Language of document : ECLI:EU:C:2017:634

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 6ης Σεπτεμβρίου 2017 (1)

Υπόθεση C-384/16 P

European Union Copper Task Force

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Προσφυγή μερικής ακυρώσεως – Άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Κανονιστική πράξη η οποία δεν απαιτεί εκτελεστικά μέτρα – Ζήτημα αν η πράξη αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα – Ένσταση μερικής ελλείψεως νομιμότητας – Φυτοπροστατευτικά προϊόντα – Κανονισμός (ΕΚ) 1107/2009 – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 540/2011 – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/408 – Διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και κατάρτιση καταλόγου ουσιών υποψήφιων προς υποκατάσταση – Ενώσεις χαλκού»






I.      Εισαγωγή

1.        Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι η αίτηση αναιρέσεως την οποία άσκησε η European Union Copper Task Force (στο εξής: EUCuTF) κατά της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης Απριλίου 2016, European Union Copper Task Force κατά Επιτροπής (T-310/15, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2016:265).

2.        Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή με την οποία η EUCuTF ζητούσε τη μερική ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/408 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή του άρθρου 80, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΚ) 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και τον καθορισμό καταλόγου υποψηφίων προς υποκατάσταση(στο εξής: επίδικος κανονισμός) (2). Κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί ίδιο έννομο συμφέρον και, αφετέρου, ότι τα μέλη της δεν έχουν ενεργητική νομιμοποίηση στο μέτρο που ο επίδικος κανονισμός δεν τα αφορά ατομικά. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή της EUCuTF δεν έβρισκε έρεισμα ούτε στην τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, διότι ο επίδικος κανονισμός περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

3.        Η αίτηση αναιρέσεως της EUCuTF παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει την ερμηνεία του ρήματος «περιλαμβάνουν», το οποίο χρησιμοποιείται στην εν λόγω διάταξη (3). Ειδικότερα, ο όρος αυτός, αν και ουσιώδης για την εφαρμογή της προμνημονευθείσας διατάξεως, στην πραγματικότητα δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας από το Δικαστήριο, ακόμη και στις υποθέσεις, για παράδειγμα, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C-274/12 P, EU:C:2013:852), ή της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284).

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Η οδηγία 91/414/ΕΟΚ

4.        Η οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (4), περιλάμβανε, στο παράρτημά της Ι, κατάλογο εγκεκριμένων δραστικών ουσιών για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα.

5.        Με το άρθρο 1 και το παράρτημα της οδηγίας 2009/37/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2009, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414 του Συμβουλίου με σκοπό να συμπεριληφθούν οι ουσίες chlormequat, propaquizafop, quizalofop-P, teflubenzuron, zeta-cypermethrin και οι ενώσεις χαλκού στις δραστικές ουσίες (5), ο κατάλογος του παραρτήματος Ι της οδηγίας 91/414 τροποποιήθηκε προκειμένου να προστεθούν σε αυτόν, μεταξύ άλλων, οι ενώσεις χαλκού.

2.      Ο κανονισμός (ΕΚ) 1107/2009

6.        Ο κανονισμός (ΕΚ) 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414 του Συμβουλίου (6), ορίζει στο άρθρο 50, το οποίο τιτλοφορείται «Συγκριτική αξιολόγηση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν ουσίες υποψήφιες για υποκατάσταση», τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη διενεργούν συγκριτική αξιολόγηση όταν αξιολογούν αίτηση αδειοδότησης φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει δραστική ουσία η οποία έχει εγκριθεί ως ουσία υποψήφια για υποκατάσταση. Τα κράτη μέλη δεν αδειοδοτούν ή περιορίζουν τη χρήση φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει ουσία υποψήφια για υποκατάσταση προς χρήση σε συγκεκριμένη καλλιέργεια, εφόσον η συγκριτική αξιολόγηση, η οποία σταθμίζει τους κινδύνους και τα οφέλη, όπως ορίζεται στο παράρτημα IV, αποδεικνύει ότι:

[…]

4.      Όσον αφορά τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν ουσία υποψήφια για υποκατάσταση, τα κράτη μέλη διενεργούν την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 συγκριτική αξιολόγηση τακτικά και το αργότερο κατά την ανανέωση ή την τροποποίηση της άδειας.

Βάσει των αποτελεσμάτων της εν λόγω συγκριτικής αξιολόγησης, τα κράτη μέλη διατηρούν, ανακαλούν ή τροποποιούν την άδεια.»

7.        Στο κεφάλαιο XI, το οποίο τιτλοφορείται «Μεταβατικές και τελικές διατάξεις», περιλαμβάνεται το άρθρο 80 του κανονισμού 1107/2009, υπό τον τίτλο «Μεταβατικά μέτρα», το οποίο, στην παράγραφο 7, ορίζει τα εξής:

«Μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου 2013, η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο ουσιών που περιέχονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο σημείο 4 του παραρτήματος ΙΙ του παρόντος κανονισμού και στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 50 του παρόντος κανονισμού.»

8.        Το άρθρο 83 του κανονισμού 1107/2009, το οποίο τιτλοφορείται «Κατάργηση», ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 80, οι οδηγίες 79/117/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί απαγορεύσεως της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ορισμένες δραστικές ουσίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 46)] και 91/414/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν με τις πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα V, καταργούνται με ισχύ από τις 14 Ιουνίου 2011, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις καταληκτικές ημερομηνίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που ορίζονται στο εν λόγω παράρτημα.

Οι παραπομπές στις καταργούμενες οδηγίες λογίζονται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό. […]»

3.      Οι εκτελεστικοί κανονισμοί

1.      Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 540/2011

9.        Κατά την αιτιολογική σκέψη 1 και το άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 540/2011 της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2011, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον κατάλογο των εγκεκριμένων δραστικών ουσιών (7), οι δραστικές ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 λογίζονται εγκεκριμένες δυνάμει του κανονισμού 1107/2009.

2.      Οι εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/232

10.      Κατά την αιτιολογική σκέψη 8 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/232 της Επιτροπής, της 13ης Φεβρουαρίου 2015, για την τροποποίηση και τη διόρθωση του εκτελεστικού κανονισμού 540/2011 όσον αφορά τους όρους έγκρισης της δραστικής ουσίας «ενώσεις του χαλκού» (8), «[ε]πιβεβαιώνεται ότι η δραστική ουσία “ενώσεις χαλκού” θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει εγκριθεί σύμφωνα με τον κανονισμό […] 1107/2009».

11.      Το άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/232, το οποίο τιτλοφορείται «Τροποποιήσεις του εκτελεστικού κανονισμού [(ΕΕ)] 540/2011», ορίζει τα εξής:

«Το μέρος Α του παραρτήματος του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) […] 540/2011 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.»

12.      Το παράρτημα του εκτελεστικού κανονισμού 2015/232 προβλέπει ότι το μέρος Α του παραρτήματος του εκτελεστικού κανονισμού 540/2011 τροποποιείται ως εξής:

«[…]

Ο κοινοποιών υποβάλλει στην Επιτροπή, στα κράτη μέλη και στην Αρχή πρόγραμμα παρακολούθησης για τις ευπαθείς περιοχές, όπου η ρύπανση του εδάφους και των υδάτων (συμπεριλαμβανομένων των ιζημάτων) από το χαλκό προκαλεί ανησυχία ή μπορεί να προκαλέσει ανησυχία.

[…]»

3.      Ο επίδικος κανονισμός

13.      Το άρθρο 1 του επίδικου κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Υποψήφιοι προς υποκατάσταση», ορίζει τα εξής:

«Οι δραστικές ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο σημείο 4 του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) […] 1107/2009, είναι αυτές που περιέχονται στον κατάλογο του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού.

Η πρώτη παράγραφος εφαρμόζεται επίσης σε δραστικές ουσίες που εγκρίθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) […] 1107/2009, σύμφωνα με τα μεταβατικά μέτρα του άρθρου 80 παράγραφος 1.»

14.      Ο κατάλογος του παραρτήματος του κανονισμού αυτού περιλαμβάνει τις:

«[…]

ενώσεις χαλκού (παραλλαγές υδροξείδιο του χαλκού, οξυχλωριούχος χαλκός, οξείδιο του χαλκού, βορδιγάλειος πολτός και βασικός θειικός χαλκός)

[…]»

III. Το ιστορικό της διαφοράς

15.      Το ιστορικό της διαφοράς εκτέθηκε συνοπτικά από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 1 έως 6 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.

16.      Η EUCuTF είναι ένωση παραγωγών ενώσεων χαλκού, εκ των οποίων ορισμένοι είναι κάτοχοι αδειών διαθέσεως στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν την εν λόγω ουσία. Συνεστήθη με σκοπό να υποβάλει αίτηση καταχωρίσεως της ουσίας αυτής στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, το οποίο περιλάμβανε κατάλογο των εγκεκριμένων δραστικών ουσιών για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα.

17.      Με την έκδοση της οδηγίας 2009/37 η Επιτροπή τροποποίησε τον κατάλογο που περιλαμβανόταν στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, προκειμένου να εγγραφούν σε αυτόν οι ενώσεις χαλκού. Η οδηγία αυτή καταργήθηκε με τον κανονισμό 1107/2009. Ωστόσο, κατά την αιτιολογική σκέψη 1 και το άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού 540/2011, οι δραστικές ουσίες που περιλαμβάνονταν στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 λογίζονται εγκεκριμένες δυνάμει του κανονισμού 1107/2009.

18.      Κατόπιν της παροχής εκ μέρους της αναιρεσείουσας συμπληρωματικών στοιχείων σχετικά με τον κίνδυνο από την εισπνοή των ενώσεων χαλκού και σχετικά με την εκτίμηση επικινδυνότητάς τους για τους μη στοχευμένους οργανισμούς, το έδαφος και το νερό, η Επιτροπή εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/232. Με τον κανονισμό αυτόν η Επιτροπή, αφενός, επιβεβαίωσε ότι οι ενώσεις χαλκού εγκρίνονται σύμφωνα με τον κανονισμό 1107/2009 και, αφετέρου, τροποποίησε το παράρτημα του εκτελεστικού κανονισμού 540/2011, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, την υποβολή από την αναιρεσείουσα στην Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA) και στα κράτη μέλη προγράμματος παρακολουθήσεως για τις ευπαθείς περιοχές όπου η ρύπανση του εδάφους και των υδάτων από τον χαλκό προκαλεί ή μπορεί να προκαλέσει ανησυχία.

19.      Στις 11 Μαρτίου 2015 η Επιτροπή εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό με σκοπό την εφαρμογή του άρθρου 80, παράγραφος 7, του κανονισμού 1107/2009, διατάξεως που ορίζει ότι η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο ουσιών που περιέχονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, οι οποίες πληρούν τα κριτήρια προκειμένου να θεωρούνται ως ουσίες υποψήφιες προς υποκατάσταση και στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 50 του κανονισμού αυτού. Ο εν λόγω κατάλογος, ο οποίος περιέχεται στο παράρτημα του επίδικου κανονισμού, περιλαμβάνει τις ενώσεις χαλκού, διότι η ουσία αυτή πληροί τα εν λόγω κριτήρια.

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

20.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Ιουνίου 2015 η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση του επίδικου κανονισμού. Προς στήριξη της προσφυγής της η αναιρεσείουσα προέβαλε, μεταξύ άλλων, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 24 και του παραρτήματος ΙΙ, σημείο 4, του κανονισμού 1107/2009.

21.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή. Έκρινε, αφενός, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί ίδιο έννομο συμφέρον και, αφετέρου, ότι τα μέλη της δεν έχουν ενεργητική νομιμοποίηση. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά ατομικά τα μέλη της αναιρεσείουσας κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, δεύτερον, ότι ο κανονισμός αυτός αποτελεί κανονιστική πράξη που περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

22.      Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας με την οποία αυτή προέβαλε προσβολή του δικαιώματός της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.

V.      Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

23.      Με την αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, να κρίνει παραδεκτή την προσφυγή ακυρώσεως κατά του επίδικου κανονισμού και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας. Επίσης, ζητεί να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

24.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

VI.    Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

25.      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις λόγους. Πρώτον, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός αποτελεί κανονιστική πράξη που περιλαμβάνει, έναντι αυτής, εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Δεύτερον, προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η απόρριψη της προσφυγής της ως απαράδεκτης δεν στερεί ούτε την ίδια ούτε τα μέλη της από την αποτελεσματική δικαστική προστασία τους. Τέλος, τρίτον, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά ατομικά ούτε την ίδια ούτε τα μέλη της.

26.      Επιπλέον, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ο επίδικος κανονισμός αφορά άμεσα τόσο την ίδια όσο και τα μέλη της.

1.      Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η απουσία εκτελεστικών μέτρων του επίδικου κανονισμού

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

27.      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τις σκέψεις 42 έως 44, 46 έως 48, 50 έως 52, 60 και 61 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

28.      Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, για τον χαρακτηρισμό των ενώσεων χαλκού ως «ουσιών υποψήφιων προς υποκατάσταση» και για τη συνακόλουθη εφαρμογή του καθεστώτος που καθιερώνει ο κανονισμός 1107/2009 δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα.

29.      Καταρχάς, μολονότι η ενδεχόμενη ανανέωση της άδειας των ενώσεων χαλκού συντελείται επίσημα με πράξη της Επιτροπής κατόπιν σχετικής αιτήσεως της EUCuTF, η πράξη αυτή δεν δύναται να θεωρηθεί ως εκτελεστική του επίδικου κανονισμού, αλλά ως εκτελεστική του κανονισμού 1107/2009, ο οποίος ρυθμίζει τη διαδικασία ανανεώσεως της εγκρίσεως δραστικών ουσιών. Επιπλέον, συνέπεια του επίδικου κανονισμού είναι ότι υπάγει τις ενώσεις χαλκού σε έγκριση τουλάχιστον κάθε επτά έτη και όχι κάθε δεκαπέντε έτη όπως ισχύει για τις δραστικές ουσίες που δεν είναι υποψήφιες προς υποκατάσταση. Επομένως, κατά τη διαδικασία εγκρίσεως που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, οι αιτήσεις ανανεώσεως της εγκρίσεως όσον αφορά τις ενώσεις χαλκού είναι καταρχήν διπλάσιες, γεγονός που αυξάνει το κόστος διατηρήσεως της εγκρίσεως των εν λόγω ενώσεων. Η συνέπεια αυτή είναι άμεση και δεν προϋποθέτει κανένα εκτελεστικό μέτρο εκ μέρους της Επιτροπής ή των κρατών μελών.

30.      Εν συνεχεία, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι άμεση συνέπεια του επίδικου κανονισμού είναι η υπαγωγή των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν ενώσεις χαλκού καθώς και της χρήσεώς τους στη συγκριτική αξιολόγηση την οποία προβλέπει το άρθρο 50 του κανονισμού 1107/2009. Ειδικότερα, το άρθρο 50, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού επιβάλλει στα κράτη μέλη να διενεργούν τη συγκριτική αξιολόγηση τακτικά και το αργότερο κατά την ανανέωση ή την τροποποίηση της άδειας. Επιπλέον, αντίθετα προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, οι αιτούντες δεν επιβαρύνονται μόνο με το κόστος διεξαγωγής της συγκριτικής αξιολογήσεως, αλλά και με την ίδια τη διεξαγωγή της αξιολογήσεως αυτής, καθώς οι εθνικές αρχές περιορίζονται στην έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως ανανεώσεως της άδειας του φυτοπροστατευτικού προϊόντος. Επομένως, η EUCuTF και τα μέλη της βαρύνονται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συγκριτική αξιολόγηση ανεξάρτητα από την τελική έκβαση αυτής.

31.      Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ότι η διεξαγωγή της συγκριτικής αξιολογήσεως δεν επηρεάζει την εκ μέρους των κρατών μελών χορήγηση ή άρνηση χορηγήσεως, ανανέωση, ανάκληση ή τροποποίηση των αδειών για διάθεση στην αγορά χωρίς να λάβει υπόψη ότι η ως άνω συνέπεια του επίδικου κανονισμού είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε απόφαση που λαμβάνεται από εθνική αρχή.

32.      Τα μέτρα που λαμβάνονται, κατά περίπτωση, από τις εθνικές αρχές δεν μπορούν να θεωρηθούν εκτελεστικά μέτρα του επίδικου κανονισμού, δεδομένου ότι δεν επηρεάζουν ούτε το νομικό καθεστώς των ενώσεων χαλκού ως ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση ούτε το καθεστώς που καθιερώνει ο κανονισμός 1107/2009.

33.      Τέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται και όσον αφορά την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των φυτοπροστατευτικών προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών. Ειδικότερα, λόγω της εκδόσεως του επίδικου κανονισμού, η αμοιβαία αναγνώριση προϊόντος που περιέχει ουσία υποψήφια προς υποκατάσταση δεν είναι πλέον αυτόματη, αντίθετα προς τα όσα ισχύουν για κάθε άλλη δραστική ουσία.

34.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

35.      Κατά την Επιτροπή, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι επί των ουσιών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση έχουν εφαρμογή τρεις κατηγορίες ειδικών κανόνων και ότι η εφαρμογή ενός εκάστου εκ των τριών αυτών διακριτών κανόνων οδηγεί στη λήψη εκτελεστικών μέτρων τη νομιμότητα των οποίων μπορεί να αμφισβητήσει η αναιρεσείουσα (9).

36.      Καταρχάς, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η ανανέωση της εγκρίσεως των ενώσεων χαλκού από την Επιτροπή αποτελεί εκτελεστικό μέτρο του κανονισμού 1107/2009 και όχι του επίδικου κανονισμού, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η σχετική κρίση του Γενικού Δικαστηρίου συνάδει πλήρως με τη ratio του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όπως αυτή εκτίθεται από το Δικαστήριο στη σκέψη 27 της αποφάσεως της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852).

37.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται δεν είναι αν η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί τη νομική βάση, υπό στενή έννοια, κάθε εκτελεστικού μέτρου. Κατά την Επιτροπή, η ορθή εξέταση έγκειται στην εξακρίβωση του κατά πόσον η προσβαλλόμενη πράξη μεταβάλλει την έννομη κατάσταση της αναιρεσείουσας κατά τρόπο οριστικό και αρνητικό. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να εξεταστεί αν η αναιρεσείουσα υποχρεούται να παραβεί τις διατάξεις της προσβαλλομένης πράξεως προκειμένου να της δοθεί η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, επειδή δεν υφίσταται άλλη πράξη που εκδόθηκε ή πρόκειται να εκδοθεί στο επίπεδο της Ένωσης ή σε εθνικό επίπεδο, η οποία να μπορεί να αμφισβητηθεί ενώπιον δικαστηρίου.

38.      Ωστόσο, εν προκειμένω, η έννομη κατάσταση της αναιρεσείουσας παραμένει αμετάβλητη μέχρις ότου εκδοθεί πράξη κατ’ εφαρμογήν μίας από τις τρεις κατηγορίες ειδικών κανόνων που προβλέπει ο κανονισμός 1107/2009.

39.      Εν συνεχεία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η αναιρεσείουσα σε σχέση με την εφαρμογή έκαστης εκ των εν λόγω κατηγοριών κανόνων πρέπει να απορριφθούν.

40.      Πρώτον, η ανανέωση της εγκρίσεως ουσιών υποψήφιων προς υποκατάσταση προϋποθέτει, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, την έκδοση από την Επιτροπή κανονισμού που εγκρίνει ή δεν εγκρίνει την οικεία ουσία, γεγονός που συνεπάγεται την πραγματική εφαρμογή του επίδικου κανονισμού. Επομένως, η αναιρεσείουσα έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τον πρώτο κανονισμό και να επικαλεστεί, με την ευκαιρία αυτή και με βάση το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, το ανεφάρμοστο του επίδικου κανονισμού.

41.      Δεύτερον, όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών διαθέσεως στην αγορά, η Επιτροπή εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι οι συνέπειες της σχετικής μεταβολής θα επέλθουν μόνο διά της ασκήσεως του περιθωρίου εκτιμήσεως που απονέμεται στα κράτη μέλη όταν οι εθνικές αρχές τους εκδίδουν πράξεις με τις οποίες αποφαίνονται επί των αιτήσεων αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η απονομή εξουσίας εκτιμήσεως στις εθνικές αρχές στο πλαίσιο αυτό επηρεάζει την έννομη κατάσταση των μελών της κατ’ άλλο τρόπο πέρα από την έκδοση της εθνικής αποφάσεως σχετικά με την αποδοχή ή την άρνηση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Ούτε απέδειξε ότι ο επίδικος κανονισμός επιφέρει στο σύστημα αμοιβαίας αναγνωρίσεως άλλη μεταβολή που επηρεάζει την έννομη κατάστασή της.

42.      Τρίτον, όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τους όρους χορηγήσεως ή ανανεώσεως άδειας διαθέσεως στην αγορά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσείουσα ερμηνεύει εσφαλμένως τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά, ορθώς κατά την Επιτροπή, ότι η συγκριτική αξιολόγηση αποτελεί μέρος της διαδικασίας εξετάσεως της άδειας διαθέσεως στην αγορά. Η πράξη που επηρεάζει την έννομη κατάσταση της αναιρεσείουσας είναι η απόφαση περί διατηρήσεως, ανακλήσεως ή τροποποιήσεως της άδειας διαθέσεως στην αγορά, η οποία συνεπάγεται την πραγματική εφαρμογή του επίδικου κανονισμού στην πράξη.

43.      Το επιχείρημα ότι οι αιτούντες άδεια βαρύνονται πλέον με τη διεξαγωγή της συγκριτικής αξιολογήσεως δεν αναιρεί την ανωτέρω διαπίστωση. Κατά την Επιτροπή, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ενδεχόμενη μετακύλιση του βάρους διεξαγωγής της συγκριτικής αξιολογήσεως αφορά αποκλειστικά τη διαδικασία και ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή της εν λόγω συγκριτικής αξιολογήσεως για την οποία οι εθνικές αρχές πρέπει να εκδώσουν πράξεις, οι οποίες είναι δεκτικές προσβολής. Αφενός, η απόφαση της εθνικής αρχής να προβεί αυτεπαγγέλτως στη συγκριτική αξιολόγηση μπορεί να αμφισβητηθεί. Αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως είναι αρνητικό όσον αφορά τις ενώσεις χαλκού και, κατά συνέπεια, επηρεάζει την έννομη κατάσταση της αναιρεσείουσας, η απόφαση ανακλήσεως της άδειας διαθέσεως στην αγορά αποτελεί πράξη δεκτική προσβολής.

2.      Ανάλυση

1)      Προκαταρκτική παρατήρηση επί της ερμηνείας του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ

44.      Με την αίτηση αναιρέσεως η EUCuTF υποστηρίζει ότι ο χαρακτηρισμός των ενώσεων χαλκού ως «ουσιών υποψήφιων προς υποκατάσταση» και η συνακόλουθη εφαρμογή του καθεστώτος που καθιερώνει ο κανονισμός 1107/2009 συντελούνται κατά τρόπο «άμεσο και ευθύ», χωρίς να είναι απαραίτητο εκτελεστικό μέτρο (10).

45.      Συνεπώς, ενώπιον του Δικαστηρίου τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα αν η υπαγωγή των ενώσεων χαλκού σε ειδικούς κανόνες που προβλέπονται από τον κανονισμό 1107/2009 αποτελεί απλή «συνέπεια» του επίδικου κανονισμού για την οποία δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα stricto sensu ή αν, αντίθετα, οι πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή ή τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογήν των ειδικών κανόνων του κανονισμού 1107/2009 πρέπει να θεωρηθούν εκτελεστικά μέτρα του επίδικου κανονισμού, επειδή οι εν λόγω κανόνες παράγουν συγκεκριμένες συνέπειες έναντι της αναιρεσείουσας μόνο μέσω των πράξεων αυτών.

46.      Σε πιο θεωρητικό επίπεδο, τίθεται το ζήτημα αν το ρήμα «περιλαμβάνουν» στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ αφορά αποκλειστικά τα εκτελεστικά μέτρα που λαμβάνονται με άμεσο θεμέλιο μια κανονιστική πράξη «Β» ή αν το περιεχόμενό του μπορεί να επεκταθεί ώστε να καταλαμβάνει και τις πράξεις που εκδίδονται με βάση έναν προγενέστερο κανονισμό «Α», αλλά κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού «Β» η θέσπιση του οποίου είναι αναγκαία για την εφαρμογή του προγενέστερου κανονισμού, δηλαδή στο πλαίσιο μιας έμμεσης αλυσιδωτής ακολουθίας ή, τρόπον τινά, εξ αντανακλάσεως.

47.      Είναι περιττό να υπομνησθεί ότι το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ τροποποιήθηκε δυνάμει της Συνθήκης της Λισσαβώνας ούτως ώστε να παρέχει μια τρίτη δυνατότητα άμεσης προσβάσεως στον δικαστή της νομιμότητας. Πλέον, «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί […] να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα» (11).

48.      Το Δικαστήριο, μολονότι αναγνώρισε ότι το τρίτο αυτό σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ «καθιστά ηπιότερες τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται από φυσικά και νομικά πρόσωπα» (12), εντούτοις υιοθέτησε συναφώς περιοριστική ερμηνεία.

49.      Καταρχάς, ερμήνευσε την «κανονιστική πράξη» υπό την έννοια ότι «η τροποποίηση του δικαιώματος προσφυγής των φυσικών και νομικών προσώπων, κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, αποσκοπούσε στην παροχή στα πρόσωπα αυτά της δυνατότητας να ασκήσουν, υπό ηπιότερες προϋποθέσεις, προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεων γενικής ισχύος εξαιρουμένων [ωστόσο] των νομοθετικών πράξεων» (13).

50.      Εν συνεχεία, όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με την απουσία εκτελεστικών μέτρων, ένα γενικό πλαίσιο αναλύσεως καθορίστηκε επ’ ευκαιρία της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C-274/12 P, EU:C:2013:852):

–        πρώτον, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, όταν μια κανονιστική πράξη περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα, «ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της έννομης τάξεως της Ένωσης διασφαλίζεται ανεξαρτήτως του αν τα εν λόγω μέτρα προέρχονται από την Ένωση ή από τα κράτη μέλη» (14). Ειδικότερα, ο ιδιώτης μπορεί, στην πρώτη περίπτωση, να ασκήσει ευθεία προσφυγή κατά των εκτελεστικών μέτρων ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης και, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, να επικαλεστεί προς στήριξη της προσφυγής του την έλλειψη νομιμότητας της βασικής πράξεως και, στη δεύτερη περίπτωση, να αμφισβητήσει το κύρος της βασικής πράξεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία μπορούν να υποβάλουν σχετικώς, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο (15

–        δεύτερον, το Δικαστήριο περιορίζει την εξέταση σχετικά με την ύπαρξη εκτελεστικών μέτρων «[στην] κατάσταση του προσώπου που επικαλείται το δικαίωμα προσφυγής δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ. Είναι, επομένως, αδιάφορο αν η επίμαχη πράξη επάγεται εκτελεστικά μέτρα που αφορούν άλλους πολίτες» (16), και,

–        τρίτον, η εξέταση πρέπει «να γίνεται αποκλειστικά με βάση το αντικείμενο της προσφυγής και, στην περίπτωση που ο προσφεύγων ζητεί τη μερική μόνον ακύρωση της πράξεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον τα εκτελεστικά μέτρα τα οποία περιλαμβάνει ενδεχομένως το μέρος αυτό της πράξεως» (17).

51.      Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284), ενέμεινε στην περιοριστική ερμηνεία, εκτιμώντας ότι ο ισχυρισμός ότι τα μέτρα που ελήφθησαν σε εθνικό επίπεδο είχαν απλώς διεκπεραιωτικό χαρακτήρα «στερείται […] σημασίας στο πλαίσιο της εξετάσεως του κατά πόσον για την εφαρμογή των [επίμαχων] κανονισμών απαιτούνταν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ» (18). Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι «η προϋπόθεση σχετικά με την απουσία εκτελεστικών μέτρων δεν πρέπει να συγχέεται με τη προϋπόθεση η πράξη να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα» (19).

52.      Το Δικαστήριο, εξαιρώντας τις νομοθετικές πράξεις από την έννοια της «κανονιστικής πράξεως» και περιλαμβάνοντας στην έννοια του «εκτελεστικού μέτρου» κάθε πράξη που εκδίδει η Ένωση ή κράτος μέλος με βάση πράξη γενικής ισχύος του δικαίου της Ένωσης, περιόρισε το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ στην απλούστερη δυνατή εκδοχή του.

53.      Αν, επιπλέον, γίνει δεκτό ότι ο όρος «περιλαμβάνουν» έχει την έννοια ότι καλύπτει κάθε πράξη που εκδίδεται κατόπιν πράξεως της Ένωσης, τότε οφείλω να αναγνωρίσω ότι ήταν ορθή η άποψη εκείνων που έσπευσαν να συμπεράνουν ότι, με την εκτεθείσα στα σημεία 49 έως 51 των παρουσών προτάσεων ερμηνεία της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η πρόσβαση των ιδιωτών στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ουδόλως μεταβλήθηκε στην πράξη (20).

54.      Ωστόσο, όπως υπενθύμισε πρόσφατα το Δικαστήριο προκειμένου να θεμελιώσει την αρμοδιότητά του στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, αφενός, «το άρθρο 47 […] του Χάρτη, το οποίο επιβεβαιώνει την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ορίζει ότι, σε περιπτώσεις προσβολής των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει, στην πράξη, τη δυνατότητα να προσφύγει στη δικαιοσύνη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το συγκεκριμένο άρθρο [και, αφετέρου,] η ύπαρξη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου προς διασφάλιση της τηρήσεως των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κράτους δικαίου» (21). Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τυχόν δικονομικές δυσχέρειες, ιδίως από απόψεως κόστους, διάρκειας και κανόνων εκπροσωπήσεως, δεν στερούνται σημασίας για την εκτίμηση του σεβασμού της εν λόγω αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα κράτη μέλη (22). Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι δεν ισχύει το ίδιο και για την Ένωση. Τέτοιες δικονομικές δυσχέρειες ασφαλώς και θα δημιουργούνταν αν επιβαλλόταν στον ιδιώτη να ασκήσει παρεμπίπτον ένδικο βοήθημα –αν υποτεθεί ότι υφίσταται τέτοιο βοήθημα– ενώ μπορεί να του επιτραπεί η ευθεία προσφυγή, και μάλιστα χωρίς να παραβιασθούν οι προϋποθέσεις των Συνθηκών.

2)      Επί της έννοιας του όρου «περιλαμβάνουν»

55.      Με βάση το συμπέρασμα της προκαταρκτικής μου παρατηρήσεως, φρονώ ότι το ρήμα «περιλαμβάνουν» της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αφορά αποκλειστικά τα εκτελεστικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται κατ’ ανάγκην με άμεσο θεμέλιο ορισμένη κανονιστική πράξη.

56.      Αυτή η ερμηνεία του όρου «περιλαμβάνουν» επιρρωννύεται από τη γραμματική ερμηνεία, από τον επιδιωκόμενο με την τροποποίηση του άρθρου 230 ΕΚ σκοπό και από την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

57.      Καταρχάς, εστιάζοντας στην έννοια της λέξεως «comporter» (περιλαμβάνουν) στη γαλλική απόδοση της διατάξεως, παρατηρώ ότι αυτή σημαίνει «inclure en soi» (ενέχουν) (23). Συνεπώς, κανονιστική πράξη που δεν περιλαμβάνει εκτελεστικό μέτρο είναι μια πράξη η εφαρμογή της οποίας δεν επιβάλλει ή δεν απαιτεί καμία συμπληρωματική πράξη, δηλαδή μια πράξη αυτοτελής (24).

58.      Από τα ανωτέρω δεν συνάγεται επομένως ότι η διαπίστωση περί υπάρξεως μέτρου που ελήφθη κατόπιν της επίμαχης κανονιστικής πράξεως αρκεί, αφ’ εαυτής, για την απόρριψη της προσφυγής που ασκείται κατά της πράξεως αυτής. Τουναντίον, δεδομένου ότι η πράξη γενικής ισχύος, η οποία είναι προσβλητή με βάση την τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρέπει να είναι αυτοτελής προκειμένου να αποτελέσει αντικείμενο ευθείας προσβολής με αυτό το θεμέλιο, η χρήση της λέξεως «περιλαμβάνουν» (comporter) επιβάλλει την ύπαρξη άμεσου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ως άνω μέτρου και της ρυθμίσεως γενικής ισχύος (25). Ελλείψει τέτοιου συνδέσμου μεταξύ των δύο πράξεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η δεύτερη πράξη επιβάλλεται ή απαιτείται από την πρώτη.

59.      Προκειμένου να αποφεύγονται, στο μέτρο του δυνατού, τυχόν διαφωνίες και δυσχέρειες, ο εν λόγω αιτιώδης σύνδεσμος πρέπει να εξομοιώνεται με τη νομική βάση. Κατά συνέπεια, σε αντίθεση προς την ερμηνεία του νομικού συνδέσμου που είναι απαραίτητος για την εφαρμογή του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, η έμμεση παρεμβολή της προσβαλλομένης πράξεως στη διαδικασία εκδόσεως του διαπιστωνόμενου εκτελεστικού μέτρου δεν αρκεί (26). Στην προκειμένη περίπτωση, ο επίδικος κανονισμός τυγχάνει εφαρμογής μόνον έμμεσα στην ένδικη διαφορά που θα ανακύψει κατόπιν των μέτρων που ενδέχεται να εκδοθούν από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη με άμεσο θεμέλιο τον κανονισμό 1107/2009.

60.      Εν συνεχεία, την ανωτέρω γραμματική ερμηνεία επιβεβαιώνει και ο σκοπός που επιδιώκεται με την προσθήκη, στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τρίτης δυνατότητας προσβάσεως στον δικαστή της νομιμότητας. Πράγματι, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 60 της αποφάσεως της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:625), η τροποποίηση του δικαιώματος προσφυγής των φυσικών και νομικών προσώπων, κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, αποσκοπούσε στην παροχή προς τα πρόσωπα αυτά της δυνατότητας να ασκούν προσφυγή υπό ηπιότερες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, «η Συνθήκη της Λισσαβώνας, προκειμένου να ενισχύσει τη δικαστική προστασία των φυσικών και νομικών προσώπων έναντι πράξεων της Ένωσης, διεύρυνε τις προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως με τη θέσπιση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ το οποίο επιτρέπει την άσκηση τέτοιας προσφυγής και κατά των κανονιστικών πράξεων που αφορούν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο άμεσα χωρίς να απαιτούν εκτελεστικά μέτρα» (27).

61.      Πλην όμως, όσο διευρύνεται το περιεχόμενο της προϋποθέσεως σχετικά με την ύπαρξη εκτελεστικών μέτρων τόσο περιορίζεται το περιεχόμενο της προσθήκης στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

62.      Τέλος, υπέρ της οριοθετήσεως του περιεχομένου του όρου «περιλαμβάνουν» συνηγορούν και λόγοι ασφάλειας δικαίου. Ειδικότερα, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, κατά την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, TWD Textilwerke Deggendorf (C-188/92, EU:C:1994:90), ένας ιδιώτης που, χωρίς αμφιβολία, θα νομιμοποιούνταν ενεργητικώς κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ να προσβάλει πράξη της Ένωσης με προσφυγή ακυρώσεως δεν δύναται, μετά την παρέλευση της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να αμφισβητήσει το κύρος της πράξεως αυτής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που καθιερώνει το άρθρο 277 ΣΛΕΕ (28). Το Δικαστήριο είχε πρόσφατα την ευκαιρία να επιβεβαιώσει ότι η διεύρυνση των προϋποθέσεων του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει της Συνθήκης της Λισσαβώνας δεν σηματοδότησε εγκατάλειψη της νομολογίας αυτής (29).

63.      Κατά συνέπεια, όσο πιο ασθενής είναι ο σύνδεσμος μεταξύ της κανονιστικής πράξεως και του εκτελεστικού μέτρου τόσο πιο δύσκολο είναι για τον ιδιώτη να εκτιμήσει αν μπορεί να προσβάλει ευθέως την εν λόγω κανονιστική πράξη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η αβεβαιότητα αυτή δημιουργεί όχι μόνο κίνδυνο για τον ιδιώτη –σε περίπτωση που η προσφυγή ακυρώσεως κατά της κανονιστικής πράξεως κριθεί απαράδεκτη από το Γενικό Δικαστήριο ή το εθνικό δικαστήριο αρνηθεί να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως– αλλά και ανασφάλεια στην έννομη τάξη της Ένωσης, καθώς η διαπίστωση περί υπάρξεως εκτελεστικού μέτρου συνδεόμενου με την επίμαχη κανονιστική πράξη ενδέχεται να διαφέρει ανά άτομο ή ανά δικαστήριο.

64.      Εν κατακλείδι, με βάση τη γραμματική και την τελολογική ερμηνεία καθώς και την αρχή της ασφάλειας δικαίου, φρονώ ότι το ρήμα «περιλαμβάνουν» στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αφορά αποκλειστικά τα εκτελεστικά μέτρα που λαμβάνονται με άμεσο και αναγκαίο θεμέλιο ορισμένη κανονιστική πράξη.

65.      Είναι αλήθεια ότι η μεμονωμένη θεώρηση του επίδικου κανονισμού μπορεί να φαίνεται τεχνητή. Ειδικότερα, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, αν ο κατάλογος των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών είχε προσαρτηθεί στον κανονισμό 1107/2009 και όχι σε διακριτό κανονισμό, το ζήτημα της υπάρξεως εκτελεστικών μέτρων πιθανόν δεν θα ετίθετο, καθώς οι συνέπειες του χαρακτηρισμού των ενώσεων χαλκού ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση» θα επέρχονταν κατ’ ανάγκην με μέτρα εκτελεστικά του κανονισμού αυτού και μόνον. Ωστόσο, έχω τη γνώμη ότι η σκέψη αυτή δεν επηρεάζει την ανωτέρω ανάλυση. Υπό την επιφύλαξη της καταχρήσεως εξουσίας ή της παραβιάσεως κανόνα κατανομής αρμοδιοτήτων, οι οποίες θα καθιστούσαν άκυρη την οικεία πράξη, η επιλογή του νομικού μέσου εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οργάνου που εκδίδει την πράξη και όχι του Δικαστηρίου.

3)      Επί της εφαρμογής από το Γενικό Δικαστήριο του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ

66.      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός αποτελεί κανονιστική πράξη κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αμφισβητείται.

67.      Όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 34 και 35 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, πρόκειται, αφενός, για πράξη γενικής ισχύος που εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς καθοριζομένων καταστάσεων και παράγει έννομες συνέπειες έναντι κατηγοριών προσώπων που προσδιορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Αφετέρου, ο επίδικος κανονισμός πρέπει να θεωρηθεί μη νομοθετική πράξη, διότι, σύμφωνα με τα κριτήρια που δέχεται το Δικαστήριο για την εφαρμογή της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν εκδόθηκε σύμφωνα με συνήθη ή ειδική νομοθετική διαδικασία.

68.      Αντιθέτως, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 44, 47 και 50 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, αντίστοιχα, ότι:

–        «οι συνέπειες του [επίδικου] κανονισμού ως προς τη διάρκεια ισχύος της ανανεώσεως της εγκρίσεως ήδη εγκεκριμένων ουσιών υποψήφιων προς υποκατάσταση, όπως οι ενώσεις χαλκού, πρόκειται να παραχθούν έναντι των μελών της προσφεύγουσας μόνο μέσω κανονισμού που θα εκδώσει η Επιτροπή για την ανανέωση της εν λόγω εγκρίσεως» και ότι, συνεπώς, ο κανονισμός αυτός που θα εκδώσει η Επιτροπή αποτελεί εκτελεστικό μέτρο κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ·

–        «οι συνέπειες του [επίδικου] κανονισμού ως προς τη διεξαγωγή, από τα κράτη μέλη, συγκριτικής αξιολογήσεως των κινδύνων για την υγεία ή το περιβάλλον από τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν ενώσεις χαλκού σε σχέση με κάποιο προϊόν υποκαταστάσεως ή με μη χημική μέθοδο προλήψεως ή καταπολεμήσεως των επιβλαβών οργανισμών πρόκειται να παραχθούν έναντι των μελών της προσφεύγουσας μόνο μέσω πράξεων που θα εκδώσουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών» και ότι, συνεπώς, οι πράξεις αυτές αποτελούν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ· και ότι

–        «οι συνέπειες του [επίδικου] κανονισμού ως προς τη διαδικασία αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών διαθέσεως στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν ουσία υποψήφια προς υποκατάσταση αφορούν αποκλειστικά το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη μέλη προκειμένου να αποφανθούν επί των σχετικών αιτήσεων. Οι συνέπειες αυτές θα παραχθούν, κατά περίπτωση, έναντι των μελών της προσφεύγουσας μόνο μέσω πράξεων με τις οποίες οι εθνικές αρχές αποφαίνονται επί αιτήσεων αμοιβαίας αναγνωρίσεως που υποβάλλονται από τα εν λόγω μέλη» και ότι, συνεπώς, οι πράξεις αυτές αποτελούν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

69.      Ειδικότερα, αντίθετα προς τα όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, έχω τη γνώμη ότι οι διάφορες προμνημονευθείσες πράξεις δεν αποτελούν εκτελεστικά μέτρα του επίδικου κανονισμού κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, διότι δεν εκδίδονται με άμεσο θεμέλιο τον κανονισμό αυτό. Αντιθέτως, έκαστη εκ των πράξεων αυτών θα έχει ως νομική βάση διάταξη του κανονισμού 1107/2009.

70.      Βεβαίως, η έκδοση του επίδικου κανονισμού ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1107/2009 σχετικά με τις υποψήφιες προς υποκατάσταση ουσίες. Ωστόσο, μετά από την εγγραφή της δραστικής ουσίας, δυνάμει του επίδικου κανονισμού, στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών, οι ειδικές διατάξεις του κανονισμού 1107/2009 για τις ουσίες αυτές έχουν αυτομάτως εφαρμογή. Συνεπώς, ο επίδικος κανονισμός δεν αποτελεί το άμεσο θεμέλιο των μέτρων που πρόκειται να εκδοθούν από την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη.

71.      Αντιθέτως, όπως ορθώς υποστηρίζει η EUCuTF, ο επίδικος κανονισμός παράγει per se τις ειδικές συνέπειές του. Είναι, με άλλα λόγια, αυτοτελής: η καταχώριση των ενώσεων χαλκού ως υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών συντελείται άμεσα και ευθέως κατ’ εφαρμογήν του επίδικου κανονισμού και μόνον.

72.      Ακριβώς αυτή η καταχώριση αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η EUCuTF. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να ληφθούν υπόψη τα μέτρα που θα εκδοθούν, ενδεχομένως, από την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη με βάση τον κανονισμό 1107/2009 όσον αφορά τις ενώσεις χαλκού, δεδομένου ότι ουδόλως θα επηρεάσουν την καταχώριση των εν λόγω ενώσεων στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών. Πράγματι, προκειμένου να εκτιμηθεί το παραδεκτό προσφυγής που ασκείται με βάση την τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η ύπαρξη εκτελεστικών μέτρων πρέπει να εξακριβώνεται αποκλειστικά με βάση την κατάσταση του προσώπου που επικαλείται το δικαίωμα προσφυγής καθώς και το αντικείμενο της προσφυγής (30).

73.      Επιπλέον, δεν συμμερίζομαι τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι το επιχείρημα σχετικά με το θεμέλιο των εκτελεστικών μέτρων –δηλαδή τον κανονισμό 1107/2009 και όχι τον επίδικο κανονισμό– πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου «συνάδει πλήρως με τη ratio του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ» (31).

74.      Βεβαίως, το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ τροποποιήθηκε ώστε ο ιδιώτης να μην υποχρεούται να παραβιάσει το δίκαιο της Ένωσης προκειμένου να έχει πρόσβαση σε δικαστήριο. Ωστόσο, ο προβληματισμός αυτός και η συνακόλουθη τροποποίηση των Συνθηκών πρέπει να εντάσσονται στο συνολικό πλαίσιο του συστήματος ενδίκων βοηθημάτων, όπως το αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, η συνοχή του οποίου διασφαλίζει την πληρότητα του καθιερούμενου από τις Συνθήκες συστήματος ελέγχου της νομιμότητας.

75.      Η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι «η Συνθήκη ΛΕΕ, με τα άρθρα της 263 και 277, αφενός, και με το άρθρο της 267, αφετέρου, καθιέρωσε ένα πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον δικαστή της Ένωσης» (32), στηρίζεται σε διορθωτική λογική. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το εν λόγω σύστημα είναι πλήρες διότι, χάρη στην ένσταση ελλείψεως νομιμότητας και στην προδικαστική παραπομπή προς εκτίμηση του κύρους, «[μ]ε τον τρόπο αυτό προστατεύονται τα φυσικά και νομικά πρόσωπα από την εφαρμογή έναντι αυτών πράξεων γενικού περιεχομένου που δεν μπορούν να προσβάλουν απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω των ειδικών προϋποθέσεων περί παραδεκτού που καθορίζει το άρθρο [263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ]» (33). Επομένως, οι παρεμπίπτοντες μηχανισμοί ελέγχου της νομιμότητας επιτελούν αντισταθμιστική λειτουργία (34).

76.      Κατά τη γνώμη μου, η τυχόν διεύρυνση του περιεχομένου κάποιας από τις προϋποθέσεις που καθιερώνει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ κατά τρόπον ώστε η ακυρωτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποκλείεται υπέρ ενός παρεμπίπτοντος ελέγχου θα ανέτρεπε τη λογική του συστήματος. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις περί παραδεκτού του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα ενός υποθετικού αντισταθμιστικού μέσου παροχής ένδικης προστασίας. Αντιθέτως, οι προϋποθέσεις των αντισταθμιστικών αυτών μέσων παροχής ένδικης προστασίας πρέπει, κατά περίπτωση, να τυγχάνουν ευρείας ερμηνείας στην περίπτωση που η ευθεία πρόσβαση στα δικαστήρια της Ένωσης δεν είναι δυνατή.

77.      Φρονώ ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την προσέγγιση αυτή επ’ ευκαιρία της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2000, Schiocchet κατά Επιτροπής (C‑289/99 P, EU:C:2000:641). Ειδικότερα, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει στη διάταξη αυτή ότι η παρεχόμενη από το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δυνατότητα προβολής του ανεφάρμοστου ενός κανονισμού μπορεί να αποτελεί μόνο λόγο ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής και όχι το αντικείμενο της προσφυγής αυτής και ότι, «συνεπώς, το παραδεκτό των προσφυγών πρέπει να κρίνεται βάσει των αιτημάτων τους, ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητας που μπορούν να προβληθούν προς στήριξή τους» (35).

78.      Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η EUCuTF προέβαλε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά του κανονισμού 1107/2009, φρονώ ότι δεν είναι ασυνεπές το να γίνεται επίκληση των κανόνων του κανονισμού αυτού στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξετάσεως της προσφυγής ακυρώσεως που στρέφεται κατά του επίδικου κανονισμού, αλλά οι κανόνες αυτοί να μη λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του παραδεκτού της εν λόγω προσφυγής. Επομένως, φρονώ ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η EUCuTF σεβάστηκε πλήρως τη διάρθρωση των μέσων παροχής ένδικης προστασίας καθώς, αφενός, προσέβαλε τον επίδικο κανονισμό και, αφετέρου, προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής της ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 1107/2009.

79.      Αυτή η δικονομική επιλογή διαφοροποιεί, εξάλλου, την υπό κρίση υπόθεση από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C-456/13 P, EU:C:2015:284).

80.      Εκ πρώτης όψεως, η τελευταία αυτή υπόθεση φαίνεται να αφορά παρόμοιο μηχανισμό, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία ένα στοιχείο ουσιώδες για την εφαρμογή του εκτελεστικού κανονισμού Χ, με βάση τον οποίο πρόκειται να εκδοθούν εκτελεστικά μέτρα, καθορίζεται με τον εκτελεστικό κανονισμό Υ.

81.      Ωστόσο, οι αναιρεσείουσες δεν είχαν προβάλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, αλλά είχαν ζητήσει την ακύρωση δύο κανονισμών. Τα εκτελεστικά μέτρα των οποίων την ύπαρξη διαπίστωσε το Δικαστήριο στη σκέψη 40 της αποφάσεως αυτής θεμελιώνονται ρητώς στους δύο επίμαχους κανονισμούς: μολονότι οι αιτήσεις πιστοποιητικών βασίζονται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 302/2011 της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 2011, σχετικά με το άνοιγμα έκτακτης δασμολογικής ποσόστωσης εισαγωγής για ορισμένες ποσότητες ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 2010/2011 (36), εντούτοις οι αποφάσεις που εκδίδονται από τις εθνικές αρχές επί των αιτήσεων αυτών εφαρμόζουν τους συντελεστές που καθορίζονται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 393/2011 της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 2011, σχετικά με τον καθορισμό συντελεστή κατανομής για την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής που ζητήθηκαν από την 1η έως τις 7 Απριλίου 2011 για προϊόντα του τομέα της ζάχαρης στο πλαίσιο ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων και την αναστολή της υποβολής αιτήσεων για τα πιστοποιητικά αυτά (37).

82.      Ειδικότερα, στη σκέψη 40 της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C-456/13 P, EU:C:2015:284), το Δικαστήριο έκρινε ότι, «ως προς τους εκτελεστικούς κανονισμούς 302/2011 και 393/2011, διαπιστώνεται ότι αυτοί παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα έναντι των αναιρεσειουσών μόνο μέσω των πράξεων που εξέδωσαν οι εθνικές αρχές κατόπιν της καταθέσεως των αιτήσεων χορηγήσεως πιστοποιητικών βάσει του εκτελεστικού κανονισμού 302/2011». Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «[με τις] αποφάσεις για τη χορήγηση τέτοιων πιστοποιητικών […] εφαρμόστηκαν στις περιπτώσεις των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων οι συντελεστές που καθορίζονταν στον κανονισμό 393/2011» και ότι, ως εκ τούτου, «οι αποφάσεις περί πλήρους ή μερικής απορρίψεως των σχετικών αιτήσεων συνιστούν εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ».

83.      Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, η EUCuTF δεν ζητεί την ακύρωση του κανονισμού με βάση τον οποίο πρόκειται να εκδοθούν τα ενδεχόμενα εκτελεστικά μέτρα.

3.      Συμπέρασμα επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

84.      Δεδομένου ότι τα εκτελεστικά μέτρα την ύπαρξη των οποίων διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο είναι μέτρα τα οποία δεν θεμελιώνονται άμεσα στον επίδικο κανονισμό αλλά στον κανονισμό 1107/2009, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η EUCuTF πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

85.      Κατά συνέπεια, θα εξετάσω τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως μόνον επικουρικώς.

2.      Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αφορά το ζήτημα αν ο επίδικος κανονισμός αφορά ατομικά την EUCuTF ή τα μέλη της

86.      Θα εξετάσω πρώτα τον τρίτο λόγο αναιρέσεως. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά το ζήτημα της ελλείψεως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της EUCuTF και των μελών της στην περίπτωση που αυτή δεν έχει δικαίωμα ευθείας προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά την προϋπόθεση η πράξη να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα. Κατά συνέπεια, αν ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η EUCuTF ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι δυνατόν να γίνει δεκτή, υπό τον όρο ο επίδικος κανονισμός να αφορά και άμεσα την EUCuTF.

87.      Επομένως, το ζήτημα αν η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη θίγει το δικαίωμα της EUCuTF και των μελών της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία ανακύπτει μόνον εάν το Γενικό Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή της EUCuTF απαράδεκτη βάσει ορθής ερμηνείας του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, είναι πιο λογικό να αντιστραφεί η σειρά εξετάσεως του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως (38).

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

88.      Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 22, 31 και 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά ατομικά την ίδια και τα μέλη της.

89.      Κατά πρώτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο επίδικος κανονισμός αφορά ατομικά την EUCuTF, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών χαρακτηριστικών της (39) και του ρόλου της στη διαμόρφωση του νομικού πλαισίου που έχει εφαρμογή στις ενώσεις χαλκού ως δραστικές ουσίες των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

90.      Πρώτον, μόνο η EUCuTF κοινοποίησε τις ενώσεις χαλκού με σκοπό την καταχώρισή τους στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414. Εξάλλου, μόνο η EUCuTF ζήτησε την ανανέωση των ενώσεων χαλκού ως δραστικής ουσίας και μόνο αυτή υπέβαλε, τον Ιούλιο του 2015, φάκελο σχετικά με δραστική ουσία για λογαριασμό όλων των παραγωγών.

91.      Δεύτερον, η EUCuTF έλαβε μέρος στη διαδικασία η οποία κατέληξε στην κανονιστική ρύθμιση που είχε εφαρμογή στις ενώσεις χαλκού μέχρι την έκδοση του επίδικου κανονισμού. Η αναιρεσείουσα αναφέρεται ειδικότερα στον εκτελεστικό κανονισμό 2015/232, ο οποίος εκδόθηκε με βάση μελέτες και έγγραφα που η ίδια είχε διαβιβάσει και αφού πρώτα η ίδια κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με την έκθεση ανασκόπησης για τις ενώσεις χαλκού.

92.      Τρίτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο κατάλογος των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών, ο οποίος έχει εγκριθεί με τον επίδικο κανονισμό, καθορίστηκε αποκλειστικά με βάση τα πορίσματα εγγράφου που βασιζόταν στην τελική έκθεση ανασκόπησης για τις ενώσεις χαλκού, την οποία ενέκρινε η Επιτροπή κατόπιν ενεργειών στις οποίες προέβη μόνο η EUCuTF, ως αιτούσα.

93.      Τέταρτον, η EUCuTF ήταν ο «συνομιλητής» της Επιτροπής καθόλη τη διαδικασία εκπονήσεως του επίδικου κανονισμού, επικοινώνησε δε με το εν λόγω θεσμικό όργανο και έλαβε μέρος σε συνάντηση μαζί του σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ενώσεων χαλκού ως «υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών».

94.      Με βάση τα ανωτέρω, η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϊκή‑Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (11/82, EU:C:1985:18), έπρεπε να αναγνωρισθεί η ενεργητική νομιμοποίηση της EUCuTF στο μέτρο που, με βάση τις ειδικές περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή γνώριζε ότι ο επίδικος κανονισμός την αφορούσε άμεσα και ατομικά.

95.      Κατά δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο επίδικος κανονισμός αφορά ατομικά και τα μέλη της EUCuTF.

96.      Αφενός, η EUCuTF εκπροσωπεί όλους τους δραστηριοποιούμενους στην Ένωση παραγωγούς ενώσεων χαλκού οι οποίες χρησιμοποιούνται ως φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Ως εκ τούτου, εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι ο επίδικος κανονισμός αφορούσε την EUCuTF και τα μέλη της εξίσου με κάθε άλλο οικονομικό φορέα, δεδομένου ότι όλοι οι παραγωγοί ενώσεων χαλκού που χρησιμοποιούνται ως φυτοπροστατευτικά προϊόντα στην Ένωση είναι μέλη της EUCuTF ή ενεργούν για λογαριασμό μέλους της ως διανομείς.

97.      Κατ’ επέκταση των ανωτέρω, το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1107/2009 ορίζει ότι η αίτηση ανανεώσεως δραστικής ουσίας υποβάλλεται από τον παραγωγό της δραστικής ουσίας. Ο επίδικος κανονισμός αφορά τις ενώσεις χαλκού και επηρεάζει τη διαδικασία ανανεώσεως της εγκρίσεώς τους, όπως επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 41 και 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Μόνον η EUCuTF και τα μέλη της μπορούν να ζητήσουν την ανανέωση, δεδομένου ότι είναι οι μόνοι παραγωγοί ενώσεων χαλκού οι οποίες χρησιμοποιούνται ως φυτοπροστατευτικά προϊόντα στην Ένωση. Άλλωστε, η EUCuTF ήταν η μόνη που ζήτησε την ανανέωση των ενώσεων χαλκού ως δραστικής ουσίας και υπέβαλε φάκελο σχετικά με δραστική ουσία για λογαριασμό όλων των παραγωγών.

98.      Στην απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Sony Computer Entertainment Europe κατά Επιτροπής (T-243/01, EU:T:2003:251, σκέψη 75), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είναι η μόνη εξουσιοδοτημένη εισαγωγέας της κονσόλας PlayStation®2 στην Ένωση συνιστά στοιχείο που ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του αν η προσφεύγουσα θίγεται ατομικά.

99.      Αφετέρου, αντικείμενο της προσφυγής της EUCuTF είναι η καταχώριση, δυνάμει του επίδικου κανονισμού, των ενώσεων χαλκού στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών εξαιτίας της εσφαλμένης εφαρμογής, επί των ανόργανων ουσιών, των κριτηρίων σχετικά με τις ανθεκτικές, βιοσυσσωρεύσιμες και τοξικές (ΑΒΤ) ουσίες. Ωστόσο, οι ενώσεις χαλκού είναι η μοναδική ανόργανη ουσία που περιλαμβάνεται στον κατάλογο των υποψηφίων προς υποκατάσταση ουσιών. Επομένως, η αποκλειστική βάση στην οποία στηρίζεται η καταχώριση των εν λόγω ενώσεων στον κατάλογο αυτό χαρακτηρίζει και εξατομικεύει την EUCuTF και τα μέλη της.

100. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, με βάση τα ανωτέρω, ο επίδικος κανονισμός, μολονότι από τυπικής απόψεως αποτελεί εκτελεστικό κανονισμό, συνιστά στην πραγματικότητα απόφαση της Επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών που παράγει ως προς τις ενώσεις χαλκού και, κατ’ επέκταση, ως προς την EUCuTF και τα μέλη της ως μοναδικούς παραγωγούς της εν λόγω δραστικής ουσίας.

101. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο τρίτος λόγος που προβάλλει η EUCuTF προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

102. Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά ατομικά την αναιρεσείουσα.

103. Όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, καμία διάταξη της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως δεν απονέμει διαδικαστικά δικαιώματα στην αναιρεσείουσα. Το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε επικοινωνία με την Επιτροπή σχετικά με την κατάρτιση του επίδικου κανονισμού δεν αρκεί για την ενεργητική νομιμοποίησή της, εφόσον η εφαρμοστέα νομοθεσία δεν της απονέμει την ιδιότητα του μετέχοντος στη διαδικασία.

104. Το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα κοινοποίησε τις ενώσεις χαλκού με σκοπό την καταχώρισή τους στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 είναι αδιάφορο, στο μέτρο που ο επίδικος κανονισμός δεν ρυθμίζει το ζήτημα αυτό.

105. Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είναι η μόνη που ζήτησε την ανανέωση της εγκρίσεως των ενώσεων χαλκού, το γεγονός αυτό δεν αρκεί, από μόνο του, για να την εξατομικεύσει. Συναφώς, η Επιτροπή τονίζει ότι, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1107/2009, αίτηση ανανεώσεως μπορεί να υποβάλει κάθε παραγωγός της δραστικής ουσίας και όχι μόνον ο αιτών στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην αρχική έγκριση.

106. Δεύτερον, η Επιτροπή εκτιμά ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά ατομικά τα μέλη της αναιρεσείουσας.

107. Κατά την Επιτροπή, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C-274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 47), κατά την οποία η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια, του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως συνεπάγεται ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά τα υποκείμενα αυτά ατομικώς, εφόσον η εφαρμογή αυτή γίνεται βάσει μιας αντικειμενικής, νομικής ή πραγματικής, καταστάσεως η οποία προσδιορίζεται από την επίδικη πράξη.

108. Συνεπώς, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι τα μέλη της συγκροτούν κατηγορία ή κλειστή ομάδα παραγωγών ούτε ότι άλλοι φορείς δεν μπορούν δυνητικώς να βρεθούν σε όμοια κατάσταση.

109. Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα εσφαλμένως επικαλείται την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Sony Computer Entertainment Europe κατά Επιτροπής (T-243/01, EU:T:2003:251). Η απόφαση αυτή, όπως αναγνώρισε το Γενικό Δικαστήριο στη διάταξη της 19ης Φεβρουαρίου 2008, Apple Computer International κατά Επιτροπής (T-82/06, EU:T:2008:46), αφορούσε ένα σύνολο πολύ ιδιαίτερων πραγματικών και νομικών περιστάσεων που διαφοροποιούσαν τη Sony από κάθε άλλο φορέα, πραγματικό ή δυνητικό. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει καμία από τις νομικές ή πραγματικές περιστάσεις της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση.

2.      Ανάλυση

110. Η EUCuTF, δεδομένου ότι αυτοπροσδιορίζεται ως ένωση παραγωγών ενώσεων χαλκού οι οποίες χρησιμοποιούνται στην παραγωγή φυτοπροστατευτικών προϊόντων (40), δύναται καταρχήν να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως μόνον εάν οι επιμέρους επιχειρήσεις τις οποίες εκπροσωπεί ή ορισμένες από αυτές νομιμοποιούνται ενεργητικώς ή εάν μπορεί να επικαλεστεί ίδιο έννομο συμφέρον (41).

111. Με βάση τη νομολογία αυτή, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 19 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η EUCuTF δεν μπορεί να επικαλεστεί ίδιο έννομο συμφέρον καθώς καμία διάταξη της επίμαχης στην υπό κρίση διαφορά κανονιστικής ρυθμίσεως δεν της απονέμει διαδικαστικά δικαιώματα και ουδένα ρόλο είχε διαδραματίσει στην εκπόνηση του επίδικου κανονισμού (42).

112. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι ο επίδικος κανονισμός αφορά τα μέλη της αναιρεσείουσας μόνο λόγω της αντικειμενικής τους ιδιότητας ως παραγωγών ενώσεων χαλκού, εκ των οποίων ορισμένοι είναι κάτοχοι αδειών διαθέσεως στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν την εν λόγω ουσία, εξίσου με κάθε άλλο οικονομικό φορέα που βρίσκεται, πραγματικά ή δυνητικά, σε όμοια κατάσταση. Εξ αυτού συνήγαγε ότι τα μέλη της αναιρεσείουσας δεν βρίσκονται σε κατάσταση που τα εξατομικεύει (43).

113. Αντίθετα προς τα όσα ισχυρίζεται η EUCuTF, δεν εντοπίζω πλάνη περί το δίκαιο στις ανωτέρω διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου ούτε και στη συνέπεια την οποία αντλεί από αυτές το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι δηλαδή, δεδομένου ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση η πράξη να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα, η προσφυγή που άσκησε η EUCuTF δεν μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτή με βάση το δεύτερο σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

1)      Επί της θέσεως της EUCuTF

114. Η EUCuTF, μολονότι με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως βάλλει κατά της σκέψεως 22 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, εντούτοις δεν αμφισβητεί ότι δεν έπαιξε ρόλο «διαπραγματευτή» ενόψει της καταχωρίσεως των ενώσεων χαλκού στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του επίδικου κανονισμού ούτε ότι η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση δεν προβλέπει υπέρ της καμία διαδικαστική εγγύηση.

115. Ειδικότερα, η EUCuTF, μολονότι υποστηρίζει ότι ήταν ο «συνομιλητής» της Επιτροπής και ότι έλαβε μέρος σε συνάντηση με υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) «Υγεία», εντούτοις δεν επικαλείται κανένα ειδικό διαδικαστικό δικαίωμα που της διασφαλίζει ιδιαίτερη νομική θέση δυνάμενη να την εξατομικεύσει κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (44).

116. Ούτε και τα υπόλοιπα επιχειρήματα που προβάλλει η EUCuTF προκειμένου να αποδείξει ότι ο επίδικος κανονισμός την αφορά ατομικά είναι βάσιμα. Αφενός, οι ενέργειες στις οποίες προέβη για την καταχώριση των ενώσεων χαλκού στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 καθώς και η συμμετοχή της στη διαδικασία που κατέληξε στον εκτελεστικό κανονισμό 2015/232 σχετικά με τους όρους εγκρίσεως της δραστικής ουσίας «ενώσεις χαλκού» δεν ασκούν επιρροή. Ειδικότερα, δεν είναι ικανές να την εξατομικεύσουν στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, δεδομένου ότι αντικείμενο της προσβαλλομένης πράξεως δεν είναι, stricto sensu, η αδειοδότηση της δραστικής ουσίας «ενώσεις χαλκού» αλλά η αναγνώρισή της ως ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση κατόπιν διαδικασίας άλλης από εκείνη που οδήγησε στην καταχώρισή της στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414.

117. Αφετέρου, η EUCuTF, αντίθετα προς τα όσα ισχυρίζεται, δεν βρίσκεται σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη την οποία αφορά η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϊκή‑Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (11/82, EU:C:1985:18), δεδομένου ότι καμία ειδική διάταξη της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως δεν υποχρέωνε την Επιτροπή να συνεκτιμήσει τις συνέπειες της πράξεως που σχεδίαζε να εκδώσει για την ιδιαίτερη κατάσταση της EUCuTF ή των μελών της.

118. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η EUCuTF δεν μπορεί να επικαλεστεί ίδιο έννομο συμφέρον για την ακύρωση του επίδικου κανονισμού.

2)      Επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των μελών της EUCuTF

119. Ήδη από την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, Plaumann κατά Επιτροπής (25/62, EU:C:1963:17), «[υ]ποκείμενα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι τα αφορά ατομικά, παρά μόνο αν τα θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν του αποδέκτη». Αυτή η ερμηνεία της προϋποθέσεως η πράξη να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα έχει εφαρμογή και όταν η προσβαλλόμενη πράξη είναι πράξη γενικής ισχύος (45).

120. Ωστόσο, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί ειδικά τη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο επίδικος κανονισμός είναι πράξη γενικής ισχύος, επειδή, αφενός, εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς καθοριζομένων καταστάσεων, δηλαδή, εν προκειμένω, λόγω των χαρακτηριστικών μιας δραστικής ουσίας, και, αφετέρου, παράγει έννομες συνέπειες έναντι κατηγοριών προσώπων που προσδιορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, δηλαδή έναντι κάθε φορέα η δραστηριότητα του οποίου συνδέεται με κάποια από τις ουσίες που είναι εγγεγραμμένες στον κατάλογο που προσαρτάται στον εν λόγω κανονισμό.

121. Η αναιρεσείουσα δεν υποστήριξε ούτε ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ή παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά κρίνοντας, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι «από την αιτιολογική σκέψη 4 του [επίδικου] κανονισμού προκύπτει ότι ο κατάλογος που προσαρτάται στον κανονισμό αυτό καταρτίστηκε με βάση τις πληροφορίες που περιέχονται στην έκθεση ανασκόπησης, τα πορίσματα της EFSA, το σχέδιο εκθέσεως αξιολογήσεως και τις σχετικές προσθήκες, τις εκθέσεις αξιολογήσεως από ομοτίμους ή ακόμη και την ταξινόμηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 [(ΕΕ 2008, L 353, σ. 1)]». Ούτε επικρίνει η EUCuTF τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στην ίδια σκέψη, κατά την οποία ο επίδικος κανονισμός αφορά την εφαρμογή του άρθρου 80, παράγραφος 7, του κανονισμού 1107/2009, με βάση το οποίο η Επιτροπή όφειλε να καταρτίσει, μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου 2013, κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών.

122. Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συμπεραίνοντας, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά ατομικά τα μέλη της αναιρεσείουσας, στο μέτρο που εφαρμόζεται σε αυτά λόγω της αντικειμενικής τους ιδιότητας ως παραγωγών ενώσεων χαλκού εξίσου με κάθε άλλο οικονομικό φορέα που βρίσκεται, πραγματικά ή δυνητικά, σε όμοια κατάσταση και ότι τα εν λόγω μέλη δεν βρίσκονται σε κατάσταση η οποία να τα εξατομικεύει.

123. Το επιχείρημα ότι όλοι οι παραγωγοί ενώσεων χαλκού είναι μέλη της EUCuTF δεν κλονίζει το ανωτέρω συμπέρασμα.

124. Αφενός, τα μέλη της EUCuTF δεν μπορούν να εξομοιωθούν με περιορισμένη ομάδα προσώπων προσδιορισμένων ή δυνάμενων να προσδιορισθούν κατά τον χρόνο εκδόσεως του επίδικου κανονισμού –και τα οποία ο κανονισμός αυτός μπορεί συνεπώς να αφορά ατομικά–, δεδομένου ότι η ομάδα αυτή ενδέχεται να διευρυνθεί μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού. Πράγματι, το Δικαστήριο, μολονότι αυτό μπορεί να μη γίνεται ευχερώς νοητό, δεν έχει παρεκκλίνει ποτέ από την ελαστική αυτή αντίληψη για την «κλειστή ομάδα» (46).

125. Αφετέρου, η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια, του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι το εν λόγω μέτρο πρέπει να θεωρείται ότι αφορά ατομικά τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή του στηρίζεται στην ύπαρξη μιας αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η οικεία πράξη (47).

126. Ωστόσο, κατά την έκδοση του επίδικου κανονισμού, η καταχώριση των ενώσεων χαλκού στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών δεν αποφασίστηκε με βάση τα ειδικά χαρακτηριστικά των μελών της αναιρεσείουσας, αλλά λόγω του ότι η ουσία αυτή πληρούσε τα απαραίτητα κριτήρια προκειμένου να θεωρηθεί ως ανθεκτική και τοξική ουσία κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙ, σημείο 4, του κανονισμού 1107/2009 (48).

127. Συναφώς, το γεγονός ότι οι ενώσεις χαλκού είναι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η μοναδική ανόργανη ουσία που περιλαμβάνεται στον εν λόγω κατάλογο δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το ζήτημα αν ο επίδικος κανονισμός αφορά ατομικά τα μέλη της EUCuTF. Ειδικότερα, η περίσταση αυτή ουδόλως επηρεάζει το γεγονός ότι ο επίδικος κανονισμός έχει έννομες συνέπειες έναντι των μελών της αναιρεσείουσας απλώς και μόνο λόγω της αντικειμενικής τους ιδιότητας ως παραγωγών ενώσεων χαλκού (49).

3.      Συμπέρασμα επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως

128. Το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στις σκέψεις 22 και 31 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η EUCuTF δεν μπορεί να επικαλεστεί ίδιο έννομο συμφέρον και ότι τα μέλη της δεν βρίσκονται σε κατάσταση που τα εξατομικεύει. Κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε καθόσον έκρινε, στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, εφόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση η πράξη να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα, η προσφυγή της EUCuTF δεν μπορούσε να θεωρηθεί παραδεκτή με βάση το δεύτερο σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

129. Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

3.      Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αφορά την αποτελεσματική δικαστική προστασία της EUCuTF και των μελών της

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

130. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 52 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, έκρινε ότι η απόρριψη της προσφυγής της ως απαράδεκτης δεν θα στερούσε την ίδια και τα μέλη της από το δικαίωμά τους σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.

131. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι τα μέλη της EUCuTF δεν μπορούν να αμφισβητήσουν εθνικό εκτελεστικό μέτρο το οποίο να της παρέχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τις συνέπειες του επίδικου κανονισμού. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, εάν μια εθνική αρχή αποφασίσει να υποβάλει τις ενώσεις χαλκού σε συγκριτική αξιολόγηση και, κατά το πέρας της αξιολογήσεως, δεν αποφασίσει σχετικά με την υποκατάσταση των εν λόγω ενώσεων, η ίδια δεν θα μπορεί να προσβάλει την «απόφαση» αυτή, διότι δεν θα έχει έννομο συμφέρον να στραφεί κατά πράξεως που δεν της προκαλεί βλάβη.

132. Επομένως, τα μέλη της EUCuTF υποχρεούνται να προκαλέσουν την έκδοση αρνητικής αποφάσεως από τις εθνικές αρχές προκειμένου να μπορέσουν να την προσβάλουν και να αμφισβητήσουν, στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής, τον χαρακτηρισμό των ενώσεων χαλκού ως ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση.

133. Εντούτοις, κατά την αναιρεσείουσα και αντίθετα προς την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 54 και 55 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η πρόσβαση στα εθνικά δικαστήρια και η δυνατότητα προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο για την εκτίμηση του κύρους του επίδικου κανονισμού δεν διασφαλίζουν το δικαίωμα της ίδιας ή των μελών της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Πρώτον, ουδόλως είναι βέβαιη η έκδοση αρνητικής αποφάσεως όσον αφορά την ανανέωση της εγκρίσεως των ενώσεων χαλκού. Επομένως, η αναιρεσείουσα και τα μέλη της ενδέχεται να μην μπορέσουν ποτέ να αμφισβητήσουν τον επίδικο κανονισμό, ο οποίος θα εξακολουθήσει να παράγει έννομες συνέπειες επ’ αόριστον. Δεύτερον, ακόμη κι αν εκδοθεί αρνητική απόφαση και ανεξάρτητα από τη δυνατότητα προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα και τα μέλη της αντιμετωπίζουν το διοικητικό βάρος και το οικονομικό κόστος που απορρέουν από τον χαρακτηρισμό των ενώσεων χαλκού ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση».

134. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, επειδή η EUCuTF απλώς επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου χωρίς να προσδιορίζει πλάνη περί το δίκαιο στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη. Επικουρικώς, προβάλλει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

2.      Ανάλυση

135. Φρονώ, αντίθετα προς την Επιτροπή, ότι ο δεύτερος λόγος που προβάλλει η αναιρεσείουσα είναι παραδεκτός.

136. Αφενός, η αναιρεσείουσα προσδιορίζει ρητώς τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Αφετέρου, ασκεί διεξοδική κριτική στο σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη δικαστική προστασία των μελών της αναιρεσείουσας και υποστηρίζει ότι η πλάνη περί το δίκαιο έγκειται στο συμπέρασμα που συνάγεται από τις σκέψεις αυτές.

137. Ωστόσο, διαπιστώνω ότι, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο απλώς εφάρμοσε την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η Συνθήκη ΛΕΕ, με τα άρθρα της 263 και 277, αφενός, και με το άρθρο της 267, αφετέρου, καθιέρωσε ένα πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον δικαστή της Ένωσης (50), μολονότι η νομολογία αυτή επικρίθηκε ευρέως στη θεωρία για τον λόγο ότι η «πληρότητα» του συστήματος αποτελεί ενίοτε αυταπάτη.

138. Στο πλαίσιο αυτό, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία δεν μπορούν, λόγω των προϋποθέσεων παραδεκτού που καθορίζει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να προσβάλουν ευθέως ενώπιον του δικαστή της Ένωσης μια κανονιστική πράξη της Ένωσης προστατεύονται από την εφαρμογή έναντι αυτών της εν λόγω πράξεως με τη δυνατότητα να προσβάλουν τα εκτελεστικά μέτρα που απαιτεί η πράξη αυτή (51).

139. Ειδικότερα, «[ό]ταν η υλοποίηση των πράξεων αυτών απόκειται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τα [φυσικά ή νομικά πρόσωπα] μπορούν να ασκήσουν ευθεία προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης κατά των πράξεων εφαρμογής υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και να επικαλεστούν, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, προς στήριξη της προσφυγής τους, την έλλειψη νομιμότητας της γενικής βασικής πράξεως. Όταν η εν λόγω υλοποίηση απόκειται στα κράτη μέλη, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να επικαλεστούν την ακυρότητα των επίμαχων πράξεων της Ένωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, υποχρεώνοντάς τα να υποβάλουν σχετικώς, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα» (52).

140. Εν προκειμένω, αν το Δικαστήριο αποφασίσει να μην ακολουθήσει την ερμηνεία μου για την κανονιστική πράξη «που δεν περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα», θα είναι ορθή η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο επίδικος κανονισμός περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

141. Στην περίπτωση αυτή, τόσο ο κανονισμός 1107/2009 όσο και ο επίδικος κανονισμός πρέπει να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο παρεμπίπτοντος ελέγχου. Βεβαίως, ο επίδικος κανονισμός δεν θα συνιστά τη νομική βάση, υπό στενή έννοια, των εκτελεστικών μέτρων. Ωστόσο, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν επιβάλλει τέτοιο βαθμό αυστηρότητας κατά τον προσδιορισμό του νομικού συνδέσμου που πρέπει να υφίσταται μεταξύ της προσβαλλομένης πράξεως και της πράξεως κατά της οποίας προβάλλεται η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, προκειμένου να έχει εφαρμογή το άρθρο 277 ΣΛΕΕ (53). Στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, τίθεται το ζήτημα αν η έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως θα ήταν δυνατή εάν δεν υφίστατο ο κανόνας κατά του οποίου στρέφεται η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας (54).

142. Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα εκτελεστικά μέτρα που ενδεχομένως θα ληφθούν με βάση τον κανονισμό 1107/2009 δεν θα μπορούσαν να θεσπιστούν χωρίς προηγούμενη καταχώριση των ενώσεων χαλκού στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών δυνάμει του επίδικου κανονισμού.

143. Επιπλέον, η τυχόν απόρριψη της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας κατά του επίδικου κανονισμού θα οδηγούσε σε πλήρη εξαίρεση του τελευταίου από τον δικαστικό έλεγχο, επειδή η ευθεία προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου θα αποκλειόταν λόγω των εκτελεστικών μέτρων που αυτός ο κανονισμός «περιλαμβάνει». Η εξαίρεση αυτή θα ήταν αναμφίβολα αντίθετη προς την Ένωση δικαίου, στην οποία τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υπόκεινται σε έλεγχο της συμφωνίας των πράξεων τους, μεταξύ άλλων, με τη Συνθήκη ΛΕΕ και τις γενικές αρχές του δικαίου (55). Επομένως, η εξαίρεση αυτή θα συνιστούσε έλλειμμα στο σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών που καθιερώνει η Συνθήκη ΛΕΕ προκειμένου να αναθέσει στο Δικαστήριο τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης. Κατά συνέπεια, το εν λόγω σύστημα θα έπαυε να είναι πλήρες.

3.      Συμπέρασμα επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και συμπληρωματικές παρατηρήσεις επί της σημασίας του άρθρου 19 ΣΕΕ

144. Από τις προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει αβάσιμο τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, τότε το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι έπρεπε να απορριφθεί το επιχείρημα της αναιρεσείουσας σχετικά με την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Ειδικότερα, ακόμη κι αν η EUCuTF δεν μπορεί, λόγω των προϋποθέσεων παραδεκτού που καθιερώνει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να προσβάλει ευθέως τον επίδικο κανονισμό ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, δύναται, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 61 της εν λόγω διατάξεως, να προβάλει παρεμπιπτόντως την ακυρότητα του κανονισμού αυτού ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων.

145. Το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται εν αμφιβόλω από το επιχείρημα ότι η αναιρεσείουσα δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει τη συγκριτική αξιολόγηση που διενεργείται από τα κράτη μέλη ενόσω οι εθνικές αρχές αποφασίζουν την ανανέωση της άδειας φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει ενώσεις χαλκού, διότι η απόφαση αυτή δεν μεταβάλλει την έννομη κατάσταση της αναιρεσείουσας και συνεπώς δεν αναγνωρίζεται ως δεκτική προσβολής από τα ισπανικά δικαστήρια.

146. Πράγματι, όπως έκρινε κατ’ ουσίαν το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέψουν τα ένδικα βοηθήματα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.

147. Εξάλλου, η νομολογία του Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) και του Tribunal Constitucional (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ισπανία) σχετικά με την απαίτηση εννόμου συμφέροντος, την οποία επικαλείται η EUCuTF προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν δύναται να μεταβάλει το περιεχόμενο του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

148. Ειδικότερα, δεδομένου ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρέωση αποτελέσματος, «απόκειται στα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν, στο μέτρο του δυνατού, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού και τους επιμέρους δικονομικούς κανόνες που έχουν εφαρμογή επί των προσφυγών που ασκούνται ενώπιόν τους, όπως η απαίτηση περί εννόμου συμφέροντος, κατά τρόπον ώστε η εφαρμογή των κανόνων αυτών να συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης, ο οποίος υπενθυμίζεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (56).

149. Επιπλέον, αν η ερμηνεία αυτή δεν είναι εφικτή, τότε επιβάλλεται η διαπίστωση ότι «από την οικονομία της επίμαχης εθνικής εννόμου τάξεως [προκύπτει] ότι δεν υφίσταται κανένα ένδικο μέσο που να επιτρέπει, έστω και παρεμπιπτόντως, τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης» (57). Υπό τις συνθήκες αυτές, απόκειται στο οικείο κράτος μέλος να δημιουργήσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, προς διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, νέα μέσα παροχής ένδικης προστασίας (58).

150. Βεβαίως, οι λύσεις που εκτίθενται στα δύο προηγούμενα σημεία εμφανίζονται κάπως παράδοξες σε σχέση με την αυστηρότητα με την οποία το Δικαστήριο ερμηνεύει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως (59). Ωστόσο, συνάδουν με τη ratio του άρθρου 19 ΣΕΕ και είναι οι μόνες που μπορούν να διασφαλίσουν την αποτροπή ελλείμματος στη δικαστική προστασία των πολιτών της Ένωσης.

151. Εν κατακλείδι, με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VII. Επί του παραδεκτού της προσφυγής της αναιρεσείουσας και επί της αναπομπής στο Γενικό Δικαστήριο

152. Ολοκληρώνοντας την ανάλυση των λόγων που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο επίδικος κανονισμός περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

153. Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

154. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά το στάδιο της εξετάσεως του παραδεκτού, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποφανθεί επί της ουσίας της προσφυγής. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να αποφανθεί τελεσιδίκως επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε πρωτοδίκως η Επιτροπή. Ειδικότερα, τόσο η EUCuTF όσο και η Επιτροπή διατύπωσαν τις απόψεις τους σχετικά με το κατά πόσον ο επίδικος κανονισμός αφορά άμεσα την πρώτη. Πρόκειται για τη μοναδική προϋπόθεση που καθιερώνει η τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ η οποία δεν έχει εξεταστεί ακόμη, δεδομένου ότι ο κανονιστικός χαρακτήρας του επίδικου κανονισμού είναι βέβαιος και δεν αμφισβητείται.

155. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο επίδικος κανονισμός αφορά άμεσα την ίδια και τα μέλη της. Ειδικότερα, υπενθυμίζει, αφενός, ότι ο επίδικος κανονισμός χαρακτηρίζει τη δραστική ουσία «ενώσεις χαλκού» ως «δραστική ουσία υποψήφια προς υποκατάσταση», υπάγοντάς την άμεσα στις ουσιαστικές διατάξεις του κανονισμού 1107/2009. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ενώσεις χαλκού υπάγονται σε αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με εκείνες που έχουν εφαρμογή στις μη υποψήφιες προς υποκατάσταση δραστικές ουσίες. Αφετέρου, η συνέπεια αυτή απορρέει άμεσα από τον επίδικο κανονισμό και δεν καταλείπει στην Επιτροπή, κατά τις μελλοντικές διαδικασίες ανανεώσεως της εγκρίσεως των ενώσεων χαλκού, ή στις εθνικές αρχές, κατά τις διαδικασίες ανανεώσεως των εθνικών αδειών φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν ενώσεις χαλκού ή στο πλαίσιο των αιτήσεων αμοιβαίας αναγνωρίσεως, κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον χαρακτηρισμό των ενώσεων χαλκού ως «ουσίας υποψήφιας προς υποκατάσταση».

156. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο επίδικος κανονισμός δεν μπορεί να αφορά άμεσα την αναιρεσείουσα ή τα μέλη της, διότι οι συνέπειες τις οποίες επικαλείται η EUCuTF δεν απορρέουν άμεσα από την καταχώριση των ενώσεων χαλκού στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών, αλλά από ενδεχόμενες μεταγενέστερες αποφάσεις της Επιτροπής ή των κρατών μελών, η έκδοση των οποίων προϋποθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Κατά συνέπεια, δεν πληρούται ως προς τον επίδικο κανονισμό η προϋπόθεση η πράξη να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα.

157. Ειδικότερα, κατά την πάγια νομολογία την οποία επικαλείται η Επιτροπή, μια πράξη της Ένωσης αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο εφόσον παράγει «άμεσα αποτελέσματα έναντι της νομικής καταστάσεως του ιδιώτη και [δεν] αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, καθόσον αυτή έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την [ενωσιακή] ρύθμιση, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων» (60).

158. Ωστόσο, εν προκειμένω, αντίθετα προς τα όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, είμαι της γνώμης ότι ο επίδικος κανονισμός παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της έννομης καταστάσεως της αναιρεσείουσας, χωρίς να χρειάζεται παρέμβαση θεσμικού οργάνου της Ένωσης ή των εθνικών αρχών κράτους μέλους. Ειδικότερα, λόγω και μόνον της εγγραφής των ενώσεων χαλκού στον κατάλογο των υποψήφιων προς υποκατάσταση ουσιών δυνάμει του επίδικου κανονισμού, το νομικό καθεστώς της ουσίας αυτής μεταβάλλεται.

159. Μολονότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στο πλαίσιο των αιτήσεων ανανεώσεως της εγκρίσεως δραστικής ουσίας ή της ανανεώσεως των αδειών φυτοπροστατευτικών προϊόντων καθώς και επ’ ευκαιρία της συγκριτικής αξιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 50 του κανονισμού 1107/2009, δεν έχουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον χαρακτηρισμό των ενώσεων χαλκού ως «ουσιών υποψήφιων προς υποκατάσταση» ούτε, κατά συνέπεια, ως προς το εφαρμοστέο καθεστώς. Το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής ή των κρατών μελών ισχύει μόνο στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 1107/2009. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν επιδιώκει την ακύρωση του κανονισμού αυτού.

160. Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι η αναιρεσείουσα μπορεί παραδεκτώς να ζητήσει την ακύρωση του επίδικου κανονισμού με βάση την τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι αυτός αποτελεί κανονιστική πράξη που την αφορά άμεσα και δεν περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

VIII. Πρόταση

161. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ένας ιδιώτης όπως η EUCuTF (ή κάποιο από τα μέλη της) δεν μπορεί να προσφύγει παραδεκτώς κατά του κανονισμού 1107/2009. Ειδικότερα, δύο από τις τρεις προϋποθέσεις της τελευταίας φράσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεν πληρούνται. Αφενός, ο κανονισμός αυτός, μολονότι είναι κανονιστικής φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, περιλαμβάνει κατ’ ανάγκην εκτελεστικά μέτρα. Αφετέρου, δεν μεταβάλλει την έννομη κατάσταση των ενδιαφερομένων προσώπων χωρίς την άσκηση, από την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη, της εξουσίας εκτιμήσεώς τους.

162. Επομένως, φρονώ ότι η αναιρεσείουσα σεβάστηκε πλήρως τη διαλεκτική των ενδίκων βοηθημάτων την οποία καθιερώνουν οι Συνθήκες και την οποία υπενθυμίζει παγίως το Δικαστήριο. Ζητεί την ακύρωση ενός κανονισμού που συνεπάγεται, έναντι αυτής, την εφαρμογή ενός βλαπτικού καθεστώτος και επικαλείται, στο πλαίσιο της ευθείας αυτής προσφυγής και με βάση το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού ο οποίος καθιερώνει το εν λόγω παρεκκλίνον καθεστώς. Αυτή η δικονομική δυναμική δύναται να διασφαλίσει, αφενός, την αποτελεσματική δικαστική προστασία της αναιρεσείουσας αλλά επίσης, αφετέρου, και την ασφάλεια της έννομης τάξεως της Ένωσης. Ειδικότερα, παρέχει ομοιόμορφη λύση σε ένα πρόβλημα νομιμότητας μέσω μιας ενιαίας, ταχύτερης και λιγότερο δαπανηρής διαδικασίας σε σχέση με ένα πλήθος υποθετικών και μελλοντικών προδικαστικών παραπομπών.

163. Συνεπώς, με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

Κυρίως:

1)      Αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 27ης Απριλίου 2016, European Union Copper Task Force κατά Επιτροπής (T‑310/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:265).

2)      Κρίνει παραδεκτή την προσφυγή της European Union Copper Task Force κατά του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/408 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή του άρθρου 80, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΚ) 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και τον καθορισμό καταλόγου υποψηφίων προς υποκατάσταση.

3)      Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας.

4)      Επιφυλάσσεται ως πρoς τα δικαστικά έξoδα.

Επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει αβάσιμο τον πρώτο λόγο αναιρέσεως:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Η European Union Copper Task Force φέρει τα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      ΕΕ 2015, L 67, σ. 18.


3      Βλ., επίσης, την αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της διατάξεως της 16ης Φεβρουαρίου 2016, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (T-296/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:79) (υπόθεση C-244/16 P, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής), και τις σημερινές προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής.


4      ΕΕ 1991, L 230, σ. 1.


5      ΕΕ 2009, L 104, σ. 23.


6      ΕΕ 2009, L 309, σ. 1.


7      ΕΕ 2011, L 153, σ. 1.


8      ΕΕ 2015, L 39, σ. 7.


9      Αυτοί οι τρεις κανόνες είναι οι εξής: η ανανέωση της εγκρίσεως της δραστικής ουσίας, η χορήγηση ή η ανανέωση άδειας διαθέσεως στην αγορά για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν τέτοιες ουσίες και η εφαρμογή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, μεταξύ των κρατών μελών, των αδειών διαθέσεως στην αγορά.


10      Βλ. σημείο 36 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.


11      Άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η υπογράμμιση δική μου.


12      Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 57).


13      Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 60, η υπογράμμιση δική μου). Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να επισημάνω, η ερμηνεία αυτή οδηγεί στο παράδοξο ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (C-50/00 P, EU:C:2002:462), θα κατέληγε και πάλι σε κρίση περί απαραδέκτου, μολονότι στάθηκε αφορμή για την τροποποίηση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ. σημείο 58 των προτάσεών μου στην υπόθεση Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑132/12 P, EU:C:2013:335).


14      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C-274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 28).


15      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 29).


16      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C-274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 30).


17      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C-274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 31).


18      Σκέψη 42. Βλ., επίσης, αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Canon Europa κατά Επιτροπής (C-552/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:804, σκέψη 47), και της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Kyocera Mita Europe κατά Επιτροπής (C-553/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:805, σκέψη 46).


19      Διάταξη της 14ης Ιουλίου 2015, Forgital Italy κατά Συμβουλίου (C-84/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:517, σκέψη 43).


20      Βλ., υπό την έννοια αυτή, Mastroianni, R., και Pezza, A., «Striking the Right Balance: Limits on the Right to Bring an Action under Article 263(4) of the Treaty on the Functioning of the European Union», American University International Law Review, 2015, (30:4), σ. 443 έως 795, ιδίως σ. 793. Οι συγγραφείς αυτοί φτάνουν μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξουν ότι η ερμηνεία της έννοιας των «εκτελεστικών μέτρων» κατά την τελευταία φράση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ την οποία υιοθετεί το Δικαστήριο καθιστά «πρακτικώς αδύνατη» την πρόσβαση των ιδιωτών στα δικαστήρια της Ένωσης («makes it practically impossible for private applicants […] to bring a case before EU Courts»).


21      Απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C-72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 73).


22      Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου [για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP], σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικούς δικονομικούς κανόνες οι οποίοι υποχρεώνουν τον εργαζόμενο ορισμένου χρόνου να ασκήσει νέο ένδικο βοήθημα για τον καθορισμό της προσήκουσας κυρώσεως σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται από δικαστική αρχή η καταχρηστικότητα της προσφυγής σε διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κατά το μέτρο που τούτο συνεπάγεται για τον εργαζόμενο αυτό δικονομικές δυσχέρειες, από απόψεως ιδίως κόστους, διάρκειας και κανόνων εκπροσωπήσεως, ικανές να καταστήσουν υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία του απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης» (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López, C‑184/15 και C‑197/15, EU:C:2016:680, σκέψη 64, η υπογράμμιση δική μου). Το Δικαστήριο, μολονότι εξετάζει το ζήτημα υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, στη σκέψη 59 της αποφάσεως αυτής υπενθυμίζει ότι οι απαιτήσεις της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας «εκφράζουν τη γενική υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης» (η υπογράμμιση δική μου).


23      Βλ. Dixel Dictionnaire – Le Robert, έκδοση 2011.


24      Όσον αφορά το άρθρο ΙΙΙ-365, παράγραφος 4, της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, που είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, βλ., υπό την έννοια αυτή, Coutron, L., La contestation incidente des actes de l’Union européenne, Bruylant, 2007, σ. 488. Βλ., επίσης, Blumann, C., «L’amélioration de la protection juridictionnelle effective des personnes physiques et morales résultant du traité de Lisbonne», L’homme et le droit. En hommage au professeur Jean-François Flauss, Éditions Pedone, 2014, σ. 77 έως 100, ιδίωςσ. 98. Την ιδέα αυτή εκφράζουν εναργέστερα άλλες γλωσσικές αποδόσεις των Συνθηκών. Ειδικότερα, στην αγγλική γλωσσική απόδοση χρησιμοποιείται η λέξη «entail», συνώνυμη των ρημάτων «necessitate» (απαιτώ), «make necessary» (καθιστώ αναγκαίο), «require» (αξιώνω), «need» (χρειάζομαι), ή και «demand» (ζητώ) (βλ. Oxford Thesaurus of English, 2η έκδ., Oxford University Press, 2004). Βλ., επίσης, την πολωνική γλωσσική απόδοση «nie wymagają środków wykonawczych» ή και την πορτογαλική γλωσσική απόδοση «que não necessitam de medidas de execução» (η υπογράμμιση δική μου).


25      Βλ., υπό την έννοια αυτή, Rhimes, M., «The EU Courts Stand Their Ground: Why Are the Standing Rules for Direct Actions Still So Restrictive?», European Journal of Legal Studies, 2016, vol. 9, n° 1, σ. 103 έως 172, ιδίως σ. 124.


26      Ήδη στην απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, Ιταλία κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (32/65, EU:C:1966:42), το Δικαστήριο έκρινε ότι η γενικής ισχύος ρύθμιση η νομιμότητα της οποίας αμφισβητείται με βάση το άρθρο 277 ΣΛΕΕ πρέπει να εφαρμόζεται «άμεσα ή έμμεσα στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής» (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 441, η υπογράμμιση δική μου). Το Γενικό Δικαστήριο εξακολουθεί να εφαρμόζει τον κανόνα αυτόν (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Ιουνίου 2015, Plantavis και NEM κατά Επιτροπής και EFSA, T-334/12, EU:T:2015:376, σκέψη 51).


27      Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, A κ.λπ. (C-158/14, EU:C:2017:202, σκέψη 68).


28      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979, Simmenthal κατά Επιτροπής (92/78, EU:C:1979:53, σκέψη 39).


29      Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, A κ.λπ. (C-158/14, EU:C:2017:202, σκέψη 69).


30      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψεις 30 και 31).


31      Σημείο 30 του υπομνήματος της Επιτροπής επί της αιτήσεως αναιρέσεως.


32      Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 92). Η διαπίστωση αυτή εμφανίζεται για πρώτη φορά στη σκέψη 23 της αποφάσεως της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166). Έχει έκτοτε επαναληφθεί πολλάκις. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (C-50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψη 40), της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C-274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 57), της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C-456/13 P, EU:C:2015:284, σκέψη 45), ή και της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C-72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 66).


33      Απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166, σκέψη 23). Η υπογράμμιση δική μου.


34      Βλ., υπό την έννοια αυτή, Berrod, F., La systématique des voies de droit communautaires, Dalloz, Παρίσι, 2003, αρ. 294 για την προδικαστική παραπομπή και αρ. 834 για την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, καθώς και Coutron, L., La contestation incidente des actes de l’Union européenne, Bruylant, Bρυξέλλες, 2007, σ. 129 και 213.


35      Σκέψη 25· η υπογράμμιση δική μου.


36      ΕΕ 2011, L 81, σ. 8.


37      ΕΕ 2011, L 104, σ. 39.


38      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη18).


39      Βλ. σημείο 62 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως: «The EUCuTF considers that the GCEU did not take into account the particular circumstances of the task force […]» (η υπογράμμιση δική μου).


40      Βλ. σημείο 11 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως της EUCuTF.


41      Βλ., υπό την έννοια αυτή, σχετικά με προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε από ένωση κατά τελικής αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (C-182/03 και C-217/03, EU:C:2006:416, σκέψη 56).


42      Βλ. σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


43      Βλ. σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


44      Βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Galileo Lebensmittel κατά Επιτροπής (C-483/07 P, EU:C:2009:95, σκέψη 53).


45      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (C-50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψη 36).


46      Βλ., για μια πρόσφατη εφαρμογή, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2016, Ackermann Saatzucht κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-408/15 P και C-409/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:893, σκέψη 39).


47      Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Sahlstedt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-362/06 P, EU:C:2009:243, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C-274/12 P, EU:C:2013:852).


48      Βλ. αιτιολογική σκέψη 6 του επίδικου κανονισμού.


49      Κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το ότι το Γενικό Δικαστήριο, στην απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Sony Computer Entertainment Europe κατά Επιτροπής (T-243/01, EU:T:2003:251), έκρινε ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είναι η μόνη εξουσιοδοτημένη εισαγωγέας της κονσόλας PlayStation®2 στην Ένωση συνιστά στοιχείο που ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του αν η προσφεύγουσα θίγεται ατομικά. Η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η απόφαση αυτή είναι κρίσιμη στην υπό κρίση υπόθεση. Το Δικαστήριο, σε μια περίπτωση «αποκλειστικού» εισαγωγέα, είχε την ευκαιρία να επιβεβαιώσει ότι το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να θίξει τη γενική ισχύ μιας πράξεως «καθόσον δεν αμφισβητείται ότι η […] εφαρμογή [αυτής] γίνεται δυνάμει μιας αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως που προσδιορίζεται από την πράξη, σε σχέση με το σκοπό της» (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, Spijker Kwasten κατά Επιτροπής, 231/82, EU:C:1983:220, σκέψη 10).


50      Βλ., υπό την έννοια αυτή, σημείο 75 των παρουσών προτάσεων και τη νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 32. Μεταξύ πολυάριθμων σχολιασμών, βλ., ιδίως, Meij, A., «Standing in Direct Actions in the EU Courts After Lisbon», σε De Rome à Lisbonne: les juridictions de l’Union européenne à la croisée des chemins – Mélanges en l’honneur de Paolo Mengozzi, Βρυξέλλες, Bruylant, 2013, σ. 301 έως 312· Turmo, A., «Nouveau refus d’élargir l’accès des particuliers au recours en annulation contre les actes de l’Union européenne», R.A.E, 2013, σ. 825 έως 835· Waelbroeck, D., και Bombois, T., «Des requérants “privilégiés” et des autres... À propos de l’arrêt Inuit et de l’exigence de protection juridictionnelle effective des particuliers en droit européen», Cahiers de droit européen, 2014/1, σ. 21 έως 76· Van Malleghem, P.-A., και Baeten, N., «Before the Law Stands a Gatekeeper -Or, What is a “Regulatory Act” in Article 263(4) TFEU? Inuit Tapiriit Kanatami», Common Market Law Review, 2014, vol. 51, σ. 1187 έως 1216.


51      Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C-274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 28), και της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C-456/13 P, EU:C:2015:284, σκέψη 30).


52      Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 93). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 29), καθώς και της 28ης Απριλίου 2015, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής (C‑456/13 P, EU:C:2015:284, σκέψη 31).


53      Για ένα παράδειγμα όπου το Δικαστήριο δέχτηκε να εξετάσει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβαλλόταν κατά πράξεως η οποία δεν αποτελούσε τη νομική βάση της προσβαλλομένης πράξεως, βλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, EU:C:2005:408).


54      Βλ., υπό την έννοια αυτή, Barav, A., «The Exception of Illegality in Community Law: a Critical Analysis», Common Market Law Review, 1974, σ. 366 έως 386, ιδίως σ. 374.


55      Υπό την έννοια αυτή, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Ε και F (C-550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 44).


56      Διάταξη της 14ης Ιουλίου 2015, Forgital Italy κατά Συμβουλίου (C-84/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:517, σκέψη 66).


57      Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 104).


58      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Katanami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 103 σε συνδυασμό με τη σκέψη 104).


59      Βλ., υπό την έννοια αυτή, Arnull, A., «Arrêt “Inuit”: la recevabilité des recours en annulation introduits par des particuliers contre des actes réglementaires», Journal de droit européen, 2014, σ. 14 έως 16, ιδίως σ. 15. Ο συγγραφέας κάνει λόγο για «παράδοξο», στο μέτρο που «το Δικαστήριο επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια απαιτήσεις τις οποίες το ίδιο δεν είναι πρόθυμο να εκπληρώσει».


60      Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, Επιτροπή κατά Infront WM (C-125/06 P, EU:C:2008:159, σκέψη 47). Η ερμηνεία αυτή, μολονότι διατυπώθηκε από το Δικαστήριο σχετικά με το δεύτερο σκέλος του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ισχύει κατά τη γνώμη μου και για το τρίτο σκέλος του εδαφίου. Βλ., συναφώς, σημείο 66 και υποσημείωση 21 των προτάσεών μου στην υπόθεση Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-132/12 P, EU:C:2013:335).