Language of document : ECLI:EU:C:2017:467

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PAOLO MENGOZZI

της 15ης Ιουνίου 2017 (1)

Υπόθεση C181/16

Sadikou Gnandi

κατά

État belge

[αίτηση του Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας – Έκδοση [της διαταγής] ήδη από της απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου και πριν την εξάντληση των ένδικων μέσων»






1.        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) καθώς και του άρθρου 5 και του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (2).

2.        Με το προδικαστικό ερώτημά του, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Βέλγιο) ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν αντιβαίνει στην αρχή της μη επαναπροωθήσεως και στο δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή η έκδοση αποφάσεως επιστροφής, κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115, εις βάρος αιτούντος άσυλο ήδη από της απορρίψεως της αιτήσεως παροχής διεθνούς προστασίας κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία και, συνεπώς, πριν από την εξάντληση των ένδικων μέσων που έχει στη διάθεσή του κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2005/85/ΕΚ

3.        Το άρθρο 7 της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (3), προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Στους αιτούντες επιτρέπεται να παραμείνουν στο κράτος μέλος, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, μέχρις ότου η αποφαινόμενη αρχή λάβει την απόφασή της σύμφωνα με τις πρωτοβάθμιες διαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ. Το δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής (4).

[…]»

4.        Το άρθρο 39, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν στους αιτούντες άσυλο το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή. Η παράγραφος 3 της διατάξεως αυτής έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν εφόσον απαιτείται διατάξεις σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις τους όσον αφορά:

α)      το κατά πόσον η άσκηση προσφυγής σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιτρέπει στον αιτούντα να παραμείνει στο οικείο κράτος μέλος καθ’ όσο διάστημα εκκρεμεί·

β)      τη δυνατότητα να ζητηθούν ασφαλιστικά μέτρα ή μέτρα προστασίας όταν η προσφυγή σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν επιτρέπει στον αιτούντα να παραμείνει στο οικείο κράτος μέλος καθ’ όσο διάστημα εκκρεμεί […].

[…]»

5.        Η οδηγία 2005/85 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (5). Το άρθρο 46, παράγραφος 5, της τελευταίας αυτής οδηγίας προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους αιτούντες να παραμείνουν στο έδαφός τους μέχρι να λήξει η προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε πραγματική προσφυγή και, σε περίπτωση άσκησης εντός της προθεσμίας του εν λόγω δικαιώματος, εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής». Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται εντούτοις, ratione temporis, στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης (6).

 Η οδηγία 2008/115

6.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 διευκρινίζει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στους παρανόμως διαμένοντες στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόους τρίτης χώρας.

7.        Το άρθρο 3, σημεία 2, 4 και 5, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

2) “παράνομη παραμονή”: παρουσία στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόου τρίτης χώρας που δεν πληροί, ή δεν πληροί πλέον, τις προϋποθέσεις εισόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος,

[…]

4) “απόφαση επιστροφής”: διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται ή αναφέρεται υποχρέωση επιστροφής,

5) “απομάκρυνση”: εκτέλεση της υποχρέωσης επιστροφής, και συγκεκριμένα φυσική μεταφορά εκτός του κράτους μέλους».

8.        Το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 επιβάλλει στα κράτη μέλη την τήρηση της αρχής της μη επαναπροωθήσεως κατά την εφαρμογή της οδηγίας αυτής.

9.        Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Απόφαση επιστροφής», ορίζει, στις παραγράφους 1 και 6, τα ακόλουθα:

«1.      Τα κράτη μέλη εκδίδουν απόφαση επιστροφής για υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5.

[…]

6.      Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν απόφαση ως προς τη λήξη της νόμιμης παραμονής μαζί με απόφαση επιστροφής […] στο πλαίσιο ατομικής διοικητικής ή δικαστικής απόφασης ή πράξης, όπως προβλέπεται στην εθνική τους νομοθεσία, με την επιφύλαξη των δικονομικών εγγυήσεων του Κεφαλαίου ΙΙΙ και δυνάμει άλλων συναφών διατάξεων του κοινοτικού και εθνικού δικαίου.»

10.      Το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απομάκρυνση», προβλέπει, στην παράγραφο 3, τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να εκδίδουν χωριστή διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη με την οποία διατάσσεται η απομάκρυνση.»

11.      Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Αναβολή της απομάκρυνσης», ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη αναβάλλουν την απομάκρυνση:

α)      όταν αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης,

ή

β)      ενόσω παρέχεται ανασταλτικό αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2.»

12.      Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει τα εξής:

«Οι αποφάσεις επιστροφής […] εκδίδονται εγγράφως και περιλαμβάνουν τους νομικούς και πραγματικούς λόγους καθώς και πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα.

[…]»

13.      Το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:

«1.      Στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας διατίθεται αποτελεσματικό ένδικο μέσο το οποίο του επιτρέπει να προσφεύγει κατά των αποφάσεων που αφορούν την επιστροφή ή να ζητεί την επανεξέτασή τους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή αρμόδιου οργάνου που απαρτίζεται από μέλη αμερόληπτα και απολαύοντα εχέγγυα ανεξαρτησίας.

2.      Η αρχή ή το όργανο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει την εξουσία να επανεξετάζει αποφάσεις που αφορούν την επιστροφή, όπως αναφέρονται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας προσωρινής αναστολής της επιβολής της εφαρμογής τους, εκτός εάν ισχύει ήδη προσωρινή αναστολή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.»

 Το βελγικό δίκαιο

14.      Το άρθρο 39/70, πρώτο εδάφιο, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 σχετικά με την είσοδο των αλλοδαπών στην εθνική επικράτεια, την εγκατάσταση, τη διαμονή και την απομάκρυνσή τους (στο εξής: νόμος της 15ης Δεκεμβρίου 1980) προβλέπει τα ακόλουθα:

«Εκτός αν συναινεί ο ενδιαφερόμενος, κανένα μέτρο απομακρύνσεως από την επικράτεια ή επαναπροωθήσεως δεν δύναται να εκτελεστεί αναγκαστικώς κατά αλλοδαπού κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής και ενόσω διαρκεί η εξέτασή της».

15.      Το άρθρο 52/3, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 ορίζει τα εξής:

«Όταν ο Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides [Γενικός επίτροπος για τους πρόσφυγες και τους απάτριδες, στο εξής: CGRA] δεν λαμβάνει υπόψη την αίτηση ασύλου ή αρνείται την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αλλοδαπό και ο αλλοδαπός αυτός διαμένει παρανόμως στο Βασίλειο, ο Υπουργός ή εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο υποχρεούται να εκδώσει αμελλητί διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας βάσει ενός εκ των λόγων που προβλέπονται στο άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, στοιχεία 1 έως 12. […]

Όταν το Conseil du contentieux des étrangers [Συμβούλιο επιλύσεως διαφορών σε υποθέσεις αλλοδαπών, στο εξής: CCE] απορρίπτει προσφυγή αλλοδαπού κατά αποφάσεως ληφθείσας από τον [CGRA] κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 39/2, παράγραφος 1, στοιχείο 1, και ο αλλοδαπός αυτός διαμένει παρανόμως στο Βασίλειο, ο Υπουργός ή εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο αποφασίζει αμελλητί την παράταση ισχύος της διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο. […]»

16.      Το άρθρο 75, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 8ης Οκτωβρίου 1981 σχετικά με την είσοδο στην εθνική επικράτεια, τη διαμονή, την εγκατάσταση και την απομάκρυνση των αλλοδαπών (στο εξής: βασιλικό διάταγμα της 8ης Οκτωβρίου 1981) ορίζει τα εξής:

«Εάν ο [CGRA] αρνείται την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αλλοδαπό ή δεν λαμβάνει υπόψη την αίτηση ασύλου, ο Υπουργός ή εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο εκδίδει σε βάρος του ενδιαφερόμενου διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας, σύμφωνα με το άρθρο 52/3, παράγραφος 1, του νόμου [της 15ης Δεκεμβρίου 1980]».

17.      Το άρθρο 111 του βασιλικού αυτού διατάγματος προβλέπει τα ακόλουθα:

«Εάν ασκηθεί προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας ενώπιον του [CCE] κατά την τακτική διαδικασία […], η δημοτική αρχή χορηγεί στον ενδιαφερόμενο έγγραφο σύμφωνο με το υπόδειγμα που εμφαίνεται στο παράρτημα 35, κατ’ εντολή του Υπουργού ή εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου, εφόσον η προσφυγή αυτή βάλλει κατά αποφάσεως που συνεπάγεται την απομάκρυνση από το Βασίλειο.

Το έγγραφο αυτό ισχύει για τρεις μήνες από την ημερομηνία εκδόσεώς του και, στη συνέχεια, η ισχύς του παρατείνεται κάθε μήνα έως την έκδοση αποφάσεως επί της διαλαμβανόμενης στο προηγούμενο εδάφιο προσφυγής.»

18.      Το παράρτημα 35 του εν λόγω βασιλικού διατάγματος, με τίτλο «Ειδικό έγγραφο διαμονής», διευκρινίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο χορηγείται το έγγραφο αυτό «δεν γίνεται δεκτό για διαμονή, ούτε του χορηγείται άδεια διαμονής αλλά μπορεί να παραμείνει στην επικράτεια του Βασιλείου έως την έκδοση της αποφάσεως του [CCE]».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

19.      Στις 14 Απριλίου 2011, ο Sadikou Gnandi, υπήκοος Τόγκο και αναιρεσείων της κύριας δίκης, υπέβαλε αίτηση ασύλου.

20.      Στις 23 Μαΐου 2014, ο CGRA απέρριψε την αίτηση αυτή.

21.      Στις 3 Ιουνίου 2014, το Βασίλειο του Βελγίου, αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης, διέταξε τον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης να εγκαταλείψει τη βελγική επικράτεια.

22.      Στις 23 Ιουνίου 2014, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή ενώπιον του CCE κατά της αποφάσεως του CGRA της 23ης Μαΐου 2014 περί απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου. Αυθημερόν, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης ζήτησε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου την ακύρωση καθώς και την αναστολή εκτελέσεως της διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας της 3ης Ιουνίου 2014.

23.      Με απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2014, το CCE απέρριψε την προσφυγή κατά της αποφάσεως του CGRA της 23ης Μαΐου 2014. Στις 19 Νοεμβρίου 2014, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε αναίρεση ενώπιον του Conseil d’Etat κατά της εν λόγω αποφάσεως. Στις 10 Νοεμβρίου 2015, το Conseil d’Etat αναίρεσε την εν λόγω απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση στο CCE.

24.      Με απόφαση της 19ης Μαΐου 2015, το CCE επίσης απέρριψε την προσφυγή κατά της διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας της 3ης Ιουνίου 2014 λόγω απώλειας του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος προς άσκηση της προσφυγής. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ιδίως ότι, με την απόφασή του της 31ης Οκτωβρίου 2014, είχε περατωθεί η διαδικασία της υποβληθείσας από τον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης αιτήσεως ασύλου και ότι ο αναιρεσείων δεν είχε, ως εκ τούτου, πλέον έννομο συμφέρον να επικαλεστεί το όφελος από τη συνέχιση περατωθείσας διαδικασίας αιτήσεως ασύλου. Επιπλέον, το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο εκτίμησε ότι, δεδομένου ότι η διαταγή αυτή προς εγκατάλειψη της επικράτειας δεν εκτελέστηκε αναγκαστικώς, ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να προβάλει τα επιχειρήματά του ενώπιον του CCE κατόπιν της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου από τον CGRA και, ως εκ τούτου, δεν αποδείκνυε πλέον ότι είχε έννομο συμφέρον να επικαλεστεί παράβαση του άρθρου 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).

25.      Στις 2 Ιουνίου 2015, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του CCE της 19ης Μαΐου 2015, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως, το δικαστήριο αυτό απέρριψε μια πρώτη ένσταση απαραδέκτου, εκτιμώντας ότι η προσβαλλόμενη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας ήταν βλαπτική για τον αναιρεσείοντα. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, μολονότι η διαταγή αυτή δεν δύναται προσωρινώς να εκτελεστεί αναγκαστικώς, επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την υποχρέωση να εγκαταλείψει την επικράτεια. Εξάλλου, η απαγόρευση της εκτελέσεως της διαταγής αυτής είναι απλώς προσωρινή και το État belge [Βελγικό Δημόσιο] θα μπορούσε να προβεί στην αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής αυτής μόλις το CCE απέρριπτε εκ νέου την προσφυγή κατά της αποφάσεως του CGRA της 23ης Μαΐου 2014.

26.      Στο πλαίσιο της ίδιας αιτήσεως αναιρέσεως, το Βελγικό Δημόσιο προέβαλε δεύτερη ένσταση απαραδέκτου, αντληθείσα επίσης από έλλειψη έννομου συμφέροντος προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, προβάλλοντας ιδίως ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως της διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας, δεν θα είχε άλλη επιλογή παρά μόνο να εκδώσει εκ νέου την ίδια απόφαση. Συγκεκριμένα, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης νομοθεσία θα το υποχρέωνε να εκδώσει διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας ήδη από της απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου από τον CGRA, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η απόρριψη αυτή είναι ή όχι απρόσβλητη. Ο S. Gnandi αντιτείνει ότι η υποχρέωση που του επιβάλλεται να εγκαταλείψει την επικράτεια ήδη από της απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου και, συνεπώς, πριν από την εξάντληση των ένδικων μέσων κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, παραβιάζει το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως, προσβάλλει το δικαίωμά του σε αποτελεσματική ένδικη προστασία και αντιβαίνει στην αρχή της μη επαναπροωθήσεως. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, αν το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει την έκδοση διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας πριν από την οριστική περάτωση της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου, ο αναιρεσείων διαθέτει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον για την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

27.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Conseil d’État (Βέλγιο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν το άρθρο 5 της οδηγίας [2008/115], το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την τήρηση της αρχής της μη επαναπροωθήσεως κατά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, καθώς και το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή, που προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας και από το άρθρο 47 του [Χάρτη], την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά η έκδοση αποφάσεως επιστροφής, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 της προαναφερθείσας οδηγίας [2008/115], καθώς και από το άρθρο 52/3, παράγραφος 1, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 […] και από το άρθρο 75, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 8ης Οκτωβρίου 1981 […], ήδη από της απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου από τον [CGRA] και, συνεπώς, πριν την εξάντληση των ένδικων μέσων κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως και πριν καταστεί δυνατή η οριστική περάτωση της διαδικασίας ασύλου;»

28.      Μετά την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου να υποβάλει το προδικαστικό αυτό ερώτημα στο Δικαστήριο, το CCE, με απόφαση της 11ης Μαρτίου 2016, ακύρωσε την απόφαση του CGRA της 23ης Μαΐου 2014 περί απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου και ανέπεμψε την υπόθεση στον CGRA. Ο CGRA εξέδωσε, στις 30 Ιουνίου 2016, νέα απόφαση περί αρνήσεως χορηγήσεως ασύλου, κατά της οποίας ο S. Gnandi προσέφυγε εκ νέου ενώπιον του CCE.

29.      Περαιτέρω, ανεξαρτήτως της αιτήσεως ασύλου, χορηγήθηκε στον S. Gnandi, με απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2016, άδεια προσωρινής διαμονής στη βελγική επικράτεια έως την 1η Μαρτίου 2017.

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

30.      Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο απηύθυνε αίτηση παροχής διευκρινίσεων στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο απάντησε με επιστολή της 14ης Φεβρουαρίου 2017.

31.      Ο S. Gnandi, η Βελγική και η Τσεχική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, δυνάμει του άρθρου 23, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ενδιαφερόμενοι αυτοί, εξαιρουμένης της Τσεχικής Δημοκρατίας, ανέπτυξαν προφορικά τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 1ης Μαρτίου 2017.

32.      Στις 2 Μαρτίου 2017, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 62, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Βελγική Κυβέρνηση κλήθηκε να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα. Η Βελγική Κυβέρνηση ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό στις 9 Μαρτίου 2017.

 Ανάλυση

 Σχετικά με τη χρησιμότητα της απαντήσεως στο προδικαστικό ερώτημα για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης

33.      Στις γραπτές παρατηρήσεις, της η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει, κυρίως, ότι παρέλκει η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Προβάλλει, αφενός, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας κατέστη ανενεργή κατόπιν της αποφάσεως του CCE της 11ης Μαρτίου 2016, με την οποία το δικαιοδοτικό αυτό όργανο ακύρωσε την απόφαση του CGRA της 23ης Μαΐου 2014 που αποτελεί τη βάση της διαταγής αυτής, και αφετέρου, ότι στον S. Gnandi έχει παρασχεθεί δικαίωμα προσωρινής διαμονής στο Βέλγιο έως την 1η Μαρτίου 2017. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διαφορά της κύριας δίκης έχει πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου ή, τουλάχιστον, ο S. Gnandi δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον ως προς την προσφυγή του.

34.      Κληθέν από το Δικαστήριο να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι παραμένει αναγκαία η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προέβαλε η Βελγική Κυβέρνηση, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι η δια της αποφάσεως του CCE της 11ης Μαρτίου 2016 ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου του S. Gnandi δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής έννομα αποτελέσματα επί της διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας της 3ης Ιουνίου 2014.

35.      Αντιθέτως, η ακύρωση αυτή θα είχε ως συνέπεια την επανάληψη της διαδικασίας ασύλου του S. Gnandi ενώπιον του CGRA, γεγονός το οποίο θα οδηγούσε τις βελγικές αρχές να του χορηγήσουν άδεια προσωρινής διαμονής έως την έκδοση της νέας αποφάσεως επί της αιτήσεως παροχής διεθνούς προστασίας.

36.      Το αιτούν δικαστήριο αναγνωρίζει ότι έχει ήδη κρίνει ότι άδεια προσωρινής διαμονής όπως η χορηγηθείσα στον S. Gnandi συνιστά πράξη αντίθετη προς προγενεστέρως εκδοθείσα διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας και συνεπάγεται τη σιωπηρή ανάκλησή της. Εντούτοις, επισημαίνει ότι, στην απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84, σκέψη 75), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 2008/115 επιβάλλει να μπορεί η διαδικασία που έχει κινηθεί βάσει της ίδιας οδηγίας να επαναληφθεί από το σημείο κατά το οποίο διακόπηκε λόγω της υποβολής αιτήσεως διεθνούς προστασίας, εάν η αίτηση απορριφθεί κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία. Λαμβανομένης υπόψη της απαιτήσεως αυτής για τη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας 2008/115, δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά το αιτούν δικαστήριο, ότι η διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας κατέστη ανενεργή. Η πράξη αυτή παρήγε εκ νέου αποτελέσματα από τη δεύτερη απόρριψη της αιτήσεως ασύλου του S.Gnandi, στις 30 Ιουνίου 2016, ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση της διαδικασίας επιστροφής από το στάδιο κατά το οποίο είχε διακοπεί.

37.      Κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με την οποία το Δικαστήριο παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν (7). Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, το επιλαμβανόμενο της διαφοράς εθνικό δικαστήριο είναι σε θέση, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, να εκτιμήσει καλύτερα τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (8).

38.      Εντούτοις, εναπόκειται στο Δικαστήριο, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες υποβλήθηκαν ερωτήματα από το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να ελέγξει την αρμοδιότητά του και, ειδικότερα, να αποφανθεί αν η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης έχει σχέση με το υποστατό και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μη διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες επί γενικών και υποθετικών ερωτημάτων (9). Εάν προκύψει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι προδήλως άσχετο με την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να διαπιστώσει ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως (10).

39.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει, ειδικότερα, ότι παρέλκει η έκδοση της ζητηθείσας προδικαστικής αποφάσεως όταν η πράξη κατά της οποίας ασκήθηκε η προσφυγή στην κύρια δίκη κατέστη ανενεργή συνεπεία γεγονότων επελθόντων μετά την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος, οπότε η διαφορά της κύριας δίκης κατέστη άνευ αντικειμένου (11).

40.      Εν προκειμένω, όσον αφορά, πρώτον, τα αποτελέσματα της αποφάσεως του CCE της 11ης Μαρτίου 2016, με την οποία ακυρώθηκε η απόρριψη της αιτήσεως ασύλου του S. Gnandi, επί της διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας της 3ης Ιουνίου 2014, το αιτούν δικαστήριο απλώς αρνείται ότι η απόφαση αυτή έχει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια επί της εν λόγω διαταγής, χωρίς ωστόσο να αιτιολογεί την άποψή του. Η δε Βελγική Κυβέρνηση στηρίζει το επιχείρημά της κατά το οποίο η έκδοση της εν λόγω αποφάσεως έχει καταστήσει ανενεργή την προαναφερθείσα διαταγή επί μόνης της διαπιστώσεως ότι η διαταγή αυτή βασίζεται στην απορριπτική απόφαση του CGRA της 23ης Μαΐου 2014.

41.      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, καίτοι η διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας της 3ης Ιουνίου 2014 εκθέτει, υπό τον τίτλο «Σκεπτικό της απόφασης», ότι «ο [CGRA] εξέδωσε στις 26 [Μαΐου] 2014 (12) απόφαση περί αρνήσεως αναγνωρίσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα […]», αναφέρει, υπό τον ίδιο αυτό τίτλο, ότι η διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας εκδόθηκε «σε εκτέλεση του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980» και για τους λόγους που περιλαμβάνονται στο στοιχείο 1 της διατάξεως αυτής, ήτοι ότι «ο ενδιαφερόμενος παραμένει στο Βασίλειο χωρίς να διαθέτει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 2 [του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980] έγγραφα· συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος δεν διαθέτει έγκυρο διαβατήριο με έγκυρη θεώρηση». Ως εκ τούτου, προκύπτει από τη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας της 3ης Ιουνίου 2014 ότι, αντιθέτως προς όσα υπαινίσσεται η Βελγική Κυβέρνηση, η έκδοσή της δεν στηρίζεται στην απόφαση του CGRA, αλλά στον παράνομο χαρακτήρα της διαμονής του S. Gnandi στη βελγική επικράτεια. Βεβαίως, σύμφωνα με τις κρίσιμες διατάξεις του βελγικού δικαίου, η έκδοση της διαταγής αυτής κατέστη δυνατή, υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, μόνο μετά την απόρριψη της αιτήσεως ασύλου του S. Gnandi από τον CGRA (13). Η απόρριψη αυτή συνεπώς ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση της εν λόγω διαταγής. Εντούτοις, η διαταγή αυτή δεν βασίζεται στην εν λόγω απόρριψη, αλλά, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, στην παράνομη διαμονή του S. Gnandi.

42.      Εξάλλου, η επίμαχη στην κύρια δίκη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 75, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 8ης Οκτωβρίου 1981, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 52/3, παράγραφος 1, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι ουδεμία εκ των διατάξεων αυτών προβλέπει ότι ενδεχόμενη ακύρωση της αποφάσεως του CGRA περί αρνήσεως αναγνωρίσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα με αναπομπή της υποθέσεως σε αυτόν στερεί παντός έννομου αποτελέσματος τη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας που εκδόθηκε σε εκτέλεση των εν λόγω διατάξεων. Το βελγικό δίκαιο προβλέπει εξάλλου άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας συνυπάρχει με αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας και κινηθείσα διαδικασία αναγνωρίσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα (14). Τέλος, επισημαίνεται ότι, εκτός των δύο προαναφερθέντων άρθρων, η Βελγική Κυβέρνηση δεν επικαλείται καμία άλλη διάταξη εσωτερικού δικαίου ή δικαστική απόφαση προς στήριξη των όσων υποστηρίζει.

43.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, φρονώ ότι δεν προκύπτει προδήλως ότι η διαφορά της κύριας δίκης έχει καταστεί άνευ αντικειμένου κατόπιν της ακυρώσεως της αποφάσεως του CGRA της 23ης Μαΐου 2014. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αποδοχή της θέσεως της Βελγικής Κυβέρνησης, παρά την αντίθετη, μη αιτιολογημένη ωστόσο, άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, θα έθετε εν αμφιβόλω την αποστολή τόσο του εθνικού δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει ήδη κατά το παρελθόν κρίνει ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως παρά τη διατυπωθείσα από αιτούν δικαστήριο επιθυμία να εμμείνει στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (15). Εντούτοις, τούτο συνέβη μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εξάλειψη του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης ή της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ήταν αδιαμφισβήτητη, οπότε η διατήρηση της αιτήσεως αυτής θα οδηγούσε προδήλως το Δικαστήριο να απαντήσει σε υποθετικά ερωτήματα ή σε ερωτήματα που δεν ασκούσαν επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Ωστόσο, για τους προεκτεθέντες λόγους, δεν συντρέχει, κατά τη γνώμη μου, τέτοια περίπτωση εν προκειμένω.

44.      Όσον αφορά, δεύτερον, τις συνέπειες της χορηγηθείσας στον S. Gnandi προσωρινής άδειας διαμονής επί της διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας της 3ης Ιουνίου 2014, από την απάντηση στην αίτηση παροχής διευκρινίσεων προκύπτει ότι, κατά το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας), η ερμηνεία της οδηγίας 2008/115 που δόθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Ν. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84) αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι τέτοια άδεια συνεπάγεται τη σιωπηρή ανάκληση της εν λόγω διαταγής.

45.      Συναφώς, αφενός, επισημαίνεται ότι η ανάλυση του προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε από το Conseil d’État απαιτεί, μεταξύ άλλων, την εξέταση του αν, και υπό ποιες προϋποθέσεις, η συναχθείσα από το Δικαστήριο λύση στην απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Ν. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84), μπορεί να εφαρμοστεί στη διαφορά της κύριας δίκης, ώστε η απάντηση του Δικαστηρίου στο ερώτημα αυτό να διατηρήσει τη χρησιμότητά της –ως προς το σημείο αυτό και μόνο– για την απόφαση που πρόκειται να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο στη διαφορά της κύριας δίκης. Αφετέρου, παρατηρείται ότι από την απάντηση στην αίτηση παροχής διευκρινίσεων δεν προκύπτει ότι η εφαρμογή μόνων των εθνικών κανόνων θα οδηγούσε κατ’ ανάγκη το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) να κρίνει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας κατέστη ανενεργή επειδή χορηγήθηκε άδεια προσωρινής διαμονής στον S. Gnandi, καθόσον το δικαστήριο αυτό δεν επικαλείται πάγια νομολογιακή πρακτική επ’ αυτού. Δεν προκύπτει, ως εκ τούτου, προδήλως ότι η διαφορά της κύριας δίκης έχει καταστεί άνευ αντικειμένου κατόπιν της εκδόσεως τέτοιας άδειας.

46.      Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, όπως προβάλλει η Βελγική Κυβέρνηση, ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στο προδικαστικό ερώτημα δεν έχει πλέον καμία χρησιμότητα για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

47.      Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και όλοι οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου συμφωνούν στον χαρακτηρισμό της διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας της 3ης Ιουνίου 2014 ως αποφάσεως επιστροφής κατά την οδηγία 2008/115.

48.      Είμαι της ίδιας γνώμης. Η εν λόγω διαταγή εμπίπτει στον ορισμό που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 4, της οδηγίας αυτής: πρόκειται για διοικητική πράξη με την οποία κηρύσσεται παράνομη η διαμονή του S. Gnandi στη βελγική επικράτεια και του επιβάλλεται υποχρέωση επιστροφής εντός της τασσόμενης προθεσμίας (16). Το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 39/70 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, η εν λόγω διαταγή προσωρινώς δεν είναι δεκτική αναγκαστικής εκτελέσεως δεν ασκεί επιρροή στον χαρακτηρισμό αυτόν.

49.      Με το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν οι προϋποθέσεις εκδόσεως τέτοιας αποφάσεως επιστροφής πληρούνταν υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης και αν η έκδοσή της παραβίασε τις αρχές της μη επαναπροωθήσεως και της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.

50.      Συναφώς, υπενθυμίζεται, ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στους παρανόμως διαμένοντες στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόους τρίτης χώρας. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, που παρατίθεται στο σημείο 9 των παρουσών προτάσεων, για να εκδοθεί απόφαση επιστροφής υπηκόου τρίτης χώρας πρέπει ο υπήκοος αυτός να «διαμένει παράνομα» στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

51.      Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν, υπό τις συνθήκες της διαφοράς της κύριας δίκης, ο S. Gnandi μπορούσε να θεωρηθεί ως παρανόμως διαμένων στη βελγική επικράτεια βάσει της οδηγίας 2008/115 και αν μπορούσε, ή ακόμη έπρεπε, να εκδοθεί απόφαση επιστροφής του από τις βελγικές αρχές.

52.      Η έννοια του όρου «παράνομη διαμονή» ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της οδηγίας 2008/115, το οποίο παρατίθεται στο σημείο 7 των παρουσών προτάσεων (17). Από τον ορισμό αυτόν προκύπτει ότι διαμένει παράνομα στο έδαφος κράτους μέλους κάθε υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος βρίσκεται σε αυτό χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος (18).

53.      Η αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας αυτής, η οποία παραπέμπει συναφώς στην οδηγία 2005/85, προβλέπει ότι υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση για άσυλο σε ένα κράτος μέλος δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι διαμένει παράνομα στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους «μέχρι να εκδοθεί απόφαση που να απορρίπτει την αίτηση, ή απόφαση που να του/της στερεί το δικαίωμα να διαμείνει ως αιτών άσυλο».

54.      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85, το οποίο είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, αναγνώριζε πράγματι σε αιτούντα άσυλο το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους τουλάχιστον μέχρις ότου απορριφθεί η αίτησή του σε πρώτο βαθμό. Στη σκέψη 48 της αποφάσεως της 30ής Μαΐου 2013, Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, βάσει του δικαιώματος αυτού, ο αιτών άσυλο δεν μπορεί να θεωρείται ότι «διαμένει παρανόμως» κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115. Τούτο ισχύει, κατά το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του αν το οικείο κράτος μέλος έχει χορηγήσει ή όχι άδεια διαμονής στον αιτούντα άσυλο, καθόσον το άρθρο 7 της οδηγίας 2005/85 αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω κράτους μέλους τη χορήγηση τέτοιας άδειας.

55.      Ωστόσο, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, σαφώς από τη συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο στις σκέψεις 44 έως 49 της αποφάσεως της 30ής Μαΐου 2013, Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343), καθώς και, γενικότερα, από τη σχέση μεταξύ της οδηγίας 2008/115 και της οδηγίας 2005/85 –νυν οδηγίας 2013/32– ότι υπήκοος τρίτης χώρας αιτών άσυλο δεν μπορεί να θεωρείται ότι διαμένει παρανόμως στην επικράτεια κράτους μέλους στο οποίο έχει υποβάλει την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας για όσο διάστημα του αναγνωρίζεται δικαίωμα παραμονής στην επικράτεια αυτή –έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας επί της αιτήσεως αυτής– είτε βάσει του δικαίου της Ένωσης είτε βάσει του εθνικού δικαίου.

56.      Το συμπέρασμα αυτό εξάλλου επιβεβαιώνεται εμμέσως από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, το οποίο προβλέπει ότι, αν κράτος μέλος αποφασίσει να χορηγήσει αυτοτελή άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παράνομα στο έδαφός του, ουδεμία απόφαση επιστροφής εκδίδεται για τον υπήκοο αυτόν. Βεβαίως, το δικαίωμα προσώπου να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο έχει υποβάλει αίτηση ασύλου, έως την ολοκλήρωση της εξετάσεώς της, δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής, όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 2005/85. Εντούτοις, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και όπως διευκρινίζεται στο σχετικό με την επιστροφή εγχειρίδιο που έχει εκδώσει το θεσμικό αυτό όργανο (19), οποιοσδήποτε υπήκοος τρίτης χώρας είναι φυσικά παρών στο έδαφος κράτους μέλους διαμένει, υπό το πρίσμα της οδηγίας 2008/115, είτε νόμιμα είτε παράνομα. Δεν υπάρχει τρίτη επιλογή (20).

57.      Καθόσον ο αιτών άσυλο στον οποίο έχει παρασχεθεί δικαίωμα παραμονής στο έδαφος κράτους μέλους έως την ολοκλήρωση της εξετάσεως της αιτήσεώς του δεν μπορεί να θεωρείται ως παρανόμως διαμένων, η οδηγία 2008/115 (21) δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του, τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δικαιούται να παραμείνει στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να είναι αποδέκτης αποφάσεως επιστροφής βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

58.      Όπως έχει ήδη υπομνησθεί στις παρούσες προτάσεις, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, η οδηγία 2005/85 προέβλεπε το δικαίωμα του αιτούντος άσυλο να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους έως την απόρριψη της αιτήσεώς του σε πρώτο βαθμό. Στην περίπτωση του S. Gnandi, το δικαίωμα αυτό επομένως έπαυσε να υφίσταται στις 23 Μαΐου 2014, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεώς του από τον CGRA.

59.      Το άρθρο 39, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας 2005/85 άφηνε στα κράτη μέλη την πρωτοβουλία να θεσπίσουν τους κανόνες που απορρέουν από τις διεθνείς υποχρεώσεις τους σχετικά με το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο να παραμείνουν στο κράτος μέλος στο οποίο έχουν υποβάλει την αίτηση ασύλου έως την έκβαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 39, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ένδικης προσφυγής κατά της απορρίψεως σε πρώτο βαθμό της αιτήσεως αυτής.

60.      Ωστόσο, προκύπτει από τη δικογραφία ότι, στις 11 Ιουλίου 2014, οι βελγικές αρχές χορήγησαν στον S. Gnandi το «ειδικό έγγραφο διαμονής», του παραρτήματος 35 του βασιλικού διατάγματος της 8ης Οκτωβρίου 1981, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 111 του εν λόγω διατάγματος, για τον λόγο ότι είχε ασκήσει προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας ενώπιον του CCE. Το έγγραφο αυτό, το οποίο ίσχυε αρχικώς έως τις 10 Οκτωβρίου 2014, αναφέρει ότι «[ο] ενδιαφερόμενος δεν γίνεται δεκτός για διαμονή, ούτε του χορηγείται άδεια διαμονής αλλά μπορεί να παραμείνει στην επικράτεια του Βασιλείου έως την έκδοση της αποφάσεως του [CCE]».

61.      Χωρίς να είναι αναγκαίο να λάβω θέση επί του ζητήματος αν το Βασίλειο του Βελγίου έκανε ή όχι χρήση του άρθρου 39, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2005/85, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το προαναφερθέν έγγραφο παρέσχε στον S. Gnandi δικαίωμα να παραμείνει στη βελγική επικράτεια εν αναμονή της εκβάσεως της προσφυγής του. Από της εκδόσεώς του, το έγγραφο αυτό δεν επέτρεπε συνεπώς την έκδοση αποφάσεως επιστροφής εις βάρος του S. Gnandi δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, καθόσον η παραμονή του στη βελγική επικράτεια δεν μπορούσε να θεωρηθεί «παράνομη».

62.      Επισημαίνω, ωστόσο, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας εκδόθηκε στις 3 Ιουνίου 2014, ήτοι πριν από την άσκηση από τον S. Gnandi, στις 23 Ιουνίου 2014, της προσφυγής του ενώπιον του CCE. Ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η εν λόγω διαταγή, το βελγικό δίκαιο δεν αναγνώριζε ακόμη στον S. Gnandi δικαίωμα παραμονής στη βελγική επικράτεια, καθόσον το δικαίωμα αυτό γεννήθηκε μόνο όταν ασκήθηκε η εν λόγω προσφυγή (22).

63.      Πρέπει μήπως να θεωρηθεί ότι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου από τον CGRA και της ημερομηνίας ασκήσεως της προσφυγής του ενώπιον του CCE, ο S. Gnandi –καθόσον δεν διέθετε έγκυρο διαβατήριο και έγκυρη θεώρηση και δεν εδικαιούτο να παραμένει στη βελγική επικράτεια ως αιτών άσυλο βάσει της οδηγίας 2005/85 και της βελγικής νομοθεσίας– διέμενε παρανόμως στην επικράτεια αυτή, με συνέπεια να είναι δυνατή η έκδοση έναντι αυτού αποφάσεως επιστροφής δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115;

64.      Για τους λόγους που θα εκθέσω, είμαι πεπεισμένος ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική.

65.      Το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2005/85 υποχρέωνε τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν στους αιτούντες άσυλο «δικαίωμα πραγματικής προσφυγής» ενώπιον δικαστηρίου κατά κάθε αποφάσεως σχετικής με την αίτηση ασύλου. Όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Tall (C‑239/14, EU:C:2015:824, σκέψεις 51 έως 53), τα χαρακτηριστικά της προσφυγής αυτής πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 47 του Χάρτη, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της μη επαναπροωθήσεως, την οποία καθιερώνει το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη (23).

66.      Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 2 και του άρθρου 47 του Χάρτη, προκύπτει ότι, οσάκις ένα κράτος αποφασίζει να επαναπροωθήσει αλλοδαπό σε χώρα ως προς την οποία υπάρχουν αποχρώντες λόγοι να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω αλλοδαπός θα εκτεθεί εκεί σε σοβαρό κίνδυνο υποβολής σε αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ μεταχείριση, η κατά το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ απαίτηση περί αποτελεσματικότητας της προσφυγής συνεπάγεται ότι πρέπει να αναστέλλεται αυτοδικαίως η εκτέλεση του μέτρου αποπομπής του αλλοδαπού (24). Οι ίδιες αρχές διατυπώθηκαν από το Δικαστήριο, ιδίως στις αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida (C‑562/13, EU:C:2014:2453, σκέψεις 52 και 53), και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Tall (C‑239/14, EU:C:2015:824, σκέψη 58).

67.      Βεβαίως, η ανωτέρω μνημονευθείσα νομολογία αφορά αποκλειστικά τις προσφυγές κατά μέτρων η εκτέλεση των οποίων ενδέχεται να εκθέσει τον ενδιαφερόμενο σε κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και προς το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη. Ωστόσο, απόφαση περί απορρίψεως αιτήσεως παροχής διεθνούς προστασίας, η οποία, αφ’ εαυτής, δεν επάγεται μέτρα απομακρύνσεως, δεν συνιστά, καταρχήν, τέτοιο μέτρο. Για τον λόγο αυτόν το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έλλειψη ανασταλτικού αποτελέσματος προσφυγής ασκηθείσας κατά τέτοιας αποφάσεως συνάδει, καταρχήν, με το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη. Πράγματι, παρότι βάσει μιας τέτοιας αποφάσεως δεν είναι δυνατή η αναγνώριση διεθνούς προστασίας υπέρ υπηκόου τρίτης χώρας, η εκτέλεσή της δεν μπορεί, αυτή καθαυτήν, να επάγεται την απομάκρυνση του εν λόγω υπηκόου (25).

68.      Εντούτοις, η αποτελεσματικότητα δικαστικής προσφυγής κατά τέτοιας αποφάσεως και η τήρηση της αρχής της μη επαναπροωθήσεως θα καταστρατηγούνταν επίσης αν, κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης προθεσμίας για την άσκηση τέτοιας προσφυγής –και, άπαξ και ασκηθεί, έως την έκβασή της–, ο αιτών άσυλο ήταν εκτεθειμένος σε ενδεχόμενη εκτέλεση μέτρων απομακρύνσεως.

69.      Κατά τα λοιπά, επανερχόμενος στην υπό εξέταση υπόθεση, η βελγική νομοθεσία προβλέπει ρητώς, στο άρθρο 39/70 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, ότι κανένα μέτρο απομακρύνσεως από την επικράτεια δεν δύναται να εκτελεστεί αναγκαστικώς κατά αλλοδαπού κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας κατά των αποφάσεων του CGRA.

70.      Αν κανένα μέτρο απομακρύνσεως δεν δύναται να εκτελεστεί αναγκαστικώς κατά υπηκόου τρίτης χώρας κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεώς του για παροχή διεθνούς προστασίας, ειδάλλως θα στερείτο αποτελεσματικότητας η προσφυγή αυτή και θα παραβιαζόταν η αρχή της μη επαναπροωθήσεως, τούτο σημαίνει ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας δικαιούται να παραμείνει στην επικράτεια του κράτους μέλους στο οποίο υπέβαλε την αίτηση αυτή κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα.

71.      Το δικαίωμα αυτό αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι «διαμένει παρανόμως» κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από την απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343) (26), και, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να εκδοθεί απόφαση περί επιστροφής του κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

72.      Δεν είναι αντίθετη, κατά τη γνώμη μου, προς το συμπέρασμα αυτό η απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84), την οποία επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση.

73.      Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο η υποβολή αιτήσεως ασύλου από υπήκοο τρίτης χώρας για τον οποίο έχει κινηθεί διαδικασία επιστροφής βάσει της οδηγίας 2008/115 να έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά άκυρη τυχόν προγενέστερη απόφαση περί επιστροφής που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής (27). Το γεγονός ότι, ως αιτών άσυλο, ο υπήκοος αυτός έχει το δικαίωμα να παραμείνει στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεώς του και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρανόμως διαμένων κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 2, της οδηγίας 2008/115 δεν εμποδίζει, κατά το Δικαστήριο, η διαδικασία που έχει κινηθεί εις βάρος του, μολονότι διακόπηκε, να παραμείνει εκκρεμής ή και να συνεχιστεί εάν απορριφθεί η αίτηση ασύλου.

74.      Η άποψη αυτή, η οποία έχει διατυπωθεί στη σκέψη 60 της αποφάσεως της 30ής Μαΐου 2013, Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343), δικαιολογείται, κατά το Δικαστήριο, από την απαίτηση να μη διακυβεύεται η επίτευξη του σκοπού της οδηγίας 2008/115, ήτοι η καθιέρωση μιας αποτελεσματικής πολιτικής όσον αφορά την απομάκρυνση και τον επαναπατρισμό των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (28). Συγκεκριμένα, η υποχρέωση την οποία επιβάλλει το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής στα κράτη μέλη να προβαίνουν, στις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού περιπτώσεις, στην απομάκρυνση –υποχρέωση που πρέπει να εκπληρώνεται εντός του συντομότερου δυνατού χρόνου– (29), δεν θα τηρούνταν αν η απομάκρυνση καθυστερούσε για τον λόγο ότι, μετά την απόρριψη της αιτήσεως διεθνούς προστασίας κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία, η επανάληψη της διαδικασίας επιστροφής δεν ήταν δυνατή από το σημείο στο οποίο διακόπηκε, αλλά μόνον από την αρχή (30).

75.      Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι, κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Ν. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84), η διαδικασία επιστροφής μπορεί να συνεχιστεί μετά την απόρριψη σε πρώτο βαθμό της αιτήσεως ασύλου, πρέπει επίσης να μπορεί κινηθεί από της απορρίψεως αυτής.

76.      Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή. Τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της διαδικασίας της κύριας δίκης στην υπό εξέταση υπόθεση διαφέρουν σαφώς από τα αντίστοιχα της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Ν. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84), οπότε δεν είναι δυνατή η άνευ ετέρου εφαρμογή στην πρώτη υπόθεση της λύσεως που προκρίθηκε στη δεύτερη.

77.      Η εκκρεμούσα διαδικασία επιστροφής εις βάρος του J. N. είχε κινηθεί πριν την υποβολή από αυτόν αιτήσεως παροχής διεθνούς προστασίας (31). Συνεπώς, όταν κινήθηκε η διαδικασία αυτή, ο J. N. δεν ήταν αιτών άσυλο (32) και δεν αντλούσε από την ιδιότητα αυτή κανένα δικαίωμα παραμονής στην ολλανδική επικράτεια. Ήταν παρανόμως διαμένων δυνάμει του άρθρου 3, σημείο 2, της οδηγίας 2008/115. Περαιτέρω, όταν υπέβαλε την αίτηση ασύλου, η απόφαση επιστροφής, καθώς και η απαγόρευση εισόδου διάρκειας δέκα ετών, που είχαν εκδοθεί εις βάρος του, είχαν καταστεί απρόσβλητες (33).

78.      Αντιθέτως, όταν κοινοποιήθηκε η επίμαχη στην κύρια δίκη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας στον S. Gnandi, η διαδικασία ασύλου ήταν σε εξέλιξη, ο CGRA είχε εκδώσει απόφαση απορρίψεως της αιτήσεως και η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής δεν είχε ακόμη παρέλθει. Καθόσον δεν μπορούσε να επαναπροωθηθεί κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής και, μετά την άσκηση της προσφυγής, έως την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής, ο S. Gnandi, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, είχε δικαίωμα παραμονής στη βελγική επικράτεια. Κατά τον χρόνο που κινήθηκε η διαδικασία επιστροφής, ο S. Gnandi δεν μπορούσε, συνεπώς, να θεωρηθεί ως παρανόμως διαμένων κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 2, της οδηγίας 2008/115.

79.      Ως εκ τούτου η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84), στην υπό κρίση υπόθεση όχι μόνο δεν επιτρέπεται σε επίπεδο ερμηνείας, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων διαφορών μεταξύ της υποθέσεως της κύριας δίκης και της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, αλλά θα οδηγούσε κατ’ ουσίαν στο μη αποδεκτό αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να κινούν διαδικασία επιστροφής βάσει της οδηγίας 2008/115 μολονότι οι απαιτούμενες από την οδηγία αυτή προϋποθέσεις δεν συντρέχουν.

80.      Εξάλλου, οι απαιτήσεις αποτελεσματικότητας και ταχείας διεξαγωγής της διαδικασίας στις οποίες στηρίζεται η συναχθείσα από το Δικαστήριο λύση στην απόφαση αυτή ισχύουν μόνον όταν η διαδικασία επιστροφής έχει ήδη κινηθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εν λόγω απαιτήσεις μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή, αντί της ακυρώσεως, της διαδικασίας αυτής. Υπό την έννοια αυτή, η απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Ν. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84), συνάδει προς το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, το οποίο προβλέπει ότι, όταν ένα κράτος μέλος αποφασίσει να χορηγήσει άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής στον υπήκοο τρίτης χώρας και εφόσον η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί, τότε αυτή μπορεί να αναστέλλεται για τη διάρκεια ισχύος της άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής ή, ακόμα, προς το άρθρο 9 της ίδιας οδηγίας το οποίο προβλέπει ότι η απομάκρυνση «αναβάλλεται» όταν αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροωθήσεως.

81.      Διαδικασία επιστροφής, δηλαδή, η οποία έχει κινηθεί νομίμως, μπορεί να διατηρείται εκκρεμής, μολονότι έχει ανασταλεί, για υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, αποκτά δικαίωμα διαμονής ή παραμονής στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους.

82.      Αντιθέτως, τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να κινηθεί εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας όταν υφίσταται τέτοιο δικαίωμα.

83.      Επιχειρήματα για την αμφισβήτηση του συναχθέντος στο σημείο 71 των παρουσών προτάσεων συμπεράσματος δεν μπορούν να αντληθούν ούτε από το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 2008/115, ούτε από το εγχειρίδιο περί επιστροφής, τα οποία επίσης επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση.

84.      Το άρθρο 6, παράγραφος 6 της οδηγίας 2008/115, το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται στο σημείο 9 των παρουσών προτάσεων, προβλέπει ότι απόφαση επιστροφής μπορεί να εκδοθεί συγχρόνως με τη λήξη της νόμιμης παραμονής του ενδιαφερομένου και την κήρυξη της λήξεως αυτής.

85.      Η διάταξη αυτή απλώς αναγνωρίζει στα κράτη μέλη μια δυνατότητα διαδικαστικού χαρακτήρα (34), με σκοπό την απλοποίηση της διαδικασίας των δύο σταδίων που προβλέπεται από την εν λόγω οδηγία (35) και την οποία μπορούν να αξιοποιήσουν τηρουμένων των προϋποθέσεων εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Ωστόσο, μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών περιλαμβάνεται, καταρχάς, η σχετική με τον παράνομο χαρακτήρα της διαμονής του ενδιαφερομένου υπηκόου τρίτης χώρας. Η δυνατότητα εκδόσεως μίας και μόνης πράξεως, έναντι δύο διακριτών πράξεων, αφενός, για τη λήξη της νόμιμης παραμονής υπηκόου τρίτης χώρας και, αφετέρου, για την έκδοση αποφάσεως επιστροφής ή/και απομακρύνσεως, δεν νομιμοποιεί τα κράτη μέλη να μη λαμβάνουν υπόψη την προϋπόθεση αυτή και να κινούν διαδικασία επιστροφής εις βάρος προσώπου που δικαιούται να παραμείνει στην επικράτειά τους.

86.      Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει εξάλλου σαφώς από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 2008/115, το οποίο επιτρέπει τη σώρευση της αποφάσεως επιστροφής ή/και απομακρύνσεως με «απόφαση ως προς τη λήξη της νόμιμης παραμονής», ήτοι με απόφαση η οποία, τερματίζοντας την παραμονή αυτή, σηματοδοτεί την έναρξη της παράνομης διαμονής του ενδιαφερόμενου. Ωστόσο, όπως καταδείχθηκε ανωτέρω, τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση απορρίψεως αιτήσεως ασύλου όταν, κατ’ εφαρμογήν του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου, η απόρριψη αυτή δεν είναι οριστική και ο αιτών άσυλο έχει το δικαίωμα να παραμείνει στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας ασύλου.

87.      Περαιτέρω, επισημαίνω ότι, όπως σημείωσε και η Επιτροπή κατά την αγόρευσή της, το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 2008/115 εφαρμόζεται «με την επιφύλαξη [των] συναφών διατάξεων του δικαίου [της Ένωσης] και του εθνικού δικαίου». Μεταξύ των διατάξεων αυτών, ωστόσο, περιλαμβάνονται επίσης οι ανωτέρω υπομνησθείσες αρχές του δικαίου της Ένωσης και οι εθνικές ρυθμίσεις που παρέχουν στον αιτούντα άσυλο το δικαίωμα να παραμείνει στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου.

88.      Εξάλλου, το εγχειρίδιο περί επιστροφής διευκρινίζει ότι η απόρριψη αιτήσεως ασύλου και η απόφαση επιστροφής μπορούν να εκδίδονται μαζί με σε μία ενιαία πράξη σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 2008/115 (36). Το εγχειρίδιο αυτό, το οποίο δεν έχει καμία δεσμευτική ισχύ (37), εκδόθηκε μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2013/32, η οποία αντικατέστησε την οδηγία 2005/85 και, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει να ερμηνεύεται υπό των πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας αυτής. Ωστόσο, όπως ήδη υπομνήσθηκε ανωτέρω, το άρθρο 46, παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους αιτούντες να παραμείνουν στο έδαφός τους μέχρις ότου λήξει η προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε πραγματική προσφυγή κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η αίτησή τους και, σε περίπτωση ασκήσεως εντός της προθεσμίας του εν λόγω δικαιώματος, εν αναμονή της εκβάσεως της προσφυγής. Είναι ως εκ τούτου σαφές, ότι, όταν το εν λόγω εγχειρίδιο αναφέρει ότι απόφαση απορρίψεως αιτήσεως ασύλου επιβάλλει επίσης υποχρέωση επιστροφής, δεν αναφέρεται σε απόφαση κατά της οποίας έχει ασκηθεί προσφυγή δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, δεδομένου ότι τέτοια ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς τις αρχές που καθιερώθηκαν με την απόφαση Arslan (38). Πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι η αναφορά αυτή αφορά μάλλον απορριπτική απόφαση η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη ή, όπως εξήγησε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απόφαση ληφθείσα σε μία από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 46, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής, όταν το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους ή δικαστική απόφαση δεν παρέχει στον αιτούντα άσυλο τη δυνατότητα να παραμείνει στην επικράτεια του κράτους αυτού εν αναμονή της εκβάσεως της προσφυγής του.

89.      Από το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων προκύπτει ότι ουδεμία απόφαση επιστροφής δυνάμει της οδηγίας 2008/115 μπορούσε να εκδοθεί εις βάρος του S. Gnandi κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής καθώς και, αφότου ασκήθηκε, κατά τη διάρκεια εξετάσεώς της και έως τη λήξη του ειδικού εγγράφου διαμονής που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 35 του βασιλικού διατάγματος της 8ης Οκτωβρίου 1981.

90.      Όσον αφορά την προ της αποφάσεως του CCE της 31ης Οκτωβρίου 2014 και της ασκήσεως της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής χρονική περίοδο, υπενθυμίζεται ότι, στην απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, Samba Diouf (C‑69/10, EU:C:2011:524), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η οδηγία 2005/85 δεν επιβάλλει την ύπαρξη δύο βαθμών δικαιοδοσίας και ότι η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας παρέχει στον πολίτη δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και όχι σε περισσότερους βαθμούς δικαιοδοσίας (39).

91.      Εντούτοις, από την προεκτεθείσα συλλογιστική προκύπτει ότι, όταν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και επιτρέπει στον αιτούντα άσυλο να παραμείνει στην επικράτεια του κράτους αυτού εν αναμονή της εκβάσεως της εφέσεως ή της αναιρέσεως, δεν μπορεί να κινηθεί διαδικασία επιστροφής εις βάρος του αιτούντος αυτού δυνάμει της οδηγίας 2008/115. Από τη δικογραφία προκύπτει, ωστόσο, ότι, στις 8 Φεβρουαρίου 2016, οι βελγικές αρχές χορήγησαν στον S. Gnandi προσωρινή άδεια διαμονής, με διάρκεια ισχύος έως την 1η Μαρτίου 2017, βάσει του άρθρου 9bis του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα χορηγήσεως τέτοιου εγγράφου, μεταξύ άλλων, στους αιτούντες άσυλο που έχουν ασκήσει διοικητική αίτηση αναιρέσεως κριθείσα παραδεκτή.

92.      Πριν διατυπώσω την πρότασή μου, επιθυμώ να εξετάσω εν συντομία δύο ζητήματα τα οποία, μολονότι δεν τα αφορά άμεσα η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, αποτέλεσαν εντούτοις αντικείμενο αντιπαραθέσεως μεταξύ των διαδίκων στις γραπτές παρατηρήσεις τους και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

93.      Το πρώτο αφορά τη συμβατότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας με τις διαδικαστικές εγγυήσεις της οδηγίας 2008/115.

94.      Συναφώς, επισημαίνω ότι η πράξη κοινοποιήσεως της διαταγής αυτής ανέφερε τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 39/2, παράγραφος 2, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, καθώς και υποβολής αιτήσεως αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 39/82 του νόμου αυτού, και διευκρίνιζε ότι, «με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 39/79 του ίδιου νόμου», ούτε η άσκηση τέτοιας προσφυγής ούτε η υποβολή αιτήσεως αναστολής συνεπάγονταν αναστολή της εκτελέσεως της κοινοποιηθείσας διαταγής. Η εν λόγω πράξη κοινοποιήσεως ουδόλως μνημόνευε απεναντίας ότι το άρθρο 39/70 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 απαγόρευε την αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω διαταγής κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της αποφάσεως περί αρνήσεως αναγνωρίσεως της ιδιότητας του πρόσφυγα, καθώς και ενόσω διαρκεί η εξέταση ενδεχόμενης προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής. Αντιθέτως, οι πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν στον S. Gnandi με την επίμαχη στην κύρια δίκη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας μπορούσαν να του δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι ήταν δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω διαταγής κατά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας για οικειοθελή αναχώρηση. Συγκεκριμένα, η πράξη κοινοποιήσεως ανέφερε ότι, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως στη διαταγή αυτή, ο S. Gnandi, διέτρεχε τον κίνδυνο να μεταφερθεί στα σύνορα και να κρατηθεί για τον σκοπό αυτό. Όπως δήλωσε ο S. Gnandi, χωρίς να αμφισβητηθεί από τη Βελγική Κυβέρνηση, οι ίδιες πληροφορίες περιλαμβάνονταν σε έντυπο που του επιδόθηκε μαζί με την πράξη κοινοποιήσεως.

95.      Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι η απόφαση επιστροφής που κοινοποιήθηκε στον S. Gnandi δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάδει με τις επιβαλλόμενες από την οδηγία 2008/115 διαδικαστικές εγγυήσεις και, ιδίως, από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής το οποίο ορίζει ότι οι αποφάσεις αυτές «περιλαμβάνουν πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα» και από το άρθρο 14, παράγραφος 2, το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού (40) πρόσωπα γραπτή βεβαίωση ότι η απόφαση επιστροφής δεν θα εκτελεσθεί προσωρινά. Γενικότερα, ο ελλιπής και αντιφατικός χαρακτήρας (41) των πληροφοριών αυτών υπό τις συνθήκες της διαφοράς της κύριας δίκης δεν ανταποκρίνεται, κατά τη γνώμη μου, στις απαιτήσεις δίκαιης και διαφανούς διαδικασίας οι οποίες μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας αυτής.

96.      Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί εν συντομία αφορά τα αποτελέσματα της επίμαχης στην κύρια δίκη διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας επί των συνθηκών διαμονής του S. Gnandi στη βελγική επικράτεια, ιδίως όσον αφορά τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματά του.

97.      Το αιτούν δικαστήριο παρέχει ελάχιστες μόνο πληροφορίες επ’ αυτού. Αναφέρει απλώς, κατ’ ουσίαν, ότι η εν λόγω διαταγή ήταν υποχρεωτική για τον S. Gnandi, ο οποίος όφειλε να συμμορφωθεί οικειοθελώς, μολονότι κανένα μέτρο απομακρύνσεως δεν ήταν δυνατό να εκτελεστεί αναγκαστικώς εις βάρος του. Προκύπτει ωστόσο από τη δικογραφία και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι, κατ’ εφαρμογήν εγκυκλίου της 30ής Αυγούστου 2013 (42), το όνομα του προσφεύγοντος είχε διαγραφεί από το μητρώο πληθυσμού κατόπιν της εκδόσεως της εν λόγω διαταγής, πράγμα που σημαίνει πιθανότατα ότι δεν είχε πλέον δικαίωμα σε αλληλασφάλιση ή σε οποιοδήποτε άλλο είδος κοινωνικής παροχής.

98.      Συναφώς, αφενός, υπενθυμίζεται ότι, η οδηγία 2003/9 (43), καθώς και η οδηγία 2013/33 (44), η οποία την αντικατέστησε από τις 20 Ιουλίου 2015, θεσπίζουν τις ελάχιστες συνθήκες υποδοχής τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να εγγυώνται στους υπηκόους τρίτων χωρών και στους απάτριδες που έχουν υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας εφόσον τους επιτρέπεται να παραμείνουν στο έδαφός τους ως αιτούντες άσυλο (45). Τα προβλεπόμενα από τις οδηγίες αυτές μέτρα, τα οποία αφορούν ιδίως τις υλικές συνθήκες υποδοχής και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, συνεπάγονται την πρόνοια για την κατάσταση του αιτούντος άσυλο (46), η οποία ουδόλως συγκρίνεται με τις εγγυήσεις εν αναμονή της επιστροφής οι οποίες επιβάλλονται από το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 (47).

99.      Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι, όπως επισήμανε και η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διευκρινίσει, σε απόφαση του 2015 (48), ότι ο de facto εξαναγκασμός αιτούντος άσυλο να επιστρέψει στη χώρα από την οποία διέφυγε χωρίς να έχει καταστεί δυνατή η εξέταση από δικαστήριο του βασίμου των φόβων του συνεπάγεται παράβαση των εγγυήσεων διαθεσιμότητας και προσβασιμότητας των προσφυγών τόσο από πλευράς δικαίου όσο και στην πράξη που απαιτούνται από το άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ (49). Ωστόσο, είναι αληθές ότι το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, αποφάσισε τη διαγραφή της προσφυγής από το μητρώο, οπότε η εν λόγω απόφαση δεν έχει πλέον κανένα έννομο αποτέλεσμα (50). Εκτιμώ πάντως ότι αξίζει να ληφθεί υπόψη η ερμηνεία της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας που έδωσε η απόφαση αυτή όσον αφορά το άρθρο 47 σε συνδυασμό με το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη. Οι διατάξεις αυτές δεν επιτρέπουν τον de facto εξαναγκασμό αιτούντος άσυλο να εγκαταλείψει την επικράτεια του κράτους στο οποίο έχει ασκήσει προσφυγή κατά της απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου, πριν από την έκβαση της προσφυγής αυτής, λόγω της αδυναμίας στην οποία εκτίθεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες του.

 Πρόταση

100. Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Βέλγιο):

Η οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, και ιδίως το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, καθώς και οι αρχές της μη επαναπροωθήσεως και της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, επιβαλλόμενες αντιστοίχως, από το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιτίθενται στην έκδοση αποφάσεως επιστροφής δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, κατά την έννοια της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, και στον οποίο, κατ’ εφαρμογήν του δικαίου της Ένωσης ή/και του εθνικού δικαίου, έχει παρασχεθεί δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος στο οποίο έχει υποβάλει την αίτησή του παροχής διεθνούς προστασίας, κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης στο άρθρο 39, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85 προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της απορρίψεως της αιτήσεως αυτής και, εφόσον ασκηθεί εμπροθέσμως, ενόσω διαρκεί η εξέτασή της. Αντιθέτως, δεν αντιβαίνει στην οδηγία 2008/115, καθώς και στις αρχές της μη επαναπροωθήσεως και της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, η έκδοση τέτοιας αποφάσεως επιστροφής εις βάρος του υπηκόου αυτού μετά την απόρριψη της εν λόγω προσφυγής, εκτός εάν, βάσει του εθνικού δικαίου, παρασχεθεί στον υπήκοο αυτόν δικαίωμα παραμονής στο οικείο κράτος μέλος έως την οριστική περάτωση της διαδικασίας ασύλου.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      ΕΕ 2008, L 348, σ. 98.


3      ΕΕ 2005, L 326, σ. 13.


4      Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού προβλέπει περιορισμένες εξαιρέσεις από τον κανόνα που θεσπίζει η παράγραφος 1. Οι εξαιρέσεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.


5      ΕΕ 2013, L 180, σ. 60.


6      Σύμφωνα με το άρθρο 52, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32 οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας που κατατίθενται πριν από την 20ή Ιουλίου 2015 διέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίσθηκαν δυνάμει της οδηγίας 2005/85.


7      Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, Meilicke (C‑83/91, EU:C:1992:332, σκέψη 22), της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle (C‑370/12, EU:C:2012:756, σκέψη 83), και της 24ης Οκτωβρίου 2013, Stoilov i Ko (C‑180/12, EU:C:2013:693, σκέψη 36).


8      Βλ. συναφώς, ιδίως, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, Lourenço Dias (C‑343/90, EU:C:1992:327, σκέψη 15), της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Ritter-Coulais (C‑152/03, EU:C:2006:123, σκέψη 14), και της 24ης Οκτωβρίου 2013, Stoilov i Ko (C‑180/12, EU:C:2013:693, σκέψη 37).


9      Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia (244/80, EU:C:1981:302, σκέψεις 18 και 21), της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Inspire Art (C‑167/01, EU:C:2003:512, σκέψη 45), και της 24ης Οκτωβρίου 2013, Stoilov i Ko (C‑180/12, EU:C:2013:693, σκέψη 38).


10      Βλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, Lourenço Dias (C‑343/90, EU:C:1992:327, σκέψη 20), της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Ritter-Coulais (C‑152/03, EU:C:2006:123, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 24ης Οκτωβρίου 2013, Stoilov i Ko (C‑180/12, EU:C:2013:693, σκέψη 38).


11      Βλ. διατάξεις της 10ης Ιουνίου 2011, Mohammad Imran (C‑155/11 PPU, EU:C:2011:387, σκέψεις 16 έως 18), της 3ης Μαρτίου 2016, Euro Bank (C‑537/15, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:143, σκέψεις 31 έως 36). Βλ., επίσης, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2013, Stoilov i Ko (C‑180/12, EU:C:2013:693, σκέψεις 39 έως 46).


12      Η αναγραφόμενη ημερομηνία δεν αντιστοιχεί στην ημερομηνία που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο και η οποία περιλαμβάνεται στο αντίγραφο της αποφάσεως του CGRA που διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο από τη Βελγική Κυβέρνηση.


13      Δεν συμβαίνει όμως πάντα αυτό. Πράγματι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως στις προβλεπόμενες στο άρθρο 74/6, παράγραφος 1bis, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980, η διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας εκδίδεται κατά την υποβολή της αιτήσεως ασύλου (βλ., επίσης, άρθρο 52/3, παράγραφος 2, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980).


14      Ιδίως σε περίπτωση «συνακόλουθων» αιτήσεων ασύλου, βλ. άρθρο 74/6, παράγραφος 1bis, του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980.


15      Βλ., ιδίως, διατάξεις της 22ας Οκτωβρίου 2012, Šujetová (C‑252/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:653, σκέψεις 11 έως 20), της 5ης Ιουνίου 2014, Antonio Gramsci Shipping κ.λπ. (C‑350/13, EU:C:2014:1516, σκέψεις 5 έως 12), και της 23ης Μαρτίου 2016, Overseas Financial και Oaktree Finance (C‑319/15, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:268, σκέψεις 28 έως 35). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2013, Di Donna (C‑492/11, EU:C:2013:428, σκέψεις 24 έως 31), και της 24ης Οκτωβρίου 2013, Stoilov i Ko (C‑180/12, EU:C:2013:693, σκέψεις 39 έως 46).


16      Βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida (C‑562/13, EU:C:2014:2453, σκέψη 39).


17      Ελλείψει ρητής παραπομπής στο εθνικό δίκαιο, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται βάσει μόνου του δικαίου της Ένωσης (βλ., ιδίως απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, Padawan, C‑467/08, EU:C:2010:620, σκέψη 32), τούτο δε παρότι η συγκεκριμένη εκτίμηση του νόμιμου ή παράνομου χαρακτήρα της διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί, κατά περίπτωση, να εξαρτάται επίσης από την εφαρμογή των κανόνων εθνικού δικαίου του κράτους αυτού.


18      Βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2016, Affum (C‑47/15, EU:C:2016:408, σκέψη 48).


19      Βλ. σύσταση της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 2015 για την καθιέρωση κοινού «εγχειριδίου περί επιστροφής» προς χρήση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κατά την εκτέλεση καθηκόντων που σχετίζονται με την επιστροφή [C(2015) 6250 τελικό (στο εξής: εγχειρίδιο περί επιστροφής)].


20      Βλ. εγχειρίδιο περί επιστροφής, σκέψη 1.2.


21      Βλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 48 και 49).


22      Το ειδικό έγγραφο διαμονής, το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα 35 του βασιλικού διατάγματος της 8ης Οκτωβρίου 1981, χορηγήθηκε στον S. Gnandi μόλις στις 10 Ιουλίου 2014, αλλά το δικαίωμα παραμονής στην βελγική επικράτεια το οποίο πιστοποιείται με το εν λόγω έγγραφο συνδέεται με την άσκηση της προσφυγής και απορρέει από το άρθρο 111 του βασιλικού διατάγματος της 8ης Οκτωβρίου 1981.


23      Η διάταξη αυτή ορίζει ιδίως ότι κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί να απομακρυνθεί προς κράτος στο οποίο υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Στην απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011 (C‑69/10, EU:C:2011:524, σκέψη 61), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι «σκοπός της οδηγίας 2005/85 είναι η θέσπιση ενός κοινού πλαισίου εγγυήσεων που θα παρέχουν τη δυνατότητα διασφαλίσεως της πλήρους τηρήσεως της Σύμβασης της Γενεύης [Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, υπογραφείσα στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951] και των θεμελιωδών δικαιωμάτων», μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα σε αποτελεσματική ένδικη προσφυγή.


24      Βλ., τέλος, απόφαση του ΕΔΔΑ της 14ης Φεβρουαρίου 2017 Allanazarova κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2017:0214JUD004672115, σκέψεις 96 έως 99 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


25      Βλ., σχετικά με απόφαση να μην εξετασθεί περαιτέρω μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Tall (C‑239/14, EU:C:2015:824, σκέψη 56).


26      Σημειώνεται παρεμπιπτόντως ότι, στην απόφαση Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έλαβε, στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ, διαφορετική θέση. Κατά το ΕΔΔΑ, η είσοδος αιτούντος άσυλο στην επικράτεια συμβαλλόμενου κράτους είναι «παράνομη» εφόσον δεν έχει «εγκριθεί» από το κράτος αυτό (βλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2008, ECLI:CE:ECHR:2008:0129JUD001322903, σκέψη 65), όπερ φαίνεται να προϋποθέτει τη θετική έκβαση της αιτήσεως ασύλου. Βλ., ωστόσο, κοινή γνώμη έξι δικαστών του τμήματος μείζονος συνθέσεως οι οποίοι διαφώνησαν εν μέρει με την πλειοψηφία.


27      Βλ. σημείο 75 των παρουσών προτάσεων.


28      Βλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2011, El Dridi (C‑61/11 PPU, EU:C:2011:268, σκέψη 59).


29      Βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, Achughbabian (C‑329/11, EU:C:2011:807, σκέψεις 43 και 45).


30      Βλ. σημείο 76 των παρουσών προτάσεων.


31      Επρόκειτο για την τέταρτη αίτηση ασύλου υποβληθείσα από τον J. N. Η πρώτη και η τρίτη είχαν απορριφθεί αμετάκλητα και η δεύτερη είχε ανακληθεί.


32      Οι τρεις αιτήσεις ασύλου που είχε υποβάλει ο J. N. προγενεστέρως είχαν όλες απορριφθεί αμετάκλητα, οπότε ουδεμία διαδικασία ασύλου εκκρεμούσε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί επιστροφής του.


33      Βλ., ιδίως, σκέψη 44 της αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2016, N. (C‑601/15 PPU, EU:C:2016:84).


34      Επισημαίνεται παρεμπιπτόντως ότι οι βελγικές αρχές δεν έκαναν χρήση της δυνατότητας αυτής στην περίπτωση του S. Gnandi. Συγκεκριμένα, αφενός, η διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας που κοινοποιήθηκε στον S. Gnandi, αφ’ εαυτής, δεν τερματίζει τη νόμιμη παραμονή στο Βέλγιο, αλλά μάλλον διαπιστώνει τον παράνομο χαρακτήρα της παραμονής αυτής και, αφετέρου, η διαταγή αυτή και η απόφαση του CGRA της 23ης Μαΐου 2014 είναι δύο διακριτές πράξεις, εκδοθείσες από δύο διαφορετικές αρχές.


35      Η πρόταση της οδηγίας 2008/115 αναφέρει, στο σημείο 4, ότι η ευχέρεια αυτή προβλέφθηκε προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες, που εξέφρασαν πολλά κράτη μέλη κατά τις προηγηθείσες διαβουλεύσεις, ότι η διαδικασία σε δύο στάδια θα μπορούσε να προκαλέσει διαδικαστικές καθυστερήσεις.


36      Βλ. «εγχειρίδιο περί επιστροφής», σημείο 12.2.


37      Όπως διευκρινίζεται στον πρόλογο του εγχειριδίου αυτού, το εν λόγω εγχειρίδιο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο έργο που επιτελέστηκε από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή στο πλαίσιο της «επιτροπής επαφών για την οδηγία περί επιστροφής» κατά τα έτη 2009-2014 και συγκεντρώνει με συστηματικό και συνοπτικό τρόπο τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο αυτού του φόρουμ, οι οποίες δεν απηχούν απαραιτήτως την ύπαρξη συναίνεσης μεταξύ των κρατών μελών ως προς την ερμηνεία των νομικών πράξεων.


38      Βλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Arslan (C‑534/11, EU:C:2013:343).


39      Βλ. σκέψη 69. Όσον αφορά το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ. Βλ., τέλος, απόφαση του ΕΔΔΑ της 14ης Φεβρουαρίου 2017, Allanazarova κατά Ρωσίας (ECLI:CE:ECHR:2017:0214JUD004672115, σκέψη 98), στην οποία επιβεβαιώνεται ότι η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση να θεσπίσουν δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε θέματα μέτρων απομακρύνσεως και ότι αρκεί να προβλέπεται τουλάχιστον εσωτερική προσφυγή που να πληροί τις προϋποθέσεις της επιδιωκόμενης από την εν λόγω διάταξη αποτελεσματικότητας, δηλαδή προσφυγή που καθιστά δυνατό τον προσεκτικό έλεγχο και την ενδελεχή εξέταση ισχυρισμού σχετικά με κίνδυνο εκθέσεως σε αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ μεταχείριση και η οποία έχει αυτοδικαίως ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς το επίμαχο μέτρο.


40      Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για πρόσωπα ως προς τα οποία αναβάλλεται η απομάκρυνση, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2008/115, ως αντίθετη προς την αρχή της μη επαναπροωθήσεως.


41      Η επίμαχη στην κύρια δίκη διαταγή προς εγκατάλειψη της επικράτειας κοινοποιήθηκε στον S. Gnandi μόλις λίγες ημέρες μετά την απόφαση του CGRA της 23ης Μαΐου 2014 η οποία του γνωστοποιούσε ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί κανένα μέτρο απομακρύνσεως εις βάρος του κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του CCE κατά της αποφάσεως αυτής. Εντούτοις, όπως ήδη εκτέθηκε, η διαταγή αυτή –εκδοθείσα από αρχή διαφορετική από τον CGRA– καθώς και η μετ’ αυτής πράξη κοινοποιήσεως ουδεμία μνεία περιελάμβαναν περί του ότι η αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής προς εγκατάλειψη της επικράτειας είχε ανασταλεί προσωρινώς, αλλά αντιθέτως, τα έγγραφα αυτά είχαν συνταχθεί κατά τρόπο που δημιουργούσε την αντίθετη πεποίθηση στον παραλήπτη τους, συμβάλλοντας συνεπώς στη σύγχυσή του, σχετικά με τις υποχρεώσεις που τον βαρύνουν και τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του.


42      Εγκύκλιος για την κατάργηση της εγκυκλίου της 20ής Ιουλίου 2001 σχετικά με τη νομική ισχύ του παραρτήματος 35 του βασιλικού διατάγματος της 8 Οκτωβρίου 1981 (Moniteur Belge της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, σ. 63240).


43      Οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (ΕΕ 2003, L 31, σ. 18).


44      Οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ 2013, L 180, σ. 96).


45      Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, των δύο οδηγιών.


46      Βλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Saciri κ.λπ. (C‑79/13, EU:C:2014:103, σκέψεις 35 έως 42).


47      Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2008/115, οι υπήκοοι τρίτων χωρών δικαιούνται, κατά το χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης, μόνο επείγουσα υγειονομική περίθαλψη και κάθε απαραίτητη θεραπευτική αγωγή. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των ευάλωτων ατόμων.


48      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Ιουλίου 2015, V.M. κ.λπ. κατά Βελγίου (ECLI:CE:ECHR:2015:0707JUD006012511).


49      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Ιουλίου 2015, V.M. κ.λπ. κατά Βελγίου (ECLI:CE:ECHR:2015:0707JUD006012511, βλ. σκέψεις 197 επ.).


50      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Νοέμβρη 2016, V.M. κ.λπ. κατά Βελγίου (ECLI:CE:ECHR:2016:1117JUD006012511).