Language of document : ECLI:EU:C:2016:607

Υπόθεση C‑102/15

Gazdasági Versenyhivatal

κατά

Siemens Aktiengesellschaft Österreich

(αίτηση του Fővárosi Ítélőtábla
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Πεδίο εφαρμογής ratione materiae – Αγωγή για την απόδοση αχρεωστήτως καταβληθέντων – Αδικαιολόγητος πλουτισμός – Αξίωση απορρέουσα από αδικαιολόγητη επιστροφή προστίμου επιβληθέντος λόγω παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα)
της 28ης Ιουλίου 2016

1.        Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός 44/2001 – Διατάξεις του κανονισμού αυτού χαρακτηριζόμενες ως ισοδύναμες προς τις διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών – Ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων σύμφωνη προς τη σχετική με τη Σύμβαση νομολογία του Δικαστηρίου

(Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968· κανονισμός 44/2001 του Συμβουλίου)

2.        Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός 44/2001 – Πεδίο εφαρμογής – Αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Έννοια – Αγωγή με αντικείμενο την απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού ο οποίος προκύπτει από την επιστροφή προστίμου επιβληθέντος στο πλαίσιο διαδικασίας περί προστασίας του ανταγωνισμού –Αποκλείεται

(Κανονισμός 44/2001 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 1)

1.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψη 28)

2.        Αγωγή για απόδοση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ο οποίος προκύπτει από την επιστροφή προστίμου επιβληθέντος στο πλαίσιο διαδικασίας περί προστασίας του ανταγωνισμού δεν συνιστά «αστική και εμπορική υπόθεση» κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 44/2001, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Πράγματι, καίτοι ορισμένες διαφορές μεταξύ δημόσιας αρχής και προσώπου ιδιωτικού δικαίου είναι δυνατόν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, τούτο δεν ισχύει οσάκις η δημόσια αρχή ενεργεί κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Προκειμένου να καθοριστεί αν τούτο ισχύει, πρέπει να προσδιοριστεί η νομική σχέση που υφίσταται μεταξύ των εμπλεκομένων στη διαφορά μερών και να εξεταστεί η βάση της ασκηθείσας αγωγής και ο τρόπος ασκήσεώς της.

Όσον αφορά τη νομική σχέση που υφίσταται μεταξύ των εμπλεκομένων στη διαφορά της κύριας δίκης μερών, επισημαίνεται ότι, καίτοι οι αγωγές ιδιωτών που ασκούνται προς διασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου του ανταγωνισμού εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, είναι αντιθέτως βέβαιο ότι κύρωση επιβληθείσα από διοικητική αρχή κατά την άσκηση των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων που της αναθέτει η εθνική νομοθεσία εμπίπτει στις «διοικητικές υποθέσεις», που αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Το αυτό ισχύει, ειδικότερα, όσον αφορά πρόστιμο επιβληθέν λόγω παραβάσεως των διατάξεων του εθνικού δικαίου περί απαγορεύσεως των περιορισμών του ανταγωνισμού. Επομένως, η διαφορά στην οποία αρχή ανταγωνισμού επιδιώκει να επιτύχει την εκ μέρους επιχειρήσεως καταβολή χρηματικής οφειλής απορρέουσας από πρόστιμο το οποίο η αρχή αυτή επέβαλε στην εν λόγω επιχείρηση, είναι διοικητικής φύσεως.

Όσον αφορά τον τρόπο ασκήσεως της ασκηθείσας αγωγής, το γεγονός ότι η αρχή ανταγωνισμού άσκησε αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων δεν ασκεί συναφώς καμία επιρροή. Πράγματι, το γεγονός ότι ένας ενάγων, επιδιώκοντας την απόδοση δαπανών, ενεργεί επί τη βάσει αξιώσεως που πηγάζει από πράξη δημόσιας εξουσίας αρκεί για να θεωρηθεί ότι η αγωγή του, ανεξάρτητα από το είδος της διαδικασίας που του παρέχει για τον σκοπό αυτό το εθνικό δίκαιο, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001.

(βλ. σκέψεις 32-34, 38-40, 43 και διατακτ.)