιστίας τους.

20.      Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της υπάρξεως εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

21.      Καταρχάς, στη σκέψη 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι το αίτημα αποζημιώσεως βασιζόταν στις ίδιες πλημμέλειες με εκείνες που προβλήθηκαν προς στήριξη του αιτήματος περί ακυρώσεως και ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ορισμένες εξ αυτών, πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη παράνομης ενέργειας των οργάνων ή των οργανισμών της Ένωσης.

22.      Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν ήταν δυνατόν να αναγνωριστεί η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της διαπιστωθείσας πλημμελούς αιτιολογίας και της ζημίας που φέρονται να υπέστησαν οι προσφεύγουσες-ενάγουσες. Αντιθέτως, στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι διαπιστωθείσες ουσιαστικές παρανομίες ήταν ικανές να επηρεάσουν την ευκαιρία της European Dynamics Luxembourg να καταταγεί στην πρώτη ή στη δεύτερη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας.

23.      Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον ήταν πραγματική η προβαλλόμενη ζημία. Αφενός, έκρινε, στις σκέψεις 144 έως 146 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απώλεια ευκαιρίας που υπέστη η εν λόγω εταιρία συνιστά πραγματική και βέβαιη ζημία. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν ήταν σε θέση, σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας, να αποφανθεί όσον αφορά την αποτίμηση της εν λόγω ζημίας. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 155 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν έκρινε αναγκαίο να εξακριβώσει την ύπαρξη προσβολής της φήμης και της αξιοπιστίας της European Dynamics Luxembourg κ.λπ., καθόσον η ακύρωση της αποφάσεως περί αναθέσεως επαρκεί, καταρχήν, για την αποκατάσταση της ζημίας που προξενείται από τέτοια προσβολή.

24.      Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτό το αίτημα αποζημιώσεως, στη σκέψη 156 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη 157 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να έλθουν σε συμφωνία ως προς το ποσόν της αποζημιώσεως λόγω της απώλειας ευκαιρίας, υπό το πρίσμα του σκεπτικού που εκτέθηκε στις σκέψεις 149 έως 154 της εν λόγω αποφάσεως, και να γνωστοποιήσουν στο Γενικό Δικαστήριο τη συμφωνία αυτή. Σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, οι διάδικοι κλήθηκαν να γνωστοποιήσουν στο Γενικό Δικαστήριο τα αιτήματά τους, συνοδευόμενα από συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία.

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

25.      Με την αίτησή του αναιρέσεως, το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να απορρίψει το αίτημα περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, καθώς και το αίτημα αποζημιώσεως που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως,

–        επικουρικώς, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου,

–        επίσης επικουρικώς, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον με αυτή υποχρεώνεται η Ένωση να αποκαταστήσει τη ζημία της European Dynamics Luxembourg και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και

–        να καταδικάσει τις αντιδίκους κατ’ αναίρεση στα δικαστικά έξοδα.

26.      Η European Dynamics Luxembourg κ.λπ. ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτοβάθμιας, όσο και της κατ’ αναίρεση δίκης.

V.      Ανάλυση

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

27.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση λόγω παραβιάσεως των αρχών της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας (σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), λόγω δύο προδήλων σφαλμάτων εκτιμήσεως (σκέψεις 91 και 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), καθώς και λόγω πολλαπλών πλημμελειών αιτιολογίας (σκέψεις 86, 89, 95 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) που βαρύνουν την εκτίμηση του EUIPO όσον αφορά την προσφορά της European Dynamics Luxembourg.

28.      Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, το EUIPO προβάλλει τέσσερις λόγους. Ο πρώτος λόγος αφορά πλάνη περί το δίκαιο και πλημμελή αιτιολογία, σφάλματα στα οποία το Γενικό Δικαστήριο φέρεται να υπέπεσε καθόσον έκρινε ότι η επίδικη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας. Με τον δεύτερο λόγο, το EUIPO προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση λόγω πολλαπλής πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως. Ο τρίτος λόγος αφορά πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο καθόσον διαπίστωσε πολλαπλή παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως με την οποία βαρύνεται η επίδικη απόφαση και καθόσον την ακύρωσε, βάσει αυτής της διαπιστώσεως. Με τον τέταρτο λόγο, το EUIPO προβάλλει ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο και πλημμελούς αιτιολογίας, καθόσον με την απόφασή του το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα αποζημιώσεως των European Dynamics Luxembourg κ.λπ.

29.      Για τους λόγους που θα εκθέσω κατωτέρω, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, στο πλαίσιο της εξετάσεως του αιτήματος περί ακυρώσεως, σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο καθόσον διαπίστωσε παραβίαση των αρχών της ισότητας και της διαφάνειας (σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως (σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), βαρύνουσα την αξιολόγηση της επίμαχης προσφοράς στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως (7). Αντιθέτως, με τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως δεν θεμελιώνεται, κατά τη γνώμη μου, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρανόμως διαπίστωσε πλημμελή αιτιολογία (σκέψεις 86, 89, 95 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως (σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) όσον αφορά την αξιολόγηση της ως άνω προσφοράς στο πλαίσιο, αντιστοίχως, του πρώτου και του δεύτερου κριτηρίου αναθέσεως (8).

30.      Όπως θα αναλύσω επίσης κατωτέρω, η πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο η οποία βαρύνει τις σκέψεις 53 και 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, την αναίρεση της αποφάσεως αυτής αποκλειστικώς καθόσον υποχρεώνει την Ένωση να αποκαταστήσει τη ζημία της European Dynamics Luxembourg (9). Επιπροσθέτως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση φαίνεται να είναι, ως προς το ζήτημα αυτό, και ανεπαρκώς αιτιολογημένη (10).

31.      Εντούτοις, φρονώ ότι το Δικαστήριο διαθέτει επαρκή στοιχεία για να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, όπως του επιτρέπει το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Οργανισμός), όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως που υπεβλήθη πρωτοδίκως. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει, κατ’ εμέ, να απορρίψει το εν λόγω αίτημα (11).

2.      Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά πλάνη περί το δίκαιο και πλημμελή αιτιολογία, καθόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνεται παραβίαση των αρχών της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας

32.      Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως στρέφεται κατά της σκέψεως 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και έχει δύο σκέλη.

1.      Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως

33.      Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, το EUIPO προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η επίδικη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας, στο μέτρο που η αξιολόγηση της επίμαχης προσφοράς στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως έγινε βάσει παραγόντων σταθμίσεως των διαφόρων επιμέρους κριτηρίων στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου οι οποίοι δεν προκύπτουν από τη συγγραφή υποχρεώσεων και δεν γνωστοποιήθηκαν στους διαγωνιζομένους.

34.      Κατά το αναιρεσείον, η εκτίμηση που διατυπώνεται στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βάσει της οποίας θεμελιώνεται ένας «αυτόματος αιτιώδης σύνδεσμος» μεταξύ της εισαγωγής των προαναφερθέντων παραγόντων σταθμίσεως και της παραβιάσεως των ανωτέρω αρχών, βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας του Δικαστηρίου και, επιπλέον, δεν είναι αρκούντως αιτιολογημένη. Το EUIPO σημειώνει ότι, από την απόφαση ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ. (12) και από δύο μεταγενέστερες αποφάσεις (13), προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή δύναται, χωρίς κατ’ ανάγκην να ενημερώσει σχετικώς τους διαγωνιζόμενους, να προσδώσει ειδικό βάρος στα διάφορα προκαθορισθέντα υποστοιχεία ενός κριτηρίου αναθέσεως υπό τον όρο της τηρήσεως ορισμένων προϋποθέσεων οι οποίες, εν προκειμένω, πληρούνται.

35.      Κατά τη European Dynamics Luxembourg κ.λπ. ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι αφορά επιχειρήματα που το EUIPO δεν προέβαλε σε κανένα προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Επί της ουσίας, οι αντίδικοι κατ’ αναίρεση προβάλλουν ότι, κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο συμμορφώθηκε προς την προαναφερθείσα νομολογία καθόσον, καίτοι δεν την παρέθεσε, διαπίστωσε ότι η εισαγωγή των ανωτέρω παραγόντων σταθμίσεως χωρίς προηγούμενη γνωστοποίησή τους προκάλεσε βλάβη.

36.      Κατά τη γνώμη μου, η ένσταση απαραδέκτου της European Dynamics Luxembourg κ.λπ. είναι απορριπτέα. Ανεξαρτήτως του ότι το EUIPO, με την ιδιότητα του καθού – εναγομένου πρωτοδίκως, δεν τα προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τα επιχειρήματα που προβάλλει στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως βάλλουν κατά της νομικής ορθότητας της λύσεως που έδωσε το Γενικό Δικαστήριο ως προς τους λόγους ακυρώσεως και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν και συζητήθηκαν ενώπιόν του (14). Η εξέταση της δοθείσας λύσεως σαφώς εμπίπτει στον έλεγχο τον οποίο έχει την εξουσία να ασκήσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως (15).

37.      Όσον αφορά την κατ’ ουσίαν εξέταση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, θέλω να τονίσω, προκαταρκτικώς, ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία το EUIPO εισήγαγε παράγοντες σταθμίσεως των επιμέρους κριτηρίων στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως (16). Αντιθέτως, το αναιρεσείον βάλλει κατά της αποφάνσεως του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα αυτής της ενέργειας.

38.      Εκτιμώ λοιπόν ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εφάρμοσε εσφαλμένα τη νομολογία του Δικαστηρίου που παρατέθηκε στη σκέψη 48 αυτής, ήτοι τη σκέψη 38 της αποφάσεως Λιανάκης κ.λπ. (17).

39.      Από τη σκέψη αυτή προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να εισαγάγει, χωρίς προηγουμένως να τα γνωστοποιήσει στους διαγωνιζόμενους, είτε νέα επιμέρους κριτήρια, είτε κανόνες σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως.

40.      Εντούτοις, στην προκειμένη περίπτωση, οι επίμαχες εκτιμήσεις αφορούσαν την εισαγωγή παραγόντων σταθμίσεως όχι των κριτηρίων αναθέσεως, αλλά επιμέρους κριτηρίων στο πλαίσιο ενός εξ αυτών των κριτηρίων.

41.      Όμως το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει στην αναθέτουσα αρχή μεγαλύτερη ευελιξία στο συγκεκριμένο θέμα. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ. (18) και επανέλαβε στις αποφάσεις Λιανάκης κ.λπ. (19), Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά EMSA (20), καθώς και TNS Dimarso (21), μπορούν να εισαχθούν παράγοντες σταθμίσεως επιμέρους κριτηρίων στο πλαίσιο των κριτηρίων αναθέσεως μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προσφορών, εφόσον πληρούνται τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, αυτός ο ex post καθορισμός δεν δύναται να τροποποιεί τα οριζόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως. Δεύτερον, δεν δύναται να περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία, αν ήταν γνωστά κατά την προετοιμασία των προσφορών, θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει τη σχετική προετοιμασία. Τρίτον, δεν μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί με βάση στοιχεία τα οποία είναι ικανά να έχουν ως αποτέλεσμα δυσμενή διάκριση εις βάρος ενός των διαγωνιζομένων.

42.      Κατά τη γνώμη μου, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να είχε ακολουθήσει την τελευταία ως άνω νομολογία. Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε εξακριβώσει εάν τα επιχειρήματα που εγέρθηκαν με την προσφυγή – αγωγή θεμελίωναν ότι το EUIPO δεν είχε τηρήσει αυτές τις προϋποθέσεις (22).

43.      Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο παρερμήνευσε το περιεχόμενο των αρχών της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας, όπως αυτό προκύπτει από τη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 41 των παρουσών προτάσεων, με αποτέλεσμα η σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως να βαρύνεται με πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά τούτο, να αναιρεθεί.

44.      Κατόπιν τέτοιας αναιρέσεως, το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού προβλέπει ότι το Δικαστήριο μπορεί είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς επί της διαφοράς εάν αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.

45.      Εν προκειμένω, έχω την πεποίθηση ότι το Δικαστήριο είναι σε θέση να κρίνει το ίδιο, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας και υπό το πρίσμα των συλλογισμών που αναπτύχθηκαν στα σημεία 41 και 42 των παρουσών προτάσεων, εάν είναι βάσιμος ο λόγος ακυρώσεως ο οποίος αφορά παραβίαση των αρχών της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας βαρύνουσα την επίδικη απόφαση.

46.      Λαμβανομένων υπόψη αυτών των στοιχείων, φρονώ ότι αυτό δεν συμβαίνει: η European Dynamics Luxembourg κ.λπ. δεν προέβαλαν ούτε, κατά μείζονα λόγο, απέδειξαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν επληρούντο εν προκειμένω οι τρεις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με την απόφαση ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ. (23) και τη μεταγενέστερη νομολογία (24).

47.      Εξάλλου, η πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επηρεάζει επίσης τη βασιμότητα της σκέψεως 91 της ίδιας αποφάσεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίδικη απόφαση βαρυνόταν με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, καθόσον λάμβανε υπόψη στάθμιση των επιμέρους κριτηρίων του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως η οποία δεν είχε προηγουμένως γνωστοποιηθεί στους διαγωνιζόμενους (25). Πράγματι, όπως προκύπτει από την εν λόγω σκέψη, η διαπίστωση αυτής της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως «απορρέει κατ’ ανάγκην» από τη διαπίστωση περί παραβιάσεως των αρχών της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας, η οποία βαρύνει την εν λόγω απόφαση.

48.      Εντούτοις, το αναιρεσείον δεν βάλλει ρητώς -είτε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, είτε στο πλαίσιο άλλου λόγου αναιρέσεως- κατά της διαπιστώσεως της σκέψεως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (26). Δύναται, ωστόσο, το Δικαστήριο να κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι η σκέψη αυτή «μολύνεται» από την πλάνη περί το δίκαιο η οποία βαρύνει τη σκέψη 53 της εν λόγω αποφάσεως;

49.      Στο ερώτημα αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί καταφατική απάντηση. Συναφώς, θέλω να επισημάνω ότι η αναίρεση της κρίσεως κατά την οποία η επίδικη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας θα καθιστούσε παντελώς αστήρικτη τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι ανεπαρκής αιτιολογία αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου και συνιστά λόγο δημοσίας τάξεως (27). Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να δύναται να αποφασίσει ότι, εφόσον κρίνει, απαντώντας σε λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι υπάρχει πλάνη περί το δίκαιο βαρύνουσα διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, η ίδια πλάνη βαρύνει εξίσου άλλη διαπίστωσή του η αιτιολογία της οποίας βασίζεται αποκλειστικώς στην πρώτη διαπίστωση.

50.      Επομένως, εκτιμώ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί επίσης καθόσον με αυτή διαπιστώνεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως βαρύνουσα την αξιολόγηση της επίμαχης προσφοράς στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως. Ωστόσο, δεν είναι αναγκαία η αναπομπή της υποθέσεως στο Γενικό Δικαστήριο ή η εξέτασή της προκειμένου να κριθεί η ουσία των αιτιάσεων που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής – αγωγής και οι οποίες αφορούν πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως βαρύνουσα την προαναφερθείσα αξιολόγηση. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα, στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επίδικη απόφαση είναι, συναφώς, πλημμελώς αιτιολογημένη και, ως εκ τούτου, αυτό δεν ήταν σε θέση να αποφανθεί ως προς την ύπαρξη τέτοιας πολλαπλής πλάνης (πέραν εκείνης που επισημάνθηκε στη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Όμως, όπως θα προκύψει από την εξέταση του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου, στην οποία θα προβώ κατωτέρω, το αναιρεσείον δεν απέδειξε ότι η εν λόγω κρίση είναι πλημμελής (28).

51.      Θα εξετάσω το ζήτημα κατά πόσον το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να αναιρεθεί λόγω της πολλαπλής πλάνης περί το δίκαιο που βαρύνει τις σκέψεις 53 και 91, αφού πρώτα εξετάσω τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως (29).

2.      Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως

52.      Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο του άρθρου 36, πρώτη περίοδος, και του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού. Το EUIPO προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την ανωτέρω υποχρέωση καθόσον διαπίστωσε, στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παραβίαση των αρχών της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας πλήττουσα τις αντιδίκους κατ’ αναίρεση χωρίς να έχει εξακριβώσει εάν επληρούντο οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει η απόφαση ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ. (30) ή, τουλάχιστον, χωρίς να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους αυτές δεν επληρούντο.

53.      Δεδομένου ότι η ανάλυση του πρώτου σκέλους του υπό κρίση λόγου ήδη άγει στη διαπίστωση υπάρξεως πλάνης περί το δίκαιο βαρύνουσας τη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρέλκει η κατ’ ουσίαν εξέταση του δευτέρου σκέλους του υπό κρίση λόγου.

54.      Για λόγους πληρότητας, ωστόσο, τονίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει το Γενικό Δικαστήριο του επιβάλλει να αιτιολογεί τις αποφάσεις του ώστε να παρέχει στους μεν ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αντιληφθούν τους λόγους για τους οποίους τα επιχειρήματά τους δεν έγιναν δεκτά, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για την άσκηση του ελέγχου του (31).

55.      Κατ’ εμέ, το Γενικό Δικαστήριο, αναπτύσσοντας τους συλλογισμούς των σκέψεων 48 έως 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς στήριξη του συμπεράσματός του στη σκέψη 53 της ίδιας αποφάσεως, και παραπέμποντας στη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ανταποκρίθηκε στις εν λόγω απαιτήσεις. Θεωρώ ότι η εκτίμηση που διατυπώνεται στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι πλημμελώς αιτιολογημένη για τον λόγο ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξήγησε με ποιόν τρόπο η διενέργεια του δέοντος νομικού ελέγχου θα είχε οδηγήσει στη διαπίστωση παραβιάσεως των αρχών της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας, αλλά -όπως προκύπτει από την εξέταση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου- ότι υπάρχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε διαφορετικό νομικό έλεγχο, ο οποίος δεν προσιδίαζε στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως.

56.      Ως εκ τούτου, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο.

3.      Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου, που αφορούν πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται η επίδικη απόφαση λόγω πολλαπλής πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και πλημμελούς αιτιολογίας

57.      Ο δεύτερος λόγος αφορά πλάνη περί το δίκαιο στην οποία το Γενικό Δικαστήριο φέρεται να υπέπεσε καθόσον ακύρωσε, στη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την επίδικη απόφαση χωρίς να έχει εξετάσει εάν η πολλαπλή πλάνη εκτιμήσεως η οποία διαπιστώθηκε στις σκέψεις 91, 95, 96 και 97 έως 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα της διαγωνιστικής διαδικασίας.

58.      Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου, το EUIPO προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ακύρωσε την εν λόγω απόφαση χωρίς να έχει εξακριβώσει εάν η πλημμελής αιτιολογία η οποία διαπιστώθηκε στις σκέψεις 86, 89, 95 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επαρκούσε, αφεαυτής ή σε συνδυασμό με την πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως που επίσης διαπιστώθηκε, για την αλλοίωση του αποτελέσματος.

59.      Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου και του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου, το αναιρεσείον επικαλείται δύο αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου.

60.      Αφενός, παραθέτει τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώσει ανεπαρκή αιτιολογία αποφάσεως κατακυρώσεως, η απόφαση αυτή μπορεί να ακυρωθεί για αυτόν τον λόγο μόνον εφόσον τα λοιπά στοιχεία της προαναφερθείσας αποφάσεως, τα οποία δεν παρουσιάζουν τέτοια πλημμέλεια, δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την επίμαχη απόφαση (32). Κατά το EUIPO, η εν λόγω νομολογία πρέπει να εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν οσάκις το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως βαρύνουσα απόφαση κατακυρώσεως.

61.      Αφετέρου, το EUIPO παραπέμπει σε απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι, οσάκις η βαθμολογία που δίδεται σε προσφορά στο πλαίσιο συγκεκριμένου κριτηρίου αναθέσεως βασίζεται σε πλείονες αρνητικές παρατηρήσεις, εκ των οποίων μία ή περισσότερες βαρύνονται με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, η εν λόγω βαθμολογία και η αξιολόγηση στην οποία βασίζεται δεν βαρύνονται με τέτοια πλάνη εάν η εν λόγω βαθμολογία βασίζεται επίσης σε παρατηρήσεις που δεν βαρύνονται με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως (33).

62.      Κατά τις αντιδίκους κατ’ αναίρεση, η ανωτέρω νομολογία δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω.

63.      Προτείνω την από κοινού εξέταση του δευτέρου λόγου και του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου.

64.      Συναφώς, σημειώνω ευθύς εξαρχής ότι το αναιρεσείον δεν προβάλλει, ούτε, κατά μείζονα λόγο, αποδεικνύει, ότι η πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και/ή η πλημμελής αιτιολογία που διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της διαγωνιστικής διαδικασίας και, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογούσαν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Απλώς προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε ρητώς εάν οι εν λόγω πλημμέλειες αλλοίωσαν το αποτέλεσμα της διαγωνιστικής διαδικασίας.

65.      Αυτή η μομφή βασίζεται, κατ’ εμέ, σε εσφαλμένη κατανόηση των απαιτήσεων στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί το Γενικό Δικαστήριο.

66.      Αληθεύει, βεβαίως, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται να ακυρώσει απόφαση κατακυρώσεως λόγω πλημμελειών της, εφόσον άλλα στοιχεία της ίδιας αποφάσεως, που δεν ενέχουν πλημμέλεια, επαρκούν για να δικαιολογήσουν το τελικό αποτέλεσμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι λόγοι οι οποίοι αφορούν τις εν λόγω πλημμέλειες είναι αλυσιτελείς, καθόσον, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ήταν βάσιμοι, δεν θα οδηγούσαν στην ακύρωση της αποφάσεως κατακυρώσεως (34). Το ίδιο ισχύει και όταν, ακόμα και ελλείψει των πλημμελειών που προβάλλονται με αυτούς τους λόγους, η απόφαση δεν θα μπορούσε να είναι ευνοϊκότερη για τον προσφεύγοντα.

67.      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έχει -ορθώς κατ’ εμέ- κρίνει επανειλημμένως ότι η πλημμελής αιτιολογία ορισμένων εκτιμήσεων της αναθέτουσας αρχής δεν μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως προσφοράς στην περίπτωση που, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι η εν λόγω προσφορά θα είχε λάβει το σύνολο των διαθέσιμων μορίων στο πλαίσιο των οικείων κριτηρίων ή των επιμέρους κριτηρίων αναθέσεως που αφορά η εν λόγω πλημμέλεια, δεν θα είχε συγκεντρώσει την ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία ώστε να προκριθεί στην οικονομική φάση ή στη φάση της επιλογής κατόπιν συγκρίσεως των προσφορών (35).

68.      Η ίδια λογική επιτάσσει στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, η αναθέτουσα αρχή κατέταξε μια προσφορά σε καλή σειρά βάσει του συστήματος της προτεραιότητας χωρίς, ωστόσο, να την κατατάξει στην πρώτη θέση, οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται με την προσφυγή να είναι αλυσιτελείς εάν, ακόμα κι αν η προσφορά αυτή είχε συγκεντρώσει το σύνολο των διαθέσιμων μορίων στο πλαίσιο των κριτηρίων αναθέσεως που αφορούν οι εκτιμήσεις οι φερόμενες ως πλημμελείς, θα είχε λάβει βαθμολογία χαμηλότερη από εκείνη των προσφορών που κατετάγησαν σε καλύτερη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας.

69.      Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να εκθέτει ρητώς τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται με την προσφυγή δεν είναι αλυσιτελείς. Κατά τη γνώμη μου, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει απλώς και μόνο να μην ακυρώνει απόφαση κατακυρώσεως οσάκις οι λόγοι αυτοί είναι πράγματι αλυσιτελείς -δηλαδή, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, οσάκις οι πλημμέλειες κατά των οποίων βάλλουν οι ως άνω λόγοι ακυρώσεως, συνολικώς ιδωμένες, δεν άσκησαν καμία επιρροή στο αποτέλεσμα της διαγωνιστικής διαδικασίας.

70.      Όμως το αναιρεσείον δεν απέδειξε, ούτε καν προέβαλε, ότι ακόμα και ελλείψει των πλημμελειών που διαπιστώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο, η επίδικη απόφαση δεν θα μπορούσε να είναι ευνοϊκότερη για τη European Dynamics Luxembourg.

71.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

4.      Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά πλάνη περί το δίκαιο καθόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώθηκε ότι η επίδικη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, στοιχείο που δικαιολογεί την ακύρωσή της

72.      Με τον τρίτο λόγο, ο οποίος δύναται να χωριστεί σε τρία σκέλη, το EUIPO προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 134 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επίδικη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη και καθόσον ακύρωσε την εν λόγω απόφαση για τον λόγο αυτό.

1.      Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως

73.      Το αναιρεσείον προβάλλει, στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρερμήνευσε το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία υπέχει η αναθέτουσα αρχή βάσει του άρθρου 100, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού. Καθόσον εξέτασε χωριστά κάθε μία από τις παρατηρήσεις της επιτροπής αξιολογήσεως παραβλέποντας, όμως, το ευρύτερο πλαίσιο της αξιολογήσεως της οποίας αποτελούν μέρος, το Γενικό Δικαστήριο προσέδωσε, κατά το αναιρεσείον, στην υποχρέωση αυτή αυστηρότερο περιεχόμενο από εκείνο που απορρέει από την προπαρατεθείσα στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως νομολογία του Δικαστηρίου (36). Κατά τη νομολογία αυτή, η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται να παράσχει στον διαγωνιζόμενο επισταμένη συνοπτική έκθεση του τρόπου κατά τον οποίο συνεκτιμήθηκε κάθε επιμέρους στοιχείο της προσφοράς του, ούτε λεπτομερή σύγκριση της προσφοράς του απορριφθέντος υποψηφίου με την προσφορά του επιτυχόντος.

74.      Οι αντίδικοι κατ’ αναίρεση αντιτάσσουν ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς περιορίστηκε στην εξέταση των λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν με την προσφυγή – αγωγή, οι οποίοι επικεντρώνονταν σε ορισμένες μόνο εκ των παρατηρήσεων.

75.      Κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα του EUIPO δεν θεμελιώνουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε, προκειμένου να καταλήξει στις σκέψεις 86, 89, 95 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στην ύπαρξη πλημμελούς αιτιολογίας των εκτιμήσεων του EUIPO που αναφέρονται στις σκέψεις 81, 87 και 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (37), πιο αυστηρό έλεγχο από εκείνον που απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου.

76.      Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 85, 88, 93 και 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε τις ανωτέρω πλημμέλειες αιτιολογίας βάσει, μεταξύ άλλων, της ελλείψεως σαφήνειας της συγγραφής υποχρεώσεως, καθώς και των ολιγόλογων και αόριστων κρίσεων της επιτροπής αξιολογήσεως. Ως εκ τούτου, έκρινε, στη σκέψη 94 της ίδιας αποφάσεως, ότι «ούτε οι [European Dynamics Luxembourg κ.λπ.] ούτε το Γενικό Δικαστήριο είναι σε θέση να κατανοήσουν τον τρόπο κατά τον οποίο η αναθέτουσα αρχή […] κατένειμε τα διαθέσιμα μόρια στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως και των διαφόρων επιμέρους κριτηρίων του». Έτσι, στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να ασκήσει έλεγχο ουσίας των βαλλόμενων εκτιμήσεων. Εξάλλου, στη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι ανωτέρω εκτιμήσεις συνιστούν ουσιώδη στοιχεία αιτιολογίας αναγκαία για την ορθή κατανόηση της αξιολογήσεως των προσφορών.

77.      Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο, καίτοι αξιολόγησε χωριστά κάθε μία από τις βαλλόμενες με την προσφυγή – αγωγή παρατηρήσεις, τις επανατοποθέτησε επίσης εντός του συνολικού πλαισίου της αξιολογήσεως της επίμαχης προσφοράς υπό το πρίσμα του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιολόγηση αυτή δεν ήταν αρκούντως αιτιολογημένη.

78.      Κατά τα λοιπά, το αναιρεσείον δεν εξήγησε τίνι τρόπω, βάσει ενός τέτοιου σκεπτικού, το Γενικό Δικαστήριο απαίτησε από την αναθέτουσα αρχή να παράσχει στον διαγωνιζόμενο επισταμένη συνοπτική έκθεση του τρόπου κατά τον οποίο συνεκτιμήθηκε κάθε επιμέρους στοιχείο της προσφοράς του και λεπτομερή σύγκριση της προσφοράς του απορριφθέντος υποψηφίου με τις προσφορές που κατετάγησαν σε καλύτερη θέση.

79.      Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο.

2.      Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως

80.      Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 64 έως 71 των παρουσών προτάσεων, εκτιμώ ότι το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου είναι αβάσιμο.

3.      Επί του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως

81.      Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου, το EUIPO προβάλλει, πρώτον, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει μια αντίφαση καθόσον, αφενός, στο πλαίσιο της εξετάσεως του τρίτου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 112 έως 115 και 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν διαπίστωσε καμία πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ούτε πλημμέλεια αιτιολογίας βαρύνουσα την αξιολόγηση της προσφοράς της European Dynamics Luxembourg στο πλαίσιο του τετάρτου κριτηρίου αναθέσεως και, αφετέρου, στο τέλος της εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 134 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν ήταν σε θέση να εξετάσει την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως όσον αφορά αυτήν την αξιολόγηση και ότι η εν λόγω απόφαση βαρύνεται, συνεπώς, με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

82.      Δεύτερον, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει, καθόσον έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να διενεργήσει τέτοιον έλεγχο, ενώ προέβη σε αυτόν στις σκέψεις 112 έως 115 της ίδιας αποφάσεως και βάσει αυτού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως βαρύνουσα την αξιολόγηση της επίμαχης προσφοράς στο πλαίσιο του τετάρτου κριτηρίου αναθέσεως.

83.      Οι αντίδικοι κατ’ αναίρεση αμφισβητούν την ύπαρξη τέτοιας αντιφάσεως.

84.      Κατ’ εμέ, στο μέτρο που το EUIPO προβάλλει, πρώτον, ότι η σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον σε αυτή διαπιστώνεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, αντιφάσκει προς άλλες σκέψεις της ίδιας αποφάσεως, αυτή η επιχειρηματολογία βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε την ύπαρξη όχι πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως, αλλά πλείστες όσες πλημμέλειες αιτιολογίας.

85.      Αντιθέτως, ορθώς κατ’ εμέ προβάλλει το EUIPO, δεύτερον, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως καθόσον «υπενθύμισε», στη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως του τρίτου λόγου ακυρώσεως, δεν ήταν σε θέση να εξετάσει την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως όσον αφορά την αξιολόγηση της επίμαχης προσφοράς στο πλαίσιο του τετάρτου κριτηρίου αναθέσεως, μολονότι το συμπέρασμα αυτό ουδόλως προκύπτει από την εξέταση του εν λόγω τρίτου λόγου ακυρώσεως. Αντιθέτως, στις σκέψεις 112 έως 115 της ίδιας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διενήργησε τέτοιο έλεγχο, κατόπιν του οποίου απέρριψε την αιτίαση περί πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως βαρύνουσας τη συγκεκριμένη αξιολόγηση (38).

86.      Αυτή η αντίφαση οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, σε απλή παραδρομή η οποία δεν ασκεί επιρροή στο σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου και η οποία δεν είναι ικανή να διακυβεύσει σοβαρά την κατανόηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ούτε να θίξει τα δικαιώματα άμυνας του EUIPO. Συνηγορεί υπέρ αυτού το γεγονός ότι, στη σκέψη 134 in fine της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει μόνο στις σκέψεις 81 έως 86, 87 έως 89 και 90 έως 95 αυτής -οι οποίες αφορούν την εξέταση των αιτιάσεων που άπτονται του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως-, χωρίς να παραθέσει τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως οι οποίες αφορούν την εξέταση του σκέλους σχετικά με το τέταρτο κριτήριο αναθέσεως. Επομένως, η εν λόγω παραδρομή δεν καθιστά την αναιρεσιβαλλόμενη πλημμελώς αιτιολογημένη ώστε να δικαιολογείται η αναίρεσή της για τον λόγο αυτόν (39).

87.      Εν πάση περιπτώσει, καθόσον η πλημμέλεια αιτιολογίας η οποία προκύπτει από την ανωτέρω αντίφαση δεν επηρεάζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (40), το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως δέον να απορριφθεί ως αλυσιτελές (41).

5.      Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά πλάνη περί το δίκαιο και έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον με αυτή γίνεται δεκτό το αίτημα περί αποζημιώσεως

88.      Ο τέταρτος λόγος βάλλει κατά των σκέψεων 141, 144, 146 και 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και κατά του σημείου 2 του διατακτικού αυτής. Ο λόγος αυτός δύναται να χωριστεί σε τρία σκέλη.

1.      Επί του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

89.      Με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε πως επληρούντο οι προϋποθέσεις της υπάρξεως εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.

90.      Πρώτον, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν προς στήριξη του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η διαπίστωση κατά την οποία η επίδικη απόφαση έχει πολλαπλώς παράνομο χαρακτήρα βασίζεται σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο.

91.      Δεύτερον, και επικουρικώς, το EUIPO προβάλλει ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόνον στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υφίσταται παραβίαση των αρχών της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναιρέσει την απόφαση επίσης όσον αφορά την αποκατάσταση της ζημίας της European Dynamics Luxembourg. Ειδικότερα, αφενός, όπως έχει αναγνωρίσει και το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της διαπιστωθείσας πλημμελούς αιτιολογίας και της εν λόγω ζημίας. Αφετέρου, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε την επίδραση της πολλαπλής πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως που διαπιστώθηκε στις σκέψεις 91 και 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί του τελικού αποτελέσματος της διαδικασίας αναθέσεως, δεν αιτιολόγησε αρκούντως το συμπέρασμά του στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το οποίο υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω πολλαπλής πλάνης και της προαναφερθείσας ζημίας.

92.      Οι αντίδικοι κατ’ αναίρεση αντιτάσσουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θεμελίωσε αρκούντως κατά νόμον τη συνδρομή των προϋποθέσεων δυνάμει των οποίων υφίσταται ευθύνη της Ένωσης.

93.      Όσον αφορά πρώτον, την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς του EUIPO, υπενθυμίζω ότι δεν είναι δυνατόν βάσει του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως να αναιρεθούν οι διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά, αφενός, με την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως που βαρύνει την εκτίμηση της επίμαχης προσφοράς στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου αναθέσεως (σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, αφετέρου, με την πλημμελή αιτιολογία της εκτιμήσεως της εν λόγω προσφοράς στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως (σκέψεις 86, 89, 95 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Κατά συνέπεια, το αναιρεσείον δεν απέδειξε ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον διαπίστωσε παράνομη συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής.

94.      Δεύτερον, όσον αφορά την αιτιολόγηση της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πολλαπλής πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως που διαπιστώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο και της ζημίας που υπέστη η European Dynamics Luxembourg, η επιχειρηματολογία του EUIPO αφορά, κατ’ ουσίαν, τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την αποδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Θα τις εξετάσω στα σημεία 107 έως 128 των παρουσών προτάσεων. Σπεύδω όμως να σημειώσω ότι αυτή η επιχειρηματολογία είναι, κατά τη γνώμη μου, βάσιμη.

2.      Επί του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

95.      Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου, το EUIPO υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη καθόσον περιέχει αντίφαση μεταξύ, αφενός, της αιτιολογίας που εκτίθεται στις σκέψεις 144, 146 και 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, αφετέρου, του σημείου 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ενώ η ανωτέρω αιτιολογία προσδιορίζει τη ζημία που υπέστη η European Dynamics Luxembourg ως την απώλεια ευκαιρίας να καταταγεί στην πρώτη ή στη δεύτερη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας, το διατακτικό υποχρεώνει την Ένωση να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε λόγω της απώλειας ευκαιρίας αναθέσεως της συμβάσεως-πλαισίου με την ιδιότητα της πρώτης επιλεγείσας αντισυμβαλλομένης.

96.      Οι αντίδικοι κατ’ αναίρεση αρνούνται την ύπαρξη τέτοιας αντιφάσεως και υπογραμμίζουν ότι η αναφορά, στο διατακτικό, στην απώλεια ευκαιρίας συνάψεως της συμβάσεως-πλαισίου με την ιδιότητα της πρώτης επιλεγείσας αντισυμβαλλομένης αντιστοιχεί στο πλήρες περιεχόμενο της απώλειας ευκαιρίας που υπέστη η European Dynamics Luxembourg.

97.      Θεωρώ ότι ορθώς το αναιρεσείον επισήμανε την ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ, αφενός, της αιτιολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 144, 146 και 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, αφετέρου, του σημείου 2 του διατακτικού αυτής (42).

98.      Το συγκεκριμένο σημείο του διατακτικού αντιστοιχεί στο περιεχόμενο του αιτήματος αποζημιώσεως που υποβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το αίτημα περιοριζόταν στην αποκατάσταση, πέραν της ηθικής βλάβης, της απώλειας ευκαιρίας συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως με την ιδιότητα του πρώτου επιλεγέντος αντισυμβαλλομένου.

99.      Αντιθέτως, οι σκέψεις 144, 146 και 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται εσφαλμένα στην απώλεια ευκαιρίας συνάψεως της συγκεκριμένης συμβάσεως με την ιδιότητα του πρώτου ή του δεύτερου επιλεγέντος αντισυμβαλλομένου βάσει του συστήματος της προτεραιότητας, ενώ αυτή η απώλεια ευκαιρίας υπερβαίνει την έκταση της βλάβης της οποίας η European Dynamics Luxembourg κ.λπ. ζήτησε την αποκατάσταση.

100. Αυτή η αντίφαση αναφορικά με τον προσδιορισμό της ζημίας έχει, εξάλλου, και πρακτική σημασία καθόσον, μεταξύ των παραμέτρων που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να καθοριστεί η έκταση της αποζημιώσεως, το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε, στη σκέψη 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ποσοστό της πιθανότητας κατατάξεως της επίμαχης προσφοράς, ελλείψει των ουσιαστικών παρανομιών που διαπιστώθηκαν, στην πρώτη ή στη δεύτερη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας. Όμως η πιθανότητα κατατάξεως αυτής της προσφοράς στην πρώτη ή στη δεύτερη θέση είναι ασφαλώς μεγαλύτερη από την πιθανότητα κατατάξεώς της στην πρώτη θέση.

101. Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου είναι βάσιμο (43).

3.      Επί του τρίτου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

102. Το τρίτο σκέλος του τετάρτου λόγου, το οποίο προβάλλεται επικουρικώς, αφορά σφάλμα εκ παραδρομής το οποίο βαρύνει το σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον υποχρεώνει όχι το EUIPO, αλλά την Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η European Dynamics Luxembourg. Το αναιρεσείον εκτιμά ότι, βάσει του άρθρου 115 και του άρθρου 118, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, αυτή η υποχρέωση θα έπρεπε να είχε επιβληθεί στο EUIPO.

103. Κατά τις αντιδίκους κατ’ αναίρεση, η μνεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι εσφαλμένη, καθόσον αυτή είναι συνολικώς υπεύθυνη για την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων και των οργανισμών της. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα κι αν η εν λόγω μνεία συνιστά παραδρομή, τούτο δεν μπορεί, κατά τις αντιδίκους κατ’ αναίρεση, να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

104. Το εν λόγω σκέλος μου φαίνεται αβάσιμο. Ειδικότερα, το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση υποχρεούται να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ευθύνη αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι το άρθρο 118, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει επίσης ότι το EUIPO υποχρεούται να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν οι υπηρεσίες ή οι υπάλληλοί του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η τελευταία ως άνω διάταξη απηχεί, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης, όπως το EUIPO, την εκπροσωπούν στους αντίστοιχους τομείς των αρμοδιοτήτων τους (44). Τόσο το EUIPO, όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, αμφότεροι διαθέτοντες νομική προσωπικότητα (45), μπορούν, ως εκ τούτου, να οριστούν ως υπεύθυνοι για τη ζημία που προξένησε το EUIPO κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Επομένως, δεν υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο το Γενικό Δικαστήριο καθόσον επέβαλε, στο σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην Ευρωπαϊκή Ένωση την υποχρέωση αποκαταστάσεως της οικείας ζημίας.

105. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα κι αν το εν λόγω σημείο του διατακτικού αποτελεί προϊόν παραδρομής, τούτο αποτελεί ήσσονος σημασίας σφάλμα το οποίο δεν είναι σε θέση να διακυβεύσει σοβαρά την κατανόηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ούτε να θίξει τα δικαιώματα άμυνας του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να μην δύναται να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (46).

106. Επομένως, είναι απορριπτέο το τρίτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως.

6.      Επί της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και επί της εξετάσεως της ουσίας της διαφοράς

107. Κατόπιν της εξετάσεως του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στο πλαίσιο της εξετάσεως του αιτήματος ακυρώσεως, ότι η αξιολόγηση της επίμαχης προσφοράς βάσει του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως βαρύνεται με παραβίαση των αρχών της ισότητας των ευκαιριών και της διαφάνειας (σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως (σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) (47). Κατόπιν της εξετάσεως του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως στην οποία προέβην, διαπίστωσα ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη, κατά την εξέταση του αιτήματος αποζημιώσεως, την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως (48).

108. Πρέπει, καταρχάς, να εξακριβωθεί εάν οι ανωτέρω πλημμέλειες επιφέρουν την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθόσον με αυτήν ακυρώθηκε η επίδικη απόφαση και/ή καθόσον με αυτήν έγινε δεκτό το αίτημα αποζημιώσεως. Επί καταφατικής απαντήσεως, τίθεται, εν συνεχεία, το ζήτημα εάν η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση από το Δικαστήριο ή αν πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο.

1.      Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα αποκλειστικώς καθόσον υποχρεώνει την Ένωση να αποκαταστήσει τη ζημία

109. Φρονώ ότι η πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο που βαρύνει τις σκέψεις 53 και 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν επιφέρει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής καθόσον ακυρώνει την επίδικη απόφαση (σημείο 1 του διατακτικού).

110. Τούτο συμβαίνει διότι εάν το σκεπτικό αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αλλά το διατακτικό της είναι ορθό για άλλους λόγους που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, η παραβίαση αυτή δεν μπορεί να επιφέρει την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, ενώ ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται είναι αλυσιτελής (49).

111. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δικαιολόγησε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως βάσει του συνόλου των πλημμελειών που διαπίστωσε, οι οποίες βαρύνουν την αξιολόγηση της επίμαχης προσφοράς στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου κριτηρίου αναθέσεως. Ωστόσο, οι πλημμέλειες πλην εκείνων που διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 53 και 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον αφορούν την αξιολόγηση της εν λόγω προσφοράς στο πλαίσιο τόσο του πρώτου (σκέψεις 86, 89, 95 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), όσο και του δεύτερου κριτηρίου αναθέσεως (σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), επαρκούν για να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.

112. Κατά συνέπεια, το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παραμένει βάσιμο, παρά την πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο.

113. Αντιθέτως, εκτιμώ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί καθόσον με αυτή διατάσσεται η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η European Dynamics Luxembourg λόγω της απώλειας ευκαιρίας συνάψεως της συμφωνίας με την ιδιότητα της καταταγείσας στην πρώτη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας (σημείο 2 του διατακτικού). Κατά συνέπεια, τα σημεία 4 και 5 του διατακτικού, τα οποία αφορούν τον καθορισμό του ποσού της αποζημιώσεως, καθίστανται άνευ αντικειμένου και πρέπει επίσης να αναιρεθούν.

114. Τούτο ισχύει, καταρχάς, για τον λόγο ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως, καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού όσον αφορά τον καθορισμό της προς ανόρθωση ζημίας (50).

115. Δεύτερον, και εν πάση περιπτώσει, η κρίση κατά την οποία οι σκέψεις 53 και 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως βαρύνονται με πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο έχει ως αποτέλεσμα, όπως υποστήριξε και το αναιρεσείον στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως (51), να καθιστά αστήρικτη τη διαπίστωση της σκέψεως 144 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς που προσάπτεται στο EUIPO και της απώλειας ευκαιρίας που προβάλλουν η European Dynamics Luxembourg κ.λπ.

116. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν δύναται να θεμελιωθεί κανείς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των πλημμελειών αιτιολογίας (που διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 86, 89, 95 και 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και της ανωτέρω απώλειας ευκαιρίας. Το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται εν αμφιβόλω στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι υφίσταται τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ουσιαστικών παρανομιών (που διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 53, 91 και 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και της προαναφερθείσας ζημίας. Εντούτοις, οι σκέψεις 53 και 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ουσιαστικές παρανομίες βαρύνουσες την αξιολόγηση της επίμαχης προσφοράς στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως ενέχουν, κατ’ εμέ, πλάνη περί το δίκαιο.

117. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ευθύνη της Ένωσης θα προϋπέθετε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μόνης ουσιαστικής παρανομίας που βαρύνει την αξιολόγηση αυτής της προσφοράς στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου αναθέσεως (διαπιστωθείσας στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και της απώλειας ευκαιρίας κατατάξεως στην πρώτη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας.

118. Όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αιτιολογεί την ύπαρξη τέτοιου αιτιώδους συνδέσμου.

119. Πράγματι, στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στο να διαπιστώσει, πρώτον, ότι η επίμαχη προσφοράς έλαβε μόνον 22,81 στα 40 μόρια κατόπιν της συγκριτικής αξιολογήσεως στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως. Αυτή η κρίση σκοπεί αποκλειστικώς στη θεμελίωση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ουσιαστικών παρανομιών σχετικά με την αξιολόγηση της ανωτέρω προσφοράς στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως και της προβαλλόμενης απώλειας ευκαιρίας.

120. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός και μόνον ότι η [European Dynamics Luxembourg] κατετάγη στην τρίτη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας και, επομένως, ότι έγινε δεκτή ως εν δυνάμει αντισυμβαλλόμενος, καθιστά ελάχιστα πιθανή την περίπτωση να μπορούσε η αναθέτουσα αρχή να μην της αναθέσει την επίμαχη σύμβαση». Αυτή η κρίση δεν είναι, κατ’ εμέ, αρκετή ώστε να καταστεί δυνατόν για το EUIPO να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ουσιαστική παρανομία η οποία βαρύνει την αξιολόγηση της ανωτέρω προσφοράς στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου αναθέσεως είχε ως αποτέλεσμα την προαναφερθείσα απώλεια ευκαιρίας και για το Δικαστήριο να ασκήσει τον σχετικό έλεγχό του, όπως επιτάσσει η νομολογία του Δικαστηρίου (52).

121. Η διαπίστωση υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής της ουσιαστικής παρανομίας και της απώλειας ευκαιρίας που υπέστη η European Dynamics Luxembourg, η οποία προϋποθέτει πραγματικές εκτιμήσεις, πρέπει, λοιπόν, να γίνει στο πλαίσιο εξετάσεως της ουσίας της υποθέσεως.

2.      Το αίτημα περί αποζημιώσεως είναι απορριπτέο κατόπιν εξετάσεως της ουσίας της υποθέσεως

122. Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο διαθέτει επαρκή στοιχεία για να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού.

123. Ειδικότερα, μπορεί να συναχθεί από τα αριθμητικά δεδομένα που εκτίθενται στις σκέψεις 12 έως 20 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, ακόμα κι αν η προσφορά της European Dynamics Luxembourg είχε λάβει το σύνολο των διαθέσιμων μορίων (30) στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου αναθέσεως, δεν θα είχε καταταγεί σε καλύτερη θέση, με όλες τις άλλες παραμέτρους σταθερές, από τις προσφορές που έλαβαν την πρώτη και τη δεύτερη θέση βάσει του συστήματος της προτεραιότητας δυνάμει της επίδικης αποφάσεως.

124. Θέλω, συναφώς, να διευκρινίσω, ότι εάν η ανωτέρω προσφορά είχε συγκεντρώσει τα 30 μόρια που δύνανται να δοθούν στο πλαίσιο του εν λόγω κριτηρίου, θα είχε συγκεντρώσει «Συνολική βαθμολογία» (αναγράφεται στην προτελευταία σειρά του πίνακα ο οποίος παρατίθεται στη σκέψη 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) 72,81. Δεδομένου ότι ο συντελεστής ο οποίος εφαρμόζεται στη «Συνολική βαθμολογία (100)» προκειμένου να υπολογιστεί η «Συνολική βαθμολογία τεχνικών κριτηρίων» (αναγράφεται στην τελευταία σειρά αυτού του πίνακα) των προσφορών που έγιναν δεκτές ισούται προς 1,09736, η ανωτέρω προσφορά θα είχε λάβει «Συνολική βαθμολογία τεχνικών κριτηρίων» 79,90.

125. Εξάλλου, η επίμαχη προσφορά έλαβε 83,69 μόρια ως βαθμολογία οικονομικής προσφοράς (όπως αναγράφεται στην τελευταία στήλη του πίνακα ο οποίος παρατίθεται στο σημείο 20 της επίδικης αποφάσεως). Όπως προκύπτει από τη σκέψη 150 της ανωτέρω αποφάσεως, το σύνολο της βαθμολογίας τεχνικών κριτηρίων και το σύνολο της βαθμολογίας οικονομικής προσφοράς συνυπολογίζονται κατά 50 % έκαστη κατά την αξιολόγηση των προσφορών.

126. Συνεπώς, εάν η επίμαχη προσφορά είχε λάβει 30 μόρια στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου αναθέσεως, θα είχε συγκεντρώσει, με όλες τις άλλες παραμέτρους σταθερές, τελική βαθμολογία 81,79/100. Η εν λόγω βαθμολογία είναι κατώτερη από τις τελικές βαθμολογίες που έλαβαν οι προσφορές οι οποίες κατετάγησαν στην πρώτη και στη δεύτερη θέση, οι οποίες ανέρχονται, αντιστοίχως, στα 87,99/100 και στα 83,40/100.

127. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως που διαπιστώθηκε στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και της απώλειας ευκαιρίας κατατάξεως της προσφοράς της European Dynamics Luxembourg στην πρώτη θέση.

128. Εκ των ανωτέρω συμπεραίνω, λαμβανομένου υπόψη του σωρευτικού χαρακτήρα των προϋποθέσεων της υπάρξεως εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης (53), ότι το αίτημα αποζημιώσεως της European Dynamics Luxembourg κ.λπ. πρέπει να απορριφθεί (54).

7.      Επί των δικαστικών εξόδων

129. Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των εξόδων.

130. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1 του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εν προκειμένω, το αναιρεσείον ζήτησε να καταδικαστούν οι αντίδικοι κατ’ αναίρεση στα δικαστικά έξοδα, και οι αντίδικοι κατ’ αναίρεση ζήτησαν να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα.

131. Το άρθρο 138, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Πάντως, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ένας διάδικος, πέραν των δικαστικών εξόδων του, φέρει και μέρος των εξόδων του αντιδίκου.

132. Εν προκειμένω, καθένας από τους διαδίκους ηττήθηκε εν μέρει στην κατ’ αναίρεση δίκη, καθώς και στην πρωτοβάθμια δίκη. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως, το EUIPO πρέπει να φέρει, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, και τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων της European Dynamics Luxembourg κλπ. τόσο στην πρωτοβάθμια, όσο και στην κατ’ αναίρεση δίκη. Οι αντίδικοι κατ’ αναίρεση πρέπει να φέρουν το ένα τρίτο των εξόδων τους της πρωτοβάθμιας, όσο και της κατ’ αναίρεση δίκης. Τέτοια κατανομή μου φαίνεται δίκαιη, καθόσον οι European Dynamics Luxembourg κ.λπ. δικαιώνονται, κατά την πρότασή μου, όσον αφορά τόσο το αίτημά τους περί ακυρώσεως στην πρωτοβάθμια δίκη, όσο και το αίτημά τους περί αναιρέσεως στην κατ’ αναίρεση δίκη.

VI.    Συμπέρασμα

133. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει τα σημεία 2, 4 και 5 του διατακτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Οκτωβρίου 2015, European Dynamics Luxembourg κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (Τ-299/11, EU:T:2015:757)·

–        να απορρίψει το αίτημα αποζημιώσεως που υπέβαλαν οι European Dynamics Luxembourg SA, Ευρωπαϊκή Δυναμική - Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής ΑΕ και European Dynamics Belgium SA,

–        να απορρίψει την αναίρεση κατά τα λοιπά, και

–        να κρίνει ότι το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) φέρει τα δικαστικά του έξοδα, καθώς και τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι ανωτέρω εταιρίες και ότι οι τελευταίες φέρουν το ένα τρίτο των δικών τους δικαστικών εξόδων.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Το EUIPO, πρώην Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), φέρει την παρούσα ονομασία του από τις 23 Μαρτίου 2016, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 207/2009 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2868/95 της Επιτροπής περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2869/95 της Επιτροπής σχετικά με τα πληρωτέα προς το Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς τέλη (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21), του οποίου το άρθρο 1, σημείο 7, προέβλεψε την αλλαγή της ονομασίας.


3      Τ-299/11, EU:T:2015:757.


4      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002 για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1995/2006 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ 2006, L 390, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 2013, με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού 1605/2002 (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1). Τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ανέκυψε η παρούσα διαδικασία εξακολουθούν, ωστόσο, να διέπονται από τον κανονισμό 1605/2002.


5      Κανονισμός της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1605/2002 (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 478/2007 της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 111, σ. 13).


6      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21).


7      Βλ. σημεία 38 έως 43 και 47 έως 50 των παρουσών προτάσεων.


8      Βλ. σημεία 64 έως 71 και 75 έως 79 των παρουσών προτάσεων.


9      Βλ. σημεία 109 έως 121 των παρουσών προτάσεων.


10      Βλ. σημεία 97 έως 101 των παρουσών προτάσεων.


11      Βλ. σημεία 122 έως 128 των παρουσών προτάσεων.


12      Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005 (C‑331/04, EU:C:2005:718, σκέψη 32).


13      Αποφάσεις της 24ης Ιανουαρίου 2008, Λιανάκης κ.λ.π. (C‑532/06, EU:C:2008:40, σκέψη 43) και της 21ης Ιουλίου 2011, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά EMSA (C‑252/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:512, σκέψη 33).


14      Βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2007, Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑176/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:730, σκέψη 17).


15      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, (C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, EU:C:2010:541, σκέψη 126 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


16      Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω διαπίστωση ερείδεται σε εκτιμήσεις σχετικές με τα πραγματικά περιστατικά, εκτιθέμενες στις σκέψεις 49 έως 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες εκφεύγουν, υπό την επιφύλαξη της παραμορφώσεως των στοιχείων της δικογραφίας (η οποία δεν προβλήθηκε), της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εξετάσεως αιτήσεως αναιρέσεως [βλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Orange (C‑486/15 P, EU:C:2016:912, σκέψη 98 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)].


17      Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2008 (C‑532/06, EU:C:2008:40). Κατά τη σκέψη 38 της εν λόγω αποφάσεως, «η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να προβεί σε στάθμιση των επιμέρους κριτηρίων την οποία δεν έχει καταστήσει εκ των προτέρων γνωστή στους διαγωνιζομένους».


18      Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005 (C‑331/04, EU:C:2005:718, σκέψη 32).


19      Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2008 (C‑532/06, EU:C:2008:40, σκέψη 43).


20      Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, (C‑252/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:512, σκέψη 33).


21      Απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016 (C‑6/15, EU:C:2016:555, σκέψη 26).


22      Βλ. υπ’ αυτήν την έννοια απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά EMSA (Τ-70/05, EU:T:2010:55, σκέψη 155), επικυρωθείσα από την απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά EMSA (C‑252/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:512, σκέψη 34).


23      Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005 (C‑331/04, EU:C:2005:718, σκέψη 32).


24      Βλ. σημείο 41 των παρουσών προτάσεων.


25      Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη διαπίστωση αυτή και στις σκέψεις 95 και 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


26      Ειδικότερα, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον βάλλει όχι κατά της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου, στις σκέψεις 91 και 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η επίδικη απόφαση βαρύνεται με πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, αλλά κατά των συνεπειών που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι απορρέουν εξ αυτής της διαπιστώσεως (βλ. σημεία 57 και 58 των παρουσών προτάσεων).


27      Απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, Mindo κατά Επιτροπής (C‑652/11 P, EU:C:2013:229, σκέψεις 30 και 31). Βλ. επίσης, συναφώς, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Επιτροπή κατά Scott(C‑290/07 P, EU:C:2010:78, σκέψεις 36 έως 45).


28      Βλ. σημεία 75 έως 79 των παρουσών προτάσεων.


29      Βλ. σημεία 107 έως 121 των παρουσών προτάσεων.


30      Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005 (C‑331/04, EU:C:2005:718, σκέψη 32).


31      Βλ. μεταξύ άλλων απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, France Télécom κατά Επιτροπής (C‑202/07 P, EU:C:2009:214, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και διάταξη της 29ης Νοεμβρίου 2011, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (C‑235/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:791, σκέψη 30).


32      Απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (T‑340/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:208, σκέψεις 115 και 116).


33      Απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2014, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (T‑498/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:831, σκέψεις 196 και 197).


34      Βλ. υπ’ αυτήν την έννοια απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2017, European Dynamics Luxembourg και Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (T‑74/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:55, σκέψεις 69 και 81). Επιπροσθέτως, στην απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (T‑340/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:208, σκέψη 115), το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε, κατ’ αναλογίαν, στη νομολογία του Δικαστηρίου περί αλυσιτελών λόγων στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως [απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1 (C‑302/99 P και C‑308/99 P, EU:C:2001:408, σκέψεις 26 έως 29)].


35      Αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2014, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (T‑340/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:208, σκέψη 116), της 9ης Σεπτεμβρίου 2010, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (T‑387/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:377, σκέψη 60), και της 12ης Ιουλίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Frontex (T‑476/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:366, σκέψη 72).


36      Το αναιρεσείον παραθέτει την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (C‑629/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:617, σκέψη 21).


37      Πρόκειται για την παρατήρηση κατά την οποία δεν απαιτείτο για κάθε έργο που αναφέρεται στην επίμαχη προσφορά ένας κύριος διαχειριστής προγράμματος και ένας διαχειριστής έργου (σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), της παρατηρήσεως κατά την οποία «[τ]ο σύνολο της προσφοράς [αυτής] έχει πολύ λειτουργικό, όμως όχι στρατηγικό χαρακτήρα και δίδει έμφαση σε έναν τύπο διαχειριστή έργου διαφορετικό από εκείνο από εκείνον που προσδοκούσε το [EUIPO]» (σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), καθώς και για την απάντηση του EUIPO, στο από 2 Μαΐου 2011 έγγραφό του, σχετικά με τη βαθμολογία και τη συγκριτική αξιολόγηση της ως άνω προσφοράς σε σχέση με τις προσφορές των λοιπών επιλεγέντων στο πλαίσιο του πρώτου κριτηρίου αναθέσεως (σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).


38      Θέλω να υπογραμμίσω ότι το ζήτημα εάν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής είναι νομικό ζήτημα και συνεπώς μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως [βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 29ης Νοεμβρίου 2011, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (C‑235/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:791, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)].


39      Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 2007, Righini κατά Επιτροπής (C‑57/06 P, EU:C:2007:65, σκέψη 56).


40      Πράγματι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον καταλήγει στην ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, βασίζεται σε ένα σύνολο παρατυπιών που βαρύνουν την αξιολόγηση της επίμαχης προσφοράς (βλ. σημεία 111 και 112 των παρουσών προτάσεων). Η πλημμέλεια αιτιολογίας όσον αφορά τη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν επηρεάζει το συμπέρασμα αυτό. Τέτοια πλημμέλεια δεν θα κλόνιζε κατά μείζονα λόγο την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά το αίτημα περί αποζημιώσεως: αφενός, η διαπίστωση παράνομης συμπεριφοράς του EUIPO βασίζεται σε αυτό το σύνολο παρατυπιών. Αφετέρου, ο αιτιώδης σύνδεσμος διαπιστώθηκε μόνον μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και των ουσιαστικών παρανομιών (και όχι των πλημμελειών αιτιολογίας) που βαρύνουν την επίδικη απόφαση (βλ. σημείο 116 των παρουσών προτάσεων).


41      Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, την απόφαση της 9ης Ιουνίου 2011, Comitato «Venezia vuole vivere» κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑71/09 P, C‑73/09 P και C‑76/09 Ρ, EU:C:2011:368, σκέψεις 65 και 137).


42      Υπενθυμίζω ότι η αντιφατικότητα της αιτιολογίας που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο είναι νομικό ζήτημα και συνεπώς μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως (βλ. σημείωση στο τέλος της σελίδας 38 των παρουσών προτάσεων).


43      Δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί ενδεχόμενη υποκατάσταση των αιτιολογιών σε αυτό το ζήτημα, δεδομένου ότι, για τους λόγους που θα εκθέσω στα σημεία 113 έως 120 των παρουσών προτάσεων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει εν πάση περιπτώσει να αναιρεθεί καθόσον υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποζημιώσει την European Dynamics Luxembourg για τη ζημία που υπέστη.


44      Βλ., συναφώς, άρθρο 335 ΣΛΕΕ.


45      Άρθρο 47 ΣΕΕ και άρθρο 115, παράγραφος 1 του κανονισμού 207/2009.


46      Βλ. υπ’ αυτήν την έννοια διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Φεβρουαρίου 2003, Marcuccio κατά Επιτροπής [C‑399/02 P(R), EU:C:2003:90, σκέψη 17], καθώς και διάταξη της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Real Express κατά EUIPO (C‑309/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:671, σκέψη 81).


47      Βλ. σημεία 38 έως 43 και 47 έως 50 των παρουσών προτάσεων.


48      Βλ. σημείο 101 των παρουσών προτάσεων.


49      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Απριλίου 2007, Alcon κατά ΓΕΕΑ (C‑412/05 P, EU:C:2007:252, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


50      Βλ. σημεία 97 έως 101 των παρουσών προτάσεων.


51      Βλ. σημείο 91 των παρουσών προτάσεων.


52      Βλ. σημείο 54 των παρουσών προτάσεων.


53      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Νικολάου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (C‑220/13 P, EU:C:2014:2057, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


54      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα μπορούσε να μην εξετάσει το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, τα οποία προσωπικώς εξέτασα, ωστόσο, για λόγους πληρότητας.