Language of document : ECLI:EU:C:2017:669

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA

της 12ης Σεπτεμβρίου 2017 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C596/16 και C597/16

Enzo Di Puma

κατά

Commissione Nazionale per le Società e la Borsa (Consob) (C‑596/16)

και

Commissione Nazionale per le Società e la Borsa (Consob)

κατά

Antonio Zecca (C597/16)

[αίτηση του Corte suprema di cassazione
(Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Οδηγία 2003/6/ΕΚ – Συμπεριφορές διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών – Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα διοικητική και ποινική κύρωση για τις ίδιες πράξεις – Αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνεται το ανυπόστατο των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν το ποινικό αδίκημα – Άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παραβίαση της αρχής ne bis in idem»






1.        Στις προτάσεις στην υπόθεση Menci (2), οι οποίες διαβάζονται παράλληλα με τις παρούσες προτάσεις, αναλύω σε ποιο βαθμό εφαρμόζεται η αρχή ne bis in idem όταν οι νομοθεσίες ορισμένων κρατών μελών επιτρέπουν τη σώρευση των διοικητικών και των ποινικών κυρώσεων για την τιμωρία της μη πληρωμής του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή αφορά το ίδιο ζήτημα, καίτοι οι συμπεριφορές που τιμωρούνται δύο φορές εμπίπτουν, στην προκειμένη περίπτωση, στο πεδίο της «καταχρήσεως αγοράς» και, ειδικότερα, της διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών.

2.        Η εναρμόνιση των διοικητικών κυρώσεων στον συγκεκριμένο τομέα επιτεύχθηκε με την οδηγία 2003/6/ΕΚ (3), την οποία κατάργησε μεταγενέστερα ο κανονισμός (ΕΕ) 596/2014 (4). Με τον εν λόγω κανονισμό εναρμονίστηκε πλήρως το διοικητικό καθεστώς επιβολής κυρώσεων, ενώ η οδηγία 2014/57/ΕΕ (5) εναρμόνισε επίσης, καίτοι μόνο εν μέρει, τις ποινικές κυρώσεις που επιβάλλουν τα κράτη μέλη για τις εν λόγω συμπεριφορές (6).

I.      Νομικό πλαίσιο

 Α.      Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ)

3.        Το πρωτόκολλο αριθ. 7 της ΕΣΔΑ, υπογραφέν στο Στρασβούργο στις 22 Νοεμβρίου 1984 (στο εξής: πρωτόκολλο αριθ. 7), ρυθμίζει, στο άρθρο του 4, το «δικαίωμα κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να τιμωρείται δύο φορές» ως εξής:

«1.      Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή να καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού.

2.      Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εμποδίζουν την επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους για το οποίο πρόκειται, εάν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων, ή υπήρξε θεμελιώδες σφάλμα της προηγούμενης διαδικασίας, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης.

3.      Καμιά απόκλιση από αυτό το άρθρο δεν επιτρέπεται με βάση του άρθρο 15 της Σύμβασης.»

 Β.      Δίκαιο της Ένωσης

1.      Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

4.        Κατά το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης):

«Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με το νόμο.»

5.        Το άρθρο 52 διέπει την εμβέλεια και την ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη:

«1.      Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

[…]

3.      Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία.

4.      Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης αναγνωρίζει θεμελιώδη δικαιώματα όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, τα εν λόγω δικαιώματα πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τις παραδόσεις αυτές.

[…]

6.      Οι εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές πρέπει να λαμβάνονται πλήρως υπόψη όπως καθορίζεται στον παρόντα Χάρτη.»

2.      Παράγωγο δίκαιο περί καταχρήσεως της αγοράς

 α)      Οδηγία 2003/6

6.        Η οδηγία 2003/6 εναρμόνισε τους ουσιαστικούς κανόνες που ρυθμίζουν τις συμπεριφορές μη σύννομης χρήσεως των εμπιστευτικών πληροφοριών και χειραγωγήσεως της αγοράς, επιβάλλοντας επιπλέον στα κράτη μέλη την υποχρέωση να τιμωρούν με διοικητικές κυρώσεις το συγκεκριμένο είδος παράνομων συμπεριφορών, ανεξάρτητα από την ποινική δίωξη αυτών βάσει κανόνων του εθνικού δικαίου.

7.        Κατά την αιτιολογική σκέψη 38:

«Για να εξασφαλιστεί η επάρκεια του κοινοτικού πλαισίου καταπολέμησης της κατάχρησης αγοράς, οι παραβάσεις των απαγορεύσεων ή υποχρεώσεων δυνάμει της παρούσας οδηγίας πρέπει να εντοπίζονται εγκαίρως και να επιβάλλονται κυρώσεις. Για τον σκοπό αυτό, οι κυρώσεις πρέπει να είναι αρκούντως αποτρεπτικές, ανάλογες προς τη βαρύτητα της παράβασης και προς τα αποκομισθέντα κέρδη και να επιβάλλονται με συνέπεια».

8.        Όσον αφορά τις συμπεριφορές διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών, το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη απαγορεύουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο και τα οποία είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών, να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για να αποκτήσουν ή να διαθέσουν, ή για να προσπαθήσουν να αποκτήσουν ή διαθέσουν, για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό τρίτων, αμέσως ή εμμέσως, χρηματοπιστωτικά μέσα που αφορούν οι πληροφορίες αυτές.

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα που κατέχουν αυτές τις πληροφορίες:

α)      λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών των διοικητικών, διευθυντικών, ή εποπτικών οργάνων του εκδότη, ή

β)      λόγω της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο του εκδότη, ή

γ)      λόγω της πρόσβασης που έχουν στις πληροφορίες αυτές κατά την άσκηση της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους,

δ)      λόγω των εγκληματικών τους δραστηριοτήτων.»

9.        Το άρθρο 2 συμπληρώνεται από το άρθρο 3, κατά το οποίο:

«Τα κράτη μέλη απαγορεύουν στους υποκειμένους στην απαγόρευση του άρθρου 2:

α)      να ανακοινώνουν εμπιστευτική πληροφορία σε άλλο πρόσωπο, εκτός εάν ενεργούν στα συνήθη πλαίσια άσκησης της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους·

β)      να συνιστούν σε άλλο πρόσωπο, ή να το παρακινούν, βάσει εμπιστευτικής πληροφορίας, να αποκτήσει ή να διαθέσει τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αφορά η πληροφορία αυτή.»

10.      Το άρθρο 14, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, ότι μπορούν να λαμβάνονται τα κατάλληλα διοικητικά μέτρα ή να επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις κατά των προσώπων που ευθύνονται για τη μη συμμόρφωση με τις διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα αυτά να είναι αποτελεσματικά, ανάλογα και αποτρεπτικά.»

 β)      Κανονισμός 596/2014

11.      Κατά την αιτιολογική σκέψη 71:

«[…] θα πρέπει να προβλέπεται ένα σύνολο διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων για τη διασφάλιση μιας κοινής προσέγγισης στα κράτη μέλη και την ενίσχυση του αποτρεπτικού χαρακτήρα τους. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να διαθέτει τη δυνατότητα να απαγορεύει σε πρόσωπα την άσκηση διευθυντικών καθηκόντων σε επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις θα πρέπει να καθορίζονται συνεκτιμώντας, ενδεχομένως, παράγοντες όπως η αποστέρηση του οικονομικού οφέλους που έχει εντοπιστεί, η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης, τυχόν παράγοντες επιδείνωσης ή μετριασμού, η ανάγκη αποτρεπτικού χαρακτήρα των προστίμων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, να περιλαμβάνουν μια έκπτωση για συνεργασία με την αρμόδια αρχή. Ειδικότερα, το πραγματικό ποσό των διοικητικών προστίμων που επιβάλλονται σε συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να ανέρχεται στο μέγιστο επίπεδο που προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό ή στο ανώτατο επίπεδο που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, για ιδιαίτερα σοβαρές παραβάσεις, ενώ μπορούν να επιβάλλονται πρόστιμα σημαντικά χαμηλότερα από το μέγιστο επίπεδο για παραβάσεις ήσσονος σημασίας ή σε περίπτωση διακανονισμού. Ο παρών κανονισμός δεν περιορίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν υψηλότερες διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα.»

12.      Κατά την αιτιολογική σκέψη 72:

«Παρότι τίποτα δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες τόσο για διοικητικές όσο και για ποινικές κυρώσεις για τις ίδιες παραβάσεις, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να θεσπίζουν κανόνες για διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις του παρόντος κανονισμού οι οποίες υπόκεινται ήδη στο εθνικό ποινικό δίκαιο έως τις 3 Ιουλίου 2016. Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να επιβάλλουν τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις για το ίδιο αδίκημα, αλλά μπορούν να το πράττουν αν επιτρέπεται από το εθνικό τους δίκαιο. Ωστόσο, η διατήρηση των ποινικών κυρώσεων αντί διοικητικών κυρώσεων για τις παραβάσεις του παρόντος κανονισμού ή της οδηγίας 2014/57/ΕΕ δεν θα πρέπει να μειώνουν ή να επηρεάζουν με άλλον τρόπο την ικανότητα των αρμόδιων αρχών σχετικά με τη συνεργασία και την πρόσβαση και την έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ακόμη και έπειτα από τυχόν παραπομπή των σχετικών παραβάσεων στις αρμόδιες δικαστικές αρχές για να ασκηθεί ποινική δίωξη».

13.      Κατά την αιτιολογική σκέψη 77:

«Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο Χάρτης). Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές […]».

14.      Το άρθρο 14 αφορά την απαγόρευση της καταχρήσεως προνομιακών πληροφοριών και της παράνομης ανακοινώσεως προνομιακών πληροφοριών και ορίζει τα εξής:

«Απαγορεύεται:

α)      η κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας ή η απόπειρα κατάχρησης προνομιακής πληροφορίας·

β)      η σύσταση προς άλλο πρόσωπο να προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας ή παρότρυνση άλλου προσώπου να προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας· ή

γ)      η παράνομη ανακοίνωση προνομιακής πληροφορίας.»

15.      Όσον αφορά την κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας και τις συστάσεις προς τρίτους να προβούν σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας, το άρθρο 8 ορίζει τα εξής:

«1.      Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας συντρέχει όταν ένα πρόσωπο κατέχει προνομιακή πληροφορία και τη χρησιμοποιεί για να αποκτήσει ή να διαθέσει, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, άμεσα ή έμμεσα, χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία αφορά η εν λόγω πληροφορία. […]

2.      Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η σύσταση προς άλλο πρόσωπο να προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας ή η παρότρυνση άλλου προσώπου να προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας, συντρέχει, στις περιπτώσεις στις οποίες το εν λόγω πρόσωπο κατέχει προνομιακή πληροφορία και:

α)      συνιστά, βάσει της εν λόγω πληροφορίας, σε άλλο πρόσωπο να αποκτήσει ή να διαθέσει χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία αφορά η εν λόγω πληροφορία, ή παροτρύνει το εν λόγω πρόσωπο να προβεί στην εν λόγω απόκτηση ή διάθεση, ή

β)      συνιστά, βάσει της εν λόγω πληροφορίας, σε άλλο πρόσωπο να ακυρώσει ή να τροποποιήσει μια εντολή σχετική με χρηματοπιστωτικό μέσο το οποίο αφορά η εν λόγω πληροφορίας, ή παροτρύνει το εν λόγω πρόσωπο να προβεί στην εν λόγω ακύρωση ή τροποποίηση.

3.      Η χρήση των συστάσεων ή παροτρύνσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 συνιστά κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας υπό την έννοια του παρόντος άρθρου, εάν το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τη σύσταση ή την παρότρυνση γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι βασίζεται σε προνομιακή πληροφορία.

[…]»

16.      Όσον αφορά την παράνομη ανακοίνωση προνομιακής πληροφορίας, το άρθρο 10 προβλέπει τα εξής:

«1.      Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, παράνομη ανακοίνωση προνομιακής πληροφορίας συντρέχει όταν ένα πρόσωπο κατέχει προνομιακή πληροφορία και τη γνωστοποιεί σε οιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός εάν η ανακοίνωση γίνεται κατά τη συνήθη άσκηση της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του.

[…]»

17.      Το άρθρο 30 ρυθμίζει τα των διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων ως εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη τυχόν ποινικών κυρώσεων και με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών κατά το άρθρο 23, τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να λαμβάνουν και να επιβάλλουν κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα κατ’ ελάχιστον για τις ακόλουθες παραβάσεις:

α)      τις παραβάσεις των άρθρων 14 και 15, του άρθρου 16 παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 17 παράγραφοι 1, 2, 4, 5, και 8, του άρθρου 18 παράγραφοι 1 έως 6, του άρθρου 19 παράγραφοι 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 11 και του άρθρου 20 παράγραφος 1· και

β)      μη συνεργασία ή μη συμμόρφωση με έρευνα ή επιθεώρηση ή αίτημα όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2.

Τα κράτη μέλη μπορούν έως τις 3 Ιουλίου 2016 να αποφασίσουν να μη θεσπίσουν κανόνες σχετικά με διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στις περιπτώσεις που οι παραβάσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) ή β) του εν λόγω εδαφίου υπόκεινται ήδη σε ποινικές κυρώσεις δυνάμει του εθνικού τους δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη κοινοποιούν αναλυτικά στην Επιτροπή και την [Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (στο εξής: ΕΑΚΑΑ)] τους σχετικούς κανόνες του ποινικού δικαίου.

Έως τις 3 Ιουλίου 2016, τα κράτη μέλη κοινοποιούν αναλυτικά τους κανόνες που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ. Κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

2.      Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να λαμβάνουν και/ή να επιβάλλουν τα κατωτέρω διοικητικά μέτρα και κυρώσεις κατ’ ελάχιστον, στην περίπτωση των παραβάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α): […]».

 γ)      Οδηγία 2014/57

18.      Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 22, 23 και 27:

«(22)      Οι εκ της παρούσης οδηγίας υποχρεώσεις να προβλεφθούν στο εθνικό δίκαιο ποινές σε φυσικά πρόσωπα και κυρώσεις σε νομικά πρόσωπα δεν απαλλάσσουν τα κράτη μέλη από την υποχρέωση να προβλέπουν στο εθνικό δίκαιο διοικητικές κυρώσεις και άλλα μέτρα για τις παραβιάσεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 εκτός αν τα κράτη μέλη έχουν αποφασίσει, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014, να θεσπίσουν μόνο ποινικές κυρώσεις για τέτοιες παραβάσεις στο εθνικό τους δίκαιο.

(23)      Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας καθορίζεται κατά τρόπον που να συμπληρώνει και να εξασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014. Ενώ ένα αδίκημα πρέπει να είναι αξιόποινο, δυνάμει της παρούσας οδηγίας εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως και, τουλάχιστον σε σοβαρές περιπτώσεις, η επιβολή κυρώσεων για παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 δεν προϋποθέτει ότι η πρόθεση έχει αποδειχθεί ή ότι έχει χαρακτηρισθεί ως σοβαρό. Κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η επιβολή ποινικών κυρώσεων επί αδικημάτων κατά την παρούσα οδηγία και διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 δεν συνεπάγεται παραβίαση της αρχής κατά την οποία δεν χωρεί νέα δίωξη για το ίδιο αδίκημα (ne bis in idem).

(27)      Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (“Χάρτης”), όπως αυτά κατοχυρώνονται στη ΣΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να εφαρμόζεται με τον δέοντα σεβασμό του δικαιώματος […] του προσώπου να μην δικάζεται ή να μην τιμωρείται δύο φορές στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη (άρθρο 50).»

19.      Όσον αφορά τις πράξεις διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών και τη σύσταση ή την ενθάρρυνση άλλου προσώπου να προβεί σε τέτοιες πράξεις, το άρθρο 3 ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι πράξεις προσώπων που συνιστούν κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών και η σύσταση σε άλλο πρόσωπο ή η παρακίνησή του να συμμετέχει σε κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών όπως αναφέρεται στις παραγράφους 2 έως 8, συνιστούν ποινικά αδικήματα τουλάχιστον σε σοβαρές περιπτώσεις και εφόσον διαπράττονται εκ προθέσεως.

2.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών διαπράττεται όταν ένα πρόσωπο κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες και τις χρησιμοποιεί αγοράζοντας ή πουλώντας, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, άμεσα ή έμμεσα, χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία αφορούν οι εν λόγω πληροφορίες.

3.      Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε κάθε πρόσωπο που κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες λόγω του ότι το πρόσωπο αυτό:

[…]

γ)      έχει πρόσβαση στις πληροφορίες κατά την εργασία ή την άσκηση επαγγέλματος ή καθηκόντων· ή

[…]

Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης σε κάθε πρόσωπο το οποίο έχει αποκτήσει εμπιστευτικές πληροφορίες, υπό περιστάσεις διαφορετικές από εκείνες του πρώτου εδαφίου, όταν γνωρίζει ότι πρόκειται για πληροφορίες εμπιστευτικές.»

20.      Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίζεται ότι η παράνομη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 2 έως 5, αποτελεί ποινικό αδίκημα τουλάχιστον σε σοβαρές περιπτώσεις και εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως.»

21.      Κατά το άρθρο 7 για τις ποινικές κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα:

«1.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 6 τιμωρούνται με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις.

2.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 5 τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή, το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον σε τέσσερα έτη.

3.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι το αδίκημα του άρθρου 4 τιμωρούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών.»

22.      Βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο μέχρι τις 3 Ιουλίου 2016, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που καθίστανται αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους με την οδηγία.

 Γ.      Ιταλικό δίκαιο

23.      Το Decreto Legislativo 58/1998, Testo unico delle disposizioni in materia di intermediazione finanziaria (νομοθετικό διάταγμα 58/1998, κωδικοποιημένο κείμενο διατάξεων για τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση· στο εξής: TUF), όριζε στο άρθρο 184, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, τα εξής:

«1.      Τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας ενός έως έξι ετών και με πρόστιμο ύψους από είκοσι χιλιάδες ευρώ έως τρία εκατομμύρια ευρώ όποιος, ενώ κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες λόγω της ιδιότητας του μέλους των διοικητικών, διευθυντικών, ή εποπτικών οργάνων του εκδότη, της συμμετοχής του στο κεφάλαιο του εκδότη, ή της εργασίας, της ασκήσεως επαγγέλματος ή καθηκόντων, περιλαμβανομένων και των δημοσίων:

a)      αγοράζει, πωλεί ή διενεργεί άλλες πράξεις, άμεσα ή έμμεσα, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, επί χρηματοπιστωτικών μέσων χρησιμοποιώντας τις ως άνω πληροφορίες·

b)      γνωστοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες σε άλλα πρόσωπα, εκτός εάν ενεργεί εντός του συνήθους πλαισίου ασκήσεως της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του·

c)      συνιστά ή παροτρύνει άλλα πρόσωπα, βάσει εμπιστευτικών πληροφοριών, να προβούν σε οποιαδήποτε από τις πράξεις οι οποίες απαριθμούνται στο στοιχείο a ανωτέρω.

2.      Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 ποινή επιβάλλεται σε όποιον, ενώ κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες λόγω της προπαρασκευής ή της εκτελέσεως παράνομων δραστηριοτήτων, τελεί οποιαδήποτε από τις πράξεις οι οποίες απαριθμούνται στην παράγραφο 1. […]»

24.      Το TUF τροποποιήθηκε με τον legge 18 aprile 2005, n. 62, disposizioni per l’adempimento di obblighi derivanti dall’appartenenza dell’Italia alle Comunità europee, legge comunitaria 2004 (νόμο 62, της 18ης Απριλίου 2005, διατάξεις περί εκτελέσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ιταλίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κοινοτικός νόμος του 2004), με στόχο την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Consob [εθνικής επιτροπής κεφαλαιαγοράς, Ιταλία], αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων, σε αυτήν αυτοτελή δυνατότητα επιβολής κυρώσεων διοικητικού χαρακτήρα για τις συμπεριφορές διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών. Συγκεκριμένα, με τον εν λόγω νόμο παρεμβλήθηκε στο TUF το άρθρο 187bis, το οποίο ορίζει τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη των ποινικών κυρώσεων, όταν η πράξη συνιστά ποινικό αδίκημα, τιμωρείται με τη διοικητική χρηματική ποινή ύψους από εκατό χιλιάδες ευρώ έως δεκαπέντε εκατομμύρια ευρώ όποιος, ενώ γνωρίζει εμπιστευτικές πληροφορίες λόγω της ιδιότητας του μέλους των διοικητικών, διευθυντικών, ή εποπτικών οργάνων του εκδότη, της συμμετοχής του στο κεφάλαιο του εκδότη ή της εργασίας, της ασκήσεως επαγγέλματος ή καθηκόντων, περιλαμβανομένων και των δημοσίων:

a)      αγοράζει, πωλεί ή διενεργεί άλλες πράξεις, άμεσα ή έμμεσα, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, επί χρηματοπιστωτικών μέσων χρησιμοποιώντας τις ως άνω πληροφορίες·

b)      γνωστοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες σε άλλα πρόσωπα, εκτός εάν ενεργεί εντός του συνήθους πλαισίου ασκήσεως της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του·

c)      συνιστά ή παροτρύνει άλλα πρόσωπα, βάσει εμπιστευτικών πληροφοριών, να προβούν σε οποιαδήποτε από τις πράξεις οι οποίες απαριθμούνται στο στοιχείο a ανωτέρω.

2.      Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 ποινή επιβάλλεται σε όποιον, ενώ γνωρίζει εμπιστευτικές πληροφορίες λόγω της προπαρασκευής ή της εκτελέσεως παράνομων δραστηριοτήτων, τελεί οποιαδήποτε από τις πράξεις οι οποίες απαριθμούνται στην παράγραφο 1.

[…]

4.      Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 ποινή επιβάλλεται επίσης σε όποιον, ενώ έχει στη διάθεσή του εμπιστευτικές πληροφορίες και γνωρίζει ή μπορούσε, επιδεικνύοντας συνήθη επιμέλεια, να γνωρίζει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα αυτών, τελεί οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στην ως άνω παράγραφο πράξεις. […]»

25.      Κατά το άρθρο 187duodecies, παράγραφος 1, του TUF:

«Η διοικητική διαδικασία ελέγχου και η διαδικασία της ανακοπής του άρθρου 187septies δεν δύνανται να ανασταλούν εκκρεμούσης της ποινικής διαδικασίας η οποία έχει ως αντικείμενο τα ίδια πραγματικά περιστατικά ή περιστατικά από τη διαπίστωση των οποίων εξαρτάται ο χαρακτηρισμός της πράξεως.»

26.      Το άρθρο 187terdecies, παράγραφος 1, του TUF ορίζει τα εξής:

«Όταν για την ίδια πράξη επιβλήθηκε κατά του αυτουργού ή του νομικού προσώπου διοικητικό πρόστιμο δυνάμει του άρθρου 187septies […] το πρόστιμο ή η χρηματική ποινή που επιβλήθηκε λόγω του ποινικού αδικήματος εισπράττεται μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσό που εισπράχθηκε από τη διοικητική αρχή».

27.      Βάσει του άρθρου 654 του codice di procedura penale (Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), όσον αφορά τον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον αστικώς υπεύθυνο που παρέστη ή παρενέβη στην ποινική διαδικασία, η αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου έχει ισχύ δεδικασμένου στην αστική ή διοικητική δίκη.

II.    Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

28.      Κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών για τα οποία τους επιβλήθηκε κύρωση από την Consob (7), ο A. Zecca και ο E. Di Puma απέκτησαν συγκεκριμένες μετοχές κάνοντας χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών. Συγκεκριμένα, ο A. Zecca, υπό την ιδιότητα του διευθυντή του τμήματος «Transaction Services» της Deloitte Financial Advisory Services S.p.a., διέθετε πληροφορίες σχετικά με σχέδιο δημόσιας προσφοράς εξαγοράς μετοχών της Guala Closures S.p.a. Διέθετε, επίσης, εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με σχέδιο αποκτήσεως ελέγχου της Permasteelisa S.p.a.

29.      Ο A. Zecca διαβίβασε, το 2008, τις εν λόγω πληροφορίες στον E. Di Puma, παροτρύνοντάς τον να αγοράσει μετοχές των δύο ως άνω εταιριών. Ο E. Di Puma αγόρασε, πράγματι, στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, 4 000 μετοχές της Guala Closures και, με τη συνδρομή του A. Zecca, 2 375 μετοχές της Permasteelisa, στις 14 και 17 Οκτωβρίου 2008.

30.      Κατόπιν κινήσεως διοικητικής διαδικασίας στις 17 Σεπτεμβρίου 2009, η Consob επέβαλε, με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2012, στον A. Zecca για την τέλεση της διοικητικής παραβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 187bis, παράγραφος 1, στοιχεία a και c, του TUF, τις εξής κυρώσεις: i) πρόστιμο 100 000 ευρώ για την υποκίνηση του E. Di Puma να αγοράσει μετοχές της Guala Closures· ii) δεύτερο πρόστιμο 100 000 ευρώ για την ανακοίνωση στον E. Di Puma εμπιστευτικών πληροφοριών σχετικά με το σχέδιο αποκτήσεως ελέγχου της Permasteelisa· iii) τρίτο πρόστιμο 100 000 ευρώ για την απόκτηση 2 375 μετοχών της Permasteelisa· και iv) προσωρινή, για έξι μήνες, απαγόρευση ασκήσεως ορισμένων καθηκόντων σε εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρίες (8).

31.      Με την ίδια απόφαση, η Consob επέβαλε στον E. Di Puma, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 187bis, παράγραφος 4, και του άρθρου 187bis, παράγραφος 1, στοιχείο a, του TUF: i) πρόστιμο 100 000 ευρώ για την αγορά των μετοχών της Guala Closures· ii) δεύτερο πρόστιμο 100 000 ευρώ για την απόκτηση της μετοχών της Permasteelisa· και iii) προσωρινή, για τρεις μήνες, απαγόρευση ασκήσεως ορισμένων καθηκόντων σε εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρίες.

32.      Οι τιμωρηθέντες προσέφυγαν κατά της αποφάσεως της Consob ενώπιον του Corte di appello di Milano – Sezione Civile (εφετείου Μιλάνου, τμήμα αστικών υποθέσεων, Ιταλία), το οποίο αποφάνθηκε διαφορετικά επί των προσφυγών τους. Συγκεκριμένα, απέρριψε την προσφυγή του E. Di Puma (απόφαση της 4ης Απριλίου 2013), ενώ έκανε δεκτή την προσφυγή του A. Zecca (απόφαση της 23ης Αυγούστου 2013), καθόσον διαπίστωσε τυπικό σφάλμα στη κοινοποίηση των κατηγοριών και, για τον λόγο αυτό, κήρυξε άκυρες τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί σε αυτόν.

33.      Κατά αμφοτέρων των αποφάσεων ασκήθηκαν αιτήσεις αναιρέσεως: κατά της πρώτης από τον E. Di Puma και κατά της δεύτερης από την Consob. Πριν από την έκδοση της αποφάσεώς του επί των δύο ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως, το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ιταλία) υποβάλλει στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα.

34.      Εξάλλου, στις 2 Δεκεμβρίου 2011, η Consob διαβίβασε στην εισαγγελική αρχή του Μιλάνου έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών της όσον αφορά τις ενέργειες του A. Zecca και του E. Di Puma. Στην ποινική δίκη που διεξήχθη ως αποτέλεσμα της εν λόγω κοινοποιήσεως, το Tribunale di Milano – Sezione penale (πρωτοδικείο Μιλάνου, τμήμα ποινικών υποθέσεων, Ιταλία) αθώωσε τους κατηγορουμένους για το ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 184 του TUF, διαπιστώνοντας το ανυπόστατο των πραγματικών περιστατικών που προσάφθηκαν σε αυτούς. Η εισαγγελική αρχή δεν άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως (υπ’ αριθ. 6625 του 2014), η οποία κατέστη, ως εκ τούτου, αμετάκλητη (9).

35.      Ο A. Zecca και ο E. Di Puma προσάρτησαν την ως άνω αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου στις αιτήσεις αναιρέσεως κατά των κυρώσεων που επέβαλε εις βάρος τους η Consob. Υποστηρίζουν, ειδικότερα ότι το Tribunale di Milano – Sezione penale (πρωτοδικείο Μιλάνου, τμήμα ποινικών υποθέσεων) τους αθώωσε για το ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 184 του TUF, διαπιστώνοντας το ανυπόστατο των πραγματικών περιστατικών που προσάφθηκαν σε αυτούς, και ότι η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Δεδομένου ότι η συμπεριφορά που προβλέπεται στο συγκεκριμένο άρθρο είναι ταυτόσημη με εκείνη που χαρακτηρίζεται διοικητική παράβαση στο άρθρο 187bis του TUF (10), στο οποίο βασίστηκε η Consob για να τους τιμωρήσει, ο A. Zecca και ο E. Di Puma εκτιμούν ότι αποτελούν αντικείμενο δύο διαδικασιών για την ίδια πράξη, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η αρχή ne bis in idem, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 και στο άρθρο 50 του Χάρτη.

36.      Το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), αφού έκανε δεκτή την επίκληση της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου για να αποφανθεί σχετικά με την ενδεχόμενη ισχύ δεδικασμένου αυτής σε σχέση με τις επιβληθείσες από την Consob κυρώσεις, υπενθυμίζει ότι, στην απόφαση της 4ης Μαρτίου 2014, Grande Stevens κ.λπ. κατά Ιταλίας (11), το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι οι ιταλικές διατάξεις με τις οποίες τιμωρείται ως διοικητική παράβαση η χειραγώγηση της αγοράς είναι ασυμβίβαστες με το δικαίωμα του προσώπου να μην καταδικαστεί δύο φορές για ταυτόσημες από ουσιαστική άποψη συμπεριφορές.

37.      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά τη δυνατότητα επεκτάσεως της εν λόγω νομολογίας του ΕΔΔΑ στο άρθρο 50 του Χάρτη υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson (12).

38.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) υποβάλλει στο Δικαστήριο τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία είναι ταυτόσημα για τις δύο διαδικασίες:

«1)      Έχει το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ την έννοια ότι, εφόσον έχει διαπιστωθεί με αμετάκλητη απόφαση ότι δεν υφίσταται η συμπεριφορά που στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα, αποκλείεται, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω εκτίμηση από το εθνικό δικαστήριο, η κίνηση ή η συνέχιση, για την ίδια πράξη, μεταγενέστερης διαδικασίας με σκοπό την επιβολή κυρώσεων οι οποίες, λόγω της φύσεως και της βαρύτητάς τους, πρέπει να χαρακτηρισθούν ως ποινικές κυρώσεις;

2)      Οφείλει το εθνικό δικαστήριο να λάβει υπόψη τα όρια των ποινών που προβλέπονται στην οδηγία 2014/57/ΕΕ κατά την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας και της αποτρεπτικότητας των κυρώσεων, για να διαπιστώσει αν υφίσταται παραβίαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ αρχής ne bis in idem;»

39.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο A. Zecca, ο E. Di Puma, η Ιταλική, η Γερμανική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Οι δύο υποθέσεις συνενώθηκαν και παραπέμφθηκαν προς εκδίκαση στο τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου, η δε επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 30 Μαΐου 2017, μαζί με τις υποθέσεις Menci (C‑524/15) και Garlsson Real State κ.λπ. (C‑537/16). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διατύπωσαν προφορικές παρατηρήσεις σε σχέση με τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις οι εκπρόσωποι του A. Zecca και του E. Di Puma, η Consob, η Ιταλική και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.

III. Ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων

40.      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν, βάσει του άρθρου 50 του Χάρτη, οι αμετάκλητες αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων με τις οποίες διαπιστώνεται το ανυπόστατο συμπεριφοράς που στοιχειοθετεί το ποινικό αδίκημα της καταχρήσεως αγοράς αποκλείουν, άνευ ετέρου, την κίνηση ή τη συνέχιση, όσον αφορά την ίδια πράξη, κάθε άλλης διαδικασίας επιβολής κυρώσεων, όταν η εν λόγω διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε κυρώσεις οι οποίες λόγω της φύσεως και της βαρύτητάς τους έχουν χαρακτήρα ποινικών κυρώσεων.

41.      Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν, κατά την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας και της αποτρεπτικότητας των κυρώσεων, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα όρια που καθορίζονται στην οδηγία 2014/57.

42.      Πριν να προτείνω απαντήσεις στα δύο προδικαστικά ερωτήματα, κρίνω σκόπιμο να προβώ σε τρεις διευκρινίσεις. Η πρώτη αφορά τη μη ύπαρξη αμφιβολιών περί της εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 50 του Χάρτη, καθ’ ο μέρος η εθνική νομοθεσία περί καταχρήσεως της αγοράς, δυνάμει της οποίας επεβλήθησαν οι επίμαχες κυρώσεις, θεσπίστηκε από το ιταλικό κράτος για τη μεταφορά της οδηγίας 2003/6 στο εθνικό δίκαιο.

43.      Το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο του 51, παράγραφος 1, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται σε αυτά μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη πρέπει να γίνονται σεβαστά κατά την εφαρμογή των εσωτερικών κανόνων οι οποίοι, με τη σειρά τους, αντανακλούν κανόνες της Ένωσης ή έλκουν την καταγωγή τους από αυτούς (13). Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επί έννομης καταστάσεως μη εμπίπτουσας στο εν λόγω πεδίο, οι δε διατάξεις του Χάρτη δεν μπορούν να θεμελιώσουν από μόνες τους την αρμοδιότητα αυτή (14).

44.      Η δεύτερη διευκρίνιση αφορά την επιλογή του Ιταλού νομοθέτη να θεσπίσει, το 2005, σύστημα παράλληλων διαδικασιών και κυρώσεων (διοικητικών και ποινικών) για την καταστολή των συμπεριφορών που συνιστούν κατάχρηση της αγοράς, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 2003/6.

45.      Όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, το σύστημα αυτό των παράλληλων διαδικασιών, διοικητικών και ποινικών (doppio binario sanzionatorio), παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που το καθιστούν δυσχερώς συμβιβάσιμο με την αρχή ne bis in idem του άρθρου 50 του Χάρτη, όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο. Εάν το σύστημα αυτό είχε εγκαθιδρυθεί δυνάμει της οδηγίας 2003/6, θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα πιθανής ακυρότητάς του, λόγω, ακριβώς, της ενδεχόμενης παραβάσεως του άρθρου 50 του Χάρτη.

46.      Εντούτοις, κατά την άποψή μου, η οδηγία 2003/6 δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν διττό, διοικητικό και ποινικό, σύστημα για την τιμωρία του συγκεκριμένου είδους παράνομων συμπεριφορών και, ως εκ τούτου, φρονώ ότι η εν λόγω οδηγία δεν είναι ασύμβατη με το άρθρο 50 του Χάρτη.

47.      Στις προτάσεις μου στην υπόθεση Garlsson Real State κ.λπ. (15), αναλύω τη συμβατότητα της οδηγίας 2003/6 με το άρθρο 50 του Χάρτη. Σε αυτές μνημονεύεται επίσης το νέο καθεστώς κυρώσεων που επιβάλλονται στις συμπεριφορές καταχρήσεως αγοράς, το οποίο καθιέρωσαν ο κανονισμός 596/2014 και η οδηγία 2014/57, πράξεις οι οποίες επίσης δεν υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν το σύστημα παράλληλων διαδικασιών για την τιμωρία των καταχρήσεων αγοράς και οι οποίες δεν είναι ασύμβατες, για τον λόγο αυτό, προς την αρχή ne bis in idem.

48.      Η τρίτη διευκρίνιση αφορά την επίκληση της οδηγίας 2014/57 και το ενδεχόμενο απαράδεκτο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, ορθώς, ότι η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται ratione temporis στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι οι τιμωρούμενες πράξεις έλαβαν χώρα το 2008 και η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας 2014/57 στην εθνική έννομη τάξη έληξε στις 3 Ιουλίου 2016.

49.      Αναμφίβολα, το αιτούν δικαστήριο γνωρίζει ότι η οδηγία 2014/57 δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση λόγω χρονικών περιορισμών. Επομένως, το (δεύτερο) ερώτημα που υποβάλλει στο Δικαστήριο δεν αφορά την ερμηνεία της συγκεκριμένης οδηγίας, αλλά τη δυνατότητα αντλήσεως από το νέο νομοθετικό πλαίσιο (οδηγία 2014/57 και κανονισμός 596/2014) χρήσιμων στοιχείων για την εξέταση της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας και της αποτρεπτικότητας των κυρώσεων, κατά την εκτίμηση της παραβιάσεως της αρχής ne bis in idem (16). Υπό την έννοια αυτή, εκτιμώ ότι το δεύτερο ερώτημα υποβάλλεται παραδεκτώς.

 Α.      Πρώτο προδικαστικό ερώτημα: εφαρμογή της αρχής ne bis in idem του άρθρου 50 του Χάρτη στην επανάληψη ποινικών και διοικητικών διαδικασιών λόγω διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών

50.      Με τις προτάσεις στην υπόθεση Menci ανέπτυξα εκτενώς τις σκέψεις μου ως προς:

–        την εφαρμογή του άρθρου 50 του Χάρτη στη σώρευση φορολογικών και ποινικών κυρώσεων, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, ιδίως, της αποφάσεως της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson και άλλων προγενέστερων αποφάσεων (17),

–        τη νομολογία του ΕΔΔΑ σε σχέση με την αρχή ne bis in idem, τόσο καθ’ ο μέρος αφορά την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών όσο και καθ’ ο μέρος αφορά την επανάληψη των διαδικασιών επιβολής κυρώσεων (18),

–        τον αντίκτυπο της αποφάσεως του ΕΔΔΑ της 15ης Νοεμβρίου 2016, A και B κατά Νορβηγίας (19), στο δίκαιο της Ένωσης (20),

–        τη δυνατότητα περιορισμού του δικαιώματος του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Χάρτη (21).

51.      Φρονώ ότι οι ίδιες αυτές σκέψεις μπορούν να ληφθούν υπόψη, τηρουμένων των αναλογιών, για την ερμηνεία του εύρους της προστασίας που παρέχει το άρθρο 50 του Χάρτη έναντι της σωρεύσεως διαδικασιών και κυρώσεων, ποινικών και διοικητικών, για την ίδια πράξη, η οποία χαρακτηρίζεται ως διακίνηση εμπιστευτικών πληροφοριών. Παραπέμπω, λοιπόν, σε αυτές.

52.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 50 του Χάρτη επιτρέπει την κίνηση διοικητικής διαδικασίας για την επιβολή κυρώσεων στους δράστες παράνομων συμπεριφορών διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών, όταν αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου αποφάνθηκε προηγουμένως ότι οι εν λόγω συμπεριφορές δεν υφίστανται.

53.      Η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, απαιτεί τη συνδρομή τεσσάρων προϋποθέσεων: 1) ταυτότητα του προσώπου κατά του οποίου ασκείται δίωξη ή επιβάλλεται κύρωση· 2) ταυτότητα των κρινόμενων πραγματικών περιστατικών (idem)· 3) σώρευση των διαδικασιών επιβολής κυρώσεων (bis)· και 4) αμετάκλητος χαρακτήρας μίας εκ των δύο αποφάσεων.

54.      Στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο δεν φαίνεται να αμφιβάλλει όσον αφορά τη σύμπτωση (ταυτότητα) των δύο προσώπων κατά των οποίων ασκήθηκε δίωξη ή επιβλήθηκαν κυρώσεις για τις συμπεριφορές διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών, ήτοι τους A. Zecca και E. Di Puma. Οι ποινικές διαδικασίες που κατέληξαν στην αθωωτική απόφαση στρέφονταν εναντίον τους, όπως και οι διοικητικές διαδικασίες, στο πέρας των οποίων η Consob επέβαλε σε αυτούς τις προμνησθείσες κυρώσεις, πρόστιμο και απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος.

55.      Δεν αμφισβητείται, εξάλλου, ο αμετάκλητος χαρακτήρας μιας εκ των αποφάσεων με τις οποίες περατώνεται μία εκ των διαδικασιών (εν προκειμένω, των αποφάσεων του ποινικού δικαστηρίου). Στην ποινική διαδικασία που κίνησε η εισαγγελική αρχή κατά του A. Zecca και του E. Di Puma, το Tribunale di Milano – Sezione penale (πρωτοδικείο Μιλάνου, τμήμα ποινικών υποθέσεων) αθώωσε τους κατηγορουμένους για το προβλεπόμενο στο άρθρο 184 του TUF ποινικό αδίκημα, λόγω του ανυπόστατου των πράξεων που τους προσάφθηκαν. Η απόφαση απέκτησε ισχύ δεδικασμένου (22).

56.      Η ουσιαστική ταυτότητα των κρινόμενων πραγματικών περιστατικών (idem) επίσης δεν φαίνεται να αμφισβητείται ή να δημιουργεί δυσκολίες στο αιτούν δικαστήριο. Οι πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε δίωξη κατά του A. Zecca και του E. Di Puma και για τις οποίες αθωώθηκαν με την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου είναι οι ίδιες (συμπεριφορές χρήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών) με εκείνες για τις οποίες η Consob τους επέβαλε τις διοικητικές κυρώσεις.

57.      Επομένως, οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου επικεντρώνονται στην παράλληλη διεξαγωγή ή στην επανάληψη των διαδικασιών επιβολής κυρώσεων (bis). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν υφίσταται παράβαση του άρθρου 50 του Χάρτη όταν, μετά την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου λόγω του ανυπόστατου της αξιόποινης συμπεριφοράς, ο αθωωθείς μπορεί να υποβληθεί, για τις ίδιες πράξεις, στη διαδικασία επιβολής κυρώσεων της Consob (ή στη συνέχιση της ήδη κινηθείσας διαδικασίας), η οποία περατώνεται, ενδεχομένως, με την επιβολή κυρώσεων οι οποίες έχουν τυπικά διοικητικό χαρακτήρα, αλλά συνιστούν κατ’ ουσίαν πραγματικές ποινές.

58.      Όπως επισήμανα στις προτάσεις Menci (23), το Δικαστήριο χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο του άρθρου 50 του Χάρτη, τα καλούμενα κριτήρια Engel, ως παραμέτρους προκειμένου να διαπιστώσει πότε μια διαδικασία ή κύρωση, κατ’ αρχήν διοικητικού χαρακτήρα, είναι ποινικής φύσεως (24).

59.      Το πρώτο κριτήριο Engel (ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο) δεν έχει εν προκειμένω ιδιαίτερη σημασία, καθόσον το ιταλικό δίκαιο χαρακτηρίζει τις κινούμενες από την Consob διαδικασίες και τις επιβαλλόμενες από αυτήν κυρώσεις ως διοικητικές. Τούτο δεν εμποδίζει, ωστόσο, την περαιτέρω ανάλυσή του υπό το πρίσμα των άλλων δύο κριτηρίων (25).

60.      Το δεύτερο κριτήριο Engel αφορά τη νομική φύση της παραβάσεως. Μια κατ’ όνομα διοικητική παράβαση έχει, στην πραγματικότητα, ποινικό χαρακτήρα όταν συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά (μεταξύ αυτών, ο κολασμός της να υπαγορεύεται από κατασταλτικούς και προληπτικούς σκοπούς και να μην περιορίζεται στην επανόρθωση της περιουσιακής ζημίας, και να διαφυλάσσει έννομα αγαθά των οποίων η προάσπιση διασφαλίζεται συνήθως δυνάμει κανόνων του ποινικού δικαίου) στα οποία αναφέρομαι με τις προτάσεις Menci (26).

61.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της παραβάσεως, οι κολαζόμενες από την Consob διοικητικές παραβάσεις έχουν κατ’ ουσίαν ποινικό χαρακτήρα, σύμφωνα με το δεύτερο κριτήριο Engel, κρίση την οποία συμμερίζομαι. Τα προστατευόμενα διά των παραβάσεων αυτών έννομα αγαθά (άρθρο 187bis του TUF) είναι ταυτόσημα με αυτά που προστατεύονται από άλλες ομώνυμες αξιόποινες πράξεις (άρθρο 184 του TUF). Με αμφότερες επιδιώκεται η διαφύλαξη της ακεραιότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών και της εμπιστοσύνης του κοινού στην ασφάλεια των συναλλαγών. Η απονομή κυρωτικών εξουσιών στην Consob για την καταστολή αυτού του είδους παραβάσεων υπακούει τόσο σε προληπτικούς σκοπούς (να αποτρέπονται δυνητικοί παραβάτες από παράνομες συμπεριφορές διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών) όσο και σε κατασταλτικούς (να τιμωρούνται εκείνοι που έχουν τελέσει τέτοιες πράξεις και να εμποδίζεται η υποτροπή τους) (27).

62.      Το τρίτο κριτήριο Engel συνδέεται με τη φύση και τον βαθμό αυστηρότητας της κυρώσεως, στοιχεία που μπορούν να εκτιμώνται βάσει των κριτηρίων στα οποία αναφέρομαι ομοίως με τις προτάσεις Menci (28). Λαμβανομένου υπόψη του πλήθους των κυρώσεων που η Consob μπορεί να επιβάλλει και, ιδίως, του υψηλού ποσού των δυνάμενων να επιβληθούν προστίμων, το αιτούν δικαστήριο αναγνωρίζει ότι πρόκειται για κυρώσεις με σαφή ποινική απόχρωση.

63.      Η αυστηρότητα των κυρώσεων πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τη δυνάμενη να επιβληθεί εκ των προτέρων στο οικείο πρόσωπο κύρωση, και όχι με την τελικώς επιβαλλόμενη ή εκτελούμενη: ενδεχόμενη μεταγενέστερη μείωση της ποινής ή η μη εκτέλεσή της λόγω απονομής χάριτος (όπως συνέβη εν προκειμένω) δεν ασκούν επιρροή (29). Ομοίως, η εφαρμογή του άρθρου 50 του Χάρτη δεν εξαρτάται από την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως σε μία από τις διαδικασίες, με την οποία αναγνωρίζεται η ευθύνη του ενδιαφερομένου για την παράβαση και επιβάλλεται η κύρωση. Όπως επισημαίνει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο στη διάταξη περί παραπομπής, η αποτελεσματικότητα των κανόνων επιβολής κυρώσεων πρέπει να αξιολογείται πάντοτε με γνώμονα τη διαπίστωση της παραβάσεως, ούτως ώστε, εάν εκτιμάται ότι η εν λόγω παράβαση δεν υφίσταται, να μην τίθεται ζήτημα αποτελεσματικότητας των κυρώσεων.

64.      Κατά την κρίση μου, η εφαρμογή της προβλεπόμενης στο άρθρο 50 του Χάρτη αρχής ne bis in idem εμποδίζει την κίνηση ή τη συνέχιση διοικητικής διαδικασίας επιβολής κυρώσεων για τις ίδιες πράξεις μετά την αθώωση των παραβατών με αμετάκλητη απόφαση στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Το ουσιώδες περιεχόμενο του άρθρου 50 του Χάρτη θα αποδυναμωθεί εάν λαμβάνονται υπόψη μόνον οι αποφάσεις επιβολής κυρώσεων και όχι οι αθωωτικές αποφάσεις, κατά την κρίση που αφορά τις παραβιάσεις της αρχής ne bis in idem.

65.      Εάν οι αθωωτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη όσον αφορά την αρχή ne bis in idem, κανείς δεν θα απολαύει την ασφάλεια δικαίου που παρέχει η αρχή αυτή, η οποία εγγυάται ότι ένα πρόσωπο δεν θα διωχθεί ούτε θα τιμωρηθεί μετά την έκδοση αμετάκλητης αθωωτικής αποφάσεως από ποινικό δικαστήριο. Το κράτος δεν μπορεί να ασκήσει για δεύτερη φορά, για τις ίδιες πράξεις, την κατασταλτική εξουσία του κατά προσώπου που αθωώθηκε αμετάκλητα από ποινικό δικαστήριο. Επιπλέον, η απαγόρευση αυτή αφορά τόσο τη νέα ποινική διαδικασία όσο και τη διοικητική διαδικασία που καταλήγει στην επιβολή ουσιαστικά ποινικών κυρώσεων.

66.      Υπό την έννοια αυτή, το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε ότι η εγγενής στην αρχή ne bis in idem εγγύηση δεν ισχύει μόνο στις περιπτώσεις διττού καταλογισμού, αλλά και στις περιπτώσεις διττής απαγγελίας κατηγοριών, ήτοι στις περιπτώσεις στις οποίες απαγγέλθηκαν κατηγορίες, οι οποίες δεν κατέληξαν σε καταδίκη των κατηγορουμένων. Το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν ασκεί επιρροή αν η διοικητική διαδικασία προηγείται ή έπεται της ποινικής διαδικασίας, αν η πρώτη επιβληθείσα κύρωση συμψηφίζεται με τη δεύτερη ή αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αθωώθηκε στο πέρας της δεύτερης ή της πρώτης διαδικασίας (30).

67.      Από διαφορετική σκοπιά, η προβλεπόμενη στο άρθρο 50 του Χάρτη αρχή ne bis in idem διασφαλίζει την ασφάλεια δικαίου για τα φυσικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα οι ευνοϊκές για αυτά αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις να μην μπορούν να αντικρουστούν από μεταγενέστερες πράξεις της διοικήσεως με περιεχόμενο κυρώσεως. Ο σεβασμός του χαρακτήρα δεδικασμένου που προσιδιάζει στις (αμετάκλητες) αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων θα θιγεί εάν διοικητική αρχή, όπως η Consob, μπορεί να τις αγνοεί, εκλαμβάνοντας ως αποδεδειγμένες τις ίδιες πράξεις τις οποίες το ποινικό δικαστήριο έκρινε ανυπόστατες.

68.      Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει, στη διάταξη περί παραπομπής, τη συγκεκριμένη αλληλεπίδραση μεταξύ της αρχής ne bis in idem και του δεδικασμένου. Τονίζει τον κίνδυνο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων όσον αφορά τις πράξεις που προσάπτονται στον A. Zecca και στον E. Di Puma, εάν η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ιταλικού ποινικού δικαστηρίου δεν εμπόδιζε την Consob να τους επιβάλει διοικητικές κυρώσεις για τις ίδιες πράξεις διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών (31).

69.      Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τη σημασία που έχει η αρχή του δεδικασμένου στην έννομη τάξη της Ένωσης και στις εθνικές έννομες τάξεις. Προς διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλεται να μην μπορεί να τεθεί ζήτημα κύρους των δικαστικών αποφάσεων οι οποίες δεν μπορούν πλέον να προσβληθούν, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που τάσσονται για την άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων (32).

70.      Το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει σε κάθε περίπτωση στα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα να μην εφαρμόζουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που προσδίδουν ισχύ δεδικασμένου σε ορισμένη απόφαση, έστω και αν αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να αποφευχθεί η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από την εν λόγω απόφαση (33). Ελλείψει ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης σε συγκεκριμένο τομέα, η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου ρυθμίζεται από την έννομη τάξη των κρατών μελών βάσει της αρχής της δικονομικής αυτοτέλειας αυτών (34).

71.      Η ως άνω νομολογία του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει την προεκτεθείσα παρατήρηση ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 50 του Χάρτη αρχή ne bis in idem ενισχύει τον σεβασμό της αρχής του δεδικασμένου των αποφάσεων εθνικών ποινικών δικαστηρίων, εμποδίζοντας την επιβολή μεταγενέστερων κυρώσεων με αντίθετο περιεχόμενο για τις ίδιες πράξεις. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αναγκαιότητα επιβολής αποτελεσματικών, ανάλογων και αποτρεπτικών κυρώσεων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/6 ή στη νομολογία του Δικαστηρίου, σημαίνει, για τα εθνικά δικαστήρια, την υποχρέωση να μη σέβονται την ισχύ δεδικασμένου αμετάκλητης αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου.

72.      Τέλος, οφείλω να μνημονεύσω τις ενδεχόμενες συνέπειες που μπορεί να έχει στην παρούσα υπόθεση η μεταβολή της νομολογίας του ΕΔΔΑ στην απόφαση A και B κατά Νορβηγίας (35), η οποία εκδόθηκε μετά την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος. Κατά την εν λόγω απόφαση, η σώρευση διοικητικής διαδικασίας επιβολής κυρώσεων και ποινικής διαδικασίας δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 7, όταν υφίσταται επαρκώς στενός ουσιαστικός και χρονικός σύνδεσμος μεταξύ αυτών. Ορισμένοι διάδικοι τάχθηκαν, στις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, υπέρ της επεκτάσεως της εν λόγω νομολογίας στην εφαρμογή του άρθρου 50 του Χάρτη, ώστε να δικαιολογηθεί το ιταλικό πρότυπο διττής καταστολής των συμπεριφορών καταχρήσεως αγοράς.

73.      Δεν συμμερίζομαι το επιχείρημα αυτό, για τους λόγους που αναλυτικότερα εκθέτω με τις προτάσεις Menci (36). Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο οφείλει να μην κάνει δεκτή την περιοριστική ερμηνεία του δικαιώματος ne bis in idem του άρθρου 50 του Χάρτη και, ως εκ τούτου, να μην ακολουθήσει τις κατευθύνσεις της νομολογιακής μεταστροφής του ΕΔΔΑ ως προς το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 7. Αντιθέτως, εναπόκειται σε αυτό να διατηρήσει ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας του δικαιώματος αυτού, στη γραμμή των αποφάσεων που έχει μέχρι τώρα εκδώσει επί του άρθρου 50 του Χάρτη.

74.      Στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο, το οποίο βρίσκεται σε καλύτερη θέση για να αξιολογήσει αν οι διοικητικές κυρώσεις που υποβάλλονται στην κρίση του έχουν, όντως, ποινικό χαρακτήρα, εκτιμά ότι οι κυρώσεις που επέβαλε η Consob στον A. Zecca και στον E. Di Puma έχουν ποινικό χαρακτήρα και ότι οι διοικητικές παραβάσεις τις οποίες τιμωρούν υπαγορεύονται από τον ίδιο σκοπό με εκείνον των ποινικών αδικημάτων καταχρήσεως αγοράς. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εφαρμογή των κριτηρίων Engel στη διαφορά της υποθέσεως της κύριας δίκης θα οδηγήσει σε διαπίστωση της παραβάσεως του άρθρου 50 του Χάρτη.

75.      Βάσει της προκείμενης αυτής, το πιο συνεπές συμπέρασμα είναι ότι ο εθνικός κανόνας όπως ο ιταλικός κανόνας περί καταχρήσεως της αγοράς επιτρέπει τη διπλή καταστολή, διοικητική (κατ’ ουσίαν, όμως, ποινική) και ποινική, της ίδιας παράνομης συμπεριφοράς, χωρίς να θεσπίζει σαφή διαδικαστικό μηχανισμό προς αποφυγή της διπλής διώξεως και της διπλής τιμωρίας των αυτουργών. Στο μέτρο αυτό, παραβιάζει την αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, δεδομένου ότι επιτρέπει την κίνηση διοικητικής διαδικασίας για την επιβολή κυρώσεων στους δράστες παράνομων συμπεριφορών διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών, ενώ αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου διαπίστωσε προηγουμένως το ανυπόστατο των εν λόγω συμπεριφορών.

 Β.      Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα: απαίτηση αποτελεσματικότητας των κυρώσεων ως ενδεχόμενος περιορισμός της εφαρμογής της προβλεπόμενης στο άρθρο 50 του Χάρτη αρχής ne bis in idem

76.      Με το δεύτερο ερώτημα, το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) ζητεί να διευκρινισθεί εάν το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους περιορισμούς των κυρώσεων που προβλέπονται στην οδηγία 2014/57 κατά την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας και της αποτρεπτικότητας των κυρώσεων και τη, βάσει αυτών, διαπίστωση της υπάρξεως παραβάσεως του άρθρου 50 του Χάρτη.

77.      Το αιτούν δικαστήριο ερμηνεύει την απόφαση Åkerberg Fransson υπό την έννοια ότι, όταν εξετάζει το άρθρο 50 του Χάρτη, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να εκτιμά την αποτελεσματικότητα, την αναλογικότητα και την αποτρεπτικότητα των «εναπομενουσών» κυρώσεων μετά την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem. Για την εκτίμηση αυτή, πρέπει να γνωρίζει εάν μπορεί να λαμβάνει υπόψη ως σημείο αναφοράς τους περιορισμούς των ποινών που προβλέπονται στην οδηγία 2014/57 (37).

78.      Με αφετηρία τη συγκεκριμένη ερμηνεία της αποφάσεως Åkerberg Fransson, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, δεδομένου ότι αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου (όπως αυτή που αφορά τον A. Zecca και τον E. Di Puma) συνεπάγεται τη μη επιβολή κυρώσεων στις ποινικές διαδικασίες, το άρθρο 50 του Χάρτη είναι δυνατόν να μην αντιτάσσεται στη μεταγενέστερη επιβολή διοικητικών κυρώσεων (ποινικού χαρακτήρα), όπως οι επιβληθείσες από την Consob (38).

79.      Δεν συμφωνώ με τη συγκεκριμένη ερμηνεία της αποφάσεως Åkerberg Fransson. Κατά την άποψή μου, από τη σκέψη 36 (39) αυτής δεν συνάγεται ότι το πεδίο εφαρμογής της προβλεπόμενης στο άρθρο 50 του Χάρτη αρχής ne bis in idem εξαρτάται από τη δυνατότητα επιβολής, σε περίπτωση αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, άλλων αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για ταυτόσημες πράξεις. Τέτοια προϋπόθεση δεν συνάγεται ούτε από το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/6 ούτε από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/57.

80.      Όπως και η Επιτροπή, φρονώ ότι η επιταγή περί αποτελεσματικότητας των κυρώσεων δεν συνιστά περιορισμό του δικαιώματος ne bis in idem του άρθρου 50 του Χάρτη. Η υποχρέωση εφαρμογής αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων βαρύνει τα κράτη κατά τρόπο γενικό και ανεξάρτητο από το εάν υιοθετούν σύστημα παράλληλων διαδικασιών (ποινικών και διοικητικών) ή μίας μόνο διαδικασίας (ποινικής) για τον κολασμό των καταχρήσεων της αγοράς. Όποιος και αν είναι ο επιλεγείς μηχανισμός, το σύστημα επιβολής κυρώσεων πρέπει να είναι αποτελεσματικό και, σε κάθε περίπτωση, να σέβεται το προστατευόμενο από το άρθρο 50 του Χάρτη δικαίωμα ne bis in idem.

81.      Όπως εξέθεσα στις προτάσεις Menci (40) και στις προτάσεις Garlsson Real State κ.λπ. (41), μόνο βάσει της οριζόντιας διατάξεως του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη θα μπορούσε διαπιστωθεί εάν η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων κατά των συμπεριφορών διακινήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών μπορεί να χαρακτηριστεί «σκοπός γενικού συμφέροντος» δυνάμενος να δικαιολογήσει εξαιρέσεις από το άρθρο 50 του Χάρτη (42).

82.      Σύμφωνα με την οριζόντια διάταξη του άρθρου 52, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Χάρτη, ο περιορισμός του δικαιώματος ne bis in idem πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενό του. Κατά τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου αυτής, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί του δικαιώματος ne bis in idem επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων (43).

83.      Από τις τέσσερις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να μπορεί να δικαιολογηθεί ο περιορισμός του θεμελιώδους δικαιώματος, η πρώτη και η τελευταία δεν παρουσιάζουν, εν προκειμένω, ιδιαίτερες δυσχέρειες. Ο εθνικός νόμος παρέχει κάλυψη στη διπλή δίωξη και η επιλογή αυτή ανταποκρίνεται σε σκοπό γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενο από το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης (ήτοι, την προστασία της ακεραιότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών).

84.      Διατηρώ, ωστόσο, αμφιβολίες ως προς το εάν, υπό τις συνθήκες αυτές, γίνεται σεβαστό το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη. Εν πάση περιπτώσει, τούτος δε είναι ο καθοριστικός παράγοντας, ο εξεταζόμενος εν προκειμένω περιορισμός δεν είναι, κατά την άποψή μου, αναγκαίος, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

85.      Το γεγονός ότι υφίστανται αποκλίνουσες μεταξύ τους λύσεις στα κράτη μέλη ως προς το σημείο αυτό καταδεικνύει από μόνο του, κατά την άποψή μου, τον μη αναγκαίο χαρακτήρα του περιορισμού αυτού. Εάν, πράγματι, ήταν αναγκαίος, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, θα ήταν για το σύνολο των κρατών μελών και όχι για μερικά μόνον εξ αυτών. Υπάρχουν κράτη μέλη που εφαρμόζουν συστήματα μίας μόνο διαδικασίας για την καταστολή των συμπεριφορών καταχρήσεως της αγοράς και άλλα που έχουν διατηρήσει το σύστημα των παράλληλων διαδικασιών, θεσπίζοντας, ωστόσο, διαδικαστικούς μηχανισμούς («aiguillage» στη Γαλλία) που εμποδίζουν τη σώρευση των κυρώσεων (44).

86.      Η αποτρεπτική ικανότητα μιας κυρώσεως εξαρτάται από την αυστηρότητά της: αναμφίβολα, οι στερητικές της ελευθερίας ποινές (ήτοι, οι προβλεπόμενες για τις αξιόποινες πράξεις) είναι πιο αποτρεπτικές από τις χρηματικές (ίδιες του διοικητικού συστήματος). Ένα σύστημα που συνδυάζει, χωρίς να προβαίνει σε σώρευση, τις τελευταίες για τις λιγότερο σοβαρές παραβάσεις και επιφυλάσσει τις πρώτες για τις πιο σοβαρές θα σεβόταν τον συνιστάμενο στην αποτροπή του πολλαπλασιασμού των καταχρήσεων αυτών σκοπό.

87.      Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο, εφόσον πρόκειται για ποινικές κατ’ ουσίαν κυρώσεις και, ως εκ τούτου, υποκείμενες στις εγγενείς στο δίκαιο επιβολής κυρώσεων εγγυήσεις, η δράση των οργάνων της Διοικήσεως θα πρέπει, κατ’ ανάγκην, να είναι πιο εκτεταμένη από αυτήν των δικαστηρίων. Απόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τα κατάλληλα μέτρα (νομοθετικά, διοικητικά και δικαιοδοτικά) για την καταπολέμηση των καταχρήσεων της αγοράς, συμβιβάζοντας την αποτελεσματικότητά τους με τον σεβασμό των δικαιωμάτων που διαφυλάσσει ο Χάρτης.

88.      Ως εκ τούτου, η αποτελεσματικότητα, η αναλογικότητα και η αποτρεπτικότητα των κυρώσεων δεν συνιστούν περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του προστατευόμενου από το άρθρο 50 του Χάρτη δικαιώματος ne bis in idem.

IV.    Πρόταση

89.      Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Δικαστηρίου Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ιταλία) ως εξής:

«Το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

1)      δεν επιτρέπει εθνική νομοθεσία προβλέπουσα την κίνηση διαδικασίας για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων ουσιαστικά ποινικού χαρακτήρα στους αυτουργούς πράξεων καταχρήσεως αγοράς, όταν προηγούμενη αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου διαπίστωσε το ανυπόστατο των οικείων συμπεριφορών όσον αφορά τις ίδιες πράξεις και τα ίδια πρόσωπα.

2)      δεν μπορεί να περιοριστεί, σε περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της υποθέσεως της κύριας δίκης, από την απαίτηση αποτελεσματικότητας, αναλογικότητας και αποτρεπτικότητας των κυρώσεων που επιβάλλονται στις συμπεριφορές καταχρήσεως αγοράς.»


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2      Υπόθεση C‑524/15 (στο εξής: προτάσεις Menci).


3      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) (ΕΕ 2003, L 96, σ. 16).


4      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 173, σ. 1). Ο κανονισμός 596/2014 αντικατέστησε την οδηγία 2003/6 με ισχύ από τις 3 Ιουλίου 2016.


5      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς (οδηγία για την κατάχρηση αγοράς) (ΕΕ 2014, L 173, σ. 179).


6      Ούτε ο κανονισμός 596/2014 ούτε η οδηγία 2014/57 εφαρμόζονται ratione temporis στην υπό κρίση υπόθεση, της οποίας τα πραγματικά περιστατικά ανάγονται στο 2005.


7      Όπως θα εκτεθεί εν συνεχεία, το ιταλικό ποινικό δικαστήριο αθώωσε τους δύο κατηγορουμένους για το ποινικό αδίκημα της καταχρήσεως αγοράς.


8      Επιπλέον, η Consob διέταξε την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του A. Zecca για το ποσό των 23 106,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο κέρδος που αποκόμισε από τις τελεσθείσες διοικητικές παραβάσεις, δυνάμει του άρθρου 187bis, παράγραφος 4, του TUF.


9      Η Consob, η οποία συμμετείχε στην ποινική δίκη ως πολιτικώς ενάγουσα, άσκησε έφεση, αλλά, κατά το αιτούν δικαστήριο, η εν λόγω έφεση δεν επηρεάζει το αμετάκλητο της δικαστικής αποφάσεως.


10      Σε αμφότερους τους κανόνες τιμωρείται, είτε ως ποινικό αδίκημα είτε ως διοικητική παράβαση, η πράξη της αποκτήσεως και της επαναπωλήσεως μετοχών εταιρίας από πρόσωπο το οποίο έλαβε γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών σχετικά με την εταιρία.


11      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 4ης Μαρτίου 2014 (CE:ECHR:2014:0304JUD001864010).


12      Υπόθεση C‑617/10 (στο εξής: απόφαση Åkerberg Fransson, EU:C:2013:105).


13      Απόφαση Åkerberg Fransson (σκέψεις 18 έως 22).


14      Συγκεκριμένα, στην Ιταλία, οι φορολογικές και ποινικές κυρώσεις λόγω μη καταβολής του φόρου εισοδήματος δεν συνεπάγονται εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη. Για τον λόγο αυτό, στη διάταξη της 15ης Απριλίου 2015, Burzio (C‑497/14, EU:C:2015:251), το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο να επιληφθεί προδικαστικού ερωτήματος.


15      Προτάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2017 (C‑537/16, σημεία 41 έως 51).


16      Υπό την έννοια αυτή, η εν λόγω αρχή επισημαίνει ότι, εάν υφίσταται κανόνας του εθνικού δικαίου ο οποίος προβλέπει ποινική κύρωση ανώτερη, ως προς το μέγιστο όριό της, από το προβλεπόμενο στην οδηγία όριο, η αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης διασφαλίζεται και, ως εκ τούτου, η πρόβλεψη πρόσθετης διοικητικής κυρώσεως, συνιστά παράβαση του άρθρου 50 του Χάρτη.


17      Προτάσεις Menci (σημεία 27 έως 34).


18      Όπ.π. (σημεία 35 έως 56).


19      CE:ECHR:2016:1115JUD002413011.


20      Σημεία 57 έως 77 των προτάσεων Menci.


21      Όπ.π. (σημεία 78 έως 94).


22      Η Consob, ως πολιτικώς ενάγουσα, άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως, αλλά το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) επισημαίνει σαφώς ότι «η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με την οποία αθωώθηκε ο αναιρεσείων κατέστη αμετάκλητη» (σκέψη 8 της διατάξεως περί παραπομπής).


23      Σημείο 31.


24      Αποφάσεις Åkerberg Fransson (σκέψη 35), και της 5ης Ιουνίου 2012, Bonda (C‑489/10, EU:C:2012:319, σκέψη 37).


25      Σημεία 46 έως 111.


26      Όπ.π. (σημεία 47 και 112 έως 115).


27      Υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση του ΕΔΔΑ της 4ης Μαρτίου 2014, Grande Stevens κ.λπ. κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2014:0304JUD001864010, § 96).


28      Σημεία 48 και 119.


29      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 4ης Μαρτίου 2014, Grande Stevens κ.λπ. κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2014:0304JUD001864010, § 97 και 98).


30      Το ΕΔΔΑ εκτιμά ότι παραβιάζεται η αρχή ne bis in idem, επειδή οι φορολογικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο, ενώ τα ποινικά δικαστήρια αθώωσαν τους παραβάτες σε παράλληλες ή μεταγενέστερες διαδικασίες (αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 30ής Απριλίου 2015, Καπετάνιος κ.λπ. κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2015:0430JUD000345312, και της 9ης Ιουνίου 2016, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2016:0609JUD006660209).


31      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, εάν η δεύτερη διαδικασία προχωρήσει, μολονότι έχει διαπιστωθεί με αμετάκλητη απόφαση ότι δεν υφίσταται συμπεριφορά που στοιχειοθετεί αδίκημα, με σκοπό την επιβολή πρόσθετων κυρώσεων, ενδέχεται να ανακύψει κίνδυνος αντιφατικών αποφάσεων εντός του ιδίου κράτους μέλους, καθόσον την αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου μπορεί να ακολουθήσει, για τις ίδιες πράξεις, καταδικαστική απόφαση όσον αφορά τη διοικητική παράβαση και τις σχετικές κυρώσεις.


32      Βλ., αντί άλλων, αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Fallimento Olimpiclub, (C‑2/08, EU:C:2009:506, σκέψη 22), της 6ης Οκτωβρίου 2015, Târșia (C‑69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 28), και της 11ης Νοεμβρίου 2015, Klausner Holz Niedersachsen (C‑505/14, EU:C:2015:742, σκέψη 38).


33      Αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 2006, Kapferer (C‑234/04, EU:C:2006:178, σκέψη 22), της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Fallimento Olimpiclub (C‑2/08, EU:C:2009:506, σκέψη 23), της 10ης Ιουλίου 2014, Impresa Pizzarotti (C‑213/13, EU:C:2014:2067, σκέψη 59), και της 6ης Οκτωβρίου 2015, Târșia (C‑69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 29).


34      Οι διατάξεις εφαρμογής δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας). Βλ. παρατεθείσες στην προηγούμενη υποσημείωση αποφάσεις και απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2015, Klausner Holz Niedersachsen (C‑505/14, EU:C:2015:742, σκέψη 40).


35      CE:ECHR:2016:1115JUD002413011.


36      Σημεία 63 έως 73.


37      Καίτοι η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται ratione temporis στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόσθετο ερμηνευτικό εργαλείο (βλ. σημεία 49 και 50 των παρουσών προτάσεων).


38      Το σύστημα doppio binario sanzionatorio μπορεί να δικαιολογηθεί από την αναγκαιότητα διασφαλίσεως αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινών, ως απόκριση στις συμπεριφορές καταχρήσεως αγοράς. Η Ιταλική, η Γερμανική και η Πoρτογαλική Κυβέρνηση, όπως και η Consob, υποστήριξαν στις παρατηρήσεις τους ότι τα εν λόγω χαρακτηριστικά των κυρώσεων επιτρέπουν την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 50 του Χάρτη, με αποτέλεσμα η διττή, ποινική και διοικητική, καταστολή να προάγει την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση των συμπεριφορών καταχρήσεως αγοράς.


39      «Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, με γνώμονα τα κριτήρια αυτά [κριτήρια Engel], αν πρέπει να προβεί σε εξέταση της προβλεπόμενης από την εθνική νομοθεσία σωρεύσεως φορολογικών και ποινικών κυρώσεων σε σχέση με τα εθνικά πρότυπα κατά την έννοια της σκέψεως 29 της παρούσας αποφάσεως, πράγμα που θα μπορούσε να το οδηγήσει, ενδεχομένως, να κρίνει ότι η σώρευση αυτή είναι αντίθετη προς τα εν λόγω πρότυπα, υπό την προϋπόθεση ότι οι εναπομένουσες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, [αναλογικές] των παραβάσεων και αποτρεπτικές […]».


40      Σημεία 78 έως 93.


41      Υπόθεση C‑537/16 (σημεία 74 έως 80).


42      Βλ. απόφαση της 27ης Μαΐου 2014, Spasic (C‑129/14 PPU, EU:C:2014:586, σκέψη 55).


43      Όπ.π. (σκέψη 56).


44      Βλ. την ευρεία μελέτη συγκριτικού δικαίου που εκπόνησαν διάφοροι συγγραφείς στη μονογραφία της Revue internationale des services financiers/International Journal for Financial Services, 2015, n.º 1· όπως Lecoqc, A., Principe non bis in idem: vers l’esquisse d’une standardisation de l’Una Via procédural: expériences belges et françaises, Tijdschrift voor rechtspersoon en vennootschap/Revue pratique des sociétés 2016, n.º 6, σ. 645 έως 668· Club des juristes, Poursuite et sanction des abus de marché:le droit français à l’épreuve des textes communautaires et des jurisprudences récentes (CEDH, CJUE, Conseil constitutionnel, Μάιος 2015, www.leclubdesjuristes.com/les-commissions/rapport-poursuite-et-sanction-des-abus-de-marche/.