Language of document : ECLI:EU:C:2017:582

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 20ής Ιουλίου 2017 (1)

Υπόθεση C‑434/16

Peter Nowak

κατά

Data Protection Commissioner

[αίτηση του Supreme Court (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ιρλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 95/46/ΕΚ – Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Έννοια δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Πρόσβαση εξεταζομένου στο γραπτό των εξετάσεών του – Διορθώσεις του εξεταστή»






I.      Εισαγωγή

1.        Αποτελείται ένα γραπτό εξετάσεων από δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ούτως ώστε ο εξεταζόμενος να δικαιούται να ζητήσει από τον διοργανωτή της εξετάσεως, δυνάμει της οδηγίαςπροσωπικού χαρακτήρα(2), πρόσβαση στο γραπτό του; Αυτό είναι το αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως του Supreme Court (Ανώτατου Δικαστηρίου, Ιρλανδία). Ωστόσο, στην κύρια δίκη δεν εξετάζεται ευθέως η πρόσβαση στο γραπτό των εξετάσεων, αλλά, αντιθέτως, η άρνηση του τότε Ιρλανδού Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα να διερευνήσει καταγγελία που υποβλήθηκε λόγω αρνήσεως παροχής της ως άνω προσβάσεως.

2.        Το κεντρικό ερώτημα είναι κατά πόσον οι απαντήσεις του εξεταζομένου στο γραπτό των εξετάσεων μπορούν να αποτελέσουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Εντούτοις, στο περιθώριο του ανωτέρω προβληματισμού μπορεί, επίσης, να εξεταστεί εάν έχει κάποια σημασία το γεγονός ότι οι απαντήσεις ήταν χειρόγραφες, καθώς και εάν οι διορθώσεις του εξεταστή στο γραπτό συνιστούν επίσης δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εξεταζομένου.

3.        Μολονότι η οδηγία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα αντικατασταθεί προσεχώς από τον βασικό κανονισμό για την προστασία των δεδομένων (3) ο οποίος δεν εφαρμόζεται ακόμη, δεν επηρεάζεται ο ορισμός των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως παρουσιάζει ενδιαφέρον και όσον αφορά τη μελλοντική εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων.

II.    Νομικό πλαίσιο

4.        Στο άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δίνεται ο ορισμός διαφόρων εννοιών, ιδίως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α)      “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”, κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί “το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα”· ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη·

β)      “επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“επεξεργασία”), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων διαδικασιών και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η εναρμόνιση ή ο συνδυασμός, καθώς και το κλείδωμα, η διαγραφή ή η καταστροφή·

γ)      “αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“αρχείο”), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προσιτών με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση».

5.        Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ορίζεται στο άρθρο 3:

«1.      Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται στην αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων που περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.

2.      […]»

6.        Το άρθρο 12 της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ρυθμίζει το δικαίωμα προσβάσεως:

«Τα κράτη μέλη εγγυώνται στα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα το δικαίωμα να λαμβάνουν από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας:

α)      ελεύθερα και απεριόριστα, σε εύλογα διαστήματα και χωρίς υπερβολική καθυστέρηση ή δαπάνη

–        την επιβεβαίωση ότι υπάρχει ή όχι επεξεργασία δεδομένων που τα αφορούν καθώς και πληροφορίες, σχετικά τουλάχιστον με τους σκοπούς της επεξεργασίας, τις κατηγορίες δεδομένων υπό επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών στις οποίες ανακοινώνονται τα δεδομένα αυτά·

–        τη γνωστοποίηση, με εύληπτο τρόπο, των δεδομένων υπό επεξεργασία καθώς και των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με την προέλευσή των·

–        την ενημέρωση σχετικά με τη λογική στην οποία στηρίζεται κάθε αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων τα οποία αναφέρονται στα πρόσωπα αυτά, τουλάχιστον στην περίπτωση των αυτοματοποιημένων αποφάσεων του άρθρου 15, παράγραφος 1·

β)      κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή το κλείδωμα των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, ιδίως λόγω ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων».

7.        Η αιτιολογική σκέψη 41 εξηγεί τον σκοπό του δικαιώματος προσβάσεως ως εξής:

«Κάθε πρόσωπο πρέπει να έχει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που το αφορούν και τα οποία αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, προκειμένου να βεβαιώνεται, ιδίως, για την ακρίβειά τους και τον σύννομο χαρακτήρα της επεξεργασίας τους. […]»

8.        Το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί τη δικαιολογητική βάση εξαιρέσεων από συγκεκριμένες ρυθμίσεις:

«1.      Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν με νομοθετικά μέτρα την εμβέλεια των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του άρθρου 10, του άρθρου 11, παράγραφος 1, και των άρθρων 12 και 21, όταν ο περιορισμός αυτός απαιτείται για τη διαφύλαξη

α)      της ασφάλειας του κράτους·

β)      της άμυνας·

γ)      της δημόσιας ασφάλειας·

δ)      της πρόληψης, διερεύνησης, διαπίστωσης και δίωξης παραβάσεων του ποινικού νόμου ή της δεοντολογίας των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων·

ε)      σημαντικού οικονομικού ή χρηματοοικονομικού συμφέροντος κράτους μέλους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών θεμάτων·

στ)      αποστολής ελέγχου, επιθεώρησης ή ρυθμιστικών καθηκόντων που συνδέονται, έστω και ευκαιριακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία γ), δ) και ε)·

ζ)      της προστασίας του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα ή των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων προσώπων.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως

9.        Ο Peter Nowak ήταν μαθητευόμενος λογιστής και είχε ολοκληρώσει επιτυχώς διάφορες εξετάσεις που διοργάνωνε το Institute of Chartered Accountants of Ireland (Ιρλανδικός Επαγγελματικός Σύλλογος Λογιστών, στο εξής: CAI). Ωστόσο, απέτυχε τέσσερις φορές στις εξετάσεις με αντικείμενο τη στρατηγική λογιστική στην οικονομία και τη διαχείριση (Strategic Finance and Management Accounting). Επρόκειτο για δοκιμασία με ανοιχτά βιβλία («open book exam»), όπου οι εξεταζόμενοι μπορούσαν να φέρουν δικό τους βοηθητικό υλικό.

10.      Την τέταρτη φορά, το φθινόπωρο του 2009, ο P. Nowak θέλησε να προσβάλει το αποτέλεσμα, αν και εν τέλει τον Μάιο του 2010 αποφάσισε να υποβάλει αίτηση για πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της ιρλανδικής νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ζητώντας όλα τα «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» που είχε στην κατοχή του ο CAI.

11.      Ο CAI, με επιστολή της 1ης Ιουνίου 2010, παρέδωσε στον P. Nowak 17 έγγραφα, αρνήθηκε όμως να του διαβιβάσει το γραπτό των εξετάσεων με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε ο ίδιος, δεν επρόκειτο για «δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του νόμου περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (στο εξής: νόμος περί προστασίας δεδομένων).

12.      Στη συνέχεια, ο P. Nowak επικοινώνησε με τον Data Protection Commissioner (DPC) (Επίτροπο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, στο εξής: Επίτροπος), ήτοι την ιρλανδική αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ζητώντας τη συνδρομή του και υποστηρίζοντας ότι το γραπτό του ήταν δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα. Τον Ιούνιο του 2010 ο Επίτροπος απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον P. Nowak, προκειμένου να τον ενημερώσει, μεταξύ άλλων, ότι «τα γραπτά εξετάσεων δεν θεωρούνται, γενικώς, ότι σχετίζονται [με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα] […] επειδή τα έγγραφα αυτά κατά κανόνα δεν αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα».

13.      Η αλληλογραφία μεταξύ του P. Nowak και του τότε Επιτρόπου συνεχίστηκε, με κατάληξη την υποβολή εκ μέρους του P. Nowak επίσημης καταγγελίας την 1η Ιουλίου 2010. Στις 21 Ιουλίου 2010 ο Επίτροπος απέστειλε επιστολή στον P. Nowak και τον πληροφόρησε ότι κατόπιν μελέτης των στοιχείων δεν διαπίστωσε κάποια ουσιαστική παραβίαση της σχετικής νομοθεσίας. Περαιτέρω, στην επιστολή αναφερόταν ότι τα έγγραφα σε σχέση με τα οποία ο P. Nowak θέλησε να ασκήσει «δικαίωμα διόρθωσης» «δεν αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου περί προστασίας δεδομένων». Κατά συνέπεια, ο Επίτροπος δεν εξέτασε περαιτέρω την καταγγελία.

14.      Ο P. Nowak προσέβαλε την ως άνω απόφαση ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων και η δίκη εκκρεμεί ήδη ενώπιον του Supreme Court (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Το τελευταίο απευθύνει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:

1)      Μπορούν οι πληροφορίες οι οποίες έχουν καταγραφεί σε/ως απαντήσεις υποψηφίου στο πλαίσιο επαγγελματικών εξετάσεων να θεωρηθούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπό την έννοια της οδηγίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα;

2)      Εάν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι όλες ή ορισμένες από τις εν λόγω πληροφορίες μπορεί να αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπό την έννοια της οδηγίας, ποιοι παράγοντες είναι κρίσιμοι κατά την εξέταση του ζητήματος αν ένα τέτοιο γραπτό συνιστά, σε συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα και ποια βαρύτητα έχει καθένας από τους παράγοντες αυτούς;

15.      Στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις ο P. Nowak και η νυν Ιρλανδή Επίτροπος, ως διάδικοι της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπως επίσης και η Ελληνική Δημοκρατία, η Ιρλανδία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Ουγγαρία, η Τσεχική Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Ιουνίου 2017, εκτός από τον P. Nowak και την Ιρλανδή Επίτροπο, παρέστησαν η Ιρλανδία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

IV.    Νομική εκτίμηση

16.      Στο επίκεντρο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως τίθεται το ερώτημα εάν τα γραπτά των εξετάσεων θεωρούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (κατωτέρω, υπό Α). Επιπλέον, ορισμένοι από τους μετέχοντες στη διαδικασία διερωτώνται κατά πόσον ενδεχόμενες διορθώσεις των εξεταστών αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εξεταζομένου (κατωτέρω, υπό Β). Τέλος, ιδίως η Επιτροπή διατύπωσε παρατηρήσεις ως προς τις περαιτέρω προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος προσβάσεως στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (κατωτέρω, υπό Γ).

1.      Ως προς το γραπτό των εξετάσεων

17.      Με τα δύο αυτά ερωτήματα, στα οποία πρέπει να δοθεί ενιαία απάντηση, το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) ζητεί να διευκρινιστεί εάν το γραπτό των εξετάσεων εμπίπτει στον ορισμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Αφορμή για το εν λόγω ερώτημα αποτελεί το γεγονός ότι ο P. Nowak, ο οποίος είναι υποψήφιος στη συγκεκριμένη εξέταση, ζητεί την πρόσβαση στο γραπτό της εξετάσεώς του, δυνάμει του δικαιώματος προσβάσεως στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που καθιερώνεται στο άρθρο 12 της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και για τον λόγο αυτόν είχε υποβάλει σχετική καταγγελία ενώπιον του τότε Ιρλανδού Επιτρόπου.

1.      Ως προς τον ορισμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

18.      Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι πολύ ευρύ και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορά η οδηγία ποικίλλουν (4). Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί νοείται ως δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα.

1)      Επί του χαρακτηρισμού των γραπτών των εξετάσεων

19.      Κατά την άποψη της νυν Ιρλανδής Επιτρόπου, το γραπτό των εξετάσεων, ειδικά αν πρόκειται για δοκιμασία με ανοιχτά βιβλία, δεν αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα. Η άποψη αυτή είναι κατά κανόνα ορθή, εάν οι απαντήσεις στα θέματα των εξετάσεων εξετασθούν μεμονωμένα. Δεδομένου ότι τα θέματα των εξετάσεων είναι κατά κανόνα διατυπωμένα κατά τρόπο αφηρημένο ή βασίζονται σε υποθετικά πραγματικά περιστατικά (5), ούτε οι απαντήσεις σε αυτά θα περιέχουν πληροφορίες που αναφέρονται σε πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί.

20.      Μολονότι τα ερωτήματα που θέτει το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) φαίνεται να αφορούν πράγματι απλώς και μόνον το ζήτημα των απαντήσεων στα θέματα των εξετάσεων, ήτοι «πληροφορίες, οι οποίες έχουν καταγραφεί σε/ως απαντήσεις υποψηφίου κατά τη διάρκεια επαγγελματικών εξετάσεων», δεν θα ήταν σκόπιμο να περατωθεί η ανάλυση στο σημείο αυτό.

21.      Πράγματι, όπως ορθώς υποστήριξαν όλοι σχεδόν οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία, το γραπτό των εξετάσεων δεν περιέχει απλώς και μόνον πληροφορίες που αναφέρονται στην απάντηση σε συγκεκριμένα θέματα, αλλά, αντιθέτως, τις συνδέει με το πρόσωπο του εξεταζομένου που παραδίδει το γραπτό. Το γραπτό τεκμηριώνει τη συμμετοχή του εν λόγω προσώπου σε μια συγκεκριμένη δοκιμασία, καθώς και τις επιδόσεις του σε αυτήν. Ο προσωπικός χαρακτήρας της επιδόσεως καταδεικνύεται κατά τα λοιπά και από το γεγονός ότι οι εξεταζόμενοι συμπεριλαμβάνουν, κατά κανόνα, τα σημαντικότερα αποτελέσματα των δοκιμασιών στα βιογραφικά τους σημειώματα.

22.      Το αν πρόκειται για γραπτό στο οποίο οι απαντήσεις συντάσσονται από τον ίδιο τον εξεταζόμενο ή επιλέγονται συγκεκριμένες απαντήσεις κατά το σύστημα των πολλαπλών επιλογών δεν ασκεί επιρροή, όπως επίσης δεν ενδιαφέρει και το ότι στην υπό εξέταση περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα διενέργειας της εξετάσεως με ανοικτά βιβλία («open book exam»).

23.      Ο βαθμός συνδέσεως της επιδόσεως προς τον εξεταζόμενο είναι, βεβαίως, μεγαλύτερος, στο μέτρο που καλείται ο ίδιος να διαμορφώσει τις απαντήσεις. Και τούτο, διότι η απάντηση στα θέματα μιας εξετάσεως από τον ίδιο τον εξεταζόμενο δεν εξαντλείται στη μετάδοση πληροφοριών που αποτελούν προϊόν διδασκαλίας, αλλά, αντιθέτως, δείχνει τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται και εργάζεται ο εξεταζόμενος.

24.      Σε όλες, ωστόσο, τις περιπτώσεις, σκοπός των σχετικών εξετάσεων δεν είναι –σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση– η λήψη πληροφοριών που δεν σχετίζονται με ένα πρόσωπο. Αντιθέτως, οι εξετάσεις αποσκοπούν στη διαπίστωση και την τεκμηρίωση της επιδόσεως ενός συγκεκριμένου προσώπου, ήτοι του εξεταζομένου. Κάθε δοκιμασία στοχεύει στην αποτίμηση της ατομικής επιδόσεως του εξεταζομένου, στην οποία είναι έντονο το προσωπικό στοιχείο. Δικαίως, η παράνομη οικειοποίηση, στο πλαίσιο των εξετάσεων, των ακαδημαϊκών επιδόσεων άλλων τιμωρείται αυστηρά, ως απόπειρα εξαπατήσεως.

25.      Επομένως, στο γραπτό των εξετάσεων ενσωματώνονται πληροφορίες που αναφέρονται στον εξεταζόμενο και, κατά το μέτρο αυτό, το εν λόγω γραπτό αποτελεί σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

26.      Εξάλλου, η ορθότητα του ως άνω συμπεράσματος καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο εξεταζόμενος έχει δικαιολογημένο συμφέρον, που απορρέει από την προστασία της προσωπικής του σφαίρας, να αντιταχθεί στην επεξεργασία του γραπτού του εκτός εξεταστικής διαδικασίας. Τούτο διότι δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί το ενδεχόμενο να περιέλθει σε τρίτους ή ακόμη και να δημοσιευθεί η εργασία του χωρίς τη συναίνεσή του.

27.      Εν αντιθέσει με τους ισχυρισμούς της Ιρλανδής Επιτρόπου, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι ενσωματωμένα στο γραπτό των εξετάσεων δεν περιορίζονται στο αποτέλεσμα της δοκιμασίας, στον βαθμό που δόθηκε ή ακόμη στη βαθμολογία στις επιμέρους ενότητες της εξετάσεως. Τα εν λόγω στοιχεία απλώς και μόνον συνοψίζουν την επίδοση του εξεταζομένου, όπως αυτή τεκμηριώνεται λεπτομερώς στο γραπτό της εξετάσεως καθεαυτό.

28.      Ο χαρακτηρισμός του γραπτού των εξετάσεων ως γραπτού που ενσωματώνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν επηρεάζεται από το αν το γραπτό αυτό, αντί για το όνομα του υποψηφίου, φέρει κάποιον αριθμό αναγνωρίσεως ή κωδικό. Τούτο διότι, κατά το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για να θεωρηθεί μια πληροφορία δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα αρκεί η ταυτότητα του οικείου προσώπου να μπορεί να εξακριβωθεί τουλάχιστον έμμεσα (6). Στην περίπτωση δε τουλάχιστον που ο υποψήφιος ζητεί από τον φορέα που διεξήγαγε την εξέταση το γραπτό των εξετάσεων, ο τελευταίος μπορεί να τον προσδιορίσει βάσει του σχετικού αριθμού αναγνωρίσεως.

2)      Ως προς τη σημασία της χειρόγραφης φύσεως του εγγράφου

29.      Ο P. Nowak, η Πολωνία και η Τσεχική Δημοκρατία, ορθώς επίσης, υποστηρίζουν την άποψη ότι οι χειρόγραφες απαντήσεις περιέχουν συμπληρωματικές πληροφορίες για τον εξεταζόμενο, ήτοι για τον γραφικό του χαρακτήρα. Συνεπώς, το χειρόγραφο γραπτό αποτελεί στην πράξη δείγμα γραφής, το οποίο, δυνητικά τουλάχιστον, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο ως ένδειξη, προκειμένου να διερευνηθεί αν έχει συνταχθεί κάποιο άλλο κείμενο επίσης με τον γραφικό χαρακτήρα του εξεταζομένου. Μπορεί, επομένως, να παράσχει πληροφορίες όσον αφορά την ταυτότητα του συντάκτη του γραπτού.

30.      Το αν ένα τέτοιο δείγμα γραφής είναι ικανό να ταυτοποιήσει πέραν κάθε αμφιβολίας τον συντάκτη του γραπτού δεν ασκεί καμία επιρροή στον χαρακτηρισμό του ως δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα. Και τούτο διότι και πολλά άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν καθιστούν από μόνα τους δυνατή την ταυτοποίηση των προσώπων πέρα από κάθε αμφιβολία. Ως εκ τούτου, δεν είναι επίσης αναγκαίο να κριθεί αν ο γραφικός χαρακτήρας πρέπει να θεωρείται βιομετρική πληροφορία.

2.      Ως προς τον σκοπό του δικαιώματος προσβάσεως

31.      Αντίθετα με την άποψη της Ιρλανδίας, ο σκοπός του δικαιώματος προσβάσεως σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 41 της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν μπορεί, επίσης, να αποτελέσει επιχείρημα κατά του ανάλογου χαρακτηρισμού του γραπτού των εξετάσεων. Σύμφωνα με τα εκεί αναφερόμενα, κάθε πρόσωπο πρέπει να έχει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που το αφορούν και τα οποία αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, προκειμένου να βεβαιώνεται, ιδίως, για την ακρίβειά τους και τον σύννομο χαρακτήρα της επεξεργασίας τους. Η Ιρλανδία εκφράζει την ανησυχία ότι υποψήφιος, βασιζόμενος στα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το δικαίωμα διορθώσεως που καθιερώνεται στο άρθρο 12, στοιχείο βʹ, θα μπορούσε να αξιώσει τη διόρθωση των λανθασμένων απαντήσεων.

1)      Ως προς την τελολογική ερμηνεία της έννοιας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

32.      Πρέπει, κατ’ αρχήν, να υπομνησθεί ότι το δικαίωμα προσβάσεως είναι, εν προκειμένω, δευτερεύον ζήτημα, ενώ προέχουσα σημασία έχει η ερμηνεία της έννοιας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Όπως ορθώς εξέθεσε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η έννοια αυτή συνδέεται με πολλές συμπληρωματικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στην οδηγία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, επιβάλλει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να υφίστανται σύννομη και θεμιτή επεξεργασία, ενώ στο στοιχείο βʹ του άρθρου αυτού προβλέπεται η σύνδεση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς κάποιο σκοπό.

33.      Σε συνάφεια με την παρούσα υπόθεση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το άρθρο 16, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 28 της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι αρχές ελέγχου οφείλουν να ελέγχουν με πλήρη ανεξαρτησία την τήρηση των κανόνων της Ένωσης που αφορούν την προστασία φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (7). Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 3, του Χάρτη και το άρθρο 28, παράγραφος 4, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διασφαλίζουν το δικαίωμα των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα οικεία δεδομένα να ζητήσουν από τις εθνικές αρχές ελέγχου προστασία των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων (8).

34.      Ως εκ τούτου, ο χαρακτηρισμός των πληροφοριών ως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την ύπαρξη ειδικών ρυθμίσεων για την πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, οι οποίες πιθανόν να μπορούν να εφαρμοστούν παράλληλα με το δικαίωμα προσβάσεως ή αντ’ αυτού. Ομοίως, τα προβλήματα που σχετίζονται με το δικαίωμα διορθώσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα για τη διαπίστωση της υπάρξεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Πράγματι, εάν οι παράγοντες αυτοί θεωρηθούν καθοριστικοί, ορισμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από το σύστημα προστασίας της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μολονότι οι κανόνες που εφαρμόζονται αντ’ αυτής δεν εξασφαλίζουν ισότιμη, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, αποσπασματική προστασία.

2)      Ως προς τη διόρθωση των δεδομένων

35.      Εάν, ωστόσο, επικεντρωθεί κανείς στο δικαίωμα προσβάσεως και στο ζήτημα της διορθώσεως, γίνεται δεκτό ότι το εν λόγω δικαίωμα που σχετίζεται με το γραπτό των εξετάσεων δεν δύναται προφανώς να ασκηθεί με σκοπό να ζητηθεί, αμέσως μετά την πρόσβαση στο γραπτό, η διόρθωση του περιεχομένου του, ήτοι της απαντήσεως την οποία ο εξεταζόμενος διατύπωσε γραπτώς, σύμφωνα με το άρθρο 12, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (9). Τούτο διότι, όπως ορθώς επισήμανε η Πολωνία, η ορθότητα και η πληρότητα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να εκτιμώνται, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, με βάση τον σκοπό για τον οποίο τα δεδομένα συλλέχθηκαν και υφίστανται επεξεργασία. Σκοπός της γραπτής εξετάσεως είναι να διαπιστωθούν οι γνώσεις και ικανότητες του υποψηφίου κατά τον χρόνο της εξετάσεως, κάτι που προκύπτει ειδικά από τις επιδόσεις του στην εξέταση και ιδίως από τα λάθη που περιέχονται σε αυτήν. Τυχόν ύπαρξη λαθών στις απαντήσεις δεν σημαίνει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι ενσωματωμένα στο γραπτό είναι ανακριβή.

36.      Ωστόσο, η διόρθωση αποκτά σημασία εάν αποδειχθεί ότι το γραπτό των εξετάσεων δεν αντικατοπτρίζει ορθώς ή πλήρως τις επιδόσεις του συγκεκριμένου εξεταζόμενου. Τούτο συμβαίνει, για παράδειγμα, –όπως επισημαίνει η Ελλάδα– όταν ο ενδιαφερόμενος συνδέεται με γραπτό άλλου υποψηφίου, γεγονός που αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από τον γραφικό χαρακτήρα, ή όταν έχουν χαθεί τμήματα του γραπτού.

37.      Κατά τα λοιπά, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο ο εξεταζόμενος να έχει σε μεταγενέστερο χρόνο δικαιολογημένο συμφέρον να διαγραφούν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι ενσωματωμένα στο γραπτό, ήτοι να καταστραφεί το γραπτό. Ένα τέτοιο συμφέρον θα έπρεπε να αναγνωρίζεται το αργότερο όταν το γραπτό έχει απολέσει, λόγω εκπνοής των προθεσμιών, κάθε αποδεικτική αξία όσον αφορά τον έλεγχο του αποτελέσματος των εξετάσεων. Αλλά και το εν λόγω δικαίωμα διαγραφής προϋποθέτει επίσης την αναγνώριση της ενσωματώσεως στο γραπτό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

38.      Τέλος, η διόρθωση και τα άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 12, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως το κλείδωμα και η διαγραφή, δεν αποτελούν τον μοναδικό σκοπό του δικαιώματος προσβάσεως.

39.      Είναι γεγονός ότι στην αιτιολογική σκέψη 41 περιγράφεται ο σκοπός του δικαιώματος προσβάσεως, ο οποίος συνίσταται στη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να επαληθεύσει, ιδίως, την ακρίβεια των δεδομένων αυτών και τον σύννομο χαρακτήρα της επεξεργασίας τους. Ωστόσο, με τη χρήση της λέξεως «ιδίως» στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις (10), ο νομοθέτης έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι ο σκοπός αυτός είναι ευρύτερος. Πράγματι, ακόμη και ανεξάρτητα από τη διόρθωση, τη διαγραφή ή το κλείδωμα, οι ενδιαφερόμενοι έχουν κατά κανόνα δικαιολογημένο συμφέρον να γνωρίζουν τις πληροφορίες που επεξεργάζεται ο υπεύθυνος σχετικά με αυτούς.

40.      Είναι βεβαίως αληθές ότι η ανάγκη του εξεταζομένου να ενημερωθεί αναφορικά με το γραπτό των εξετάσεών του θα έπρεπε, αρχικά, να είναι πολύ περιορισμένη. Τούτο διότι, κατά κανόνα, ο εξεταζόμενος θα θυμάται ακόμη σχετικά καλά το περιεχόμενο των απαντήσεών του και θα αναμένει, επίσης, ότι το γραπτό του θα φυλάσσεται ακόμη από τον φορέα που διενήργησε την εξέταση.

41.      Ωστόσο, μερικά χρόνια αργότερα η μνήμη μπορεί να έχει εξασθενήσει ήδη σημαντικά, με αποτέλεσμα ενδεχόμενο αίτημα για παροχή πληροφοριών να ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη για πληροφόρηση –ανεξαρτήτως των λόγων που δημιούργησαν την ανάγκη αυτή. Επιπλέον, με την πάροδο του χρόνου –ιδίως μετά την πάροδο των ενδεχόμενων προθεσμιών ενστάσεως και ελέγχου– αυξάνει η αβεβαιότητα ως προς το αν το γραπτό του εξακολουθεί να φυλάσσεται. Στην περίπτωση αυτή, ο εξεταζόμενος πρέπει να έχει τουλάχιστον τη δυνατότητα να γνωρίζει αν το γραπτό του φυλάσσεται ακόμη. Αλλά και το δικαίωμα αυτό προϋποθέτει ότι γίνεται δεκτή η ενσωμάτωση στο γραπτό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εξεταζομένου.

3)      Ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προσβάσεως

42.      Περαιτέρω, είναι αναγκαίο να εξεταστεί το ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων για την προστασία των δεδομένων, δεδομένου ότι η καταγγελία του P. Nowak χαρακτηρίσθηκε καταχρηστική, σε εθνικό επίπεδο, από την Επίτροπο, και το δικαίωμά του προσβάσεως χαρακτηρίσθηκε, στην παρούσα διαδικασία, καταχρηστικό από την Τσεχική Δημοκρατία. Η εν λόγω αιτίαση φαίνεται ότι τελεί σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο P. Nowak δεν επέλεξε τη διαδικασία ελέγχου του αποτελέσματος των εξετάσεων, αλλά, αντιθέτως, υπέβαλε αίτημα για πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

43.      Συναφώς, είναι αληθές ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση των κανόνων της Ένωσης καταχρηστικώς ή δολίως (11).

44.      Προς διαπίστωση της υπάρξεως καταχρηστικής πρακτικής απαιτείται να συντρέχουν ένα αντικειμενικό και ένα υποκειμενικό στοιχείο. Αφενός, ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, θα πρέπει να προκύπτει από ένα σύνολο αντικειμενικών περιστάσεων ότι, παρά την τυπική τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει η ρύθμιση της Ένωσης, δεν επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με τη ρύθμιση αυτή σκοπός. Αφετέρου, μια τέτοια διαπίστωση προϋποθέτει την ύπαρξη ενός υποκειμενικού στοιχείου, υπό την έννοια ότι από ένα σύνολο αντικειμενικών περιστάσεων πρέπει να προκύπτει ότι κύριος σκοπός των επίμαχων πράξεων είναι να αποκομίσει ο ενδιαφερόμενος αδικαιολόγητο όφελος. Πράγματι, η απαγόρευση των καταχρηστικών πρακτικών δεν ασκεί επιρροή οσάκις οι επίμαχες πράξεις μπορούν να έχουν άλλη δικαιολόγηση πλην της απλής αποκομίσεως (αδικαιολόγητου) οφέλους (12).

45.      Κατά τους ισχυρισμούς της Επιτρόπου και της Ιρλανδίας, εάν τα γραπτά εξετάσεων ενσωματώνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η μη επίτευξη του σκοπού της οδηγίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνίσταται στο ότι το δικαίωμα προσβάσεως στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα επέτρεπε να καταστρατηγούνται οι κανόνες που αφορούν την εξεταστική διαδικασία και την προβολή αντιρρήσεων κατά των αποτελεσμάτων αυτής.

46.      Εντούτοις, η φερόμενη καταστρατήγηση της εξεταστικής διαδικασίας και της προβολής αντιρρήσεων μέσω του δικαιώματος προσβάσεως στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τα μέσα της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ως προς τούτο, θα πρέπει να εξεταστεί το άρθρο 13, το οποίο επιτρέπει, για τη διασφάλιση ορισμένων σε αυτό κατονομαζόμενων συμφερόντων, την εισαγωγή εξαιρέσεων από το δικαίωμα προσβάσεως.

47.      Στον βαθμό που οι λόγοι αυτοί σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως ενδεχομένως στο πλαίσιο εξετάσεων, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν εξαιρέσεις, γίνεται δεκτό ότι ο νομοθέτης έχει δώσει προτεραιότητα στις απαιτήσεις προστασίας των δεδομένων οι οποίες στηρίζονται σε θεμελιώδη δικαιώματα, έναντι των άλλων συμφερόντων που θίγονται σε συγκεκριμένη περίπτωση.

48.      Πρέπει πάντως να υπομνησθεί ότι ο βασικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων που θα ισχύσει στο μέλλον μετριάζει τις ως άνω αντιθέσεις. Αφενός, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού, το δικαίωμα να λαμβάνεται αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων. Αφετέρου, στο άρθρο 23 του κανονισμού, οι λόγοι που δικαιολογούν τον περιορισμό των εγγυήσεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκτείνονται πέραν εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 13 της οδηγίας, αφού ιδίως η διασφάλιση άλλων σημαντικών σκοπών γενικού δημόσιου συμφέροντος της Ένωσης ή κράτους μέλους μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού.

49.      Αντιθέτως, μόνη η ύπαρξη άλλων εθνικών κανόνων, οι οποίοι ρυθμίζουν επίσης την πρόσβαση σε γραπτά εξετάσεων, δεν αρκεί ώστε να θεωρηθεί ότι δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός της οδηγίας.

50.      Αλλά ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος σκοπός, δεν είναι σαφές σε τι συνίσταται το αδικαιολόγητο όφελος όταν επιτρέπεται στον εξεταζόμενο, δυνάμει του δικαιώματος προσβάσεως, η πρόσβαση στο γραπτό του. Δεν μπορεί, ιδίως, να θεωρηθεί καταχρηστική η δυνάμει του δικαιώματος προσβάσεως λήψη πληροφοριών τις οποίες ο ενδιαφερόμενος άλλως δεν θα μπορούσε να έχει. Τούτο διότι, στο μέτρο που υπάρχει ήδη πρόσβαση σε πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα, δεν θα καθίστατο αναγκαία η θέσπιση του δικαιώματος προσβάσεως βάσει της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Αντιθέτως, σκοπός αυτού του δικαιώματος προσβάσεως είναι να παρέχει στον ενδιαφερόμενο –με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που θεσπίζει το άρθρο 13 της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα– τη δυνατότητα προσβάσεως στα δεδομένα που τον αφορούν, αν το δικαίωμα αυτό δεν παρέχεται διαφορετικά.

3.      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

51.      Συνοψίζοντας, διαπιστώνεται ότι το χειρόγραφο γραπτό εξετάσεων που αποδίδεται σε συγκεκριμένο εξεταζόμενο αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.      Ως προς τις διορθώσεις που τυχόν περιλαμβάνονται στο γραπτό των εξετάσεων

52.      Ορισμένοι διάδικοι, ιδίως ο P. Nowak, θέτουν το ερώτημα κατά πόσον τυχόν διορθώσεις στο γραπτό των εξετάσεων αποτελούν επίσης δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στον εξεταζόμενο.

53.      Ωστόσο, η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι απαραίτητη για την επίλυση της υποθέσεως της κύριας δίκης, καθόσον στο πλαίσιο της δίκης αυτής δεν ερευνάται κατά πόσον τυχόν διορθώσεις αποτελούν πληροφορίες για τον P. Nowak. Αντικείμενο της δίκης είναι, αντιθέτως, κατά πόσο ο τότε Ιρλανδός Επίτροπος ορθώς απέρριψε την καταγγελία του P. Nowak, με την αιτιολογία ότι το γραπτό των εξετάσεών του δεν αποτελεί εξ υπαρχής δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα. Δεν εναπόκειται στο Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο), αλλά, καταρχήν –σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της προσφυγής– στη σημερινή Ιρλανδή Επίτροπο να κρίνει κατά πόσον οι διορθώσεις θεωρούνται επίσης ως δεδομένα που αφορούν τον εξεταζόμενο. Θα προβώ, πάντως, στην εξέταση του εν λόγω ζητήματος, για την περίπτωση που το Δικαστήριο ασχοληθεί πάρα ταύτα με αυτό.

54.      Εν αντιθέσει με το γραπτό των εξετάσεων ως σύνολο, όσον αφορά τα σχόλια των διορθώσεων, δύσκολα είναι νοητή, στο πλαίσιο της νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η ύπαρξη δικαιώματος διορθώσεως, διαγραφής ή κλειδώματος ανακριβών δεδομένων. Πράγματι, φαίνεται να αποκλείεται το ενδεχόμενο τα σχόλια πάνω στο γραπτό να αφορούν πράγματι άλλο γραπτό ή να μην αντικατοπτρίζουν τις απόψεις του εξεταστή. Άλλωστε, αυτές ακριβώς τις απόψεις καλούνται να τεκμηριώσουν. Συνεπώς, σύμφωνα με την οδηγία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα εν λόγω σχόλια δεν είναι λανθασμένα ούτε χρήζουν διορθώσεως, ακόμη και αν η αξιολόγηση που περιέχεται σε αυτά δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη.

55.      Ως εκ τούτου, η προβολή τυχόν αντιρρήσεων κατά των διορθώσεων πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο υποβολής ενστάσεως κατά της αξιολογήσεως του γραπτού.

56.      Είναι, εντούτοις, νοητό, το προαναφερθέν δικαίωμα διαγραφής που αφορά το γραπτό να συμπεριλαμβάνει και τις διορθώσεις.

57.      Ωστόσο, το δικαίωμα προσβάσεως στις διορθώσεις έχει πρωταρχικό σκοπό να ενημερώσει τον εξεταζόμενο σχετικά με την αξιολόγηση συγκεκριμένων χωρίων του γραπτού του.

58.      Ως προς τούτο, η υπό κρίση περίπτωση είναι παρόμοια με εκείνη στην οποία το Δικαστήριο απέρριψε την επέκταση του δικαιώματος προσβάσεως στο πρακτικό που περιέχει τη νομική ανάλυση αιτήσεως ασύλου, διότι τούτο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά θα θεμελίωνε το δικαίωμα προσβάσεως σε διοικητικά έγγραφα (13). Εν προκειμένω, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι το δικαίωμα προσβάσεως σε πληροφορίες σχετικά με την αξιολόγηση του γραπτού εξετάσεων πρέπει να παρέχεται, καταρχήν, στο πλαίσιο της εξεταστικής διαδικασίας, ήτοι μιας ειδικής διαδικασίας υποβολής ενστάσεων κατά των αποτελεσμάτων της εξετάσεως και όχι δυνάμει της νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στον βαθμό δε που η εξεταστική διαδικασία δεν καθορίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, τυχόν αξιώσεις για παροχή πληροφοριών εντός του πλαισίου αυτού διέπονται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο.

59.      Επιπλέον, στην προμνησθείσα απόφαση το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μια τέτοια νομική ανάλυση δεν συνιστά πληροφορία που αφορά τον αιτούντα άδεια διαμονής, αλλά το πολύ πληροφορία σχετικά με τον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής, από την αρμόδια αρχή, της εν λόγω νομοθεσίας στην περίπτωση του αιτούντος (14). Ομοίως, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να ισχύσει και για τις διορθώσεις. Από αυτές συνάγεται, συνεπώς, απλώς και μόνον ο τρόπος αξιολογήσεως των απαντήσεων από τον εξεταστή.

60.      Στην πράξη, κατά τη διόρθωση ενός γραπτού, ο εξεταστής ουδόλως χρειάζεται να γνωρίζει ποιος το συνέταξε. Αντιθέτως, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, σε πολλές γραπτές εξετάσεις είναι σημαντικό να μη γνωρίζει ο εξεταστής την ταυτότητα των υποψηφίων, ούτως ώστε να αποφεύγονται τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων ή προκαταλήψεις. Συνεπώς, οι διορθώσεις δεν συνδέονται καταρχήν –όπως και στην επίμαχη εξέταση– με το πρόσωπο του υποψηφίου.

61.      Εντούτοις, τέτοιες διορθώσεις αποσκοπούν στην αξιολόγηση της επιδόσεως και σχετίζονται, συνεπώς, εμμέσως με τον εξεταζόμενο. Ο φορέας που διενεργεί την εξέταση μπορεί να τον ταυτοποιήσει και να τον συνδέσει με τις διορθώσεις χωρίς καμία δυσκολία, μόλις λάβει από τον εξεταστή το διορθωμένο γραπτό.

62.      Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αυστρίας, οι διορθώσεις πάνω στο γραπτό –σε αντίθεση, για παράδειγμα, με μια σύντομη εκτίμηση για το γραπτό– είναι κατά κανόνα άρρηκτα συνδεδεμένες με αυτό, καθόσον χωρίς το γραπτό οι εν λόγω διορθώσεις δεν θα είχαν καμία αξία. Ωστόσο, το γραπτό καθεαυτό ενσωματώνει –όπως ήδη προεκτέθηκε– δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εξεταζομένου. Τα δεδομένα δε αυτά συλλέγονται και υφίστανται επεξεργασία, προκειμένου ακριβώς να καταστήσουν δυνατή την αξιολόγηση της επιδόσεως του υποψηφίου που είναι ενσωματωμένη στις διορθώσεις.

63.      Ήδη, λόγω της άμεσης συνδέσεως του γραπτού των εξετάσεων με τις διορθώσεις πάνω σε αυτό, οι τελευταίες αποτελούν επίσης δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποψηφίου, κατά το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

64.      Απεναντίας, η δυνατότητα καταστρατηγήσεως της διαδικασίας προβολής ενστάσεων κατά της εξεταστικής διαδικασίας δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Πράγματι, το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχουν παράλληλα και άλλοι κανόνες που ρυθμίζουν την πρόσβαση σε συγκεκριμένες πληροφορίες δεν είναι ικανό να περιορίσει την εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Αποδεκτό θα ήταν το πολύ να υποδεικνύονται στους ενδιαφερομένους τα παραλλήλως υφιστάμενα δικαιώματα προσβάσεως, εφόσον αυτά μπορούν να ασκηθούν αποτελεσματικά.

65.      Για λόγους πληρότητας, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διορθώσεις αποτελούν επίσης δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν το πρόσωπο του εξεταστή. Τα δικαιώματά του μπορούν να δικαιολογήσουν, κατ’ αρχήν, περιορισμούς όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εάν υπερισχύουν έναντι των δικαιολογημένων συμφερόντων του εξεταζομένου. Εντούτοις, οριστική λύση σε αυτήν τη δυνητική σύγκρουση συμφερόντων θα μπορούσε κατά κανόνα να δώσει η καταστροφή του διορθωμένου γραπτού, όταν ο εκ των υστέρων έλεγχος της εξεταστικής διαδικασίας δεν είναι πλέον δυνατός, λόγω παρόδου του χρόνου.

3.      Ως προς τις περαιτέρω προϋποθέσεις εφαρμογής της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

66.      Η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι η εφαρμογή της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η άσκηση του δικαιώματος προσβάσεως εξαρτώνται από τη συνδρομή περαιτέρω προϋποθέσεων, πλην της υπάρξεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενώ επιτρέπουν, επίσης, τον περιορισμό του δικαιώματος προσβάσεως.

67.      Ωστόσο, δεν έχει υποβληθεί ερώτημα σχετικά με τις εν λόγω περαιτέρω προϋποθέσεις και δυνατότητες περιορισμού, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην υποχρεούται να τις εξετάσει. Η διερεύνησή τους δεν φαίνεται να είναι αναγκαία ούτε προκειμένου να κρίνει το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) αν ο τότε Ιρλανδός Επίτροπος ορθώς αρνήθηκε να εξετάσει περαιτέρω την καταγγελία του P. Nowak.

68.      Εάν το Δικαστήριο προτίθεται, παρά ταύτα, να αποφανθεί επί των ζητημάτων αυτών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται να παρουσιάζει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, οι διατάξεις της οδηγίας εφαρμόζονται μόνο στην αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων που περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.

69.      Δεν εξυπακούεται δίχως άλλο ότι το γραπτό των εξετάσεων του P. Nowak υποβλήθηκε σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία, επειδή αναγνώσθηκε ηλεκτρονικά και περιλήφθηκε, για παράδειγμα, σε ηλεκτρονικά συστήματα επεξεργασίας δεδομένων. Εντούτοις, γίνεται δεκτό ότι περιλαμβάνεται τουλάχιστον σε τμήμα ενός «αρχείου». Τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ένα αρχείο δεν πρέπει να περιλαμβάνεται, αναγκαίως, σε ηλεκτρονικό σύστημα επεξεργασίας δεδομένων. Αντιθέτως, ο όρος αυτός περιλαμβάνει κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προσιτών με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Ένα σύνολο εγγράφων περιλαμβάνον γραπτά εξετάσεων, ταξινομημένο αλφαβητικά ή βάσει άλλων κριτηρίων, πληροί ήδη τις εν λόγω απαιτήσεις.

V.      Πρόταση

70.      Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

Ένα χειρόγραφο γραπτό εξετάσεων που μπορεί να αποδοθεί στον εξεταζόμενο αποτελεί, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθώσεων των εξεταστών, δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 95/46/ΕΚ, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2      Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 1995, L 281, σ. 31), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ 2003, L 284, σ. 1).


3      Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1).


4      Αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2003, Lindqvist (C‑101/01, EU:C:2003:596, σκέψη 88), και της 7ης Μαΐου 2009, Rijkeboer (C‑553/07, EU:C:2009:293, σκέψη 59).


5      Αυτή τη μορφή φαίνεται ότι έχει η εξέταση που έδωσε την αφορμή για την παρούσα δίκη. Βλ. Strategic Finance and Management Accounting (SFMA), Interim Assessment – January 2017, Final Exam Version, Paper and Suggested Solution with Examiner’s Comments, https://www.charteredaccountants.ie/docs/default-source/dept-exams/cap2-sfma-2017-ia1-prs-final037b534808b3649fa7d8ff000079c5aa.pdf?sfvrsn=0, όπως ήταν προσβάσιμη στις 8 Ιουνίου 2017.


6      Χαρακτηριστική η απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2016, Breyer (C‑582/14, EU:C:2016:779, σκέψεις 40 έως 44).


7      Χαρακτηριστική η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems (C‑362/14, EU:C:2015:650, σκέψεις 40 επ.).


8      Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems (C‑362/14, EU:C:2015:650, σκέψεις 58 και 59).


9      Αυτή είναι η ορθή ουσία του κατά τα λοιπά μη πειστικού συλλογισμού στην απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 12ης Φεβρουαρίου 2014, De Mendoza Asensi κατά Επιτροπής (F‑127/11, EU:F:2014:14, σκέψη 101).


10      Τούτο ισχύει για τη γερμανική, την αγγλική, τη γαλλική, την ισπανική, την ιταλική, την πορτογαλική, τη ρουμανική, τη βουλγαρική, την κροατική, τη λεττονική, τη λιθουανική, την πολωνική, τη σλοβενική, τη σλοβακική και την τσεχική, καθώς και για την εσθονική, την ελληνική, την ουγγρική, τη μαλτέζικη και τη φινλανδική γλωσσική απόδοση. Αντιθέτως, η λέξη αυτή δεν υπάρχει, για παράδειγμα, στη δανική, τη σουηδική ή την ολλανδική γλωσσική απόδοση.


11      Αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 24), και της 2ας Ιουνίου 2016, Bogendorff von Wolffersdorff (C‑438/14, EU:C:2016:401, σκέψη 57).


12      Απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, Kratzer (C‑423/15, EU:C:2016:604, σκέψεις 38 έως 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


13      Υπόθεση της 17ης Ιουλίου 2014, YS κ.λπ. (C‑141/12 και C‑372/12, EU:C:2014:2081, σκέψη 46).


14      Υπόθεση της 17ης Ιουλίου 2014, YS κ.λπ. (C‑141/12 και C‑372/12, EU:C:2014:2081, σκέψη 40).